Νομικό σκεπτικό αποφάσεως ισόχρονης συνεπιμέλειας

Απόσπασμα από την υπ’ αριθμ. 895/2021 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) σχετικά με τη νομική βάση και το διατακτικό των δικαστικών αποφάσεων ισόχρονης συνεπιμέλειας:

Σύμφωνα με τα άρθρα 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, με τα άρθρα 7, 5, 6, 8 και 10 Ν. 4800/2021, ΦΕΚ A` 81,τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 30 του αυτού νόμου, ισχύουν από τις 16.9.2021, και εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, αμετάκλητη δικαστική απόφαση:

Άρθρο 1510: « Γονική μέριμνα: Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (Γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του».

1511 ΑΚ: « Άσκηση – ανάθεση γονικής μέριμνας κατά το συμφέρον του τέκνου: 1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο. 3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας».

1512 ΑΚ: «Σε περίπτωση διαφωνίας: Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο».

1513: «Διαζύγιο ή ακύρωση του γάμου – διάσταση των συζύγων: Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα».

1514: «Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας: 1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα. Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του. 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για στην άσκηση της γονικής μέριμνας».

1518: « Επιμέλεια του προσώπου: Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι` αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει».

Από τις ως άνω διατάξεις, μετά την τροποποίησή τους, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4800/2021, προκύπτει ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μεταβάλει το ισχύον μέχρι τώρα δίκαιο στο κεφάλαιο της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων, χωρίς βέβαια να αναιρείται ο παιδοκεντρικός πυρήνας του. Επομένως, πάντα παραμένει στο επίκεντρο η προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου (άρθρο 1511 ΑΚ). Όμως, μετά την ως άνω μεταβολή, ενώ προγενέστερα προκρινόταν η αποκλειστική επιμέλεια, προκρίνεται πλέον η συνεπιμέλεια των γονέων επί των ανηλίκων τέκνων τους, μόνο, δε, όταν προκύπτει ότι αυτή θα αποβεί εις βάρος του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η επιμέλεια στον ένα γονέα, με απόφαση που θα αιτιολογεί την ως άνω παρέκκλιση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει την ανάθεση στον ένα γονέα ο τίτλος του άρθρου 1514 ΑΚ.

(…)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

(…)

ΟΡΙΖΕΙ ότι τα ανωτέρω τέκνα θα διαμένουν ανά μια εβδομάδα (εναλλάξ) στην οικία κάθε γονέα, ήτοι την μια εβδομάδα στην οικία του πατέρα και μια εβδομάδα στην οικία της μητέρας. Ο πατέρας θα παραλαμβάνει τα τέκνα από την οικία της μητέρας την Παρασκευή το απόγευμα, ώρα 18:00`, αρχής γενομένης από την πρώτη Παρασκευή μετά την επίδοση της παρούσας, απ’ οποιονδήποτε από τους διαδίκους, και θα τα παραδίδει στην οικία της μητέρας την επόμενη Παρασκευή το απόγευμα ώρα 18:00`. Επίσης, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, μια εβδομάδα θα διαμένουν με τον πατέρα τους και μια εβδομάδα με τη μητέρα τους, κατά τρόπο ώστε στη γιορτή των Χριστουγέννων να είναι με τον ένα γονέα και στη γιορτή της Πρωτοχρονιάς με τον άλλο γονέα, την επόμενη, δε, χρονιά θα συμβαίνει το αντίστροφο, ενώ το Πάσχα, τη μια εβδομάδα θα είναι την Κυριακή του Πάσχα με τον ένα γονέα και την άλλη χρονιά με τον άλλο γονέα. Το καλοκαίρι, δε, θα διαμένουν 15 μέρες συνεχόμενες του Ιούλιο και 15 ημέρες συνεχόμενες τον Αύγουστο με τον πατέρα τους και 15 μέρες συνεχόμενες με τη μητέρα τους, κατά τρόπο ώστε τη μια χρόνια τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου να διαμένουν με τον πατέρα τους και την επόμενη χρονιά με τη μητέρα τους.

Αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης προς εξασφάλιση απαίτησης από συμμετοχή σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό

Δημοσιεύτηκε η υπ’ αριθμ. 135/2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Αθηνών (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) στην οποία παραστάθηκε για λογαριασμό του γραφείο μας ο Δικηγόρος Μιχαήλ Πικραμένος. Η εν λόγω απόφαση αφορά σε αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας εις χείρας του οφειλέτη ή τρίτου προς εξασφάλιση απαίτησης από συμμετοχή σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Κατά το ενδιαφέρον της μέρος η απόφαση έχει ως εξής:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν», όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 παρ. δ` περ. α` ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε ανοιχτό, διαζευκτικό λογαριασμό επ`ονόματι ενός ή περισσοτέρων από κοινού, είναι η κατάθεση, η οποία περιέχει τον όρο ότι από τον εν λόγω λογαριασμό μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε και όλοι οι κατ` ιδίαν δικαιούχοι, η χρηματική δε κατάθεση που γίνεται στον ανω λογαριασμό επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του Ν. 5638/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και των τρίτων αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να χωρεί εξ ίδιου του αναλαμβάνοντος δικαίου. Αν αναληφθεί, έξαλλου, ολόκληρο το ποσό από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρο, δηλαδή και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες συνδικαιούχους, έναντι του δέκτη της κατάθεσης.

Ο μη αναλαβών συνδικαιούχος αποκτά, από το νόμο πλέον, απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 493 Α.Κ., που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν το εξαιρετικό αυτό δικαίωμα.

Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων καταθέτης, στρεφόμενος αναγωγικά κατά του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σε αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού. Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας, το βάρος απόδειξης της οποίας έχει αυτός που την επικαλείται, μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος.

Αναφορικά δε με τις σχέσεις μεταξύ των πολλών συνδικαιούχων του λογαριασμού, αυτές διέπονται από την εσωτερική μεταξύ τους σχέση που τους συνδέει, η οποία μπορεί να είναι εντολή, δάνειο, κ.λπ. ή και χαριστική, όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση.

(…)

Η σύνταξη του αιτούντος κατατίθεται, από τον ασφαλιστικό του φορέα, στον υπ` αριθμ. ………….τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στην τράπεζα «……….Α.Ε.», στον οποίο έχει προσθέσει αυτός ως συνδικαιούχους την καθ`ης η αίτηση και την κόρη τους …………, για να μπορούν αυτοί, σε περίπτωση κινητικού του προβλήματος ή εν γένει ασθένειας του, να κάνουν αναλήψεις μετρητών χωρίς την παρουσία του, πάντοτε όμως με τη συγκατάθεσή του. Στις 21.12.2020, ο αιτών είχε μεταφέρει στο λογαριασμό αυτόν ποσό ύψους 15.000,00 ευρώ από έτερο λογαριασμό του στην ίδια τράπεζα και προστιθεμένων των μηνιαίων καταθέσεων του ποσού της σύνταξής του από τον ασφαλιστικό του φορέα, το υπόλοιπο του εν λόγω υπ` αριθμ. ………….. τραπεζικού λογαριασμού του, στις αρχές Νοεμβρίου του 2021, ανερχόταν σε 19.636,64 ευρώ.

