Ne bis in idem: Η περίπτωση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων

Το προηγούμενο έτος το γραφείο μας απασχολήθηκε έντονα με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει, πως «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».

Ένα από τα ζητήματα, που αντιμετωπίσαμε νομολογιακά, αφορά στην αντιμετώπιση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων. Συγκεκριμένα, τέθηκε το ζήτημα αν η μια οριστική και μη υποκείμενη σε αναθεώρηση αλλοδαπή εισαγγελική διάταξη συνιστά “αθώωση με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου”.

Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η απόρριψη της έγκλησης ως μη νόμιμης ή ανεπίδεκτης δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον η απορριπτική διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 κάθε νέα καταγγελία κατά του ίδιου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωσή τους, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης της ποινικής δίωξης και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της άσκησης ποινικής δίωξης (Μπουρόπουλος ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 66, ΑΠ1995/2004 ΠΧ ΝΕ 730, 2004/2002 αδημ. Σκέψη, Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 91).

Η διάταξη αυτή αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον Εισαγγελέα, παράγει οιονεί δεδικασμένο και δεν καλύπτεται από την αρχή ne bis in idem, υπάρχει δε η δυνατότητα ανάσυρσής της όταν προκύπτει η ανάγκη διερεύνησης νέων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της (ΠλημΑΘ 2774/2014, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1995/2004 ΠοινΧρ 2005,730).

Επίσης αναφέρεται στο εν λόγω Βούλευμα πως “υφίσταται πράγματι ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου, πλην όμως, εν προκειμένω, κατετέθησαν από τους εγκαλούντες στις δικαστικές αρχές της χώρας μας νέα στοιχεία, που δεν είχαν ληφθεί υπόψιν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της Ρουμανίας, τα οποία δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης και οδήγησαν, κατ’ άρθ. 47 παρ. 3 και 43 παρ. 5 στην ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και στην άσκηση της υπό κρίση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δικονομική δυνατότητα που δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων μας (βλ. ad hoc ΣυμβΠλημΑΘ 2774/2014).”

Έτσι, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, όπου προβλήθηκε την πλευρά της υπεράσπισης (εν περιλήψει) η κάτωθι επιχειρηματολογία:

  • Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 1/2011 απόφασή Του (Α’ Τακτική Ποινική Ολομέλεια) έκρινε, ότι «η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικότερης αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, που περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 69Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο «Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις», που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Και είναι μεν αληθές, ότι με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 69Α ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να λαμβάνουν μέτρα, που αφορούν «τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών, για να εξασφαλίζεται η αναγνώριση, σε ολόκληρη την Ένωση, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών», αλλά για το ειδικότερο θέμα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στον ισόκυρο, κατά τα προλεχθέντα, με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Χάρτη, δεν απαιτείται προφανώς η θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών, αφού η διάταξη του άρθρου 50 του τελευταίου (του Χάρτη) είναι σαφής και πλήρης και αμέσως εφαρμόσιμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από το άρθρο 51 §1 του Χάρτη, οι δε προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να συναχθούν από την αυτόνομη ερμηνεία της».

  • Στην απόφαση υπ’ αρίθμ, C-398/12 του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, στην παρ. 40, πως: «Εν προκειμένω, η δυνατότητα επαναλήψεως της ανακριτικής διαδικασίας λόγω νέων αποδείξεων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 246 έως 248 ΚΠΔ [ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναφέρεται στο βελγικό δίκαιο, όπως προκύπτει και από τις παραγράφους 9-13], δεν μπορεί να αναιρέσει τον αμετάκλητο χαρακτήρα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί, βεβαίως, «έκτακτο ένδικο μέσο», υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά συνεπάγεται την κατ’ εξαίρεση κίνηση, βάσει διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, μιας χωριστής διαδικασίας και όχι την απλή συνέχιση της διαδικασίας που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Εξάλλου, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την επανάληψη της διαδικασίας είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη».

  • Σύμφωνα με τον Τζαννετή (Τζαννετής Αριστομένης, Περιορισμένο εθνικό και απεριόριστο ευρωπαϊκό δεδικασμένο: Με αφορμή την απόφαση Μ. του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5.6.2014, C-398/12, ΠοινΧρον 2015, σελ. 166), «Το εάν ένα αποδεικτικό είναι «νέο» ή διαφορετικό σε σχέση με τα ήδη ληφθέντα υπόψη μπορεί να κριθεί αξιόπιστα μόνο υπό την οπτική γωνία του Κράτους που έχει εκδώσει την πρώτη απόφαση. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος εκτίθεται στον κίνδυνο απεριόριστων νέων διώξεων σε καθένα από τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη, στα οποία αποκτώνται μεταγενεστέρως νέες αποδείξεις. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και αν αποβλέψουμε στην κατοχυρωμένη μέσω του άρθρου 50 του Χάρτη ελευθερία κινήσεως εντός του χώρου της ΕΕ, η οποία θα περιοριζόταν ανεπίτρεπτα αν ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να παραμένει εντός των συνόρων της χώρας που εξέδωσε την απόφαση που αναστέλλει τη δίωξη λόγω ανεπάρκειας των ενδείξεων ενοχής, φοβούμενος την υπαγωγή του στην ποινική δικαιοδοσία ενός άλλου Κράτους.

(…)

Ελλείψει δικαιοδοσίας τα λοιπά Κράτη οφείλουν απλώς να διαβιβάζουν στο πλαίσιο της διαρκώς ενισχυόμενης διακρατικής συνεργασίας τα νέα στοιχεία, που τυχόν συγκεντρώνουν, στο κράτος που έχει επιληφθεί πρώτο και μόνο αυτό μπορεί εφεξής να αξιολογήσει αν τα διαβιβαζόμενα στοιχεία είναι πράγματι νέα και αν επί τη βάσει αυτών πρέπει να συνεχισθεί η ανασταλείσα ποινική διαδικασία».

