Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα – Φωτογραφίες από οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή – Προσωπικά δεδομένα και αρχή της αναλογικότητας

ΜΠρΠατρών 116/2020 (απόσπασμα)

Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσαν ενόρκως, για την ενάγουσα, οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων στις προδιαληφθείσες, χρησιμοποιηθείσες ως αποδεικτικό μέσο από τον πέμπτο εναγόμενο στις ως άνω δίκες, τέσσερις σαφείς, συμβαδίζουσες μεταξύ τους και άρα αξιόπιστες ένορκες βεβαιώσεις αυτών, είναι λοιπόν αληθή. Τούτο προκύπτει ιδίως από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των εναγόμενων απλών ομοδίκων αφενός, σε φωτογραφικές αναπαραστάσεις, τόσο αποθηκευμένες στον οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή των προμνημονευθέντων διάδικων εν διαστάσει συζύγων φωτογραφίες της ίδιας της ενάγουσας, των προαναφερθέντων ανήλικων τέκνων αυτής, της οικίας τους και τρίτων προσώπων, δηλαδή των εκτός του προμνημονευθέντος γάμου αυτής δύο παράλληλων ερωτικών της συντρόφων, όσο και ηλεκτρονικές συνομιλίες της μ’ αυτούς δι’ αποθηκευμένων στο κινητό της τηλέφωνο γραπτών μηνυμάτων μέσω διαδικτυακών λογαριασμών, οι οποίες φωτογραφίες και συνομιλίες αποτελούν μηχανικές απεικονίσεις αναγόμενες στο χρονικό διάστημα από το έτος 2015 και εντεύθεν, τυγχάνοντας γνήσια ιδιωτικά έγγραφα, απορριπτομένου κατ’ ουσίαν του παραδεκτώς (ά. 237§2 ΚΠολΔ) προβληθέντος από την ενάγουσα ισχυρισμού περί της αρνήσεως της γνησιότητάς τους (ά. 444§§1στοιχ.γ,2, 445, 448§§2,3, 457 και 458 ΚΠολΔ), και αφετέρου αιματολογικές εξετάσεις της ενάγουσας κατά τα έτη 2013-2017, από τις οποίες συνάγεται ότι αυτή καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ.

Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν άλλωστε παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, διότι δε συνιστούν προϊόν παγιδεύσεως της ενάγουσας ή αξιόποινης πράξεως ούτε αποκτήθηκαν από τους εναγομένους με την παραβίαση μυστικών κωδικών προσβάσεως, αλλά ανευρέθησαν από τον πέμπτο των εναγομένων εντός της προδιαληφθείσας οικογενειακής στέγης καθώς και, ειδικότερα οι φωτογραφίες και οι ηλεκτρονικές συνομιλίες, αποθηκευμένες στη μνήμη του οικογενειακού ηλεκτρονικού υπολογιστή των προαναφερθέντων διάδικων συζύγων και του προσομοιάζοντος με ηλεκτρονικό υπολογιστή κινητού τηλεφώνου της ενάγουσας συζύγου του. Οι εναγόμενοι δεν παραβίασαν μάλιστα, κατά τον προπαρατεθέντα τρόπο, το απόρρητο της ελεύθερης επικοινωνίας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν παρενέβησαν στην προειρημένη επικοινωνία αυτής κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της (ά. 19§1 Σ.), ούτε την κατά τη γενική αρχή της καλής πίστεως νοούμενη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας (ά. 5§1 και 9§1εδ.β Σ.), η προστασία της οποίας δεν μπορεί, ενόψει της συνταγματικής κατοχυρώσεως των θεσμών της οικογένειας και του γάμου, της συνταγματικής προστασίας της παιδικής ηλικίας (ά. 21§1 Σ.) καθώς και από την ίδια τη φύση του πράγματος (βλ. επίσης τα ά. 1386, 1387, 1510, 1511 και 1518 ΑΚ), να είναι απόλυτη στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των συζύγων και με τα ανήλικα τέκνα τους.

Η in concreto μετ’ επικλήσεως προσκόμιση ως αποδεικτικών στοιχείων αφενός των προδιαληφθεισών συντελεσθεισών επικοινωνιών και φωτογραφιών, που αφορούν τη σεξουαλική ζωή της ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα, και αφετέρου των προειρημένων ιατρικών εξετάσεων, οι οποίες άπτονται της υγείας της, χωρίς τη συγκατάθεση των προμνημονευθέντων υποκειμένων των εν θέματι ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και με κατ’ αρχήν παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεώς τους (ά. 9Α§1εδ.α Σ.) τύγχανε λοιπόν τελικώς νόμιμη, ως απολύτως αναγκαία και πρόσφορη για την άσκηση του υπερέχοντος in casu συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων [ά. 20§1 Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ), 6§1 ΕΣΔΑ, 1 επ., 9§§1,2στοιχ.στ του τεθέντος σε εφαρμογή την 25-5-2018 Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, GDPR), 2 και 7§§1,2στοιχ.γ Ν. 2472/1997, πρβλ. το ά. 25§1στοιχ.γ Ν. 4624/2019, ο οποίος κατήργησε το Ν. 2472/1997 και ισχύει από την 29-8-2019 (ά. 84 και 87)] και δη προς το σκοπό της άμεσης πλήρους αποδείξεως των προαναφερθέντων κατατεθέντων στις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις πραγματικών περιστατικών και ανταποδείξεως της ιστορικής βάσεως της υπό κρίση αγωγής, δίχως να αρκεί εν προκειμένω, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, η χρήση ηπιότερων αποδεικτικών μέσων.

Η εκ μέρους της ενάγουσας επίκληση των καθιερούμενων διά των άρθρων 9, 9Α του Συντάγματος, 7, 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ) και 8 της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι συνεπώς in concreto θεμιτή (ά. 19§3 Σ. e contrario), αφού τα προειρημένα δικαιώματα της ενάγουσας υποχωρούν in casu, για να εκπληρωθεί το προδιαληφθέν ίσης τυπικής ισχύος δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων. Το τελευταίο προηγείται εν προκειμένω έναντι του δικαιώματος αποκρύψεως της εξωσυζυγικής σεξουαλικής ζωής της ενάγουσας, δοθέντος ότι τα προαναφερθέντα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία αφορούν αποκλειστικώς την ένδικη αστική διαφορά και δεν επεκτείνονται σε άλλα, μη αναγκαία ως προς την άσκηση του προμνημονευθέντος δικαιώματος αποδείξεως και ανταποδείξεως, προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, ενώ δε θίγεται στην υπό κρίση περίπτωση η συνταγματική κανονιστική αρχή της αναλογικότητας ως μέσο για την αναγκαία πρακτική εναρμόνιση (praktische Konkordanz) μεταξύ των ανωτέρω ίσης τυπικής ισχύος αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, τα οποία εξοπλίζονται μάλιστα με άμεση τριτενέργεια (ά. 25§1 Σ.) (βλ. συναφώς ΟλΑΠ 1/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001, 374, ΑΠ 252/2018, ΑΠ 1520/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΛαρ 212/2019, ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν επομένως in concreto παράνομα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να μην τυγχάνουν απαράδεκτα, αλλά να λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, απορριπτομένου έτσι ως ουσία αβάσιμου του περί αντιθέτου αποδεικτικού ισχυρισμού των εναγομένων. Με τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα συμπορεύονται επιπλέον τόσο τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους λοιπά έγγραφα (…)

πηγή: http://www.dsanet.gr

Περισσότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Αποσπάσματα από την πρόσφατη νομολογία σχετικά με διάφορα ζητήματα περιουσιακής φύσεως

141/2020 ΕΦ ΘΡΑΚ – Υπολογισμός της αξίας κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας βάσει αντικειμενικής αξίας (όπως αποτυπώνεται στην αποδοχή κληρονομιάς) κι όχι βάσει ΕΝΦΙΑ

(…) Η αξία του αγροτεμαχίου, το οποίο κατέλιπε ο κληρονομούμενος στην ενάγουσα, ανέρχεται στο ποσό των 4.590 ευρώ, η δε αξία των ακινήτων, τα οποία κατέλιπε ο κληρονομούμενος στον πρώτο εναγόμενο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 22.994 ευρώ για τα αγροτεμάχια και στο ποσό των 40.065 ευρώ για το οικόπεδο με την επ` αυτού οικία και τους βοηθητικούς χώρους και επομένως η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας, την οποία κατέλιπε ο κληρονομούμενος στον πρώτο εναγόμενο, ανέρχεται σε 63.059 ευρώ. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η αξία αφενός μεν των αγρών ανέρχεται στο ποσό των 21.060 ευρώ, αφετέρου δε του οικοπέδου με τα επ` αυτού κτίσματα (οικία,αποθήκη και θέση στάθμευσης) στο ποσό των 15.000 ευρώ. Ωστόσο οι ανωτέρω αξίες προκύπτουν και από την αντίστοιχη δήλωση φόρου κληρονομιάς, της αποδοχής κληρονομιάς του πρώτου εναγομένου, που δηλώθηκε στη ΔΟΥ Ορεστιάδας σε συνδυασμό με την τοποθεσία, την έκταση και την εκμετάλλευση τους. Εξάλλου ναι μεν προκύπτει ότι η αξία του οικοπέδου με τα επ`αυτού κτίσματα με βάση το φύλλο υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ, ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, ωστόσο αυτή δεν αποτελεί την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία προκύπτει με σαφήνεια από τη δήλωση φόρου κεφαλαίου της ΔΟΥ μετά από την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ`αριθμ. ……./25-8-2014 αποδοχή κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου …… (βλ. προσκ. την υπ`αριθμ. …./2014 δήλωσης φόρου κληρονομιάς του πρώτου εναγομένου προς τη ΔΟΥ ….. και την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς). Τούτο διότι στις δηλώσεις φόρου συνεκτιμώνται παράμετροι των ακινήτων, που δεν λαμβάνονται υπόψη στην περίπτωση υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ. Εξάλλου το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση σχετικά με την αξία των ως άνω ακινήτων από τις ένορκες βεβαιώσεις των … και …., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγομένων και είναι συγγενείς τους (η μεν πρώτη αδελφή της συζύγου του πρώτου εναγομένου και μητέρας του δευτέρου, η δε δεύτερη είναι ξαδέλφη της συζύγου του πρώτου εναγομένου και μητέρας του δευτέρου), όλως αορίστως ανέφεραν ότι γνωρίζουν ότι η αξία του οικοπέδου με τα κτίσματα ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ ενώ η αξία του συνόλου των αγροτεμαχίων στο ποσό των 300 ευρώ χωρίς ωστόσο να αιτιολογούν την εκτίμηση τους αυτή παραθέτοντας π.χ. κάποιο συγκριτικό στοιχείο και απλώς ανέφεραν ότι αυτά τα γνωρίζουν από ιδία αντίληψη. Εν όψει όλων αυτών, δε συντρέχει λόγος επανάληψης της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την αξία των ακινήτων της κληρονομιάς αφού το Δικαστήριο είναι σε θέση από τα προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα να μορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση.