Από τις αρχές του 2021, εντάθηκαν οι διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων για τη διαχείριση των οικονομικών τους και εξελίχθηκαν σε σοβαρούς διαπληκτισμούς και χειροδικίες, που είχαν ως αποκορύφωμα την ενέργεια της καθ` ης να προβεί στις 15.11.2021 σε ανάληψη του συνολικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού. Ειδικότερα, κατά την ημέρα εκείνη, η καθ` ης χρησιμοποιώντας την υπηρεσία web banking, όπου είχε προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης, προέβη σε μεταφορά του συνολικού υπολοίπου των 19.636,64 ευρώ από τον ανωτέρω συνταξιοδοτικό λογαριασμό του αιτούντος σε δικό της λογαριασμό στην ίδια τράπεζα (« ……….Α.Ε.»), που έφερε τον αριθμό ………… με μόνο συνδικαιούχο τον υιό τους

(…)

Επομένως, η ενέργεια αυτή της καθ` ης, να μεταφέρει χρήματα από το λογαριασμό αυτό σε δικό της λογαριασμό, έγινε εντελώς αυθαίρετα και με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης προσωπικών κεφαλαίων του αιτούντος, πιθανολογήθηκε δε ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό των 19.636,34 ευρώ είναι απολύτως αναγκαίο για την βιοποριστική του συντήρηση και την ταυτόχρονη αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του (με ιατρικές επεμβάσεις, νοσοκομειακή περίθαλψη, φαρμακευτική αγωγή κ.ο.κ.) εν όψει και του προχωρημένου της ηλικίας του. Η δε επισφαλής περιουσιακή κατάσταση της καθ` ης (ελαττωμένη περιουσία), δημιουργεί κίνδυνο για την ικανοποίηση των αξιώσεων του, καθόσον δεν αποκλείεται απώλεια του αναληφθέντος ποσού, με επακόλουθο τη ματαίωση της ικανοποίησής τους.

Κατ` ακολουθίαν των παραπάνω, πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος για τη λήψη των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί, κατά το αναγκαίο μέτρο, το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης μέχρι του ποσού των 19.636,64 ευρώ, για να εξασφαλιστεί η παραπάνω απαίτηση.

Αριθμός εκκαθαριστών σε περίπτωση δικαστικής αίτησης για την αντικατάστασή τους

Σύμφωνα με το άρθρο 777 Α.Κ., από τη λύση της εταιρίας παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (συμβατικών, νομίμων ή δικαστικών), σύμφωνα με το άρθρο 778 Α.Κ.; εφόσον, βέβαια, υπάρχει εκκαθαριστέα εταιρική περιουσία. Το στάδιο της εκκαθάρισης ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδίκαια τη λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης, εφόσον, σύμφωνα και με το άρθρο 268 του ν. 4072/2012, δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Η εκκαθάριση έχει σκοπό την ενέργεια των πράξεων εκείνων που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευασθεί η διανομή του μεταξύ των εταίρων. Ειδικότερα, ο σκοπός της εκκαθάρισης έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών και, στη συνέχεια, στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του τυχόν πλοίου μεταξύ των εταίρων (ΕφΑΘ 4254/2006 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Το άρθρο 778 Α.Κ. ορίζει ότι: «Αφού λυθεί η εταιρία, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων. Σε περίπτωση διαφωνίας, ο εκκαθαριστής διορίζεται ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση αυτή γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο».

Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της ως άνω ρύθμισης, η οποία συμπορεύεται προς το άρθρο 786 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, συνιστά κάθε γεγονός, το οποίο καθιστά αδύνατη ή πολύ δυσχερή την πραγματοποίηση του σκοπού της εκκαθάρισης ή από το οποίο προκύπτει ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρίας και των εταίρων ή από το οποίο προκύπτει ότι η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη από την πλευρά των εταίρων (ΑΠ 1274/2001 ΕλλΔνη 2002.137 ΑΠ 1363/1998 ΕΕμπΔ 1999, 55 ΕφΑΘ 6366/2004, ΜΠρΘεσσαλ 7323/2018 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και η άσκηση των καθηκόντων από τον εκκαθαριστή με δόλο ή αμέλεια βλαπτικά για την εταιρία και τους εταίρους, η παραμέληση των έργων της εκκαθάρισης, η άρνηση του εκκαθαριστή να επιτρέψει τον έλεγχο των εργασιών της εκκαθάρισης, η άρνηση του εκκαθαριστή να επιτρέψει τον έλεγχο των εργασιών της εκκαθάρισης από τον εταίρο, η αδιαφορία ενός από τους εκκαθαριστές στη διεξαγωγή της εκκαθάρισης, η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των υπαρχόντων εκκαθαριστών ή μεταξύ αυτών και των συνεταίρων, η δικαιολογημένη δυσπιστία ενός από τους εταίρους ως προς το πρόσωπο του εκκαθαριστή, η οποία μπορεί να ανάγεται σε πιθανολογούμενη μονομερή προστασία των συμφερόντων κάποιου ή κάποιων από τους συνεταίρους (ΑΠ 1274/2001 ό.π. ΑΠ 1363/1998 ό.π ΕφΑΘ 613/2015 Αρμ 2015, 1895 ΕφΘεσ 199/2008 ΕπισκΕΔ 2008,589 ΕφΑΘ 6366/2004 ό.π.), καθώς και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ αυτών (ΑΠ 407/1990 ΝοΒ 1991, 740 ΕφΘεσ 1521/1988 Αρμ 1989,141).

Όταν, λοιπόν, συντρέχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο οφείλει να προβεί στον διορισμό εκκαθαριστή ή εκκαθαριστών, χωρίς να δεσμεύεται αφενός από τα πρόσωπα, τα οποία προτείνουν ο αϊτών ή οι παρεμβαίνοντες εταίροι, αφετέρου από τον καθορισμό του αριθμού των εκκαθαριστών, εκτός αν ο αριθμός ορίζεται στο καταστατικό ή σε άλλη απόφασή τους, οπότε το δικαστήριο δεσμεύεται από τον έτσι καθορισμένο αριθμό των εκκαθαριστών, διότι η απόφασή του αναπληρώνει την ελλείπουσα ομοφωνία τους ως προς την επιλογή του προσώπου των εκκαθαριστών, ενώ ως προς/τον αριθμό δεν υφίσταται διαφωνία (ΑΠ 1363/1998)

Ως εκκαθαριστές μπορεί να διοριστούν ένας ή περισσότεροι από τους συνεταίρους ή συνηθέστερα τρίτα προς την εταιρία πρόσωπα, τα οποία να έχουν ειδικότητα για τη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και να είναι αμέτοχα στις προστριβές και διενέξεις των συνεταίρων (ΕψΠειρ 1096/1995 ΔΕΕ 1996, 267). Εξάλλου, από τα άρθρα 73 και 778 παρ. 2 ΑΚ, που ορίζουν ότι, εάν οι εταίροι δεν συμφωνούν στη διενέργεια της εκκαθάρισης εν γένει ή δεν συμφωνούν στο τρόπο της εκκαθάρισης ή τον διορισμό εκκαθαριστή, διορίζεται εκκαθαριστής από το δικαστήριο, συνάγεται ότι η ύπαρξη τέτοιων διαφωνιών συνεπάγεται ουσιαστικώς την έλλειψη εκκαθαριστών δυναμένων να διεξάγουν κανονικώς το έργο της εκκαθάρισης.