  • Tο υπ’ αρίθμ. 2774/2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, του οποίου είχε γίνει επίκληση στο υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διαφέρει ουσιωδώς από την κρινόμενη περίπτωση, αφενός, επειδή δεν προκύπτει, πως η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε στα ίδια πραγματικά περιστατικά, και αφετέρου, επειδή η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε σε ουσιωδώς διαφορετικά εγκλήματα, τα οποία στέφονταν κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εν λόγω βούλευμα, «…από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι στον προσφεύγοντα είχε υποβληθεί έγκληση για το αδίκημα του άρθρου 299 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο Τμήμα 26 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που αφορά στα αδικήματα κατά του ανταγωνισμού (άρθρα 298 έως 302), φέρει τίτλο «ενεργητική και παθητική δωροδοκία σε εμπορικές υποθέσεις», αφορά στη δωροδοκία υπαλλήλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που πλήττουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και διώκεται κατ` έγκληση (άρθρο 301 παρ. 1), εκτός εάν η Εισαγγελία κρίνει απαραίτητη για το δημόσιο συμφέρον την αυτεπάγγελτη δίωξη, κάτι που δεν προκύπτει από την υπό κρίση διάταξη ότι συνέβη. Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει από την ως άνω εισαγγελική διάταξη ότι η διενεργηθείσα έρευνα από τον Εισαγγελέα του Κίελου αφορά στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά για τα οποία κατηγορείται ο προσφεύγων στην Ελλάδα, το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος του, στη Γερμανία, αφορά σε τελείως διαφορετικό αδίκημα από την παθητική δωροδοκία που του αποδίδεται, στην Ελλάδα, φέροντας την ιδιότητα του υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή δωροδοκία μάλιστα προβλέπεται από τα άρθρα 331 έως 335 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, που βρίσκονται στο 30ο Τμήμα αυτού και αφορά στα αδικήματα περί την υπηρεσία, που διώκονται αυτεπάγγελτα. Επομένως, με τα αδικήματα αυτά (των άρθρων 299 και 331 επ. του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα) πλήττονται διαφορετικά έννομα αγαθά, υφίσταται μεταξύ τους αληθινή κατ` ιδέαν συρροή και δεν κωλύεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην Ελλάδα κατά του κατηγορούμενου για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, που αφορά σε εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία ακόμη και αν είχε εκδοθεί απαλλακτική απόφαση κατ` αυτού για το αδίκημα της εμπορικής δωροδοκίας που στρέφεται κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που έχει τεθεί στο αρχείο με διάταξη η ποινική δικογραφία σε βάρος του. Και τούτο διότι, στην περίπτωση της κατ` ιδέαν συρροής, κατά την οποία με την αυτή ενέργεια του δράστη τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και συνεπώς δεν κωλύει τη νέα δίωξη για την κατ` ιδέαν προς την πρώτη αληθώς συρρέουσα και μη κριθείσα άλλη αξιόποινη πράξη, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξεως απετέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΑΠ Ολ 1110/1982 ΠοινΧρ 1983, 379, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1246/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 19/2007 ΠοινΧρ 2007, 915). Άλλωστε, ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε να διωχθεί στη Γερμανία για το γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα που έχει τελέσει ως υπάλληλος στην Ελλάδα σε Βάρος του Ελληνικού Δημοσίου». Τα παραπάνω, όπως είναι προφανές, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή που υπάρχει ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου.

  • Στην υπ’ αρίθμ. C-261/09 του ΔΕΕ στις παρ. 38 και 39 αναφέρεται ρητά πως: «Συναφώς, δεν μπορεί να επαφίεται στην κρίση των δικαστικών αρχών κάθε κράτους μέλους να ερμηνεύσουν βάσει του εθνικού τους δικαίου την έννοια των «ίδιων πράξεων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου. Πράγματι, από την απαίτηση ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης προκύπτει ότι, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την ως άνω έννοια, αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozłowski, Συλλογή 2008, σ. I-6041, σκέψεις 41 και 42). Αποτελεί επομένως αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία, λόγω της ιδιότητάς της αυτής, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως οποιουδήποτε δικαστηρίου έχει επιληφθεί σχετικής διαφοράς, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον τίτλο VII του πρωτοκόλλου αριθ. 36 της ΣΛΕΕ, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

Πρέπει να επισημανθεί ότι και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ περιέχεται η αντίστοιχη έννοια των «ίδιων πραγματικών περιστατικών». Στο πλαίσιο αυτό, ο εν λόγω όρος ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι αφορούσε μόνο το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και περιελάμβανε ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος (βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2006, C- 436/04, Van Esbroeck, Συλλογή 2006, σ. I-2333, σκέψεις 27, 32 και 36, καθώς και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-150/05, Van Straaten, Συλλογή 2006, σ. I-9327, σκέψεις 41, 47 και 48)».

  • Στην παρ. 33 της υπ’ αρίθμ. C-467/04 αποφάσεως του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, πως «Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, που κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αμετάκλητης αποφάσεως συμβαλλομένου κράτους που εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως και με την οποία κατηγορούμενος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη».

  • Επισημαίνεται πως εξαιτίας των παραπάνω δημιουργείται και απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ’ ΚΠΔ, αφού παραβιάζονται διατάξεις, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Άλλωστε, η μη δίωξη του κατηγορουμένου για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο, συνιστά υπερασπιστικό του δικαίωμα, το οποίο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».-

  • Μάλιστα, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-ΕΔΔΑ, στην απόφασή του Sergey Zolotukhin v. Russia (Μείζονα Σύνθεση, 14939/03, 10 Φεβρουαρίου 2009, παρ. 79) συγκαταλέγει το άρθρο 50 του Χάρτη στα διεθνή κείμενα, που θεμελιώνουν την αρχή ne bis in idem και θεμελιώνουν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Εξάλλου, ως γνωστόν το δεδικασμένο αποτελεί «αρνητική δικονομική προϋπόθεση» για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Το παραπάνω προκύπτει ρητά από το άρθρο 310 παρ. 1 εδάφιο γ’, σύμφωνα με το οποίο «στην περίπτωση που συντρέχει δεδικασμένο ή δεν υπάρχει η έγκληση, η αίτηση ή η άδεια που απαιτείται για τη δίωξη (άρθρ. 55), το Συμβούλιο κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη». Επομένως, είναι σαφές, πως εν προκειμένω δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1β’ ΚΠΔ, αφού παραβίαζονται διατάξεις που αφορούν στην «κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα» (ίδετε Λυμπερόπουλος Λ., Η ανίσχυρη διαδικαστική πράξη, 2008, σελ. 80-81).-

Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω επιχειρηματολογία η υπ’ αριθμ. 1665/2019 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δικαίωσε τον κατηγορούμενο κρίνοντας τα εξής:

Το προαναφερθέν άρθρο 50 του Χάρτη μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, τυγχάνει εφαρμογής και επί αποφάσεων μίας δημόσιας αρχής που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός της οικείας έννομης τάξεως, όπως είναι η Εισαγγελία συμβαλλόμενου κράτους, με τις οποίες παύει αμετάκλητα η ποινική δίωξη σε ένα κράτος μέλος, έστω και αν αυτές λαμβάνονται χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου και δεν έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης. Τούτο διότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή διακηρύσσεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, σε διαδικασίες που οδηγούν εξάλειψη της δυνατότητας άσκησης δίωξης και διεξήχθησαν σε άλλο κράτος μέλος χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να μην απαιτεί ούτε η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους παρόμοια παρέμβαση Δικαστηρίου (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 11ης Φεβρουάριου 2003, υπόθεση C-187 και C-385/01, σκέψεις 28, 34 και 38, ιστοσελίδα curia.europa.eu). Προκειμένου να κριθεί αν μία διάταξη αποτελεί απόφαση με την οποία κάποιος δικάζεται αμετάκλητα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, πρέπει να εξακριβώνεται αν η διάταξη αυτή εκδόθηκε κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, οπ.π.). Τέλος, η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας λόγω νεώτερων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, υπόθεση C-398/12, ιστοσελίδα curia.europa.eu).

Κωνσταντίνος Πικραμένος

Μ.Δ.Ε. Ποινικού Δικαίου

Προσδιορισμός εισοδημάτων του υποχρέου για την καταβολή διατροφής

Η υπ’ αριθμ. 12945/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έθεσε με ιδιαίτερα συνοπτικό και εύληπτο τρόπο ορισμένα από τα κριτήρια που αξιοποιεί η νομολογία για να προσδιορίσει τα εισοδήματα του υπoχρέου για την καταβολή διατροφής, όταν υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη αφανών εσόδων του. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένων δε υπόψη της θέσης, της φήμης και σταθερής πελατείας της προαναφερόμενης επιχείρησής του, στην οποία απασχολείται πλην των τριών συνιδιοκτητών της και προσωπικό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) α) ανταποκρίνεται στην εξόφληση των κάθε είδους φορολογικών, ασφαλιστικών και εν γένει οικονομικών υποχρεώσεών του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι διατηρεί οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή τρίτους, β) προέβη όλως πρόσφατα στην αγορά δίκυκλης μοτοσικλέτας, μεγάλου κυβισμού, η εμπορική αξία της οποίας, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, ακόμη και μεταχειρισμένη, και δη εντός μίας χρονιάς, κατά την οποία, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο μάρτυρα και λογιστή του τα ετήσια έσοδά του αναμένονται κάτω του ποσού των 3.700,00 ευρώ, και γ) μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2016, αλλά και τα δύο προηγούμενα έτη, προέβαινε σε καταβολή διατροφής για τον ανήλικο υιό του ποσού 340,00 ευρώ, χωρίς, μάλιστα, να υποχρεώνεται προς τούτο με δικαστική απόφαση για το τελευταίο έτος, αναλώνοντας το σύνολο σχεδόν του μηνιαίου εισοδήματος του, χωρίς να αποδειχθεί ότι υποβλήθηκε αντίστοιχα σε οποιεσδήποτε στερήσεις, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) αποκερδαίνει από τη συμμετοχή του στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία καθαρό ποσό μη υπολειπόμενο των 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δοθέντος ότι οι προσφερόμενες από την ανωτέρω επιχείρηση υπηρεσίες παροχής γευμάτων συνιστούν υπηρεσίες που δεν έχουν πληγεί σημαντικά, ιδίως όταν χαρακτηρίζονται από ποιότητα, όπως εν προκειμένω, αφού αφορούν στην κάλυψη της πρώτιστης ανάγκης διατροφής, ώστε ακόμη και η δυσμενής υφιστάμενη, γενικευμένη οικονομική συγκυρία δεν δύναται να επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό τον τρόπο άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας, ώστε γα περιορίσει το εισόδημα που αποκερδαίνει από την άσκηση της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ποσό μικρότερο του προαναφερόμενου, ενόψει και του ότι η εν λόγω επιχείρηση εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια της συγκυρίας αυτής.

Ο αυστηρός και ο «καλός» γονέας

Στο οικογενειακό δίκαιο η επιθυμία των ανηλίκων τέκνων, όπως αυτή εκφράζεται κατά την προσωπική τους επικοινωνία με τον Δικαστή, διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην έκβαση των δικών για την ανάθεση της επιμέλειάς τους. Η επιθυμία των τέκνων, όμως, δεν είναι ο μοναδικός καθοριστικός παράγοντας για τον προσδιορισμό του βέλτιστου συμφέροντός τους και σταθμίζεται από το Δικαστήριο με μέτρο την ωριμότητά τους και τις συνθήκες του περιβάλλοντός τους. Ακολουθεί το σχετικό ενδιαφέρον απόσπασμα από την υπ’ αριθμ 1303/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ):

Κατά την επικοινωνία του Δικαστηρίου τούτου με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων διαπιστώθηκε ότι αυτά είναι ιδιαίτερα ευγενικά, έξυπνα και διαθέτουν την ανάλογη για την ηλικία τους ωριμότητα, αφού ήδη διανύουν το 15° , το 13° και το 8° έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα. Εξέφρασαν την αγάπη που τρέφουν στον ίδιο βαθμό και για τους δύο γονείς τους, ενώ ανέφεραν για τη μητέρα τους κυρίως τη λήψη σωφρονιστικών μέτρων σε βάρος τους όταν δεν διαβάζουν, εξέφρασαν δε ρητά την επιθυμία τους να ακολουθήσουν τον πατέρα τους στην Κύπρο και να διαμείνουν μαζί του για το λόγο ότι ο πατέρας τους δεν είναι τόσο πιεστικός μαζί τους όταν δεν κάνουν τα μαθήματά τους και τους αφήνει να περνούν περισσότερο χρόνο στο διαδίκτυο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε ιδίως από τα δύο μεγαλύτερα παιδιά. Η παραπάνω βούληση των ανηλίκων, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας και της ωριμότητάς τους, εκτιμάται ότι δεν αναπτύχθηκε φυσιολογικά και αβίαστα, αλλά είναι απότοκη, αφ` ενός μεν της συνεχούς επίβλεψης της μητέρας τους στα σχολικά τους καθήκοντα και της καθημερινής παρουσίας της στη ζωή τους, αφ` ετέρου δε του επηρεασμού τους από τον εναγόμενο πατέρα τους, ο οποίος στις ολιγάριθμες επισκέψεις του και την επικοινωνία που έχει με αυτά από τότε που εγκαταστάθηκε στη Κύπρο τους παρέχει ακριβά δώρα (χάρισε πρόσφατα φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές στα δύο μεγαλύτερα τέκνα τους) παρουσιαζόμενος ως ο «καλός» πατέρας.