431/2019 ΑΠ – Κοινοί λογαριασμοί και δικαίωμα αναγωγής

(…) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` ΝΔ 118/1973,και αυτών των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός ,και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (ΑΠ946/2015, 1550/2007), εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα(ΑΠ 1001/2012, 2058/2007).

(…) Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι από το ποσό των 70.000 ευρώ, τα οποία ανέλαβε από την κοινή προθεσμιακή κατάθεση και τα φύλασσε στην συζυγική οικία εξαιτίας του φόβου του για την οικονομική κρίση, προέβη σε τμηματικές επανακαταθέσεις επιμέρους χρηματικών ποσών στους επίδικους τρεις κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς σε χρονικό διάστημα ενάμιση έτους περίπου, αρχής γενομένης μάλιστα την 20-8-2011, δηλαδή ένα μήνα μετά την ανάληψη ολοκλήρου του ποσού, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι οι καταθέσεις των χρηματικών ποσών που αναφέρει, οι οποίες πράγματι πραγματοποιήθηκαν στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, προέρχονται από το ποσό των 70.000 ευρώ, δοθέντος ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι εν λόγω λογαριασμοί τροφοδοτούνταν και με άλλα χρηματικά ποσά προερχόμενα από τα έσοδα των διαδίκων από την άσκηση της επαγγελματικής δράστηριότητάς τους.

1/2018 ΑΠ – Κριτήρια για την αντιμετώπιση ενός κοινού λογαριασμού μεταξύ συζύγων ως αποταμιευτικού ή μισθοδοτικού – επαγγελματικού

(…) Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των καταθέσεων που έγιναν με το νόμισμα του ευρώ εμφανίζει δεκαδικά ψηφία, όπως και ενδεικτικά 48,10 – 25,60 – 128,29 – 236,10 – 474,76 – 233,20 – 229,80 – 233,20 – 32,60 – 31,20 – 81,15 – 272,10 ευρώ, στοιχείο από το οποίο αβίαστα προκύπτει, ότι αυτές αφορούσαν αμοιβές πελατών της εναγομένης και σε καμία περίπτωση αποταμιευτικές καταθέσεις. Από τα παραπάνω στοιχεία της κίνησης του επίμαχου λογαριασμού, με βάση τα οποία, οι επιμέρους καταθέσεις του γίνονταν και μέσω διαφόρων εντός και εκτός της … τραπεζών, στοιχείο που καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί αποταμιευτικών καταθέσεων, αφού στην υποθετική εκδοχή τους αναγκαίως θα γίνονταν στην ίδια τράπεζα, τα διαστήματα που οι επιμέρους καταθέσεις έγιναν δεν απείχαν χρονικά μεταξύ τους, πολλές φορές την ίδια ή την επομένη ημέρα, στοιχείο που δεν δικαιολογεί το λόγο της χρονικής τους αυτής απόστασης αν επρόκειτο περί αποταμιευτικών καταθέσεων, τα κατατεθέντα είτε σε δραχμές είτε σε ευρώ ποσά εμφανίζουν δεκαδικά ψηφία, στοιχείο που δηλώνει ότι πρόκειται για ακριβείς αμοιβές της εναγομένης, αφού κατά την κοινή πείρα και λογική δεν γίνονται αποταμιευτικές καταθέσεις με τη μορφή αυτή και τέλος εκ του γεγονότος, ότι από τον ίδιο αυτό λογαριασμό έγινε πληθώρα αναλήψεων, στοιχείο το οποίο ουδόλως συνάδει σε αποταμιευτικούς λογαριασμούς, το Δικαστήριο δεν πείθεται στον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι ο εν λόγω λογαριασμός είχε το χαρακτήρα του αποταμιευτικού και στα πλαίσια της οικογενειακής οικονομίας λογαριασμού, πολύ δε περισσότερο ότι στον ίδιο αυτό λογαριασμό και με σκοπό την οικονομία κατέθετε και ο ίδιος χρήματα, με την έννοια του δικαιώματος του επ` αυτών, αφού και στην υποθετική αυτή εκδοχή και ενόψει όλων των προαναφερομένων, θα καθίστατο αδύνατο να ελεγχθούν τέτοιου είδους καταθέσεις του.

13448/2019 ΔΠΡ ΑΘ – Φορολογική αντιμετώπιση καταθέσεων σε κοινούς λογαριασμούς

(…) ποσό τραπεζικού λογαριασμού μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα του δικαιούχου του λογαριασμού, εφόσον δεν καλύπτεται από τα δηλωθέντα εισοδήματά του ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη, ενόψει των συνθηκών, πηγή ή αιτία, την οποία είτε αυτός επικαλείται, κατόπιν κλήσης του από τη Διοίκηση για παροχή σχετικών πληροφοριών ή προηγούμενη ακρόαση, είτε εντοπίζει η φορολογική αρχή, στο πλαίσιο της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο, αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων μέτρων ελέγχου(…)

(…) Επειδή, περαιτέρω, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η φορολογική αρχή δεν απεφάνθη αιτιολογημένα επί του ισχυρισμού του ότι οι φερόμενοι ως κοινοί λογαριασμοί του αδελφού του ή της μητέρας του ή της πρώην συζύγου του δεν συνιστούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους ο ίδιος πράγματι χρησιμοποιούσε, όφειλε δε, κατ΄ εφαρμογή του τεκμηρίου της κατ΄ ισομοιρία απόδοσης των ποσών που με αυτούς διακινήθηκαν, να επιμερίσει το σύνολο των καταθέσεων μεταξύ των ως άνω συνδικαιούχων. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Και τούτο διότι, η φορολογική αρχή δεν απέδειξε (ως έχουσα το βάρος της απόδειξης καθόσον ο προσφεύγων ήταν, κατά τεκμήριο, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα στη σκ. 6, συνδικαιούχος των κοινών λογαριασμών σε ποσοστό 50% προκειμένου για τους .…, .. κοινούς λογαριασμούς του με τον αδελφό του ….. και τον …. κοινό λογαριασμό του με τη μητέρα του … και σε 33,33% προκειμένου για τον … κοινό λογαριασμό του με τους .. και…) τους ισχυρισμούς της περί διαφορετικής αναλογίας των κατατεθειμένων χρηματικών ποσών. Ειδικότερα, ναι μεν η φορολογική αρχή επικαλέσθηκε, προς επίρρωση των ως άνω ισχυρισμών της, αφενός την ιδιότητα της μητέρας του προσφεύγοντος ως συνταξιούχου και άνευ άλλης επιχειρηματικής δραστηριότητας και αφετέρου την ιδιότητα του αδελφού του προσφεύγοντος, ο οποίος δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και της πρώην συζύγου, πλην όμως οι ιδιότητες αυτές, χωρίς να συνεπικουρούνται από άλλα στοιχεία (δοθέντος, άλλωστε, ότι η φορολογική αρχή δεν προκύπτει ότι διενήργησε έλεγχο στους λοιπούς συνδικαιούχους), δεν αρκούν να ανατρέψουν το τεκμήριο που θέτει ο νόμος, καθόσον και ο ίδιος ο προσφεύγων φέρεται ως ανεπάγγελτος.

825/2018 ΑΠ – Κατάσχεση σε κοινό λογαριασμό από το Δημόσιο

(…) Με το άρθρο δε 4 του Ν. 5638/1932, περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν, ορίζεται ότι: «Κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αυτή τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους..». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει, ότι με την κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων δικαιούχων, δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 489 ΑΚ, δηλαδή καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και η τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση. Όμως σε περίπτωση κατασχέσεως καταθέσεως κοινού λογαριασμού εκ μέρους του δανειστού ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται κατάσχει το σύνολο της καταθέσεως, αφού κατά αμάχητο τεκμήριο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. Έτσι η κατάθεση, κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους, παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν (ΑΠ 1812/2007, ΑΠ 785/1999).