Έτσι, η προϋπόθεση της διαφωνίας, η οποία προβλέπεται για το διορισμό εκκαθαριστή, ουσιαστικώς προσομοιάζει προς την προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται για την αντικατάσταση εκκαθαριστή ή εκκαθαριστών και συνίσταται στην ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Το διορισμό του εκκαθαριστή νομιμοποιείται να ζητήσει κάθε εταίρος και η αίτησή του είναι παραδεκτή, εφόσον απευθύνεται εναντίον όλων των υπολοίπων εταίρων (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1096/1996).

Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γέννησης μετά από χριστιανική βάφτιση και απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας

Ακολουθεί η υπ’ αριθμ. 454/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών δημοσιευμένη στην ΤΠΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 782 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζεται η αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα με την οποία επιδιώκεται η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της και το οποίο από παραδρομή καταχωρήθηκε εσφαλμένα σε αυτή. Αντικείμενο της σχετικής απόφασης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο Ληξίαρχο για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε ανακριβώς από αυτόν διότι τούτο αποτελεί καθήκον του ληξιάρχου το οποίο οφείλει να εκτελεί χωρίς διαταγή (ΕφΔωδ 95/2004 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2571/1996 Αρμ 1996.1088). Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος και προέβη στη σύνταξη της διορθωτέας ληξιαρχικής πράξης, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα παρέκτασης.

Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζητά από το Δικαστήριο να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης της, που συνετάγη από τη Ληξίαρχο του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων, ως προς το όνομα της από το εσφαλμένο «Σίντι» στο ορθό «Χριστίνα».

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως (άρθρα 739, 740 παρ. 1 και 782 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) εισάγεται για να δικασθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ασκεί τα καθήκοντα της η ληξίαρχος η οποία θα προβεί στη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, εφόσον ευδοκιμήσει η ένδικη αίτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ ΚΠολΔ) είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 9, 13 παρ. 1 και 22 του Ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 782 ΚπολΔ. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ προδικασία με επίδοση αντιγράφου της στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. σχ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την αιτούσα υπ’ αριθ. .Ε/18-12-2019 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …).

 Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της αιτούσας όπως αυτή περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Η αιτούσα γεννήθηκε στις 13-7-1999 στην Αθήνα στο Μαιευτήριο «Α». Για το πραγματικό αυτό γεγονός συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων η υπ’ αυξ. Αριθ.. ληξιαρχική πράξη γέννησης η οποία καταχωρήθηκε στον τόμο . του έτους 1999 των οικείων βιβλίων του ως άνω ληξιαρχείου. Στην εν λόγω, ληξιαρχική πράξη γέννησης, καταχωρήθηκε ως όνομα της αιτούσας το όνομα «Σίντι» και ως επώνυμο της αιτούσας το επώνυμο «Ma.». Στη συνέχεια, ωστόσο και συγκεκριμένα στις 4-6-2000 επακολούθησε βάφτιση της κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού στον Ιερό Ναό Αγίου Παύλου της Άνω Γλυφάδας Αττικής, όπου της δόθηκε το όνομα «Χριστίνα», με το οποίο αποκαλείται έκτοτε, χωρίς όμως αυτό να καταχωρηθεί στην προαναφερόμενη ληξιαρχική πράξη. Κατόπιν τούτου και επειδή το τελευταίο αυτό όνομα χρησιμοποιεί η αιτούσα έκτοτε στις επαγγελματικές της συναλλαγές και στις κοινωνικές της επαφές, ενώ πρόσφατα απέκτησε και την ελληνική ιθαγένεια λόγω πολιτογράφησης του πατρός της βάσει της με αριθ. Φ202750/2017/0009389/19-6-2017 απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών και της με αριθ. Φ.7042/2016/0013184/4-8-2017 απόφασης Συντονιστή Αποκ. Διοίκησης Αττικής, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ./20-9-2017 πιστοποιητικό γέννησης της του Δήμου Κρωπίας, κρίνεται ότι η καταχώρηση του ονόματος της αιτούσας ως «Σίντι» στη με αριθμό . τόμος . έτος 1999 ληξιαρχική πράξη γέννησης της της ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, δημιουργεί και θα συνεχίσει να δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στη μετέπειτα πορεία της, δεδομένου ότι θα προκαλείται σύγχυση για τα ατομικά στοιχεία της ταυτότητας της. Ενόψει των προαναφερόμενων και του προφανούς εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και να διορθωθεί η ως άνω αναφερόμενη ληξιαρχική πράξη γέννησης κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δέχεται την αίτηση.

Δυσφήμηση δια του τύπου, ερωταπαντήσεις με βάση τη νομολογία

Ποιος διαπράττει συκοφαντική δυσφήμηση σύμφωνα με το αστικό δίκαιο;

Όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητα του.

Τι σημαίνουν «ισχυρισμός», «διάδοση» και συκοφαντικό «γεγονός»;

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποίθησης ή γνώμης, ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον, γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός πρέπει να έχει περιεχόμενο σαφές και ορισμένο, το οποίο μπορεί όχι μόνο να προκύπτει ευθέως, αλλά και να εκφέρεται υπό τύπον ερώτησης ή αμφιβολίας ή υπαινιγμού ή επιφυλάξεων, αρκεί να μπορεί τούτο να συναχθεί από τις περιστάσεις, κατ’ έννοια αντικειμενική και να καταστεί διαγνωστό από τον τρίτο. Δεν αποτελεί, όμως, γεγονός η έκφραση αξιολογικών κρίσεων, που εντάσσονται στις υποκειμενικές εκτιμήσεις, συμπεράσματα και προγνώσεις. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση.

Ποια είναι τα όρια της ελευθερίας του τύπου;

Ο τύπος επιτελεί κοινοτικό λειτούργημα, ασκών καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί, όμως, αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι’ αυτό και υπάγεται στο γενικό περιορισμό της τήρησης των νόμων του κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.

Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α και β της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή-δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή συκοφαντικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, πρόθεση, δηλαδή, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Εξάλλου, η αναπαραγωγή μίας είδησης προϋποθέτει τον προηγούμενο έλεγχο της βασιμότητάς της, που επιτυγχάνεται με έλεγχο των πηγών της  και την τήρηση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας

Ποιος είναι το ειδικό νομικό καθεστώς για την δυσφήμιση δια του τύπου;

Ο αδικηθείς, πριν ασκήσει αγωγή για την προσβολή, που υπέστη, υποχρεούται να καλέσει με έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του τον ιδιοκτήτη του εντύπου ή, όταν αυτός είναι άγνωστος, τον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξής του, να αποκαταστήσει την προσβολή με την καταχώριση σε αυτό κειμένου, που του υποδεικνύει. Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις ή φράσεις, που θεωρήθηκαν προσβλητικές και πρέπει να ανακληθούν και οι λόγοι, για τους οποίους η συγκεκριμένη αναφορά υπήρξε προσβλητική. Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε αν ο ιδιοκτήτης του εντύπου, άλλως ο εκδότης ή ο διευθυντής σύνταξης αυτού, εντός διαστήματος δέκα ημερών ή, σε κάθε περίπτωση, στο αμέσως επόμενο τεύχος: α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευταίο και β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος δέκα ημερών ή η μη δημοσίευση στο αμέσως επόμενο τεύχος ισοδυναμεί με  άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου.

Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Η αγωγή αποζημίωσης πρέπει να ασκηθεί εντός έξι μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφόσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα, ή από την έκδοση του αμέσως επόμενου τεύχους.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981, σε περίπτωση που γίνει δεκτή αγωγή σε βάρος εφημερίδας, το Δικαστήριο, εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα το αργότερο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διατάσσει με την καταψηφιστική απόφασή του και την καταχώριση στην εφημερίδα αυτή περίληψης της απόφασης.

Προσβολές της προσωπικότητας μέσω του διαδικτύου. Ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο;

Οι προαναφερόμενες  διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο, μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs) που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπιση τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση  ειδικής  διαδικασίας για  την  εκδίκαση  των  διαφορών  που ανακύπτουν από την λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων διαδικτυακών ιστοτόπων, όπως το «YouTube», που πραγματοποιούν διανομή οπτικοακουστικού υλικού – βίντεο, με τη μέθοδο «streaming».

Υπεισέλευση κληρονόμων εκμισθωτή σε μισθωτική σχέση

Απόσπασμα από την ΕιρΙλίου 18/2020 (dsanet.gr)

…σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά, χωρίς να απαιτείται και προηγούμενη μεταγραφή της περί αποδοχής της δήλωσης, καθόσον πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας, ο δε κληρονόμος του εκμισθωτή μπορεί λόγω της άνω ιδιότητας του να ασκήσει την αγωγή απόδοσης του μισθίου, χωρίς την ανάγκη αναφοράς στο  δικόγραφο της ότι εχώρησε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς, απλά αρκεί η αναφορά ότι υπεισήλθε στην επίδικη έννομη σχέση ως κληρονόμος του εκμισθωτή (ιδέτε ΑΠ 1868/2007, ΝΟΜΟΣ) και εν προκειμένω αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αφενός ότι οι ενάγοντες υπεισήλθαν στην μισθωτική σχέση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου για έκαστο εξ αυτών (4/8, 2/8, 1/8 και 1/8 αντίστοιχα) και αφετέρου ότι ο θανών απεβίωσε την … 07-2018, επομένως παρήλθε άπρακτη η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την αποποίηση της κληρονομιάς, που θεωρείται αμαχήτως από το νόμο ως αποδοχή (πλασματική αποδοχή) προ της άσκησης της  ένδικης  αγωγής,  ενώ  σε κάθε περίπτωση  αναφέρεται  στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ότι εξεδόθη η υπ’ αρ. … 2018 διάταξη κληρονομητήρίου από Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία πιστοποιείται η ιδιότητα των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, η δε υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση κληρονομητηρίου ισοδυναμεί με ρητή αποδοχή της κληρονομιάς (Μπαλής Κληρ. Δίκαιο παρ. 173, ΜΠρΘεσ 146/1994, ΜΠρΑθ 449/1995, ΝΟΜΟΣ).

Υποχρέωση Δήμου για περισυλλογή αδέσποτων σκύλων, Αγωγή αποζημίωσης

13303/2019 ΔΠΡ ΑΘ, ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ (απόσπασμα)

(…)

Επειδή, ενόψει των ανωτέρω δεδομένων και των διατάξεων που προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι σύμφωνα το άρθρο 7 του ν.3170/2003 η ευθύνη για την περισυλλογή αδέσποτων σκύλων ανήκει στους Δήμους, περαιτέρω δε ότι, κατά τα μη αμφισβητούμενα από τον εναγόμενο Δήμο, η πρόσκρουση του αυτοκινήτου της ενάγουσας με τον αδέσποτο σκύλο έλαβε χώρα εντός των διοικητικών του ορίων, κρίνει ότι ο Δήμος αυτός ευθύνεται προς αποζημίωση της ενάγουσας, κατ’άρθρα 105-106 ΕΙΣ.Ν.Α.Κ., απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγόμενου ως αβάσιμων. Ακολούθως το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν του ότι η ενάγουσα για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών που υπέστη το όχημά της δαπάνησε σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πώλησης ανταλλακτικών και παροχής υπηρεσιών το συνολικό ποσό των 2.503,05 ευρώ, κρίνει ότι το εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτή το ως άνω ποσό ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα δεδομένα της κοινής πείρας και λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση και την έκταση της ζημίας που υπέστη το όχημα της ενάγουσας, καθώς και την παλαιότητα αυτού -10 έτη- το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό υπέστη μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 5%, ήτοι 800,00 ευρώ. Εξάλλου, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα αναστατώθηκε από την ένδικη πρόσκρουση και στερήθηκε τη χρήση του επαγγελματικού οχήματός της μέχρι την αποκατάσταση των ζημιών που αυτό υπέστη από την ως άνω σύγκρουση, κρίνει ότι δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. Τέλος, το αίτημα της ενάγουσας περί κήρυξης της απόφασης αυτής προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι δεν επικαλείται τη συνδρομή εξαιρετικών λόγων που συνηγορούν προς τούτο, ούτε αποδεικνύει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα της προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη (άρθρο 80 Κ.Δ.Δ).