Aποποίηση κληρονομίας που έγινε μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος

Όλως προσφάτως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 191/2019 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, η οποία σχετίζεται και με το ζήτημα της αποποίησης κληρονομίας. Σύμφωνα με την γνωμοδότηση αυτή η αποποίηση κληρονομίας που έγινε από κληρονόμο μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από το θάνατο του κληρονομούμενου δεν την καθιστά άνευ ετέρου εκπρόθεσμη και τον αποποιηθέντα κληρονόμο πλασματικό κληρονόμο. Το εν λόγω ζήτημα (το εμπρόθεσμο ή μη αποποίησης της κληρονομίας) ερευνάται είτε από τη Διοίκηση, κατά τη διαδικασία των άρθρων 61 και 62 του ν. 4182/2013, είτε από τα Δικαστήρια.

Το πλήρες κείμενο της γνωμοδότησης βρίσκεται προσβάσιμο εδώ.

Αστικές μισθώσεις ακινήτων

Με το ν. 1703/1987 ρυθμίστηκαν οι μισθώσεις κατοικιών και ειδικότερα οι μισθώσεις μόνο αστικών ακινήτων που χρησιμοποιούνταν ως κύρια κατοικία, δηλαδή ως κέντρο των βιοτικών σχέσεων του μισθωτή. Ο νόμος αυτός έπαυσε να ισχύει στις 30.6.1997 (βλ. άρθρα 10 παρ. 2 ν. 1703/1987 και 1 παρ. 1 ν.2235/1994). Μετά τη λήξη του ν. 1703/87 και τη συνακόλουθη κατάργηση της προστασίας των μισθώσεων της άνω κατηγορίας, οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ αποκλείεται η εφαρμογή του ν. 1703/87 ακόμη και για τις μισθώσεις που είχαν καταρτιστεί υπό την ισχύ του νόμου αυτού και υπάγονταν στις προστατευτικές διατάξεις του. Κατ’ εξαίρεση όμως η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1703/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2235/94, εξακολουθεί να ισχύει (βλ. ΑΠ 605/2007).

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1703/87 : «Η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για τρία (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά την 1.7.1997. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο…».

Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1703/1987 είναι ειδική, εξαιρετική, δημόσιας τάξης και αναγκαστικού δικαίου, γι’ αυτό αν η συμφωνημένη χρονική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη της τριετίας, η μίσθωση ισχύει για τρία (3) έτη, ενώ αν συμφωνήθηκε διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, ισχύει η συμφωνημένη μεγαλύτερη διάρκεια. Η ρύθμιση είναι δεσμευτική για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη (εκμισθωτή και μισθωτή) (βλ. ΑΠ 650/2007).

Έτσι λοιπόν καθ’ όλη τη διάρκεια της τριετίας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μένει στο μίσθιο και υποχρέωση να πληρώνει το μίσθωμα και ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να απαιτήσει από τον μισθωτή να αποχωρήσει πριν την λήξη της τριετίας. Επίσης, ο μισθωτής υποχρεούται, στην περίπτωση που εγκαταλείψει το μίσθιο πριν την παρέλευση της τριετίας, να αποπληρώσει όσα μισθώματα απομένουν μέχρι τη λήξη της τριετούς διάρκειας (βλ. 650/2007 ΑΠ, 1/2017 Ειρ. Ροδ).

Η καταγγελία της μίσθωσης πριν από την πάροδο τριετίας επιτρέπεται σε ειδικές περιπτώσεις τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή όσο και από την πλευρά του μισθωτή. Ειδικότερα, ο μεν μισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που: α) δεν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου στο συμφωνημένο χρόνο ή του αφαιρέθηκε στη συνέχεια η συμφωνημένη χρήση (585 ΑΚ), β) υπάρχουν στο μίσθιο πραγματικά ή νομικά ελαττώματα ή όταν εκλείπουν συμφωνημένες ιδιότητες (586 ΑΚ), γ) από τη μίσθωση απειλείται κίνδυνος για την υγεία του μισθωτή ή όσων συνοικούν μαζί του, ακόμη κι αν αυτός γνώριζε την ύπαρξη των επικίνδυνων αυτών συνθηκών (588 ΑΚ). Ο δε εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που: α) ο μισθωτής κάνει κακή χρήση του μισθίου ή χρήση αντίθετη από εκείνη που συμφωνήθηκε ή δεν έχει την πρέπουσα συμπεριφορά προς τους λοιπούς ενοίκους (594 ΑΚ), β) ο μισθωτής δεν καταβάλλει ολόκληρο ή μέρος του μισθώματος και μάλιστα στο χρόνο που οφείλει να το πράξει (597 ΑΚ).

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Εγκύκλιοι αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους.

Εγκύκλιοι αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους.