20/2019 ΠΠΡ ΛΙΒΑΔ – Διαπίστωση ψυχικής ή διανοητικής κατάστασης από συμβολαιογράφο

(…) Το άρθρο 1 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) αφενός μεν ορίζει ότι ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, αφετέρου δε καθορίζει τα καθήκοντά του. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται η διαπίστωση της νοητικής ή ψυχικής κατάστασης αυτών που προβαίνουν ενώπιον του σε δήλωση βούλησης. Τούτο άλλωστε είναι δυσχερές, πλην οριακών καταστάσεων. Δεν είναι γνωστή περίπτωση που να κρίθηκε από δικαστήριο κάποιος ως ακαταλόγιστος χωρίς ιατρική διαπίστωση. Στο άρθρο 5 του ίδιου παραπάνω Κώδικα αναφέρεται πότε ο συμβολαιογράφος οφείλει αφενός να απέχει από τη σύνταξη πράξης και αφετέρου να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν, τα δικαιώματα που έχουν και να διαπιστώνει ότι γνωρίζουν τα αποτελέσματα καθίσταται εμφανές ότι όταν ο συμβολαιογράφος δεν τηρεί αυτές τις υποχρεώσεις του υποπίπτει σε παράβαση καθήκοντος που με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων μπορεί να υπαχθεί στις κυρώσεις του άρθρου 259 ΠΚ (ΑΠ 112/1937 ΑΠΕ, τ. Α,σημ.111). Οι υποχρεώσεις που ανατίθενται στο συμβολαιογράφο με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Συμβολαιογράφων προϋποθέτουν βαθιά γνώση του ισχύοντος δικαιίκού συστήματος εκ μέρους του. Το άρθρο 8 του ίδιου Κώδικα καθορίζει τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει κάθε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται η αξιολόγηση της πνευματικής ή ψυχικής κατάστασης του δικαιοπρακτούντος, δηλ. ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 131 εδ. ΑΑΚ. Αυτή η κατάσταση τότε μόνον επιφέρει ακυρότητα της δήλωσης βούλησης «αν περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του». Αν αυτή η κατάσταση είναι διαπιστώσιμη in abstracto, τότε ο συμβολαιογράφος οφείλει να απόσχει. Αν δεν το πράξει ενδεχομένως να υποπέσει σε παράβαση καθήκοντος. Στην ίδια αυτή παράβαση μπορεί να υποπέσει αν απόσχει παρότι η ψυχική ή διανοητική διαταραχή δεν περιόριζε «αποφασιστικά» τη λειτουργία της βούλησης του. Με τέτοιες εκδοχές υπάρχει παγίδευσή του συμβολαιογράφου. Διαφυγή από αυτή την παγίδα μπορεί να υπάρξει με το να ζητήσει ο συμβολαιογράφος πραγματογνωμοσύνη ή να εφοδιάζονται όλοι οι δικαιοπρακτούντες με έγγραφα ψυχιάτρου, όπερ άτοπο.

(…) Το σαφές νόημα αυτής της διάταξης είναι ότι ο συμβολαιογράφος, στα πλαίσια των πασίγνωστων ή των διδαγμάτων κοινής πείρας (336§§1,4 ΚΠολΔ), οφείλει, χωρίς να μεταβάλλεται σε μετρητή ευφυΐας ή ψυχίατρο, «μακροσκοπικά» να διαπιστώσει αν αυτός που προβαίνει σε δήλωση βούλησης είναι «εκτός τόπου και χρόνου» γιατί λχ βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους μέθης, ήτοι οφείλει να διαπιστώσει αν ο δηλών δεν είναι σε θέση να εκδηλώσει τη βούληση του. Το αν η δήλωση συμπορεύεται σε «αποφασιστικό» βαθμό (βλ. 131 ΑΚ) με τη βούληση και τούτη με τη λογική δεν είναι έργο του συμβολαιογράφου. Αν ο συμβολαιογράφος παραβεί την παραπάνω υποχρέωση του (καθήκον) διαπράττει, όπως προαναφέρθηκε, το έγκλημα του άρθρου 259 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις. Η ίδια η διάταξη με το ρήμα «οφείλει», περιγράφει νοηματικά το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος. Δεν είναι βέβαια καθήκον του συμβολαιογράφου (βλ. και άρθρο 441 ΚΠολΔ) να ερευνήσει αν πρόκειται για εικονική δικαιοπραξία ή μη εμφανώς δικαιοπραξία με άλλα ελαττώματα (λχ πλάνη, απειλή κλπ). Από τα προαναφερόμενα είναι σαφές ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι αρμόδιος ο συμβολαιογράφος να βεβαιώσει (242 §1 Π Κ) αν αυτός που προβαίνει σε δήλωση βούλησης «είχε ή δεν είχε, κατά το χρόνο που έγινε, συνείδηση των πράξεων του ή βρισκόταν ή δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε ή δεν περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του». Απλά σε περίπτωση ύπαρξης τέτοιου ελαττώματος η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, κατά το άρθρο 131 ΑΚ.

Κέντρα ειδικής αγωγής και προσωπικά δεδομένα

Με την υπ’ αριθμ. 4/2020 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού Χαρακτήρα επιβλήθηκε πρόστιμο σε κέντρο λόγου και ειδικής αγωγής, το οποίο αρνήθηκε αναιτιολόγητα να χορηγήσει στον αιτούντα-πατέρα, ο οποίος ασκούσε την  γονική μέριμνα, αλλά όχι την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου του, στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των συνεδριών ανά είδος συνεδρίας και μήνα, που παρακολουθούσε το τέκνο του, καθώς και τα σχετικά φορολογικά παραστατικά.

Σύμφωνα με πάγια νομολογία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού Χαρακτήρα ο ασκών την γονική μέριμνα γονέας έχει καταρχήν το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 15 ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 128 και 1510 ΑΚ, στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση, π.χ. απόφαση που ορίζει ως ασκούντα τη γονική μέριμνα τον άλλο γονέα, απόφαση απαγόρευσης επικοινωνίας με το παιδί κλπ. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται άμεσα να ικανοποιήσει το δικαίωμα αυτό.

Στην συγκεκριμένη υπόθεση σημειώνεται επιπρόσθετα πως «ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι τα εν λόγω φορολογικά παραστατικά συνιστούν και προσωπικά δεδομένα της μητέρας, ως καταβάλλουσας το σχετικό αναγραφόμενο επ’ αυτών ποσό, το δικαίωμα πρόσβασης του πατέρα ασκούντος τη γονική μέριμνα στα δεδομένα του τέκνου του μπορεί να περιορισθεί και, συνεπώς, να απαγορευθεί, μόνο εάν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και οι ελευθερίες άλλων, δηλαδή της μητέρας, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ. Η απλή άρνηση και εναντίωση της μητέρας για χορήγηση από το Κέντρο των αιτούμενων εγγράφων σε συνδυασμό με την έλλειψη επίκλησης δυσμενούς επίδρασης στα δικαιώματα και τις ελευθερίες της μητέρας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσκομμα στην ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης. Εξάλλου, το Κέντρο στο πλαίσιο της αρχής της λογοδοσίας, όφειλε να εξετάσει, εάν τίθεται ζήτημα δυσμενούς επίδρασης στα δικαιώματα και τις ελευθερίες της μητέρας, προκειμένου αιτιολογημένα να μην ικανοποιήσει το υπό κρίση δικαίωμα πρόσβασης.»

ECHR principles applicable to cases involving child welfare measures

Strand Lobben and Others v. Norway [GC]

§§ 202-213

206.  In instances where the respective interests of a child and those of the parents come into conflict, Article 8 requires that the domestic authorities should strike a fair balance between those interests and that, in the balancing process, particular importance should be attached to the best interests of the child which, depending on their nature and seriousness, may override those of the parents (see, for instance, Sommerfeld v. Germany [GC], no. 31871/96, § 64, ECHR 2003‑VIII (extracts)), and the references therein).

207.  Generally, the best interests of the child dictate, on the one hand, that the child’s ties with its family must be maintained, except in cases where the family has proved particularly unfit, since severing those ties means cutting a child off from its roots. It follows that family ties may only be severed in very exceptional circumstances and that everything must be done to preserve personal relations and, if and when appropriate, to “rebuild” the family (see Gnahoré, cited above, § 59). On the other hand, it is clearly also in the child’s interest to ensure its development in a sound environment, and a parent cannot be entitled under Article 8 to have such measures taken as would harm the child’s health and development (see, among many other authorities, Neulinger and Shuruk, cited above, § 136; Elsholz v. Germany [GC], no. 25735/94, § 50, ECHR 2000-VIII; and Maršálek v. the Czech Republic, no. 8153/04, § 71, 4 April 2006). An important international consensus exists to the effect that a child shall not be separated from his or her parents against their will, except when competent authorities subject to judicial review determine, in accordance with applicable law and procedures, that such separation is necessary for the best interests of the child (see Article 9 § 1 of the United Nations Convention on the Rights of the Child, recited in paragraph 134 above). In addition, it is incumbent on the Contracting States to put in place practical and effective procedural safeguards for the protection of the best interests of the child and to ensure their implementation (see the United Nations Committee on the Rights of the Child General Comment No. 14 (2013) on the right of the child to have his or her best interests taken as a primary consideration, paragraphs 85 and 87, quoted at paragraph 136 above).