Πώληση μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα

ΕιρΑθ 2230/2020, ΤΠΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ (απόσπασμα)

Από τις διατάξεις έκθεμα των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του νόμου 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που κατάτο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο  κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 499/2017). Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να αξιώσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 540 § 1 αριθ. 1, 2 και 543 ΑΚ, τη διόρθωση του πράγματος ή τη μείωση του τιμήματος, διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ’ αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητας του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ. ΑΚ και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 1544/ 2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 638/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 383/2011 Αρμ. 2011. 945, ΕφΘ 394/ 2009 Αρμ 2010. 1337). Το δικαίωμα μειώσεως του τιμήματος είναι δικαίωμα διαπλαστικό και μπορεί να ασκηθεί είτε δικαστικά με αγωγή ή ένσταση (γνήσια ανατρεπτική), είτε εξώδικα με σχετική μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή, η οποία διαπλάσσει τη νέα έννομη κατάσταση και επιφέρει τα ενοχικά αποτελέσματα της από τη χρονική στιγμή που θα περιέλθει στον πωλητή. Έκτοτε, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, εφόσον το τίμημα κατεβλήθη ολοσχερώς από τον αγοραστή, να επιστρέφει σ’ αυτόν το τμήμα εκείνο του τιμήματος κατά το οποίο μειώθηκε τούτο με την άσκηση του παραπάνω διαπλαστικού δικαιώματος (ΑΠ 574/2005 Αρμ 2006. 67, ΕφΛ 142/2009 ΕπισκΕμπΔικ 2009. 500). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει την ηθική του βλάβη, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο από   πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε. Μόνη η αθέτηση προϋφιοτάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι ωστόσο δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς υπαιτίως ζημία σε άλλον (ΑΠ 1120/2005, ΕφΑΘ 302/2006). Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και αδικοπρακτικής ευθύνης του πωλητή, θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του, όπως συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να δημιουργήσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων (ΑΠ 737/2011, ΕφΑΘ 2561/2015, ΕφΑΘ 5137/2011, ΕφΑΘ 1274/2011 ΕφΠειρ 699/2014).

(…)

Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως η εναγομένη υποσχέθηκε στους αγοραστές την πλήρη και κανονική λειτουργία του άνω αυτοκινήτου, απαλλαγμένου τούτου πραγματικών ελαττωμάτων, που θα μείωναν την αξία και την χρησιμότητα του και ότι αυτό έφερε όλες τις συνομολογημένες ιδιότητες του, με βάση το εργοστάσιο κατασκευής του, τον τύπο του και την όλη λειτουργικότητα του, πιστοποιώντας σε ειδικό βιβλίο της ότι εγγυάται για διάστημα τριών (3) ετών, την ανυπαρξία σκουριάς στο αμάξωμα του οχήματος, το ότι αυτό ήταν ατρακάριοτο, ότι δεν έφερε  καμία μηχανική βλάβη και ότι είχε υποστεί βιολογικό καθαρισμό, με την προϋπόθεση ότι οι αγοραστές προέβαιναν σε τακτές προθεσμίες στη συστηματική, προγραμματισμένη συντήρηση του αυτοκινήτου στα συνεργεία της εναγομένης. Όμως το άνω αυτοκίνητο κατά την πώληση του έφερε πραγματικό ελάττωμα κεκαλυμμένο και δη βλάβη στον κινητήρα του, η οποία εμφανίστηκε τρεις μήνες από το χρόνο της πώλησης του και είχε ως συνέπεια την πρόκληση και περαιτέρω ζημιών του.

Αποσπάσματα από την πρόσφατη νομολογία σχετικά με την αυθαίρετη δόμηση

Προσβολή της προσωπικότητας από παράνομες και αυθαίρετες κατασκευές

ΠΠρΑθ 363/2020

Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης παρεμποδίζει την κοινή χρήση της κοινόχρηστης παρόδιας στοάς, προσβάλλοντας την προσωπικότητα του ενάγοντος, διότι με την καθιέρωση της στοάς ως κοινόχρηστης, ο ενάγων απέκτησε εξουσία χρήσεως αυτής, ως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η οποία (εξουσία χρήσεως) προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως (βλ. π.π. μείζονα σκέψη υπό στοιχείο Β’). Η δε προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας του ενάγοντος είναι παράνομη, διότι έγινε χωρίς δικαίωμα, αφού η εναγομένη πραγματοποίησε τις ανωτέρω αυθαίρετες εργασίες, τοποθετώντας ξύλινο πάγκο και μεταλλική ράμπα, στην κοινόχρηστη παρόδια στοά χωρίς δικαίωμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί ότι η ένδικη παρόδια στοά επί της πλατείας ……, που βρίσκεται στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας επί της οδού ….. στην Αθήνα, είναι κοινόχρηστη και δικαιούται ο ενάγων να την χρησιμοποιεί απρόσκοπτα, να υποχρεωθεί η εναγομένη, και κάθε τρίτος που έλκει από αυτήν δικαίωμα, να παύσει την παράνομη κατάληψη της παρόδιας στοάς και να αποδώσει ελεύθερο στην κοινή χρήση το χώρο της στοάς αφαιρώντας τις παράνομες κατασκευές, ήτοι τη σιδερένια ράμπα και τον ξύλινο πάγκο και να υποχρεωθεί η εναγομένη να προκαταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της δαπάνης για να επιχειρηθεί η ανωτέρω αφαίρεση από τον ενάγοντα, ήτοι το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, υπό τον όρο ότι η εναγομένη δεν θα εκπληρώσει την υποχρέωσή της να αφαιρέσει τις εν λόγω παράνομες κατασκευές.

ΑΠ 388/2016

(…) υπεύθυνοι για την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, συνεπεία της οποίας υπέστησαν ηθική βλάβη, είναι (πλην των λοιπών εναγομένων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) και η πρώτη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία εκμισθώτρια του άνω τμήματος του αιγιαλού, που ενώ είχε εκ του νόμου, υποχρέωση, να ελέγχει, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου αναιρεσείοντος, την νόμιμη αξιοποίηση του δημόσιου κοινόχρηστου χώρου που εκμίσθωσε, ανέχθηκε, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, τις άνω παράνομες εγκαταστάσεις και την παράνομη λειτουργία της επιχείρησης του αναψυκτηρίου, συμβάλλοντας έτσι και αυτοί στην παράνομη υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων (…)

ΜΠρΘεσ 5163/2010

Με την κρινόμενη αγωγή τους παραπονούνται οι ενάγοντες ότι η οικία του εναγομένου έχει κατασκευασθεί κατά παράβαση των όρων δόμησης που προβλέπονται για τον παραδοσιακό οικισμό του Παρθενώνα (…) Εφόσον όμως οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων αποδειχθούν και ουσιαστικά βάσιμοι, εάν δηλαδή το κτίσμα του εναγομένου έχει κατασκευασθεί καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων από το νόμο για τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης (ασχέτως του εάν έχουν εκδοθεί πράξεις της διοίκησης που τις επιτρέπουν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας), τότε δύναται να υπάρχει προσβολή της προσωπικότητάς τους λόγω υποβάθμισης του οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτή αναπτύσσεται.

ΕφΑθ 2579/2003

(…) η προεκτεθείσα υπέρβαση του ύψους της οικοδομής των εναγομένων κατά 1,53 μ., (και αληθής υποτιθεμένη) δεν προκαλεί κατ’ αντικειμενική κρίση ούτε προσβολή του φυσικού περιβάλλοντος κι ούτε κραυγαλέα ακαλαισθησία στο οικιστικό περιβάλλον της περιοχής όπου ευρίσκονται οι όμορες οικοδομές και συνεπώς δεν κρίνεται ότι πλήττει την προσωπικότητα του ενάγοντος.