Στην από 13 -10 -2010 και με αριθ. πρωτ. Φ.7/ 517/ 127893 /Γ1 εγκύκλιο του ΕΝΙΑΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ Π/ΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΠΟΥΔΩΝ Π.Ε. ΚΑΙ Δ.Ε., ΤΜΗΜΑΤΑ Γ’ ΜΑΘΗΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, η οποία έχει ως θέμα «τα Δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους», αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις Διευθύνσεις μας, σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους, σας γνωρίζουμε ότι ο Συνήγορος του Πολίτη, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του κατά το άρ. 103 §9 του Συντάγματος και το Ν.3094/2003, σε έγγραφό του με αριθ. πρωτ. 124301/22966/11-8-2010 προς το γραφείο του Ειδικού Γραμματέα Π.Ε. και Δ.Ε. γνωστοποιεί τα ακόλουθα:

α) Στις περιπτώσεις που λόγω διάστασης ή διαζυγίου των γονέων μαθητή, η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του έχει ανατεθεί στον έναν γονέα (που διαμένει μαζί του), η περιστασιακή επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα που δεν μένει μαζί του, αλλά διατηρεί τη γονική μέριμνα αυτού, δεν μπορεί να απαγορευθεί εντός του σχολικού χώρου, κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορεί να απαγορευθεί η είσοδος του γονέα αυτού στο σχολείο. Η επικοινωνία αυτή θα γίνεται με τρόπο ώστε το σχολείο να μην μετατρέπεται σε χώρο άσκησης επικοινωνίας γονέα-μαθητή παρεμποδίζοντας την εκπαιδευτική διαδικασία.

β) Δεδομένου ότι η δικαστική απόφαση περί επικοινωνίας ορίζει μόνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο γονέας που μένει με το παιδί οφείλει να έχει αυτό στη διάθεση του άλλου γονέα, η επικοινωνία πέραν της ρυθμιζόμενης στη δικαστική απόφαση δεν μπορεί να αποκλείεται παρά μόνο αν ρητά την απαγορεύει η απόφαση, με εξαίρεση της συνδρομής σπουδαίου λόγου (π.χ. παρακώλυση της λειτουργίας της σχολικής μονάδας, άσκηση βίας ή πρόκληση ταραχής) είναι δυνατόν να μην επιτραπεί σε γονέα η είσοδος στο χώρο του σχολείου. Η οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή εντολή του ενός γονέα προς το σχολείο να απαγορεύσει την είσοδο του άλλου ή την επικοινωνία με το τέκνο, εξετάζεται με προσοχή, αλλά δεν είναι υποχρεωτική αφ’ εαυτής.

γ) Η συμμετοχή του γονέα που δεν διαμένει με το παιδί σε εκδηλώσεις, όπως οι σχολικές εορτές, δεν μπορεί επίσης να απαγορευθεί, παρά μόνο για σπουδαίο λόγο (εάν ο γονέας με τις ενέργειες του προκαλεί αναστάτωση της εκδήλωσης ή η παρουσία του δημιουργεί προβλήματα στο τέκνο). Η αντίθετη επιθυμία του άλλου γονέα, από μόνη της, δεν μπορεί να συνιστά σπουδαίο λόγο.

Επισημαίνεται ότι για την περίπτωση που η δικαστική απόφαση θέτει όρους για την υλοποίηση της επικοινωνίας (όπως σε περιπτώσεις που επιβάλλεται η παρουσία του άλλου γονέα ή κοινωνικού λειτουργού), η υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτήν επιβάλλει, προκειμένου να επιτραπεί επικοινωνία στο χώρο του σχολείου, να εξεταστεί από τους εκπαιδευτικούς εάν πληρούνται οι παραπάνω όροι.

δ) Η ενημέρωση του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου επιβάλλεται στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του σχολείου. Κατ’ εξαίρεση, εάν από τον γονέα έχει αφαιρεθεί συνολικά η άσκηση της γονικής μέριμνας, υποχρέωση ενημέρωσής του για το πρόσωπο του τέκνου (επομένως και για τη φοίτησή του) έχει ο άλλος γονέας.

ε) Η συμμετοχή του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου-μαθητή (αλλά το υπόλοιπο της γονικής του μέριμνας) στα συλλογικά όργανα της σχολικής κοινότητας (Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων) δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω της μη δικαστικής ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας σε αυτόν, εκτός εάν προβλέπεται η συμμετοχή του ενός μόνο γονέα, οπότε θα προτιμηθεί εκείνος που ασκεί την επιμέλεια.

στ) Η παραλαβή του τέκνου γίνεται από το πρόσωπο που ορίζει ο γονέας που ασκεί την επιμέλειά του. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων που ασκούν από κοινού την επιμέλεια, η παραλαβή θα πρέπει να γίνεται από το πρόσωπο που είχε ορισθεί , πριν προκύψει η διαφωνία τους, έως ότου προσκομισθεί στο σχολείο δικαστική απόφαση, η οποία να επιλύει τη διαφωνία των γονέων.

Μέριμνα του εκπαιδευτικού πρέπει να αποτελεί η προστασία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του παιδιού- μαθητή σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη την άποψη του παιδιού και έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον του, καθώς και την απρόσκοπτη άσκηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χωρίς να ευνοεί τυχόν ανοίκειες ιδιοκτησιακές αντιλήψεις του γονέα που ασκεί την επιμέλεια απέναντι στο παιδί-μαθητή.

Παρακαλούνται όλοι οι εκπαιδευτικοί των Σχολικών μονάδων να ενημερωθούν ενυπόγραφα.»

Περαιτέρω, στην από 30-5-2018 και με Αρ. Πρωτ. 88147/ΓΔ4 εγκύκλιο της ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΣΠΟΥΔΩΝ Π/ΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ Δ.Ε. ΤΜΗΜΑ Β’, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΤΜΗΜΑ Β’, με θέμα: «Διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο 13 της με αρ. πρωτ. 10645/ΓΔ4/22-1-2018 ΥΑ (Β’120)», αναφέρονται τα κατωτέρω:

«Κατόπιν ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στην Υπηρεσία μας και σύμφωνα με το αριθμ. 238695/5894/2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με την παρ. 5 του άρθρου 1 3 της με αρ. 10645/ΓΔ4/22-1-2018 (Β’120) Υπουργικής Απόφασης με θέμα «Εγγραφές, μετεγγραφές, φοίτηση και θέματα οργάνωσης της σχολικής ζωής στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», διευκρινίζεται ότι ο γονέας που μετά το διαζύγιο ή τη διάσταση δεν ασκεί την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, αλλά συνασκεί τη γονική μέριμνα αυτού δικαιούται πρόσβαση σε κάθε στοιχείο της σχολικής κατάστασης του/της ανήλικου/ης μαθητή/τριας, καθώς δεν θεωρείται «άλλο πρόσωπο».