208.  Another guiding principle is that a care order should be regarded as a temporary measure, to be discontinued as soon as circumstances permit, and that any measures implementing temporary care should be consistent with the ultimate aim of reuniting the natural parents and the child (see, for instance, Olsson v. Sweden (no. 1), 24 March 1988, § 81, Series A no. 130). The above-mentioned positive duty to take measures to facilitate family reunification as soon as reasonably feasible will begin to weigh on the competent authorities with progressively increasing force as from the commencement of the period of care, subject always to its being balanced against the duty to consider the best interests of the child (see, for example, K. and T. v. Finland, cited above, § 178). In this type of case the adequacy of a measure is to be judged by the swiftness of its implementation, as the passage of time can have irremediable consequences for relations between the child and the parent with whom it does not live (see, inter alia, S.H. v. Italy, no. 52557/14, § 42, 13 October 2015). Thus, where the authorities are responsible for a situation of family breakdown because they have failed in their above-mentioned obligation, they may not base a decision to authorise adoption on the grounds of the absence of bonds between the parents and the child (see Pontes v. Portugal, no. 19554/09, §§ 92 and 99, 10 April 2012). Furthermore, the ties between members of a family and the prospects of their successful reunification will perforce be weakened if impediments are placed in the way of their having easy and regular access to each other (see Scozzari and Giunta, cited above, § 174; and Olsson (No. 1), cited above, § 81). However, when a considerable period of time has passed since the child was originally taken into public care, the interest of a child not to have his or her de facto family situation changed again may override the interests of the parents to have their family reunited (see K. and T. v. Finland, cited above, § 155).

209.  As regards replacing a foster home arrangement with a more far-reaching measure such as deprivation of parental responsibilities and authorisation of adoption, with the consequence that the applicants’ legal ties with the child are definitively severed, it is to be reiterated that “such measures should only be applied in exceptional circumstances and could only be justified if they were motivated by an overriding requirement pertaining to the child’s best interests” (see, for example, Johansen, cited above, § 78, and Aune, cited above, § 66). It is in the very nature of adoption that no real prospects for rehabilitation or family reunification exist and that it is instead in the child’s best interests that he or she be placed permanently in a new family (see R. and H. v. the United Kingdom, no. 35348/06, § 88, 31 May 2011).

210.  In determining whether the reasons for the impugned measures were relevant and sufficient for the purpose of paragraph 2 of Article 8 of the Convention, the Court will have regard to the fact that perceptions as to the appropriateness of intervention by public authorities in the care of children vary from one Contracting State to another, depending on such factors as traditions relating to the role of the family and to State intervention in family affairs and the availability of resources for public measures in this particular area. However, consideration of what is in the best interests of the child is in every case of crucial importance. Moreover, it must be borne in mind that the national authorities have the benefit of direct contact with all the persons concerned, often at the very stage when care measures are being envisaged or immediately after their implementation. It follows from these considerations that the Court’s task is not to substitute itself for the domestic authorities in the exercise of their responsibilities for the regulation of the care of children and the rights of parents whose children have been taken into public care, but rather to review under the Convention the decisions taken by those authorities in the exercise of their power of appreciation (see, for example, K. and T. v. Finland, cited above, § 154; and Johansen, cited above, § 64).

211.  The margin of appreciation to be accorded to the competent national authorities will vary in the light of the nature of the issues and the seriousness of the interests at stake, such as, on the one hand, the importance of protecting a child in a situation which is assessed as seriously threatening his or her health or development and, on the other hand, the aim to reunite the family as soon as circumstances permit. The Court thus recognises that the authorities enjoy a wide margin of appreciation in assessing the necessity of taking a child into care (see, for example, K. and T. v. Finland, cited above, § 155; and Johansen, cited above, § 64). However, this margin is not unfettered. For example, the Court has in certain instances attached weight to whether the authorities, before taking a child into public care, had first attempted to take less drastic measures, such as supportive or preventive ones, and whether these had proved unsuccessful (see, for example, Olsson (no. 1), cited above, §§ 72-74; R.M.S. v. Spain, no. 28775/12, § 86, 18 June 2013, § 86; and Kutzner v. Germany, no. 46544/99, § 75, ECHR 2002‑I). A stricter scrutiny is called for in respect of any further limitations, such as restrictions placed by the authorities on parental rights of access, and of any legal safeguards designed to secure an effective protection of the right of parents and children to respect for their family life. Such further limitations entail the danger that the family relations between the parents and a young child are effectively curtailed (see K. and T. v. Finland, cited above, ibid., and Johansen, cited above, ibid.).

212.  In cases relating to public-care measures, the Court will further have regard to the authorities’ decision-making process, to determine whether it has been conducted such as to secure that the views and interests of the natural parents are made known to and duly taken into account by the authorities and that they are able to exercise in due time any remedies available to them (see, for instance, W. v. the United Kingdom, 8 July 1987, § 63, Series A no. 121, and Elsholz, cited above, § 52). What has to be determined is whether, having regard to the particular circumstances of the case and notably the serious nature of the decisions to be taken, the parents have been involved in the decision-making process, seen as a whole, to a degree sufficient to provide them with the requisite protection of their interests and have been able fully to present their case (see, for example, W. v. the United Kingdom, cited above, § 64; T.P. and K.M. v. the United Kingdom [GC], no. 28945/95, § 72, ECHR 2001‑V (extracts); Neulinger and Shuruk, cited above, § 139; and Y.C. v. the United Kingdom, no. 4547/10, § 138, 13 March 2012). From the foregoing considerations it follows that natural parents’ exercise of judicial remedies with a view to obtaining family reunification with their child cannot as such be held against them. In addition, in cases of this kind there is always the danger that any procedural delay will result in the de facto determination of the issue submitted to the court before it has held its hearing. Equally, effective respect for family life requires that future relations between parent and child be determined solely in the light of all relevant considerations and not by the mere effluxion of time (see W. v. the United Kingdom., cited above, § 65).

Ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας, τα οποία απασχόλησαν πρόσφατα την εθνική νομολογία

ΕιρΚαλλιθέας 29/2020 (πηγή: http://www.dsanet.gr/)

Εκουσία δικαιοδοσία. Θεμελίωση τοπικής αρμοδιότητας ενώ αιτούντες γονείς και τα τέκνα τους είναι κάτοικοι εξωτερικού. Διεθνής δικαιοδοσία βάσει Καν (ΕΚ) 2201/2003.

(…)

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 1 στοιχείο β’ και παράγραφος 2 στοιχ. β’, γ’ και ε’ του εν λόγω Κανονισμού (ΕΚ) 2201 /2003, συνάγεται ότι ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, και στην ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας, ιδίως την επιτροπεία, την κηδεμονία και ανάλογους θεσμούς, το διορισμό και τα καθήκοντα προσώπων ή οργανώσεων στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου ή η  διοίκηση της περιουσίας του παιδιού, η εκπροσώπηση του ή η φροντίδα του, τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διοίκηση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας του. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Κανονισμού 2201/2003, ο όρος «γονική μέριμνα» περιλαμβάνει το σύνολο   των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία, όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού, ενώ κατά το άρθρο 2 παράγραφος 8 του εν λόγω Κανονισμού, ο όρος «δικαιούχος γονικής μέριμνας» προσδιορίζει κάθε πρόσωπο που έχει τη γονική μέριμνα παιδιού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 1 του ίδιου Κανονισμού, τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 12 παράγραφος 3 ίου ως άνω Κανονισμού, τα δικαστήρια κράτους μέλους είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον: α) το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι ένας εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος ή το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους και β)  η  αρμοδιότητα  [διεθνής δικαιοδοσία]  των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και η αρμοδιότητα [διεθνής δικαιοδοσία] είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Ως ενδιαφερόμενα μέρη, πέραν από τους μετέχοντες δικαιούχους της γονικής μέριμνας, νοούνται και τρίτα πρόσωπα, εφόσον νομιμοποιούνται κατά τη lex fori ως διάδικοι στη σχετική διαδικασία (Βλ. Κράνης σε Αρβανιτάκη -Βασιλακάκη, Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 κατ’ άρθρο ερμηνεία, σελ. 148-149, ιδίως σημείωση 28).

Κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίον πρέπει να συντρέχει αποδοχή της παρέκτασης είναι η ημερομηνία που επιλήφθηκε το δικαστήριο, δηλαδή ο χρόνος της κατάθεσης του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, όπως ορίζει το άρθρο 16 του Κανονισμού. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο πεδίο εφαρμογής τού ανωτέρω Κανονισμού εμπίπτει και η αίτηση γονέων ασκούντων την επιμέλεια του προσώπου ανηλίκου για παροχή δικαστικής άδειας αποποίησης της επαχθείσας σε αυτό κληρονομιάς, εφόσον η άδεια προβλέπεται από το άρθρο 1625 περ. 1 ΑΚ, που εφαρμόζεται κατά τη ρητή διάταξη του όρθρου 1526 ΑΚ και στην περίπτωση της διαχείρισης της περιουσίας του ανηλίκου από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, και ως εκ τούτου συνιοτά μέτρο προστασίας του ανηλίκου τέκνου κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 στοιχ. β’ και 2 στοιχείο ε’ του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, αφού με το μέτρο αυτό προστατεύεται το ανήλικο από την απόκτηση περιουσίας που ενδέχεται να βαρύνεται με χρέη. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, καταρχάς αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους-μέλους στο οποίο κατοικεί ο γονέας ή οι ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, εκτός εάν υπάρχει δυνατότητα παρέκτασης κατ’ άρθρο 12 παρ. 3, οπότε αρμόδια μπορούν να καταστούν και τα δικαστήρια του κράτους-μέλους της ιθαγένειας του ανηλίκου, εφόσον η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και η αρμοδιότητα είναι προς το συμφέρον του παιδιού, η οποία κρίνεται κατά περίπτωση, κρινόμενης της διεθνούς δικαιοδοσίας αποκλειστικά και μόνο βάσει του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, ενόψει του ότι ο εν λόγω Κανονισμός αποτελεί ενωσιακό δίκαιο και έχει άμεση και καθολική ισχύ στα κράτη μέλη και ως εκ τούτου ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να τον εφαρμόζει, όπως ακριβώς το εθνικό δίκαιο (Βλ. ΠΠρΠειρ 1052/2016 αδημ.), ενώ ο ΚΠολΔ απλά αποτελεί τυπικό νόμο, οπότε ο τελευταίος ισχύει μόνο στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα, κανόνας που προκύπτει άμεσα από το άρθρο 28 του ελληνικού Συντάγματος. Και ναι μεν οι διαφορές σχετικά με την κληρονομική διαδοχή αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, η αίτηση ωστόσο αποποίησης κληρονομιάς δεν συνιστά διαφορά σχετική με την κληρονομική διαδοχή κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο στ’, του Κανονισμού αυτού και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, διότι με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β’, του εν λόγω Κανονισμού τα θέματα νομικής ικανότητας των φυσικών προσώπων αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του. Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, μπορεί να θεμελιωθεί τοπική αρμοδιότητα και κατ’ επέκταση και διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την παροχή άδειας αποποίησης κληρονομιάς στους γονείς Έλληνα ανηλίκου, ακόμη και αν ο ανήλικος διαμένει με τους γονείς του σε κράτος-μέλος της Ε.Ε., εφόσον η αίτηση κατατέθηκε ανεπιφύλακτα από αυτούς ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου και η κατ’ αυτόν τον τρόπο θεμελιούμενη αρμοδιότητα εξυπηρετεί  το  συμφέρον του ανηλίκου, ιδίως όταν έτσι διευκολύνεται η συλλογή αποδείξεων ή η υπό ενέργεια πράξη της αποποίησης, ώστε να παρέχεται η κατά το δυνατό ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προστασία δικαίου.