Η αυθαίρετη δόμηση ως άδικη πράξη

ΕφΑθ 534/2020

Επομένως, η εκ μέρους των αρχικώς εναγομένων παράλειψη της υποβολής αιτήσεως περί χορηγήσεως προηγουμένης εγκρίσεως της αρμοδίας Γ` Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών προ της υποβολής των ως άνω αιτήσεων αναθεωρήσεως της αρχικής υπ’ αριθ. …../21.5.2002 οικοδομικής άδειας και οπωσδήποτε προ της διεξαγωγής των σχετικών οικοδομικών εργασιών συνιστά αναμφιβόλως ευθεία παράβαση των αμέσως προαναφερομένων διατάξεων ( άρθρων 10 παρ. 3 και 6 Ν. 3028/2002 « Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς » και 9 παρ. 9 του Ν. 1577/1985 « Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός », όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 2831/2000 ), η οποία πληροί την προϋπόθεση του « παρανόμου » κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, καθ’ όσον οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν τεθεί αποκλειστικώς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά αποβλέπουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, συνισταμένου στην προστασία του συνόλου των εκδηλώσεων της κυριότητας αυτών και δη στην διασφάλιση για όλους της απρόσκοπτης και ακώλυτης απολαύσεως της θέας των ακινήτων αυτών προς αρχαιολογικούς χώρους και αρχαιολογικά μνημεία, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω υπό στοιχείο Ι.Α. της προπαρατεθείσας μείζονος σκέψεως, η δε πράξη αυτή είναι ταυτοχρόνως και υπαίτια, καθ’ όσον οι αρχικώς εναγόμενοι αναμφιβόλως γνώριζαν την υποχρέωσή τους να λάβουν την ως άνω έγκριση της αρμοδίας Εφορείας Αρχαιοτήτων, προτού προβούν σε υποβολή οποιοσδήποτε αιτήσεως προς την αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία ή στη διεξαγωγή οιασδήποτε οικοδομικής εργασίας. Μετά ταύτα, η παράνομη και υπαίτια ύψωση της οικοδομής των αρχικώς εναγομένων άνω του ανωτάτου επιτρεπομένου ύψους των δώδεκα ( 12 ) μέτρων, ήτοι των ένδεκα ( 11 ) μέτρων, πλέον ενός ( 1 ) μέτρου, εφ’ όσον στο υπό ανέγερση ακίνητο προβλέπεται πυλωτή, ανεξαρτήτως του εάν η υπέρβαση υπολογίζεται σε 1,96 μ. ( όπως εκτιμά η Γ` Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ) ή περιορίζεται σε 0,96 μ. ( όπως αρχικώς δέχθηκε η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου ……. μετά τις διενεργηθείσες από κλιμάκια υπαλλήλων της αυτοψίες ), ως και η για τους αυτούς λόγους παράνομη και υπαίτια κατασκευή κτιστής πέργκολας, ύψους 2,20 μ. ( στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στο ανωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό από 5.8.2005 υπ’ αριθ. πρωτ. …… έγγραφο της Γ` Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών προς το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου …… ως μη καλυπτομένη από την αρχική χορηγηθείσα υπ’ αριθ. πρωτ. …../11.3.2002 έγγραφη άδεια αυτής ), απέκοψαν τη θέα της αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου ( Β’ ) υπέρ το ισόγειο ορόφου της κειμένης επί της οδού …… αριθ. …. ( σε συμβολή με την οδό ….. ) οικοδομής του αρχικώς ενάγοντος προς τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, το Λόφο του Φιλοπάππου και την πέριξ αυτών ευρύτερη αρχαιολογική περιοχή, με συνέπεια την ευθεία προσβολή της κυριότητας αυτού επί του ως άνω ακινήτου ( δια της καταργήσεως και εν πόση περιπτώσει του δραστικού περιορισμού της θέας αυτού προς τους ως άνω αρχαιολογικούς χώρους ) και εντεύθεν τη μείωση της πραγματικής ( εμπορικής – αγοραίας ) αξίας του, κατά το ποσόν της οποίας ( μειώσεως ) ζημιώθηκε ο αρχικώς ενάγων και ήδη οι καλούσες – εκκαλούσες ως καθολικές διάδοχοι αυτού.

ΑΠ 698/2017

(…) ο νομοθέτης με τη θέσπιση των περιορισμών του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού σκόπευε να προστατεύσει (και) το ατομικό έννομο συμφέρον των ιδιοκτητών των παρακείμενων οικοπέδων σε σχέση με τις ανάγκες για επαρκή ηλιασμό, αερισμό και φωτισμό των κτιρίων τους, για την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων, αλλά και σε σχέση με τη θέα αυτών, η οποία εμπίπτει στο πεδίο προστασίας που πηγάζει από τις παραβιασθείσες διατάξεις. Κατά συνέπεια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 932 ΑΚ.

Η λήψη πολεοδομικής άδειας δεν αναιρεί την αντίθεση με τον κανονισμό πολυκατοικίας

ΕφΑθ 517/2020

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 1, 2 § 1, 3 §§ 1, 2, 4 § 1,5 και 13 §1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυωρόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Όμως η γι` αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική, όταν η άσκησή της υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση «προφανής» όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος του ( Α.Π. 238/2008 ΝΟΜΟΣ).

(…) Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του ……. και σχετικός λόγος εφέσεως ότι προέβη στη νομιμοποίηση του επιδίκου ως κατοικία, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν.4178/2013, δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές ή χρήσεις που είναι αντίθετες στο Ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), ή η υποχρέωση σε ορισμένη χρήση της οριζοντίου ιδιοκτησίας σύμφωνα με την συστατική πράξη της οροφοκτησίας και τον κανονισμό, δεν αίρονται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και χρήσεων και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές και χρήσεις έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν της συστατικής πράξεως και του κανονισμού της πολυκατοικίας. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται και ζήτημα αναβολής κατ`άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. εωσότου αποφανθεί το Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων ( ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. ) (…)

Η αξία αυθαίρετης κατασκευής ως μέρος των συζυγικών αποκτημάτων

ΑΠ 269/2013 

(…) προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατασκεύασε πάνω ακριβώς από το προαναφερθέν διαμέρισμα αυθαίρετα, χωρίς δηλαδή την έκδοση οικοδομικής αδείας, ένα ακόμη διαμέρισμα, εμβαδού 80 τ.μ. περίπου, το οποίο συνδέεται με το κάτω διαμέρισμα με εσωτερική σκάλα και αποτελούσαν τα δύο αυτά διαμερίσματα την οικογενειακή στέγη των διαδίκων. Η αξία του διαμερίσματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για αυθαίρετη κατασκευή, ανέρχεται σε 35.000 Ευρώ.

