Δεκτή έφεση σε υπόθεση υπερχρεωμένων από το Πρωτοδικείο Αθηνών

Την υπόθεση χειρίστηκε για λογαριασμό του γραφείου μας η δικηγόρος Δήμητρα Θεοδοσιοπούλου.

8220/2020 ΜΠΡ ΑΘ, Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ

Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Δάνειο. Αίτηση ρύθμισης υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Έφεση. Υπεύθυνη δήλωση προς διευκόλυνση μόνο του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του (ουσιαστικού) παραδεκτού της αίτησης.  Η ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης. Το παρόν Δικαστήριο, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο, οφείλει να εφαρμόσει, κατά το ισχύον ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία. Μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της οικογένειας της, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και κατά τον παρόντα χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης, η εκκαλούσα περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την εφεσίβλητη. Προστασία της κύριας κατοικίας. Ρευστοποίηση περιουσίας της εκκαλούσας. Ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση δικάζεται ερήμην. Δικάζει την έφεση ερήμην της εκκαλούσας. Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και ως προς την ουσία. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ.1082/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
                                                           
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
       Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Παπαδοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τον Γραμματέα Αριστοτέλη Παναγιώτου.
       Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 21 Φεβρουάριου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
       ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …….. του …….., κατοίκου Αγίου……., επί της οδού ……, με ΑΦΜ ……, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Δήμητρας Θεοδοσιοπούλου (AM ……. ΔΣΑ), βάσει δήλωσης.
 ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της εδρεύουσας στην Αθήνα, επί των οδών ……..   και ….., ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…..ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», με ΑΦΜ ……, τελούσα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «….. ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΊΉΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «…… ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ», που εδρεύει στο….., επί των οδών ……, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Μιγαδάκη (AM …. ΔΣΠ).
       Η αιτούσα, ήδη εκκαλούσα, κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 25.4.2012 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ...../23.5.2012 αίτησή της, την οποία έστρεφε κατά της καθ’ ης η αίτηση, ήδη εφεσίβλητης, και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 1082/2014 οριστική απόφασή του, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε. Κατά της ως άνω απόφασης η αιτούσα, ως ηττηθείσα διάδικος, άσκησε την από 16.5.2016 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ......./18.5.2016έφεση, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ……/2016, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για την προαναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
       Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242§2ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης  ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΉ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115§2, 242§2, 741, 745 και 759§4ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242§2ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν ισχύει η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, σε άρθρο 741 σελ. 179, Βαθρακοκοίλη, Ερμ. ΚΠολΔ, τόμος 2ος σε άρθρο 242 αριθ. 2, ίδιου συμπλ. τόμος 2001 σε άρθρο 115 αριθ. 1, Νίκα σε Κεραμέα - Κονδύλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, συμπλ. έτους 2002, σε άρθρο 115 σελ. 14, αριθ. 1, ΕφΘεσ 40/2016 ΕλλΔνη 2016. 1400). Σε μία τέτοια περίπτωση (που δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 242§2), ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση δικάζεται ερήμην. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 764§2ΚΠολΔ, με την οποία θεσπίζονται ειδικοί κανόνες στη συζήτηση έφεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), εάν, όταν εκφωνείται η υπόθεση, εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν. Η επιταγή, όμως, αυτή του β’ εδαφίου της ανωτέρω διάταξης της εκούσιας δικαιοδοσίας, προϋποθέτει τη συνδρομή των εκ των άρθρων 110 και 111 ΚΠολΔ απορρεόντων θεμελιακών δικαιωμάτων περί κλήτευσης των διαδίκων και τήρησης της προδικασίας. Επομένως, ερευνάται εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο διάδικος που απολείπεται ή εάν την επισπεύδει ο παριστάμενος, οπότε ερευνάται η κλήτευση αυτού που απουσιάζει, προκειμένου, ακολούθως το Δικαστήριο να προβεί στην έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων έφεσης (ΕφΑθ.3057/2009 ΕλλΔνη 2009. 1454). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 16.5.2016 έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας αιτούσας, ήδη εκκαλούσας, κατά της υπ’ αριθ. 1082/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 επ., 791 §§1, 5ΚΠολΔ), και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατά τη συζήτηση της έφεσης, η οποία επισπεύσθηκε επιμελεία της εκκαλούσας, στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε η εν λόγω διάδικος, αλλά η πληρεξούσια δικηγόρος αυτής κατέθεσε την από 20.2.2020 δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242§2ΚΠολΔ, και προκατέθεσε, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, τις έγγραφες προτάσεις του. Η παράσταση αυτή της προαναφερομένης με δήλωση, κατά το άρθρο 242§2ΚΠολΔ, δεν είναι προσήκουσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της έφεσης, που ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως - αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης - και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495§1, 511 επ., 518, 741, 760 και 786 του ΚΠολΔ) και αφού αυτή γίνει τυπικά δεκτή θα εξετασθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533 §1 και 741 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σαν ήταν παρούσα και η εκκαλούσα, καθόσον έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο, κατά την §4 του άρθρου 495ΚΠολΔ.