Τούτο άλλωστε θα μπορούσε να γίνει δεκτό και υπό το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 740 επ. ΚΠολΔ και της ελαστικότητας που χαρακτηρίζει την εφαρμοζόμενη στην παραπάνω περίπτωση διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, υπό την έννοια ότι σε αυτήν τη διαδικασία οι σχετικές διατάξεις έχουν απλώς καθοδηγητικό χαρακτήρα για το δικαστή, αφού κρίσιμο είναι το στοιχείο της δικαστικής αντίληψης ή πρόνοιας, οπότε σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ανάγκη αντίληψης ή πρόνοιας Έλληνα πολίτη, μη κατοικούντος στην Ελλάδα (όπως στην προαναφερθείσα περίπτωση αίτησης παροχής άδειας σε γονείς Έλληνα ανηλίκου που δεν κατοικούν στην Ελλάδα για αποποίηση κληρονομικού δικαιώματος εκ του θανάτου Έλληνα πολίτη) που προσφεύγει ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων, χωρίς να θίγονται δικαιώματα τρίτων (αλλοδαπών ή μη κατοίκων Ελλάδας), να μπορούσε να θεμελιωθεί διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων με κριτήριο την ιθαγένεια ή και άλλους συνδέσμους τοπικής αρμοδιότητας, πλην της κατοικίας του ανηλίκου (…)

ΕφΑθ 5415/2019 (πηγή: http://www.dsanet.gr/)

Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων βάσει άρθρου 5 παρ. 1 Κανονισμου (ΕΚ) 44/2001

(…)

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (…… χήρα ………, το γένος ……), με την αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης (εδρεύουσας στην Κύπρο εταιρείας με την επωνυμία «……… LIMITED»), προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (υπʼ αριθ. κατάθεσης ./.2011), ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου (τριόροφης οικοδομής στην . Αττικής) η οποία καταρτίστηκε με το υπʼ αριθ. ./. συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ………, μεταξύ του … (πωλητή), τότε συζύγου της εφεσίβλητης και μετέπειτα θανόντος και κληρονομηθέντος από εκείνη, και της εναγόμενης εταιρείας (αγοράστριας). Επικουρικώς η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε να διαρρηχθεί η προαναφερόμενη σύμβαση ως καταδολιευτική. Επί του παραπάνω δικογράφου, που περιείχε επικουρική σώρευση αγωγών (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), εκδόθηκε, κατʼ αντιμωλίαν των διαδίκων, η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την επικουρικώς σωρευόμενη αγωγή που αφορούσε τη διάρρηξη (άρθρ. 939 επ. ΑΚ), ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, προς την κυρίως σωρευόμενη αγωγή που αφορούσε την εικονικότητα, αφού κατʼ αρχάς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία (βλ. και παρακάτω) και αρμοδιότητα (καθʼ ύλην και κατά τόπον/άρθρ. 18 και 33 ΚΠολΔ αντιστοίχως) για την εκδίκαση αυτής, ότι εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο είναι το ελληνικό ως εκείνο που επέλεξαν τα μέρη με την επίκλησή του στην επίδικη σύμβαση (άρθρ. 3 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», πριν την αντικατάστασή της με τον Κανονισμό υπʼ αριθ. 593/2008 ο οποίος εφαρμόζεται σε συμβατικές ενοχές καταρτισθείσες μετά την 17.12.2009) και ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρ. 138 παρ. 1, 180, 513, 1192 αριθ. 1, 1033 ΑΚ, 68, 70, 176 ΚΠολΔ, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την έφεσή της, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, μόνο όμως κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της αγωγής της εικονικότητας και όχι και κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της επικουρικώς σωρευόμενης αγωγής της διάρρηξης, κατά την οποία, επομένως, η υπόθεση δεν μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο [άρθρ. 522 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 597/2016 ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1433/2010 ΝοΒ 2011/581].

Περαιτέρω, το προκείμενο Δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία για την κρινόμενη υπόθεση, απορριπτομένου ως νομικώς αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού που η εφεσίβλητη πρότεινε και πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις κατʼ έφεση προτάσεις της. Ειδικότερα, ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000 («για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»), ο οποίος έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση αφού αυτός από 1.3.2002 αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών και υπερισχύει, όπως και εκείνη, των διατάξεων της ίδιας ύλης του ΚΠολΔ, ενώ ο νεότερος Κανονισμός 1215/2012, που αποτελεί ουσιαστικώς αναδιατύπωση του προηγουμένου, εφαρμόζεται σε αγωγές που ασκήθηκαν μετά τις 10.1.2015 [βλ. ΑΠ 93/2017 ΝοΒ 2017/1875], στο άρθρ. 5 παρ. 1 ορίζει ότι: « Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε η όφειλε να εκπληρωθεί η παροχή». Με την προαναφερόμενη διάταξη ο Κανονισμός 44/2001 καθιερώνει για τις διαφορές από σύμβαση συντρέχουσα δικαιοδοσία προς την, κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 αυτού, γενική δικαιοδοσία των δικαστηρίων στο έδαφος του οποίου τα πρόσωπα έχουν την κατοικία τους (και αναλόγως τα νομικά πρόσωπα την έδρα τους). Ως διαφορά από σύμβαση νοείται και εκείνη που αφορά την ακυρότητα της σύμβασης [βλ. ΔΕΚ C-417/2015, ΔΕΚ C-366/2013, σε ΤΝΠΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ] και επομένως το άρθρ. 5 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001 καταλαμβάνει και την κρινόμενη αγωγή περί εικονικότητας της σύμβασης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τόπος εκπλήρωσης της παροχής είναι η Ελλάδα, αφού στην Ελλάδα βρίσκεται το φερόμενο ως πωληθέν και μεταβιβασθέν ακίνητο, δηλαδή ο τόπος της παροχής του πωλητή προς την αγοράστρια, αλλά επίσης και η κατοικία του πωλητή ως τόπος για την εκπλήρωση της παροχής του τιμήματος προς εκείνον από την αγοράστρια. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η αγωγή περί εικονικότητας εισάγει διαφορά μη αποτιμητή σε χρήμα [βλ. Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ I, 2000, άρθρ. 18 αριθ. 1, ΕφΛαρ 471/2011 ΤΝΠΔΣΑ], δεν υπόκειται σε δικαστικό ένσημο [βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, τόμος Α’, ΓενΑρχ, 2001, άρθρ. 138 αριθ. 27, ΑΠ 154/1965 ΝοΒ 1965/1010], ούτε έχει εμπράγματο χαρακτήρα, έστω και αν αφορά δικαιοπραξία σε ακίνητο και επομένως (εκτός αν σωρεύεται στο δικόγραφο αυτής και διεκδικητική αγωγή) δεν απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων [βλ. Βαθρακοκοίλη ο.π., αριθ. 28, ΑΠ 211/1996 ΕλΔ 1998/1282], ενώ όταν ασκείται από κληρονόμο του συμβαλλόμενου της εικονικής σύμβασης δεν απαιτεί την προηγούμενη υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς και την αποδοχή της κληρονομιάς εκ μέρους του [βλ. ΑΠ 475/1991 ΕλΔ 1993/564]. (…)

ΜΠρΘεσ 984/2020 (πηγή: http://www.dsanet.gr/)

Διαζύγιο Διεθνής Δικαιοδοσία σε περίπτωση στοιχείων αλλοδαπότητας -Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 Συμβουλίου

(…)