Αξίωση κατεδάφισης και ένσταση καταχρηστικότητας

ΕφΑθ 2826/2001

(…) το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, κρίνει ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης των πραγμάτων με την καθαίρεση μέχρι τα θεμέλια του ανατολικού τμήματος της οικοδομής των εναγομένων και απορριφθεί κατ’ ουσίαν το αίτημα αυτό της αγωγής, αλλά να επιδικασθεί στον ενάγοντα η παραπάνω χρηματική αποζημίωση και ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Διαφορά από αγωγή άρθ. 26 ΓΟΚ/1973 για κλείσιμο παραθύρων.

ΕφΑθ 3770/2004

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 1108, 1000 1001 εδ. πρώτο και 1003 επ. ΑΚ συνάγεται ότι η διάνοιξη ή η διατήρηση από το κύριο του ακινήτου ανοιγμάτων (παραθύρων κ.λπ.) σε τοίχο, ο οποίος είναι κτισμένος εξ ολοκλήρου στο δικό του ακίνητο, όσο και αν αυτός προσεγγίξει προς το γειτονικό ακίνητο, δεν αποτελούν αυτές καθεαυτές, επέμβαση σε ξένη ιδιοκτησία, διότι τόσο η διάνοιξη όσο και η διατήρηση των ανοιγμάτων αυτών απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητάς του (βλ. ΑΠ 279/1985 ΕλΔ 26, 1483, ΕΑ 6157/2001 ό.π.). Τέλος από τις διατάξεις του άρθ. 26 § 9 του ν.δ. 8/1973 «Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού» η ισχύς του οποίου παρατάθηκε και μετά την κατάργηση του εν λόγω Διατάγματος (άρθ. 31 § 1 του ν. 1577/1985 και 296/88/1987 και 233/1988 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.) και των άρθ. 10 §§ 9-10, 36 § 2 του «Κτιριοδομικού Κανονισμού» (υπ’ αριθ. 3046/ 304/1989 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 48977/3068/ 27.6/ 30.6.1989 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 26 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), προκύπτει ότι σε μεσότοιχους ή εξωτερικούς τοίχους κτιρίου που ανεγείρονται σε σαφή με το κοινό όριο ιδιοκτησιών απαγορεύεται η διάνοιξη ανοιγμάτων και ότι τέτοια ανοίγματα που προϋπήρχαν του ν.δ. 8/1973 (ΓΟΚ) δεν κλείονται με πράξη της Διοίκησης αλλά ύστερα από δικαστική απόφαση η οποία εκτελείται κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Οι παραπάνω διατάξεις περιέχουν κανόνα γειτονικού δικαίου, ο οποίος εισάγει έμμεσο και γενικό περιορισμό της κυριότητας του γείτονα, χωρίς πάντως να την επιβαρύνει με εμπράγματα υπέρ τρίτου δικαιώματα (νόμιμες δουλείες) παρέχουν δε στον κύριο του ακινήτου που έχει κοινό όριο με κτίσμα, στον τοίχο του οποίου υπάρχουν ανοίγματα, ενοχικό δικαίωμα να αξιώσει το κλείσιμο των ανοιγμάτων αυτών. Η αγωγή αυτή έχει ενοχικό και όχι εμπράγματο χαρακτήρα και διαφέρει συνεπώς της αρνητικής της κυριότητας αγωγής κατά τούτο αλλά και διότι δεν προϋποθέτει διαταρακτικές ενέργειες στο ακίνητο του ενάγοντος αλλά θεμελιώνεται στο γεγονός και μόνο της ύπαρξης των υπόψη ανοιγμάτων, στρέφεται δε κατά του εκάστοτε ιδιοκτήτη του ομόρου ακινήτου, ανεξάρτητα αν είναι αυτός που δημιούργησε τα ανοίγματα, και το αίτημά της περιορίζεται στο κλείσιμο μόνο των ανοιγμάτων και όχι στην παράλειψη μελλοντικής διατάραξης (βλ. ΑΠ 570/1993 ΕλΔ 35. 1359, ΑΠ 1084/1994, ΕΑ 6157/2001 ό.π., ΕΑ 4128/2001 ό.π., ΕΑ 7571/1999 ό.π., ΕΠειρ 57/ 1997 ΕλΔ 1997

Κίνδυνος καταρρεύσεως γειτονικού ακινήτου λόγω εκσκαφών

ΑΠ 370/2010 (βλ. σχετικά και ΑΠ 272/2020.)

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να σκάβεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στεριωθεί αρκετά το έδαφος με άλλο τρόπο. Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι ο κύριος οιουδήποτε ακινήτου δεν δύναται να προβαίνει σε εργασίες οι οποίες, έστω και κατόπιν αδείας της αρχής ενεργούμενες, λόγω του βάθους αυτών, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) καταρρεύσεως το γειτονικό ακίνητο. Στερείται έννομης συνέπειας αν η εν κινδύνω επί του γειτονικού ακινήτου οικοδομή δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Το τελευταίο δύναται να αποτελέσει βάση ενστάσεως κατά το άρθρο 300 ΑΚ για τη θεμελίωση συντρέχοντος πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Ως προς την έλλειψη πρόνοιας για επαρκή στερέωση, ο ενεργών την ανόρυξη πρέπει, κατά τον χρόνο επιχειρήσεώς της, να λάβει, όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα, από την άποψη της συγκεκριμένης καταστάσεως του γειτονικού ακινήτου, ακόμα και αν το επ’ αυτού έργο είναι ελαττωματικό, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 1007 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1108§1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέλαβε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, του οποίου το έδαφος κινδυνεύει να χάσει το απαιτούμενο έρεισμα, λόγω της εκσκαφής, που επιχειρείται στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται το δικαίωμα να αξιώσει από τον επιχειρούντα την εκσκαφή την παράλειψη αυτής, εφόσον δεν έχει συντελεσθεί ή την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, εάν αυτή συντελέσθηκε, με αξίωση προς αποζημίωση, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, πρόκληση ζημίας (περιουσιακής ή ηθικής) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, ιδίως δε αρκεί η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας, η οποία (υποχρέωση) απορρέει από τις αρχές των χρηστών ηθών και, κυρίως, της καλής πίστεως. Η υπαιτιότητα διακρίνεται, αναλόγως προς τη βαρύτητας της, σε δύο είδη, τον δόλο και την αμέλεια, Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράνομη και υπαίτια κατάληψη ξένου ακινήτου και η ανέγερση σ’ αυτό κατασκευασμάτων, Αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής

ΟλΑΠ 4/2016

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 Α.Κ.). Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος. Έτσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ και του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη.