Με την από 25.4.2012 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η αιτούσα, ήδη εκκαλούσα, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς την καθ’ ης ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητούσε τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτή σχέδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8§2 και 9§2 του ν.3869/2010, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δικάζοντας την ως άνω αίτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής,παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους . στο δικόγραφο του εν λόγω ενδίκου μέσου λόγους, συνιστάμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητεί δε την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αίτησή της.
Κατά το άρθρο 4§2 εδ.β’ του ν.3869/2010 "ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αιτήσεως (για ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή) ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου (κατάσταση περιουσίας και των εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του και κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους) και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία.
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 12§1 του ν.4161/2013, που ισχύει από 14.6.2013, σύμφωνα με την οποία η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Με τη διάταξη αυτή, σε σχέση με την προηγούμενη, προστέθηκε και ότι η προκειμένη αίτηση συνοδεύεται με την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση προς διευκόλυνση μόνο του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του (ουσιαστικού) παραδεκτού της αίτησης. Δηλαδή από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποκλείεται το απαράδεκτο της αίτησης, έστω και επί τυχόν ελλείψεων της υπεύθυνης δήλωσης και ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη της §3 του άρθρου 19 του ν.4161/2013, κατά την οποία "για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος", αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν.3869/2010, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε εκείνη του άρθρου 4§2 εδ.β’ του ίδιου νόμου. Πέραν αυτού, η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης (ΑΠ 1065/2017, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 236/2015 δημοσίευση στην ΤΝΠ «Νόμος»). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 25.4.2012 με αριθμό πρωτ...../23.5.2012 αίτησή  της, με την οποία ζητούσε τη ρύθμιση των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της προς την πιστώτρια εφεσίβλητη τράπεζα, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αίτηση , κατατέθηκε στις 23.5.2012 και συνεπώς, όσον αφορά το παραδεκτό της εφαρμοστέος κανόνας ήταν, σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 19§3 του ν.4161/2013, η διάταξη του άρθρου 4§2 εδ.β’ του ν.3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 12§1 του ν.4161/2013, κατά την οποία η έγκαιρη προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης του εν λόγω άρθρου (4§2 εδ.β’ ), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης, αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της προδικασίας, η οποία όμως δεν τηρήθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η σχετική υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας έφερε χρονολογία υπογραφής προγενέστερη (3.5.2012) της κατάθεσης της αίτησής της (23.5.2012), ισοδυναμούσα για τον λόγο αυτό με ανύπαρκτη, με περαιτέρω συνέπεια η ένδικη αίτηση να είναι απαράδεκτη,  παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 4§2 εδ.β’ του ν.3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12§1 του ν.4161/2013. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, γιατί ανεξάρτητα από το εάν η παράλειψη ή  ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης, το παρόν Δικαστήριο, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο, οφείλει να εφαρμόσει, κατά το ισχύον ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία (άρθρο 3 ν.3869/2010), τη διάταξη του άρθρου 4§2 εδ.β’(του παραπάνω νόμου (3869/2010), όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με  το άρθρο 12§ 1 του ν.4161/2013, που αποκλείει το απαράδεκτο της αίτησης, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η διάταξη του άρθρου 19§3 του ν.4161/2013 αναφέρεται στο άρθρο 5 του ν.3869/2010 που ρυθμίζει την προδικασία και όχι στο άρθρο 4§2 εδ.β’ του ίδιου νόμου, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη για τον ανωτέρω λόγο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι ενιαίως κρινόμενοι λόγοι της ένδικης έφεσης.
Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535§1ΚΠολΔ), το οποίο κρίνει ότι η αίτηση είναι παραδεκτή, ορισμένη, ως περιέχουσα το ελάχιστο εκ των διατάξεων του άρθρου 747ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 4§1 του ν.3869/2010, 111§2, 118 και 216ΚΠολΔ περιεχόμενο, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6, 8 και 9 του ν.3869/2010. Σημειωτέον δε ότι στην περίπτωση του ν.3869/2010, ο νομοθέτης εκκινεί από την αφετηριακή βάση της προστασίας του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποιήσεώς του. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η περιθωριοποίηση ενός μεγάλου αριθμού υπερχρεωμένων οφειλετών επάγεται μείωση ή και εκμηδένιση της καταναλωτικής του δύναμης, με σημαντικές επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία μιας οικονομίας, που (πλέον) στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό - στην κατανάλωση αγαθών. Εξάλλου, τυχόν περιθωριοποίηση των υπερχρεωμένων ιδιωτών επιφέρει σημαντικές διαταραχές στον κοινωνικό βίο, με κίνδυνο τη δημιουργία φαινομένων αντικοινωνικής συμπεριφοράς (ανομία, εγκληματικότητα κλπ.). Επομένως, η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρεώσεως επιτάσσεται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από την υπερχρέωση του οφειλέτη ως ανθρώπου. Η τελευταία επιτάσσει τη χορήγηση στον υπερχρεωμένο οφειλέτη μίας δεύτερης ευκαιρίας για την επάνοδό του στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Συνεπώς, η συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν τη νομοθετική εισαγωγή περιορισμών στις αξιώσεις των πιστωτών, πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Περαιτέρω οι περιορισμοί της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών, που εισάγονται από τον ν.3869/2010, όχι μόνο είναι κατάλληλοι και πρόσφοροι για να αντιμετωπίσουν το κοινωνικό πρόβλημα της περιθωριοποιήσεώς του υπέρχρεου οφειλέτη, αλλά - συγχρόνως - πληρούν τους όρους αναλογικότητας, παρέχοντας στους πιστωτές τη δυνατότητα αφενός να εκθέσουν τις απόψεις τους και αφετέρου να ικανοποιηθούν από το σύνολο της παρούσας και μελλοντικής περιουσίας του οφειλέτη. Τέλος, ο νόμος αυτός δεν καθιερώνει το δικαίωμα κάθε οφειλέτη να επιδιώξει ρύθμιση των χρεών του και απαλλαγή από αυτά. Σκοπός του είναι να παράσχει τη δυνατότητα στους υπερχρεωμένους οφειλέτες χρηματικών χρεών να ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από τα χρέη τους, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Από τα βασικά χαρακτηριστικά του νόμου προκύπτει ότι η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται με βάση μια και μόνο αίτησή του. Αντιθέτως, στον νόμο τίθενται περαιτέρω προϋποθέσεις για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Βάσει όλων των προαναφερομένων και αφού ληφθούν υπόψη τα εύλογα και συνταγματικά προστατευόμενα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών, οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου κρίνεται πως είναι συνταγματικές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την εφεσίβλητη με τις προτάσεις της. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι η νομοθετική αυτή επέμβαση στις απαιτήσεις των πιστωτών είναι συμβατή και με τους όρους που τίθενται, από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Έ.Σ.Δ.Α.) (βλ. σχετ. Αθ. Γ. Κρητικός, ό.π., σελ. 22. επ.,.. μ.π.π. σε θεωρία και νομολογία, I. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, ό.π,, σελ. 18 επ., μ,π,π. σε θεωρία και νομολογία ). Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενώ εφόσον κρίθηκε ότι η έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή, θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα των παραβολών, που κατέθεσε για το παραδεκτό της έφεσής της (άρθρο 495§4ΚΠολΔ).
Η εφεσίβλητη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία προέβαλε τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις της, ότι σύμφωνα με τα άρθρα 25, 179 και 181 ν.3588/2007 αναστέλλονται οι εις βάρος της ατομικές διώξεις και απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση αναγνωριστικών και καταψηφιστικών αγωγών εναντίον της, καθώς πρόκειται για νομικό πρόσωπο που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και γι` αυτό τον λόγο ζητεί να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός της αυτός, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 68 του ν.3601/2007, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν.4021/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.3458/2006 και του άρθρου 63Ε του ν.3601/2007: «α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ` αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ( ... ), δ) ..., ε) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της απόφασης περί ειδικής εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να περιορίζει και άλλες εργασίες του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος στ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχειών του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ή σε Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά το άρθρο 63Ε. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63 Δ εφαρμόζονται ανάλογα ( )» ενώ κατά την §2 «Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκειται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι συνέπειες της ανάκλησης της άδειας ενός πιστωτικού ιδρύματος είναι καταρχήν οι ειδικά προσδιοριζόμενες συνέπειες στον ν.3601/2007 (άρθρο 68) και στον ν.3458/2006, που όμως αφορά περιπτώσεις που τα εκκαθαριζόμενα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποκαταστήματα σε άλλα κράτη-μέλη. Σύμφωνα με τις διατάξεις τους, το πιστωτικό ίδρυμα τίθεται σε εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία διορίζει και τους εκκαθαριστές. Ο οριζόμενος με αυτόν τον τρόπο εκκαθαριστής αναλαμβάνει τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος υποκείμενος στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η περαιτέρω ιδιορρυθμία τη εκκαθάρισης αυτής έγκειται στο ότι επιτρέπεται η συνέχιση των τραπεζικών εργασιών, πλην της αποδοχής καταθέσεων και όσων εργασιών ρητά εξαιρούνται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν και δεν αναφέρεται ο λόγος της συνέχισης των εργασιών, φαίνεται πως αυτή θεωρείται αναγκαία προς διεξαγωγή και περαίωση ιδιαίτερα κερδοφόρων εργασιών προς όφελος των πιστωτών. Από της δημοσιεύσεως της περί εκκαθαρίσεως απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η τράπεζα δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση, ενώ κατά τα λοιπά επέρχονται οι γενικές συνέπειας που προβλέπονται στο νόμο σε περιπτώσεις λύσεως ανωνύμων εταιρειών, δηλαδή επακολουθεί εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας με είσπραξη των εκκρεμών απαιτήσεων, πληρωμή των χρεών και ρευστοποίηση περιουσίας. Περαιτέρω με την υπ` αριθ.46/27.7.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας Ελλάδας (ΦΕΚ Β 2208/27.7.2012) από την 27.7.2012 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εφεσίβλητης πιστώτριας εταιρίας και τέθηκε αυτή υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 68 του ν.3601/2007, και όχι σε πτώχευση, ορίστηκε δε ειδικός εκκαθαριστής αυτού και επετράπη στο πιστωτικό ίδρυμα εφεξής να διενεργεί μόνο πράξεις που υπηρετούν τον σκοπό της εκκαθάρισης απαγορευόμενης της άσκησης των δραστηριοτήτων της §1 του άρθρου 11 του ν.3601/2007. Σημειωτέον δε ότι στις απαγορευόμενες δραστηριότητες συμπεριλαμβάνεται και η είσπραξη απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος. Επί της ειδικής αυτής εκκαθάρισης έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Κανονισμού ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων (ΦΕΚ Β` 2498/4.11.2011) και επικουρικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Στο προοίμιο του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται ρητά ότι: «Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από την πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος». Συνεπώς πρόκειται για ειδική εκκαθάριση διαφορετική της προβλεπόμενης με τον Πτωχευτικό Κώδικα και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί αναστολής ατομικών διώξεων για την ικανοποίηση των πιστωτών και απαγόρευσης έναρξης ή συνέχισης αναγκαστικής εκτέλεσης και άσκησης αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών κλπ, σε στοιχεία της περιουσίας του ιδρύματος. Κατά συνέπεια, ο ως άνω ισχυρισμός της μετέχουσας πιστώτριας θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη από αυτήν διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να τύχει εφαρμογής, και τούτο διότι το πεδίο εφαρμογής της εξαντλείται στα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους εναντίον αυτού, προκειμένου αυτοί (οι πιστωτές του οφειλέτη) να ακολουθήσουν τη διαδικασία της επαλήθευσης (εξέλεγξης) των απαιτήσεων τους κατά του πτωχού και να μη ματαιωθεί ο σκοπός της συλλογικής ικανοποίησης αυτών (των πιστωτών) μέσω της ως άνω διαδικασίας. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί η αίτηση του άρθρου 4§ 1 του ν.3869/2010 να θεωρηθεί ως ατομικό καταδιωκτικό μέτρο κατά του καθ’ ου πιστωτικού ιδρύματος, αφενός λόγω της ιδιότητας της αιτούσας ως οφειλέτριας του καθ’ ου η αίτηση πιστωτικού ιδρύματος, αφετέρου λόγω της διαδικασίας ρύθμισης οφειλών πτωχεύσαντος, και δεν έχει χαρακτήρα αγωγής (αναγνωριστικής- καταψηφιστικής), καθόσον δεν κατάγεται προς δικαστική κρίση ιδιωτική έννομη σχέση, αλλά ασκείται δικαίωμα παρεχόμενο από τον νόμο προς ρύθμιση των οφειλών, και συγκεκριμένα παρέχεται η δυνατότητα στον υπερχρεωμένο ιδιώτη να εκκαθαρίσει τις οφειλές του προς τους δικούς του πιστωτές, ενδεχομένως δε και προς πιστωτικά ιδρύματα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι ο νομοθέτης δεν εξαρτά τη διαδικασία ρύθμισης από τη νομική κατάσταση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ούτε εξαιρεί της ρύθμισης απαιτήσεις ιδρυμάτων των οποίων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας (άρθρο §2 ν.3869 για τις αποκλειόμενες της ρυθμίσεως απαιτήσεις), ούτε είναι, τέλος, δυνατόν η ανάγκη περαίωσης της εκκαθάρισης μιας εταιρίας υπό ειδική εκκαθάριση να ανατρέψει τις ρυθμίσεις του ν.3869/2010 (Ειρ.ΑΘ 1017/2013 αδήμ., ΕιρΘεσσαλ.9268/2013 αδήμ). Συνεπώς για όλους αυτούς τους λόγους ο ως άνω ισχυρισμός της πιστώτριας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αυτού, καθώς και όλων των επικαλούμενων και νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα, γεννηθείσα το έτος 1955, είναι συνταξιούχος και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 806,06€ (βλ. το από 7.2.2020 ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων του ΕΦΚΑ για τον Ιανουάριο του 2020). Είναι παντρεμένη με τον ……, γεννηθέντα το έτος 1956, και μητέρα δύο ήδη ενήλικων και οικονομικά ανεξάρτητων τέκνων, ηλικίας 43 και 41 ετών. Επί δεκαοκτώ έτη η ίδια διατηρούσε στην Αθήνα επιχείρηση σιδερωτηρίου έτοιμων ενδυμάτων, τη λειτουργία της οποίας σταμάτησε το έτος 2006, χρόνος κατά τον οποίο μετέβη η ίδια μετά του συζύγου της στην Κέρκυρα, τον τόπο καταγωγής της, όπου βρίσκεται και η κύρια κατοικία της και συγκεκριμένα μία ισόγεια οικία επιφάνειας 100τ.μ. κτισμένη σε αγροτεμάχιο έκτασης 2 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση ......... στην περιοχή ……της Κοινότητας ….. του Δ. …… Κέρκυρας, αντικειμενικής αξίας 26.762,75€ (βλ. έντυπο ΕΝΦΙΑ 2019), η οποία της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα. Εκεί διέμεινε με τον σύζυγό της για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε καμία προοπτική εξεύρεσης εργασίας και για τους δύο, το έτος 2009 επανήλθαν στην Αθήνα, φιλοξενούμενοι έκτοτε από την κόρη τους, στην οικία όπου διαμένει αυτή με την οικογένειά της. Η διαμονή τους αυτή στην οικία της κόρης τους στην Αθήνα είχε προσωρινό χαρακτήρα, έλαβε χώρα προκειμένου να εξεύρει η εκκαλούσα θέση εργασίας έως και τη συνταξιοδότησή της, όπως και πράγματι συνέβη, ενώ το καλοκαίρι του έτους 2020 προτίθενται να εγκατασταθούν μόνιμα πλέον στην Κέρκυρα. Πέραν της προαναφερόμενης κύριας οικίας της στην Κέρκυρα, η εκκαλούσα έχει στην κυριότητά της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δύο αγροτεμάχια έκτασης 224,90 τ.μ. έκαστο, κειμένων στη θέση «……» του Δ. Σχηματαρίου Αττικής, εκτός σχεδίου, ενώ το άλλο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκει στον σύζυγό της. Εκτός των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα διαθέτει άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, ούτε, εξάλλου, και ο σύζυγός της. Σε χρόνο δε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η εκκαλούσα έλαβε από την καθ’ ης τραπεζικά προϊόντα από τα οποία προκύπτουν οι ακόλουθες οφειλές (δυνάμει της υπ’ αριθ..../8.7.2013 αναλυτικής βεβαίωσης της καθ’ ης η αίτηση): α) οφειλή, απορρέουσα από την υπ’ αριθ..../20.8.2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με αριθμό λογαριασμού .......... συνολικού ποσού 82.560,916, στην οποία συμβλήθηκε ως οφειλέτρια, οφειλή προς εξασφάλισή της έχει εγγραφεί υποθήκη στην κύρια κατοικία της αιτούσας, β) οφειλή ποσού 4.577,846, απορρέουσα από την υπ’ αριθ.......... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και γ) οφειλή ποσού 8.895,436, απορρέουσα από την υπ’ αριθ............. πιστωτική κάρτα που είχε λάβει από τον Νοέμβριο του 2000, η οποία δεν είχε περιληφθεί στις από 31.3.2011 και 8.3.2012 αναλυτικές καταστάσεις της καθ’ ης, ενώ περιλήφθηκε στην από 8.7.2013 βεβαίωση του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος, και θα πρέπει να συμπεριληφθεί στη ρύθμιση, αν και δεν είχε ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών της αιτούσας, κατ’ εφαρμογή της §1εδ.γ του άρθρου 8 του ν.3869/2010, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν.4161/2013 (ΦΕΚ A 143/14.6.2013). Συνολικά δε η εκκαλούσα οφείλε στις ως άνω πιστώτριες κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης το ποσό των 96.034,186, το οποίο, ωστόσο, έχει πλέον ανέλθει στο ποσό των 156.331,566 (βλ. την από 14.11.2019 βεβαίωση της διαχειρίστριας της πιστώτριας τράπεζας). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα αρχικά, τον Απρίλιο του 2010, ενεγράφη στο ταμείο ανέργων του ΟΑΕΔ, λαμβάνοντας επί ένα έτος, έως τον Απρίλιο του 2011 επίδομα ανεργίας, ενώ από τον Νοέμβριο του 2011 προσλήφθηκε από τη φαρμακευτική εταιρία με την επωνυμία …… με τρίμηνη σύμβαση εργασίας, η οποία κατά τη λήξη της ανανεώθηκε, λαμβάνοντας αρχικά μηνιαία εισοδήματα περίπου 9006, τα οποία εντέλει τον Ιούνιο του 2014, χρόνο συζήτησης της αίτησης στον πρώτο βαθμό, ανέρχονταν στο ποσό των 784,836, τα οποία προσαυξάνονταν με την εκ μέρους της παροχή υπερωριακής, νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τα Σαββατοκύριακα, και μπορεί να έφταναν και στο ποσό των 1.034,566. Τον Ιούλιο του 2015 εξεδόθη η υπ’ αριθ. 1780/2015 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την οποία συνταξιοδοτήθηκε αναδρομικά από τις 7.10.2014, με μηνιαία σύνταξη ποσού 884,796, από την οποία έως και τα τέλη του έτους 2017 παρακρατούνταν το ποσό των 5536. Για τον λόγο αυτό συνέχισε να εργάζεται στην εταιρία ....... λαμβάνοντας μηνιαίως περίπου το ποσό των 1.1606, από την οποία αποχώρησε στις 30.4.2018, λαμβάνοντας ως σύνταξη το ποσό των 806,066. Το έτος 2018 είχε ως επιπλέον εισόδημα από την εκμίσθωση για ένα έτος της πρώτης κατοικίας της στην Κέρκυρα το ποσό των 2006 μηνιαίως. Εξάλλου ο σύζυγός της εκκαλούσας είναι μακροχρόνια άνεργος από τον Νοέμβριο του 2008, χρόνος κατά τον οποίο διέκοψε τη λειτουργία της η επιχείρηση εμπορίου ενδυμάτων στην οποία εργαζόταν, ενώ από τον Νοέμβριο του 2010 είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, δεν έχει κανένα μηνιαίο εισόδημα, δεν λαμβάνει σύνταξη, ενώ λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του δεν υπάρχει για αυτόν προοπτική εξεύρεσης εργασίας, προτίθεται δε να υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης στις 2.9.2022, δηλαδή με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του, οπότε αναμένεται να λάβει τη βασική σύνταξη. Τα ανωτέρω σχετικά με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων της εκκαλούσας προκύπτουν και από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος σύμφωνα με τις οποίες κατά το οικονομικό έτος 2002 (κρίσιμος χρόνος σύναψης των επίδικων δανειακών συμβάσεων), τα εισοδήματα της εκκαλούσας ανέρχονταν στο ποσό των 5.587.473 δραχμών και στο ποσό των 2.917.000 δραχμών του συζύγου της, δηλαδή στο ποσό των 2.077,89€ μηνιαίως, κατά το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) στα 10.133,90€ και του συζύγου της στα 2.110,10€, κατά το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) στα 6.952,97€ και 3.817,80€ του συζύγου της, κατά το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) στα 4.897,42€ και 4.059,47€ του συζύγου της, κατά το φορολογικό έτος 2014 στα 18.249,36€, κατά το φορολογικό έτος 2015 στα 19.591,47€, κατά το φορολογικό έτος 2016 στα 15.284,60€, κατά το φορολογικό έτος 2017 στα 16.253,69€, κατά το φορολογικό έτος 2018 στα 15.770,50€. Η κατάσταση ανεργίας στην οποία περιήλθε τόσο η εκκαλούσα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα προτού εξεύρει νέα θέση εργασίας, όσο και ο σύζυγός της και η εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας, που αύξησαν τις δαπάνες διαβίωσης και τα τρέχοντα μηνιαία έξοδα της ελληνικής οικογένειας τα τελευταία χρόνια, είναι παράγοντες που επέφεραν τη μείωση της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας να εξυπηρετεί τα δάνειά της ήδη από το έτος 2009, η συνολική μηνιαία δόση των οποίων ανερχόταν, κατόπιν του από 31.12.2008 συμφωνητικού τμηματικής αποπληρωμής οφειλών που συνήψε με την καθ’ ης η αίτηση, στο ποσό των 600€ μηνιαίως, και τελικά την περιέλευση αυτής σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας εξυπηρέτησης των ήδη ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την καθ’ ης η αίτηση, αφού τα εισοδήματά της ανερχόμενα κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης στο ποσό των 900€ κατά μέσο όρο και κατά τον τρέχοντα χρόνο στα 806,06€, δεν επαρκούσαν και δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, η συνολική δόση των οποίων πλέον ανέρχεται στο ποσό των 1.200€, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών της αναγκών, βάσει της προσωπικής της κατάστασης, τις οποίες η ίδια στην αίτησή της, κατά τη διάρκεια διαμονής της στην οικία της κόρης της, προσδιόριζε στο ποσό των 405€, εκτιμάται δε από το παρόν Δικαστήριο ότι πλέον ανέρχονται στο ποσό των 600€ βάσει και της συνομολόγησης της ίδιας της αιτούσας περί εκ μέρους της δυνατότητας καταβολής του ποσού των 200€, καθόσον συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι η εν λόγω διάδικος, η οποία ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά της να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες της μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Το παρόν δε Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η αιτούσα δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή της και ότι αυτή οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, καθόσον δεν συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής, ενώ θεωρούσε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές τις υποχρεώσεις με βάση τα υψηλότερα κατά την ανάληψη των χρεών εισοδήματά της, χωρίς να είναι σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε, που την οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται, εξάλλου, και από το γεγονός ότι τα συνολικά χρέη της αιτούσας δεν είναι υπερβολικός αντίθετα κινούνται σε φυσιολογικά και συνήθη για την ελληνική πραγματικότητα ποσά κατά τον χρόνο ανάληψής τους, που εύλογα θεωρούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ότι θα μπορούσε να αποπληρώσει. Επομένως, τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και κατά τον παρόντα χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης, η εκκαλούσα περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την εφεσίβλητη, απορριπτομένης της σε κάθε περίπτωση απαραδέκτως προτεινόμενης με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ένστασης της τελευταίας περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση υπερχρέωσης και αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της ως ουσιαστικά αβάσιμης. Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του, ν.3869/2010, ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8§2 και 9§2 του εν λόγω νόμου, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το ν.4161/2013, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν.4161/2013 και πριν την τροποποίησή του με το ν.4336/2015, καθώς το εφετείο τόσο για την κρίση περί της ορθότητας της εκκαλουμένης απόφασης στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 236/2015 Δημοσίευση στην ΤΝΠ «Νόμος», Αρβανιτάκης σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη- Νίκα, άρθρο 764 σ.8, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2016, σελ. 527 επ.), όσο και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσίευσης της δικής του απόφασης, ο δε ν.4336/2015 καταλαμβάνει αιτήσεις ρύθμισης οφειλών που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι (14.8.2015) και όχι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του αιτήσεις. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, δεδομένου ότι αφενός μεν το εισόδημα της εκκαλούσας, ανέρχεται στο ποσό των 806,06€ μηνιαίως, αφετέρου δε ότι οι εν γένει βιοτικές της ανάγκες ανέρχονται στο ποσό των 600€, το ποσό που απομένει ανά μήνα, κατά μέσο όρο, από το εισόδημά της για την κάλυψη των αναγκών της πιστώτριάς της, ανέρχεται στα 200€, ποσό εύλογο και εντός των οικονομικών της δυνατοτήτων. Ειδικότερα, η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλλει στις μετέχουσες πιστώτριες για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι σε 36 (τριάντα έξι) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 200€, καταβλητέες εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, το ποσό των 7.200€, συμμέτρως διανεμόμενες στις απαιτήσεις της καθ’ ης, απομένοντας υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 149.131,56 € (156.331,56€-7.200€). Περαιτέρω, η αιτούσα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 έως τον Μάιο του 2014, κατέβαλε στην καθ’ ης μηνιαίως το 10% των του συνόλου των πιστωτικών της προϊόντων και συνολικά το ποσό των 835,10€, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την τελευταία, ήτοι προέβη σε προσωρινές μηνιαίες καταβολές, οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 §3 του ν.3869/2010, όπως διαμορφώθηκε με την §2 του άρθρου 59 του ν.4549/2018, και 8§2εδ.δ’ του ν.3869/2010, όπως προστέθηκε με την §1 του άρθρου 61 του ν.4549/2018, και σύμφωνα με την §8 του άρθρου 68 του αυτού νόμου εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν.4549/2018, πρέπει να συνυπολογιστούν σε αυτές της παραπάνω οριστικής ρύθμισης του άρθρου 8 §2 του ν.3869/2010. Επομένως, μετά τον συνυπολογισμό του ποσού των 835,10€ που κατέβαλε η εκκαλούσα, το ποσό της ρύθμισης κατ’ άρθρο 8§2 του ν.3869/2010 ανέρχεται πλέον στο ποσό των 6.364,10€, το οποίο θα πρέπει να διαιρεθεί με το καθορισμένο πλήθος των εξήντα (36) δόσεων, ανερχόμενο μηνιαίως στο ποσό των 176,78€. Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 8§2 του ν.3869/10, δεν κρίνεται σκόπιμο από το παρόν Δικαστήριο να συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§1 του ν.3869/10 για εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας της εκκαλούσας, και ειδικότερα των δύο αγροτεμαχίων εκτός σχεδίου στη θέση «............» του Δ. Σχηματαρίου Αττικής, συνιδιοκτησίας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, διότι η μικρή τους εμπορική αξία καθιστά την εκποίησή τους μη επωφελή για τις πιστώτριες τράπεζες, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η εκκαλούσα διαθέτει ποσοστό συγκυριότητας επί των προαναφερόμενων ακινήτων και επομένως δεν αναμένεται να προσελκύσουν αγοραστικό ενδιαφέρον. Περαιτέρω, η ως άνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§2 του ν.3869/2010, εφόσον υποβλήθηκε από την εκκαλούσα αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, δεδομένου ότι με τις οριζόμενες καταβολές του άρθρου 8§2 του ν.3869/2010 δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών, και να οριστούν οι μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας της, κατά την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§2 του ν.3869/2010 ρύθμιση, για την οποία αυτή θα πρέπει να καταβάλλει στις εφεσίβλητες, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω περιγραφόμενων συνθηκών ζωής της, του ύψους των χρεών της και της ηλικίας της το 80% της αντικειμενικής του αξίας, δηλαδή το ποσό των 21.410,20€ (26.762,75€ X 80%), για δέκα (10) έτη, με ισόποσες μηνιαίες καταβολές ποσού 178,41€ (21.410,20€ : 120 μήνες), εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός. Ως προς τον χρόνο έναρξης καταβολής των δόσεων, κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση στην εκκαλούσα περιόδου χάριτος τριών ετών από τον δεύτερο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, για λόγους επιείκειας,  ώστε να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα με την παράλληλη καταβολή μηνιαίων δόσεων  τόσο του άρθρου 8§2 όσο και του άρθρου 9§2, ενώ θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο χρέος της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης. Η καταβολή των παραπάνω μηνιαίων δόσεων θα γίνει χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ίσχοε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας τη Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (άρθρο 9§2 εδ.δ’ του ν.3869/2010), ενώ θα ικανοποιηθεί προνομιακά η εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση της μετέχουσας πιστώτριας-εφεσίβλητης. Κατόπιν αυτού, η αίτηση θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, με και να ρυθμιστούν τα χρέη της, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§6 εδ.β` του ν.3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που κατέβαλε η συγκεκριμένη διάδικος, κατ’ άρθρο 495§3ΚΠολΔ, στην ίδια, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση ερήμην της εκκαλούσας.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και ως προς την ουσία.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ.1082/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤAΙ εν μέρει την αίτηση.
ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της εκκαλούσας με ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού εκατό εβδομήντα έξι Ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (176,78€) έκαστη, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνάς επί μία τριετία, με έναρξη από τον δεύτερο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας, συμμέτρως διανεμόμενες μεταξύ των απαιτήσεων της μετέχουσας πιστώτριας τράπεζας.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την ισόγεια οικία επιφάνειας 100τ.μ. κτισμένη σε αγροτεμάχιο έκτασης 2 στρεμμάτων, κειμένου στη θέση Ψαροπούλι στην περιοχή …… της Κοινότητας ….. του Δ. …… Κέρκυρας, η οποία ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην αιτούσα.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση του δικαιώματος πλήρους κυριότητας επί της ως άνω κύριας κατοικίας της, το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων τετρακοσίων δέκα Ευρώ και είκοσι λεπτών (21.410,20€), η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε δέκα (10) έτη, με εκατό είκοσι (120) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των εκατό εβδομήντα οκτώ Ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (178,41€), έκαστη, από τις οποίες θα ικανοποιηθεί προνομιακά η εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση της μετέχουσας πιστώτριας-εφεσίβλητης. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει τρία έτη μετά από τον δεύτερο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα πραγματοποιείται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, και θα γίνεται χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτών των πράξεωνκυρίας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις ..... / 2020.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s