Ο Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται από 1-3-2005 (άρθρο 72 αυτού) και επέφερε την κατάργηση του προγενέστερου Κανονισμού (ΕΚ) 1347/2000, αποσκοπεί στην ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας μεταξύ των κρατών μελών και τη διασυνοριακή αναγνώριση των δικαιοδοσιών και των αποφάσεων σχετικά με τη λύση του συζυγικοί) δεσμού και τη γονική μέριμνα. Με την έναρξη ισχύος του ως άνω Κανονισμού επέρχεται, μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνέπραξαν στην αποδοχή του, υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου από τις διατάξεις του. Ο Κανονισμός εφαρμόζεται, όταν ο δικαιοδοτικός σύνδεσμος, που χρησιμοποιείται από την κατά περίπτωση εφαρμοστέα διάταξη, εντοπίζεται στο έδαφος κρότους μέλους. Όταν, επομένως, η συνήθης διαμονή του εναγόμενου, σε υπόθεση διαζυγίου, βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους, η διεθνής δικαιοδοσία θα ρυθμιστεί από τον Κανονισμό, χωρίς να τίθεται ζήτημα εφαρμογής του κοινού δικονομικού δικαίου. Το εσωτερικό δίκαιο παρεμβαίνει, εάν η υπόθεση συνδέεται μόνο με την ελληνική έννομη τάξη, εφαρμόζεται, δηλαδή, σε Έλληνες υπηκόους, εφόσον κανένας από τους  οποίους δεν έχει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, ούτε είχε τη συνήθη διαμονή, έτσι ώστε να καθιδρύεται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τελευταίου. Ο Κανονισμός  θεσπίζει μία σειρά, Παραλλήλως και συντρεχόντως ισχυουσών, χωρίς καμία σειρά προτεραιότητας ή ιεράρχηση μεταξύ τους, κύριων δικαιοδοτικών βάσεων, θεμελιωμένων άλλοτε στον τόπο της συνήθους διαμονής (3 παρ. 1 α του ως άνω Κανονισμού) και άλλοτε στην κοινή ιθαγένεια, οι δικαιοδοτικές δε αυτές βάσεις, που θεσπίζονται κατ’ αποκλειστικό τρόπο, με την έννοια της περιοριστικής απαρίθμησης τους και της αδυναμίας επέκτασης τους βάσει ρυθμίσεων των κατ’ ιδία εθνικών δικαίων ή δυνάμει της ιδιωτικής βούλησης, θέτουν εκποδών κάθε αντίθετη εθνική διάταξη, επίκληση της οποίας μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 είναι δυνατή, όταν, δηλαδή, δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες  από τον Κανονισμό βάσεις σε κανένα δικαστήριο κράτους μέλους. Έτσι, από την έναρξη ισχύος του, διεθνή δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου έχουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού, τα δικαστήρια κράτους μέλους α) στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η συνήθης διαμονή των συζύγων ή η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων, εφόσον ένας εξ αυτών έχει ακόμη αυτή τη διαμονή, ή η συνήθης διαμονή του εναγόμενου ή, σε περίπτωση κοινής αίτησης, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου συζύγου ή η συνήθης διαμονή του ενάγοντος, εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή η συνήθης διαμονή του ενάγοντος, εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και είναι υπήκοος του εν λόγοι κράτους μέλους, β) της ιθαγένειας των δύο συζύγων.

Η ιθαγένεια των συζύγων, κατά τον έλεγχο όλων των δικαιοδοτικών βάσεων του άρθρου 6 παρ. 1 α του Κανονισμού, είναι πλέον αδιάφορη, ώστε αυτοί μπορεί να έχουν αμφότεροι κοινή ιθαγένεια, διάφορη από αυτή του κράτους μέλους της κοινής διαμονής τους, ακόμη και αν πρόκειται για ιθαγένεια τρίτης χώρας, μπορεί, όμως, να έχουν και διάφορη έκαστος ιθαγένεια, όντας υπήκοοι είτε άλλου διάφορου ο καθένας κράτους, όχι απαραίτητα κράτους μέλους, σε σχέση με το δικάζον δικαστήριο της κοινής τους διαμονής, είτε άλλου κράτους ο ένας εξ αυτών και του δικάζοντος δικαστηρίου ο άλλος. Έτσι, αν και οι δύο σύζυγοι είναι αλλοδαποί, χωρίς μάλιστα οποιοσδήποτε από αυτούς να έχει την ιθαγένεια κράτους -μέλους, υφίσταται, όμως, το κριτήριο της συνήθους διαμονής στην Ελλάδα, υπό οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο άρθρα 3 παρ. 1 α του Κανονισμού περιπτώσεις, τα ελληνικό δικαστήρια έχουν πλέον δικαιοδοσία να εξετάσουν τη διαφορά, έστω κι αν τέτοια δικαιοδοσία δεν αναγνωρίζεται ο’ αυτό από τα δίκτυα της ιθαγένειας των συζύγων. Η ιθαγένεια, εξάλλου, ενός μόνο εκ των συζύγων, μολονότι συναντάται ως δικαιοδοτικός σύνδεσμος στα περισσότερα εθνικά δίκαια, όπως και στο ημεδαπό (παλαιό άρθρο 612 ΚΠολΔ και ήδη άρθρο 601 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015), αποκλείστηκε από τις κύριες δικαιοδοτικές βάσεις του  Κανονισμού ως υπέρμετρη, έτσι ώστε η ελληνική ιθαγένεια του ενός από τους συζύγους δεν είναι πλέον επαρκές κριτήριο για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων ως  προς τον άλλο σύζυγο, που συμβαίνει να είναι αλλοδαπός και να έχει τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος. Κρίσιμος χρόνος για την κατοχή της ιθαγένειας για αμφότερους τους διαδίκους είναι ο και άρθρο 16 του Κανονισμού χρόνος άσκησης της αγωγής (περί όλων των ανωτέρω, βλ.ΕφΑθ 2712/2011 ΕλλΔνη 2012,799, ΕφΘεσ 1377/2014 ΕΠολΔ 2014,738, ΕφΘεσ 1689/2005 Αρμ 2005,1782,  ΠΠΑθ 1630/2013 Αρμ  2014,1561 Αρβανιτάκη/Βασιλακάκη (Κράνη), ΕρμΕΚ (Ι)-ΚανΒρ ΙΙα, 2016, σελ. 15, άρθρο 3, αρ. 1 -3, 14, 22 και 33, σελ. 50 – 52, 57- 58, 62 και 71, αντίστοιχα, Ε. Κιουπτσίδου, Ζητήματα των κανονισμών 2201/2003 και 1347/2000 της Συμβουλίου της ΕΚ σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και αναγνώριση των αποφάσεων σας νομικές διαφορές, ΕλλΔνη 2005,653, Εισήγηση Ε. Κιουπτσίδου για τη Διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στις γαμικές διαφορές βάσει του 1347/2000 Κανονισμού του Συμβουλτου της ΕΚ, Αρμ 2001,1648, Ε. Βασιλακάκη, Ζητήματα εφαρμογής του Κανονισμού 2201/2003 σε θέματα διεθνούς δικαιοδοσίας, ΧρΙΔ 2009,193 επ,). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16 και 14 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι το διαζύγιο διέπεται από το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων, ήτοι κατά σειρά, α) από το δίκαιο της κοινής κατά τη διάρκεια του γάμου ιθαγένειας των συζύγων, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, β) από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους και γ) από ι: ο δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα, πλην, όμως, κρίσιμο χρονικό σημείο για τη διαπίστωση της συνδρομής και των τριών αυτών συνδετικών στοιχείων, με τη σειρά που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 14 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 16 ΑΚ, ο χρόνος έναρξης της διαδικασίας του διαζυγίου, ο οποίος συμπίπτει με το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής. Επομένως, αν κατά το χρόνο αυτό οι σύζυγοι ούτε κοινή ιθαγένεια έχουν, ούτε κοινή συνήθη διαμονή, γεγονός που, στη δεύτερη περίπτωση, συμβαίνει όταν η συμβίωση τους έχει διακοπεί σε προγενέστερο χρόνο, το διαζύγιο τους διέπεται από το δίκαιο με το οποίο αυτοί κατά τον ίδιο πιο πάνω κρίσιμο χρόνο συνδέονται στενότερο (βλ. σχετ. ΕφΔωδ 140/2005 Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 1555/2010 Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). (…)

ΜονΕφΠατρών 137/2019 (πηγή: http://www.dsanet.gr/)

Οικογενειακές διαφορές – Διεθνής δικαιοδοσία – Δικαίωμα επικοινωνίας απώτερων ανιόντων με ανήλικο τέκνο

(…)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 Κ.Πολ.Δ «Στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου». Ως βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων τίθεται η αρχή της εδαφικότητας με εξαίρεση τα πρόσωπα που απολαμβάνουν ετεροδικία. Με την παρούσα διάταξη καθιερώνεται ως κανόνας η Διεθνής δωσιδικία ων ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών εφ’ όσον αυτές συνδέονται με τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια με κάποια στοιχεία θεμελιωτικά της αρμοδιότητας τους κατά τις διατάξεις γενικών ή ειδικών δωσιδικιών 22-40 Κ.Πολ,Δ και δη κατοικία ή διαμονή εναγομένου στην Ελλάδα. Ίσως και από λόγους δημόσιας τάξης θα μπορούσε να θεμελιωθεί διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων όπως λ.χ όταν υπάρχει αδυναμία πραγματική προσφυγής στον αλλοδαπό δικαστή και η απόκρουση της ημεδαπής δικαιοδοσίας θα αναιρούσε ουσιαστικά  την έννομη προστασία του διαδίκου (Μ. Μαργαρίτη-Α. Μαργαρίτη «ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ» εκδ. 2η, αρθ. 3, σελ. 34-35, σημ. 1-2). Σύμφωνα δε με το άρθρο 23 Κ.Πολ.Δ «αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία ούτε στην Ελλάδα ούτε στο εξωτερικό αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει τη διαμονή του». Τόπος διαμονής θεωρείται αυτός που διαμένει χωρίς την πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης, όπως για σπουδές, θεραπεία (αρθ. 53 Α.Κ), αν ουδέποτε υπήρξε γνωστή   κατοικία ούτε διαμονή του εναγομένου αυτός ενάγεται στα δικαστήρια της πρωτεύουσας κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 24 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 601 είναι ανάλογη του προϊσχύοντος άρθρου 622 και θεσπίζει, για τις διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, μια ακόμα βάση διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, εκτός από αυτήν της κατά τόπον αρμοδιότητας των άρθρων 3 παρ. 1 και 22-40 Κ.Πολ.Δ. Με την έναρξη ισχύος του Κανονισμού 2201/2003  ο οποίος κατήργησε τον προγενέστερο Κανονισμό 1347/2000 επήλθε υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου από τις διατάξεις του, το πεδίο εφαρμογή του συρρικνώθηκε και εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό της διεθνούς δωσιδικίας μόνο στην περίπτωση που δεν ισχύει ο κανονισμός όταν δηλαδή η αλλοδαπή χώρα δεν είναι μέλος της ένωσης ή πρόκειται για την Δανία.