Επισημαίνεται η με αρ. Φ7/517/127893/Γ1/13-10-2010 (ΑΔΑ: 4ΙΚΖ9-ΕΚ) εγκύκλιος του ΥΠ.Π.Ε.Θ. εξακολουθεί να ισχύει.».

Άρση διαφωνίας γονέων για την ονοματοδοσία του τέκνου και ορισμός ονόματος αυτού από το δικαστήριο.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 185 /2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον  Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Γ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’αρ. 5789/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 αρ.3 περ.β, 593 -602, 610 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4335/23-7-2015, που καταλαμβάνει τις αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1η-1-2016, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 ως άνω νόμου), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 518 παρ.2, 591 παρ.1  ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν προκύπτει ούτε επικαλούνται οι διάδικοι ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, πριν την άσκηση της έφεσης. Έχει δε κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3εδ.α του ΚΠολΔ, παράβολο, όπως προκύπτει από την σημείωση του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κάτωθεν της προαναφερθείσας έκθεσης κατάθεσης της έφεσης, αν και  δεν απαιτείται  στην προκειμένη περίπτωση, καθώς, σύμφωνα με το εδ. στ της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι διαφορές του άρθρου 592 παρ.1 και 3, όπως η ένδικη.

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 παρ.1 Α.Κ, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Κατά δε τα άρθρα 1511 παρ.1 και 1512 του ίδιου Κώδικα, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό ευρεία έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζονται όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1518 παρ.1 Α.Κ, η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Ωσαύτως με το άρθρο 15 του Ν.1438/1984, που αντικατέστησε το άρθρο 25 του Ν.344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» ορίζονται τα εξής: «Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα ή του ενός από αυτούς εφόσον έχει έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Αν ο ένας από τους γονείς δεν υπάρχει ή δεν έχει τη γονική μέριμνα, η δήλωση του ονόματος γίνεται από τον άλλο γονέα. Αν και οι δύο γονείς δεν υπάρχουν ή δεν έχουν γονική μέριμνα, το όνομα καταχωρίζεται με δήλωση αυτού που έχει την επιτροπεία του προσώπου του τέκνου. Η γενόμενη σύμφωνα με τα ανωτέρω δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται». Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς το ότι η ονοματοδοσία ανηλίκου τέκνου δεν είναι συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος που τελείται άπαξ (Ολ.Α.Π 240/1975, 99/1985) όπως και η συναρτημένη με αυτήν επιλογή του προσώπου του αναδόχου του τέκνου, προκύπτει ότι το δικαίωμα ονοματοδοσίας αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου  λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι όμως ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της γονικής μέριμνας. Συνεπώς και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, είναι απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, να αποφασίσουν αυτοί από κοινού για το όνομα που πρέπει να δοθεί στο τέκνο, σε περίπτωση δε διαφωνίας αυτών, αποφασίζει το δικαστήριο, με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου (A.Π 417/2005, Α.Π 631/2002, Α.Π 1700/2001, Α.Π 947/1996, Α.Π 716/1993, Α.Π 1321/1992, Εφ.Αθ. 3486/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης, Για να κριθεί τί αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν, βάσει αξιολογικών κριτηρίων, που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής. Η σχετική με το συμφέρον κρίση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά, κατά την υπαγωγή του πραγματικού στη νομική έννοια του συμφέροντος (Α.Π 534/1991, Α.Π 770/1986 ΝοΒ 35,742).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στην πρώτη ως άνω από 1-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……. αγωγή, ζητούσε να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτής και του εναγόμενου – εν διαστάσει συζύγου της, ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το όνομα «…..», ένεκα του ομώνυμου Αγίου , λόγω σχετικού ‘’τάματος’’ της ενάγουσας, πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς αυτό ήδη χρησιμοποιεί το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του και στο οποίο είχε συμφωνήσει ο εναγόμενος προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, άλλως, το διπλό όνομα ‘’…………’’, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ο ενάγων στη δεύτερη ως άνω από 20-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……….. αγωγή, (εναγόμενος στην πρώτη αγωγή), ζητούσε, επίσης, να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτού και της εναγόμενης -εν διαστάσει συζύγου του (ενάγουσας στην πρώτη αγωγή), ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το κύριο όνομα ‘’…….’’, που είναι το όνομα του πατρός του (ενάγοντος) πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς είθισται το πρώτο παιδί να λαμβάνει το όνομα του πάππου εκ της πατρικής γραμμής, και στο οποίο είχε συμφωνήσει η εναγόμενη προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με την εκκαλουμένη απόφασή του, (υπ΄αρ. 5789/2017) το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να συμβιβάσει τους διαδίκους, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στα  ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά αυτού, (κατ΄αρθρο 611 ΚΠολΔ), ακολούθως  συνεκδίκασε τις ως άνω δύο (αντίθετες) αγωγές, τις έκρινε ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες στα άρθρα 1510 επ.του ΑΚ, στη συνέχεια δε, απέρριψε την πρώτη αγωγή (με Ε.Α.Κ …….) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή τη δεύτερη αγωγή (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη και όρισε ως όνομα του ανήλικου αβάπτιστου άρρενος τέκνου των διαδίκων το ‘’……’’.

Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και εναγόμενη στην δεύτερη – ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της,  για  τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή. (Σημειωτέον ότι κατά τη εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου δεν ήταν παρόντες ούτε οι διάδικοι, ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως κατ΄άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, οπότε δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του δικαστηρίου, κατ΄άρθρο 611 ΚΠολΔ, προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της ένδικης διαφοράς τους).