Περαιτέρω, η παράνομη και υπαίτια κατάληψη ξένου ακινήτου και η ανέγερση σ’ αυτό κατασκευασμάτων, που προκαλούν ζημία στον κύριο του ακινήτου, παρέχει στον τελευταίο, εκτός από τη διεκδικητική αγωγή και αγωγή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1099, 297, 298, 914, 932 Α.Κ. Η αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οφειλόμενη κατ’ αρχή σε χρήμα (άρθρο 297 παρ.1 Α.Κ.), μπορεί να ζητηθεί να γίνει in natura (άρθρο 297 παρ.2 Α.Κ.), δηλαδή με την υποχρέωση αποκατάστασης των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δια της κατεδαφίσεως και απομακρύνσεως των κατασκευασμάτων. Πότε ένα τέτοιο σωρευόμενο στη διεκδικητική αγωγή αίτημα ασκείται ως αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του κυρίου ή ως περιεχόμενο της αρνητικής αγωγής και προς προστασία της κυριότητος αποτελεί εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής.

Καταγγελία μεταμέλειας μισθωτή στις νέες εμπορικές μισθώσεις

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Αριθμός απόφασης 732/2019 (απόσπασμα)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995 (άρθρα 12 του Ν. 813/1978, 3 του Ν. 2041/1992), όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 § 1 Ν. 3853/2010 και, ακολούθως, με το άρθρο 13 §§ 1 και 2α του Ν. 4242/2014 (το οποίο επιγράφεται ως «καταγγελία από τον μισθωτή»), αν πρόκειται για σύμβαση μίσθω­σης που ρυθμίζεται από αυτό, «ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβα­σης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζη­μίωση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγε­λίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών».

Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθω­σης, παρέχεται στον μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παρα­μένει ενεργός και, αφετέρου, έχει παρέλθει διετία από την έναρξή της. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλη­τική προθεσμία έξι μηνών και συνεπάγεται την υποχρέ­ωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολο­γιζόμενα κατά τον χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 357/2017, Αρμ 2017.1725, ΑΠ 161/2017 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

Το άρθρο αυτό- στο πλαίσιο των τροποποιήσεων των διατάξεων μεταξύ άλλων και της εμπορικής μίσθωσης, λόγω της διαφαινόμενης ήδη οικονομικής κρίσης όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και παγκοσμίως (ΑΠ 1444/2018 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»)- τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010 και έλαβε την εξής μορφή: «Καταγγελία από τον μισθωτή. Αρθρο 43. Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει εγγράφως τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την γνωστοποίησή της. Στην περί­πτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγ­γελίας της μίσθωσης». Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο), όσο και του χρόνου που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι). Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση λόγω της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή περιορίσθηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος αντί του μέχρι τότε ισχύοντος των τεσσάρων.

Ταυτόχρονα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε ότι το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΔ 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης (αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διάταξης αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου) (ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 593/2017 όπ). Στη συνέχεια το άρθρο 13 § 1 εδ. α` του Ν. 4242/2014 όρισε ότι οι μισθώσεις που εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του (28-02-2014), διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του ΠΔ 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6, 16-18, 20-26, 27 § 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (εδ. β`). Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της (εδ. γ`).

Επο­μένως, μετά το άρθρο 13 του Ν. 4242/2014 η τριετία είναι ο ελάχιστος χρόνος για τον οποίο ισχύει η μίσθωση, δεσμεύει δε τόσο τον εκμισθωτή όσο και τον μισθωτή. Οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνή­σουν διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, οπότε ο σχετι­κός όρος είναι ισχυρός και δεσμεύει τους συμβαλλόμε­νους. Η διάταξη του εδ. α’ της § 1 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014 εξαίρεσε από την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ/τος τις συναπτόμενες μετά την ισχύ του (28-02-2014) συμβάσεις μισθώσεως, αναφορικώς με την καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως από τον εκμισθωτή για ιδιόχρηση και ανοικοδόμηση, ιδιοκατοίκηση κ.λπ.) και επί­σης εξαίρεσε από την εφαρμογή του ΠΔ τη διάταξη του άρθρου 43 αυτού περί καταγγελίας μεταμέλειας της συμβάσεως μισθώσεως από τον μισθωτή.

Παρά την κατάργηση του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995 περί καταγ­γελίας μεταμέλειας της συμβάσεως μισθώσεως από τον μισθωτή, η ως άνω διάταξη του εδ. γ` της § 1 του ΠΔ 34/1995 περί του ότι η καταγγελία αυτή γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της, έχει ακριβώς την ίδια διατύπωση με το εδ. β` του καταργηθέντος άρθρου 43 του ΠΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με την § 1 του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010, με απάλειψη της προϋποθέσεως που έθετε το καταργηθέν άρθρο περί ελάχιστης χρονικής διάρκειας της μισθώσεως και με απάλειψη της υποχρεώσεως του μισθωτή να καταβάλει στον εκμι­σθωτή αποζημίωση.

Ο Νομοθέτης όμως παρέλειψε κατά την διατύπωση της διατάξεως του εδ. γ` της § 1 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014 περί καταγγελίας της συμβάσεως να διαλάβει στο κείμενό της ότι η καταγγελία αυτή είναι καταγγελία του μισθωτή, όπως επιγράφεται η καταγγελία του άρθρου 43 του ΠΔ 43/1995, την δια­τύπωση του εδ. β` της οποίας επανέλαβε ακριβώς. Σκο­πός του Νομοθέτη δεν ήταν να καταργήσει το ήδη από ετών θεσπισμένο δικαίωμα καταγγελίας μεταμέλειας της συμβάσεως μισθώσεως από τον μισθωτή, αλλά να την καταστήσει λιγότερο επαχθή γι` αυτόν, μη θέτοντας πλέον ως προϋπόθεση της καταγγελίας την ελάχιστη διάρκεια της μισθώσεως, και μην επιβάλλοντας υποχρέωση σε αυτόν να αποζημιώσει τον εκμισθωτή.

Προτί­μησε δε ο Νομοθέτης να καταργήσει με την § 1 εδ. α’ του Ν. 4242/2014 την αυτοτελή διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ34/1995, περί καταγγελίας της συμβάσεως μισθώ­σεως από τον μισθωτή και να την θεσπίσει εκ νέου ως εδ. γ’ της § 1 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014 με τις ανωτέρω διαφοροποιήσεις. Η διάταξη αυτή εναρμονίζεται με τον σκοπό του Νομοθέτη, όπως συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4242/2014 που είναι η προσαρμογή των εμπορικών μισθώσεων στις σύγχρονες απαιτήσεις και η παροχή μεγαλύτε­ρης ελευθερίας στα συμβαλλόμενα μέρη στην διαμόρ­φωση των συμβατικών τους δεσμεύσεων. Η διάταξη του άρθρου 13 § 1 εδ. γ` δεν είναι, για το λόγο που ανα­φέρθηκε, νομοτεχνικά άρτια, πλην όμως δεν καθίσταται μη εφαρμόσιμη από το γεγονός ότι από την άποψη αυτή χωλαίνει (ΕφΑθ 2117/2019 ΕλλΔνη 2019.510).

Συνέχεια ανάγνωσης «Καταγγελία μεταμέλειας μισθωτή στις νέες εμπορικές μισθώσεις»