Κατά την ορθότερη γνώμη, η διάταξη εφαρμόζεται εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 2 διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων και στις διαφορές που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και την επικοινωνία με το τέκνο, οι οποίες σήμερα υπάγονται στο άρθρο 592 αρ.3 περίπτωση β’ και υπό το προϊσχύον δίκαιο στο άρθρο 681Β παρ. 1β’ Κ.Πολ.Δ. Και τούτο διότι η υπαγωγή των διαφορών για τη γονική μέριμνα στη διαδικασία του (πρώην) άρθρου 681Β του Κ.Πολ.Δ (υπαγωγή που θεσπίστηκε με το άρθρο 43 Ν 1329/1983, για λόγους διαδικαστικής ευχέρειας) και ήδη άρθρου 592 αρ.3 περίπτωση Β, δεν συνεπάγεται και την κατάργηση αντιστοίχου και της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων για τις διαφορές αυτές. Η δικαιοδοτική αυτή Βάση είναι η ελληνική ιθαγένεια κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είτε του πατέρα, είτε της μητέρας, είτε του τέκνου και δη ανεξαρτήτου του εάν πρόκειται για ενάγοντα ή για εναγόμενο στην σχετική δίκη. Γίνεται μάλιστα δεκτό, ότι η δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων θεμελιώνεται και στην περίπτωση κατά την οποία τα άνω πρόσωπα έχουν και αλλοδαπή ιθαγένεια εκτός από την ελληνική, διότι τότε υπερισχύει η ελληνική ιθαγένεια ως δικαιοδοτική Βάση. Η ελληνική ιθαγένεια λειτουργεί εν προκειμένω ως αυτοτελής δικαιοδοτική Βάση υπό την έννοια ότι θεμελιώνει, συντρέχουσα πάντως και όχι αποκλειστική, διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων ακόμα και όταν οι γονείς ή το τέκνο δεν έχουν, ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα (Απαλαγάκη «Ερμην Κ.Πολ.Δ», 4η έκδοση, αρθ. 601, σελ.1617, σημ.3). Εν προκειμένω, η εκκαλούσα πρόβαλλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση έλλειψης διεθνούς δωσιδικίας και κατά τόπο αρμοδιότητας, ενστάσεις τις οποίες επανέφερε και με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης της, παραπονούμενη ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου απέρριψε αυτές ως νόμω και ουσία αβάσιμες αντίστοιχα. Οι λόγοι αυτοί της έφεσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, δεδομένου του ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και το ανήλικο αυτής τέκνο καθώς και η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη φέρουν την ελληνική ιθαγένεια και ως εκ τούτου τα ελληνικά δικαστήρια διαθέτουν, το μεν πρώτο σύμφωνα με το άρθρο 3 Κ.Πολ.Δ. και δη για λόγους δημόσιας τάξης – αδυναμίας πραγματική προσφυγής στον αλλοδαπό δικαστή, το δε δεύτερο αναλογικά εφαρμοζομένου του άρθρου 601.2 Κ.Πολ.Δ, διεθνή δωσιδικία να δικάσουν την υπό κρίση περί επικοινωνίας ανιόντος μετά του ανηλίκου εγγονού οικογενειακή διαφορά, τα δε δικαστήρια της Πάτρας είναι ως μόνα κατά τόπο αρμόδια, ελλείψει κατοικίας της ενάγουσας στην Ελλάδα, με βάση την διαμονή αυτής (ενάγουσας) στην πόλη της Πάτρας καθό καιρό έρχεται και διαμένει προσωρινά στην Ελλάδα. Επομένως, ο πρώτος και δεύτερο λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι. (…)

ΜΠρΚω 664/2018 (πηγή: http://www.dsanet.gr/)

Διαζύγιο με στοιχεία αλλοδαπότητας – Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων και εφαρμοστέο δίκαιο

(…)

Με την έναρξη ισχύος του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 «περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας», ο οποίος ρυθμίζοντας τα ίδια ζητήματα, κατήργησε τον Κανονισμό 1347/2000 και άρχισε να εφαρμόζεται από 1-3-2005, επέρχεται μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνέπραξαν στην αποδοχή του, υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου από τις διατάξεις του. Περιορισμοί σε αυτήν υφίστανται μόνο στα πλαίσια που καθορίζει ο ίδιος ο Κανονισμός. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3§1 του ανωτέρω Κανονισμού δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους (πλην της Δανίας): α) στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται: (ί) η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή (ίί) η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων, εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή, ή (ίίί) η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή (ίν) σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή (ν) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή (νί) η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι είτε υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, έχει εκεί «domicile» (κατοικία), β) της ιθαγένειας των δύο συζύγων ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, του «domicile» (κατοικία) των δύο συζύγων. Συνήθης διαμονή, κατά τον ορισμό του ΔΕΚ, είναι ο τόπος, όπου το πρόσωπο έχει ορίσει, με σταθερό χαρακτήρα, το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των ενδιαφερόντων του, προκειμένου δε να καθοριστεί αυτή πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά συστατικά στοιχεία. Η συνδρομή ενός των κριτηρίων σχετικά με την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και δεν χωρεί, λόγω της ιδιομορφίας των γαμικών διαφορών, ρητή ή σιωπηρή παρέκταση (ΕφΑΘ 2712/2011 ΕλλΔνη 2012,799, ΕφΘεσ 1377/2014 ΕΠολΔ 2014,738, ΕφΘεσ 1689/2005 Αρμ 2005,1782, ΠΠΑθ 1630/2013 Αρμ 2014,1561, Το Διαζύγιο και οι Συνέπειες του στις Οικογενειακές Έννομες Σχέσεις, Ε.NO.Β.Ε, 2016 [Βασίλειος Κούρτης, Διεθνής Δικαιοδοσία και Εφαρμοστέο Δίκαιο στο Διαζύγιο κατά τους Κανονισμούς 2201/2003 («Βρυξέλλες Μα») και 1259/2010 (Ρώμη III»)], Αρβανιτάκη/Βασιλακάκη (-Κράνη), ΕρμΕΚ (1)-ΚανΒρ ΙΙα, 2016, σελ. 15, άρθρο 3, αρ. 1 -3, 14, 22 και 33, σελ. 50 – 52, 57- 58, 62 και 71, αντίστοιχα, Ε. Κιουπτσίδου, Ζητήματα των κανονισμών 2201/2003 και 1347/2000 της 2 ο / 464 / 2017 Συμβουλίου της ΕΚ σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και αναγνώριση των αποφάσεων στις γαμικές διαφορές, ΕλλΔνη 2005,653, Εισήγηση Ε. Κιουπτσίδου για τη Διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων στις γαμικές διαφορές βάσει του 1347/2000 Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΚ, Αρμ 2001,1648, Ε. Βασιλακάκη, Ζητήματα εφαρμογής του Κανονισμού 2201/2003 σε θέματα διεθνούς δικαιοδοσίας, ΧρΙΔ 2009,193 επ.). Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (EE) 1259/2010 του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 2010 για τη θέσπιση της ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό (Κανονισμός Ρώμη III) σκοπήθηκε ο καθορισμός κανόνων σύνδεσης στα συμμετέχοντα κράτη μέλη σε σχέση με το διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό. Σύμφωνα με τον Κανονισμό αυτό, ο οποίος εφαρμόζεται μεταξύ των συμμετεχόντων στην ενισχυμένη συνεργασία κρατών μελών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, όπου ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται μόνο όσον αφορά αγωγές που υποβάλλονται και στις συμφωνίες κατά την έννοια του άρθρου 5 αυτού που συνάπτονται από τις 29-7-2015, δυνάμει της απόφασης της Επιτροπής της 27ης Ιανουαρίου 2014 που επιβεβαιώνει τη συμμετοχή της Ελλάδας σε ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό (2014/39/ΕΕ), οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν με κοινή συμφωνία το δίκαιο που θα είναι εφαρμοστέο σε περίπτωση διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι ένα από τα ακόλουθα δίκαια και δη α) το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή β) το δίκαιο του κράτους της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή γ) το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας ενός εκ των συζύγων κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή δ) το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (άρθρο 5 παρ. 1 Κανονισμού). Κατά το άρθρο 8 του ίδιου Κανονισμού, εξάλλου, ελλείψει επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 5, το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους α) της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά το χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής, β) της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται ένα έτος και πλέον πριν από την υποβολή αγωγής στο δικαστήριο και εφόσον ο ένας εκ των συζύγων εξακολουθεί να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος κατά το χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής, γ) της ιθαγένειας των δύο συζύγων κατά το χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο, ή, ελλείψει αυτής, δ) του επιληφθέντος δικαστηρίου. Εξάλλου, το άρθρο 1 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού προσθέτει ότι αυτός εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση δικαίων. Το νέο, δηλαδή, αυτό νομοθέτημα αφορά αποκλειστικά σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας, αρκεί δε ο διεθνής χαρακτήρας του γάμου, η λύση του οποίου επιδιώκεται, με την έννοια ότι αρκεί οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο είναι πιθανό να δώσει στην κατάσταση διακρατικό χαρακτήρα, είτε λόγω των προσωπικών συνθηκών των συζύγων είτε λόγω των αντικειμενικών χαρακτηριστικών της σχέσης τους, ώστε ένα διαζύγιο μεταξύ συζύγων με διαφορετική ιθαγένεια είναι εξίσου διακρατικό με ένα διαζύγιο μεταξύ συζύγων με κοινή ιθαγένεια που ζουν σε ένα άλλο κράτος μέλος από αυτό της ιθαγένειας τους, ουδόλως δε επηρεάζεται το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού από τον ενδεχομένως εσωτερικό χαρακτήρα της λύσης του γάμου (βλ. σχετ. Α. Αρχοντάκη, Ο Κανονισμός Ρώμη III, Κανονισμός 1259/2010 του Συμβουλίου της 20ης.12.2010, ΕφΑΔ 2014,11). Εξάλλου, το άρθρο 4 του Κανονισμού (EE) 1259/2010 περιλαμβάνει τη ρήτρα περί οικουμενικής ή (καθολικής) εφαρμογής. Έτσι, το καθοριζόμενο από τον ΚανΡΙΙΙ δίκαιο, δηλαδή είτε το δίκαιο που επέλεξαν οι σύζυγοι (άρθρο 5), είτε ελλείψει επιλογής, το δίκαιο που προσδιόρισε βάσει αντικειμενικών κανόνων το forum, εφαρμόζεται ακόμα και αν δεν πρόκειται για δίκαιο συμμετέχοντος κράτους μέλους (Προοίμιο, αιτιολογική σκέψη 12). Αλλά μπορεί να είναι το δίκαιο ενός από τα κράτη μέλη της Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην εφαρμογή του ΚανΡΙΙΙ ή το δίκαιο τρίτης χώρας. Επίσης, εφαρμόζεται σε όλες τις αγωγές διαζυγίου με στοιχείο αλλοδαπότητας, για τις οποίες είναι αρμόδιο δικαστήριο κράτους μέλους που συμμετέχει στον ΚανΡΙΙΙ, ανεξαρτήτως εάν οι σύζυγοι είναι αμφότεροι πολίτες μη συμμετέχοντος κράτους μέλους ή τρίτης χώρας. Παρέπεται ότι, ο ΚανΡΙΙΙ αντικαθιστά πλήρως τους εθνικούς κανόνες καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στο διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό των συμμετεχόντων στον εν λόγω Κανονισμό κρατών μελών. Ως προς το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, αντικαθιστά το άρθρο 16 ΑΚ, που περιλάμβανε τους κανόνες συνδέσεως, για το διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό {Το Διαζύγιο και οι Συνέπειες του στις Οικογενειακές Έννομες Σχέσεις, Ε.NO.Β.Ε, 2016 [Βασίλειος Κούρτης, Διεθνής Δικαιοδοσία και Εφαρμοστέο Δίκαιο στο Διαζύγιο κατά τους Κανονισμούς 2201/2003 («Βρυξέλλες ΙΙα») και 1259/2010 (Ρώμη III»)]}. (…)