Με το Ν.4335/2015, προστέθηκαν οι νέες διατάξεις των άρθρων 421 έως 424 του ΚΠολΔ, με τις οποίες επιφέρονται εκτε­ταμένες μεταβολές στο δίκαιο των ένορκων βεβαιώσεων. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 591 του ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τον ίδιο νόμο, προβλέπουν, τους εξής όρους του υποστα­τού – παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: α) κλήτευση του αντιδίκου με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύ­δει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, β) τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργάσιμων ημερών πριν την προσδιορι­σμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθρο 422 παρ.1 του ΚΠολΔ, το οποίο να διαλαμβάνει την ημερομηνία και ώρα λήψης, το ονο­ματεπώνυμο και τη διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, την αγωγή ή ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύ­θυνση της κατοικίας του μάρτυρα, δ) λήψη μέχρι πέντε ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικο ενώπιον του λειτουργικά και κατά τόπο αρμόδιου οργάνου, ε) ιδιό­τητα μάρτυρα, τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν, στ) ορκοδοσία και ζ) εμπρόθε­σμη υποβολή της ένορκης βεβαίωσης με τις προτάσεις. Αν δεν πληρούται κάποιος από τους ανωτέρω όρους, η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη, στην δε περίπτωση ζ, απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 του ΚΠολΔ και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Οι νέες διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου 9 Ν. 4335/2015. Επίσης, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.4335/2015, οι ρυθμίσεις των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αποκλει­στικά επί αγωγών που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη της παρ. 4, κατά τα λοιπά οι ρυθμίσεις του νέου νόμου, εφόσον δεν ορίζεται δια­φορετικά σε επιμέρους διατάξεις, εφαρμόζονται από την 1-1-2016. (βλ. Γιαννόπουλο/Χ.Τριανταφυλλίδη, Οι τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 στον ΚΠολΔ, στο πεδίο του δικαίου της απόδειξης, ΕλλΔνη 2016. 665, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν.4335/2015, σ.34).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αυτού, όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και των µε αρ. ……. ένορκων βεβαιώσεων των ………., αντίστοιχα, ενώπιον της Συµβολαιογράφου Πειραιώς ………, που προσκοµίζει µε επίκληση ο εναγόµενος – ενάγων ήδη εφεσίβλητος, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νοµότυπης κλήτευσης της ενάγουσας – εναγοµένης ήδη εκκαλούσας, όπως προκύπτει από τη µε αρ. ….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιµελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….., αποδεικνύνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:   [Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπ΄αρ. ……… ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………… αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει για πρώτη φορά η εκκαλούσα – ενάγουσα – εναγόμενη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών (κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσης κλήτευσης του αντιδίκου της, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ…….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….), διότι δεν αναγράφεται σε αυτές το επάγγελμα των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων, όπως απαιτείται από το νόμο για να είναι υποστατές, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος. Συνακόλουθα δε, ενόψει της μη λήψης υπόψη, από το δικαστήριο τούτο, των παραπάνω ένορκων βεβαιώσεων, δεν τίθεται ζήτημα λήψης υπόψη και των υπ΄αρ. ….. ένορκων βεβαιώσεων των ………, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, (κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσης κλήτευσης της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ. ……. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….), που προσκόμισε ο εφεσίβλητος, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο και μέσα στην προθεσμία προσθήκης- αντίκρουσης, προς αντίκρουση των όσων αναφέρονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις].

Οι διάδικοι τέλεσαν νόµιµο θρησκευτικό γάµο στις 12-7-2008 στην Αργυρούπολη Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν, στις 27-1-2015, ένα άρρεν αβάπτιστο τέκνο, µε τη µέθοδο της εξωσωµατικής γονιµοποίησης, µετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες ετών. Λίγο καιρό, όμως, µετά τη γέννηση του τέκνου τους δημιουργήθηκαν μεταξύ τους συγκρούσεις που οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους (στις 6-3-2015). Έκτοτε δε, η ενάγουσα – εναγοµένη διαµένει µαζί µε το τέκνο στην οικία της, ενώ µε την υπ’ αρ. 50/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της ανατέθηκε οριστικά η επιµέλεια του προσώπου του και ρυθµίστηκε το δικαίωµα επικοινωνίας του εναγοµένου – ενάγοντος  πατέρα του µε αυτό. Λόγω των έντονων αντιπαραθέσεων των διαδίκων, που συνεχίσθηκε και µετά τη διάσπαση της έγγαµης συµβίωσης, αυτοί δεν συμφωνούν ως προς την ονοµατοδοσία του τέκνου τους. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ενόψει ότι μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, (υποβαλλόταν σε εξοσωματική γονιμοποίηση ήδη από το έτος 2010, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά), κατάφερε να μείνει έγκυος, αποφάσισε να ονομάσει το τέκνο τους ‘’…….’’. Κι αυτό διότι, η διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης που τελικά οδήγησε στην εγκυμοσύνη της, έλαβε χώρα πλησίον της ημέρας της εορτής του …….. και συγκεκριμένα η ωοληψία και η μικρογονιμοποίηση των γαμετών έγινε στις 20-5-2014 και η μεταφορά δύο εμβρύων στις 23-5-2015, όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη βεβαίωση του ιατρού μαιευτήρα – γυναικολόγου του  Κέντρου Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής ‘’…………’’ …… Στην απόφαση αυτή της ενάγουσας, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά  ο εναγόμενος. Συμφώνησαν, εντούτοις, να δώσουν στο εν λόγω τέκνο τους και το όνομα ‘’…….’’, το οποίο ήταν το όνομα του πατέρα του εναγόμενου, σύμφωνα και με τα ελληνικά έθιμα. Μετά τη διάσπαση, όμως, της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και των αντιδικιών, έκτοτε, μεταξύ τους, διαφωνούν πλέον στην ονοματοδοσία του τέκνου τους και συγκεκριμένα, η μητέρα του -εκκαλούσα, με την οποία και κατοικεί αυτό, όπως προαναφέρθηκε, το αποκαλεί αποκλειστικά με το όνομα ‘’……..’’ και ο πατέρας του – εφεσίβλητος, όταν έχει επικοινωνία μαζί του, μόνο με το όνομα ‘’……’’. Το γεγονός ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων περιελάμβανε και τα δύο ονόματα, επιβεβαιώνεται εναργώς και από το μήνυμα που έστειλε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο, στις 8-11-2015, από το κινητό τηλέφωνο της μητέρας της, (σε απάντηση προηγηθέντος μηνύματος του εφεσίβλητου προς το δικό της κινητό τηλέφωνο ‘’ Να μας ζήσει ο …….. μας’’), με το εξής περιεχόμενο- απάντηση ‘’ ΜΠΕΡΔΕΥΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ Κ ΝΑ ΔΩΣΕΙΣ Κ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΑΣ. ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ Κ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΩΣΤΑ ΤΟΤΕ ΙΣΩΣ ΝΑ ΤΟΝ ΠΟΥΜΕ Κ ….. ….. Από το μήνυμα αυτό δεν προκύπτει, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος κι έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, να δοθεί στο τέκνο μόνο το όνομα ‘’…….’’, αφού σαφώς αναφέρεται το ‘’Κ’’, δηλ. ‘’ΚΑΙ’’ (…..). Τα  αναφερόμενα από τον μάρτυρα του εφεσίβλητου ……, και τους ως άνω ενόρκως βεβαιούντες, περί κοινής αρχικής απόφασης των διαδίκων να ονομαστεί το τέκνο τους αποκλειστικά ‘’…’’, τα οποία αντικρούονται από την κατάθεση της μάρτυρα της εκκαλούσας ….., η οποία, αντίθετα, αναφέρει ότι η αρχική απόφαση των διαδίκων ήταν να ονομαστεί το τέκνο μόνο ‘’………’’, δεν αποτελούν επαρκή απόδειξη κατά την κρίση του δικαστηρίου, για την μία ή την άλλη εκδοχή.

Πέραν τούτων, το παρόν δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα,  ανεξαρτήτως ποια ήταν η αρχική συμφωνία των διαδίκων – γονέων και των αιτημάτων τους, από τα οποία δεν δεσμεύεται, ότι, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει συνθηκών, είναι προς το συμφέρον του τέκνου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτό να λάβει το διπλό όνομα ‘’. – ….’’. Κι αυτό διότι, από τη μία πλευρά, ‘’Κωνσταντίνος’’ είναι το όνομα, με το οποίο το αποκαλεί η μητέρα του, το περιβάλλον της, αλλά και τα παιδιά κι οι νηπιαγωγοί στον παιδικό σταθμό, όπου φοιτά το εν λόγω τέκνο (όπως προκύπτει από την από 18-1-2018 βεβαίωση της υπεύθυνης του παιδικού σταθμού «…….» στην Αργυρούπολη, …..). Θα είναι δε δύσκολο, ενόψει του ότι το ως άνω τέκνο των διαδίκων, είναι ήδη πλέον πέντε (5) ετών, να αποκοπεί πλήρως από το όνομα αυτό, που έχει συνηθίσει και ταυτίσει με την έως τώρα διαμορφωθείσα προσωπικότητά του, σύμφωνα και με τα πορίσματα της ψυχολογίας (βλ. σχετ. και από 2-2-2018 και 28-11-2018 γνωματεύσεις της κλινικής παιδοψυχολόγου- ψυχοθεραπεύτριας στο  μαιευτήριο ‘’….’’ …. και της συμβούλου ψυχικής υγείας ……., αντίστοιχα). Από την άλλη πλευρά, η λήψη επίσης του ονόματος τού, ήδη αποβιώσαντος, παππού του από την πατρική γραμμή (‘’……’’), προστιθέμενο στο ‘’……’’, θα βοηθήσει το τέκνο, με ήπιο τρόπο, να αποκτήσει ισχυρότερο σύνδεσμο με τον πατέρα του, αλλά και το συγγενικό περιβάλλον αυτού, (πράγμα εξίσου σημαντικό για την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του), και να μην αποκοπούν συναισθηματικά, ενόψει και του γεγονότος ότι δε μένει με αυτόν, αλλά με τη μητέρα του. Ακόμη, το δικαστήριο  κρίνει ότι η λήψη τους ως άνω διπλού ονόματος δεν θα οδηγήσει σε σύγχυση το τέκνο, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην εκκαλουμένη, δεδομένου μάλιστα του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνηθίζεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, να δίνεται διπλό κύριο όνομα. Ειδικά δε για παιδιά, που γεννιούνται μετά από πολλές προσπάθειες, δεν είναι σπάνιο να λαμβάνουν το όνομα ενός Αγίου, εν είδει τάματος, (πολύ δε περισσότερο στην ένδικη περίπτωση, που η ημερομηνία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η οποία οδήγησε στη γέννηση του τέκνου, συνέπεσε με την εορτή του ως άνω Αγίου), μαζί με το όνομα που είθισται κατά τα ελληνικά έθιμα, ήτοι το όνομα του πάππου από την πατρική γραμμή. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου – εφεσίβλητου, τον οποίο επαναφέρει με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει να ονομασθεί το τέκνο τους ‘’……..’’, στα πλαίσια των μεταξύ τους διαφορών μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους,  ενώ, όπως υποστηρίζει, είχε αρχικά συμφωνήσει να δοθεί στο τέκνο (μόνο) το όνομα ‘’…….’’, εκτός του ότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, αληθή υποτιθέμενα τα υποστηριζόμενα από τον εφεσίβλητο, δεν στοιχειοθετούν, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, διότι το όνομα που θα δοθεί στο τέκνο προσδιορίζεται με κριτήριο το συμφέρον του τέκνου, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο βαθμό που, κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κατά τους βάσιμους, εν μερει,  περί τούτου λόγους της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, (πρέπει) να γίνει δεκτή η ως άνω πρώτη αγωγή της ενάγουσας (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό της αίτημα και να απορριφθεί η δεύτερη ως άνω αγωγή του ενάγοντος (με Ε.Α.Κ ……..) ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να αρθεί η διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να ορισθεί ως όνομα αυτού το ‘’………‘’. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μεταξύ τους σχέσης ως συζύγων (αρθρα 179, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε,στ ΚΠολΔ, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ          

Δικάζει την έφεση κατ΄αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 5789/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών.

Κρατεί. α) την από 1-6-2017 και με Ε.Α.Κ ……. αγωγή και β) την από 20-6-2017 και με Ε.Α.Κ …… αγωγή.

Συνεκδικάζει, επί της ουσίας, τις ως άνω αγωγές.

Απορρίπτει ότι έκρινε ως απορριπτέο.

Δέχεται την ως άνω υπό στοιχ. (α), με ΕΑΚ ………, αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα.

Απορρίπτει την ως άνω, υπό στοιχ. (β), με ΕΑΚ …….., αγωγή.

Αίρει τη διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και Ορίζει ως όνομα αυτού το ‘’….’’.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την απόδοση, στην εκκαλούσα, του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 29  Μαρτίου  2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

               Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                           Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.