Επαγγελματικό απόρρητο και παράνομη μεταφορά αρχείων νομικού προσώπου στην προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση υπαλλήλου

(…) από την επισκόπηση των ηλεκτρονικών διευθύνσεων (emails) προκύπτει ότι επ’ ονόματι της εργαζόμενης διατηρούντο δύο, ήτοι ένα εταιρικό («…@ …») και ένα προσωπικό («…. @ gmail.com» ). Η ηλεκτρονική αλληλογραφία της απευθυνόταν, είτε σε συνεργάτες της, είτε σε πελάτες της εταιρίας και αφορούσε στην μεν πρώτη περίπτωση εσωτερική συνεννόηση μεταξύ των εργαζόμενων για τη σύναψη μίας σύμβασης μεταφοράς, τη προώθηση της μισθοδοσίας της, ή τη ρύθμιση των υπηρεσιών μεταξύ τους, στη δε δεύτερη περίπτωση προπαρασκευαστικές ενέργειες σύναψης με πελάτες σύμβασης μεταφοράς (στοιχεία μεταφοράς,. ποσότητες και είδος αγαθών προς μεταφορά, αναγκαίο αριθμό μεταφορικών μέσων, σημεία αποστολής – παράδοσης, κόστος μεταφοράς) και συνεννόηση διεκπεραίωσης των συμβάσεων, πάντοτε όμως αναφορικά με συγκεκριμένη μεμονωμένη σύμβαση μεταφοράς, κατ’ ιδίαν με τον εκάστοτε προμηθευτή – πελάτη και κυρίως μέσω του εταιρικού ταχυδρομείου. Συνεπώς, συγκριτικά με το σύνηθες ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τη φύση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας σε καθημερινή βάση, η μαζική αποστολή της εργαζομένης, από το εταιρικό ταχυδρομείο στο προσωπικό της, αρχείων μερικές ημέρες προ της παραίτησής της, που αφορούσαν μεγάλο όγκο συναλλαγών – πελατών και μάλιστα για προηγούμενα έτη, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί συνήθης, αντιθέτως κρίνεται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν προέκυψε σχετική εντολή της εταιρίας και ενώ επίκειτο άμεσα η παραίτησή της. Εν όψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η εργαζόμενη παράνομα και υπαίτια ενήργησε, στοιχειοθετούμενου του αδικήματος του άρθρου 370Β ΠΚ, αφού αθέμιτα αντέγραψε στοιχεία υπολογιστών, τα οποία συνιστούν επαγγελματικά απόρρητα, εφόσον παρανόμως μεταφέρθηκαν εκτός ηλεκτρονικών συστημάτων εταιρίας, με προφανή σκοπό να χρησιμοποιηθούν από την ανταγωνίστρια εταιρίας στην οποία θα προσλαμβανόταν, πληρούνται δε οι προϋποθέσεις τις αδικοπρακτικής της ευθύνης, αφού απέσπασε σοβαρό περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας (βλ. σχετ. ΕφΠατρ. 9/2001, δημ. ΝΟΜΟΣ), ασχέτως αν δεν το κοινοποίησε σε τρίτο.

Εξάλλου, αιτιωδώς από την συμπεριφορά της εργαζόμενης η εταιρία υπέστη προσβολή αναφορικά με την πίστη, την καλή φήμη του νομικού προσώπου, αφού προέκυψε αναστάτωση σε θέματα ασφάλειας των πληροφοριακών συστημάτων της εταιρίας και κυρίως σε ό,τι αφορά την πιστοποίηση του Εγκεκριμένου Οικονομικού Φορέα, η οποία υπόκειται τακτικά (ανά τριετία) σε επανέλεγχο από τις αρμόδιες τελωνειακός αρχές, ενώ διακυβεύτηκε η συνεργασία με μεγάλους πελάτες της εταιρίας. (…)

ΜΠρΠειρ 4137/2019

Πηγή: http://www.dsanet.gr/

Αναδρομική ανάκληση σύνταξης που χορηγούνταν για μακρό χρονικό διάστημα και παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία, απόφαση του ΕΔΔΑ

CASE OF ROMEVA v. NORTH MACEDONIA

(Application no. 32141/10)

(…)

60.  It is not disputed between the parties that the Fund’s decision of 18 October 2007, which retroactively divested the applicant of the retirement pension that she had been receiving since May 2000, amounted to an interference with her possessions within the meaning of Article 1 of Protocol No. 1. The Court sees no reason to hold otherwise (see, among other authorities, Fábián, cited above, § 62, and B. v. the United Kingdom, no. 36571/06, §§ 36 and 41, 14 February 2012). The Fund’s civil claim against the applicant (see paragraphs 23-25 above) for reimbursement of amounts paid to her between 2000 and 2007 is a consequence of the original interference with the applicant’s possessions, and as such, it will be examined by the Court in its assessment of the proportionality of the interference.

61.  In the circumstances of the present case, the Court considers that the applicant’s complaint should be examined under the general rule enunciated in the first sentence of the first paragraph of Article 1 of Protocol No. 1, especially as the situations envisaged in the second sentence of the first paragraph and in the second paragraph are only particular instances of interference with the right to peaceful enjoyment of property as guaranteed by the general rule set forth in the first sentence (see Beyeler, cited above, § 106, and Perdigão v. Portugal [GC], no. 24768/06, § 62, 16 November 2010). The Court will now assess whether that interference was prescribed by law, whether it pursued a legitimate aim, and whether there was a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim pursued (see, among many others, Broniowski, cited above, §§ 147-51).

(ii)  Lawfulness of the interference

62.  The Court finds that a proprio motu review of a final decision granting a pension is provided for in section 143 of the Pensions and Disability Insurance Act (see paragraph 29 above). Furthermore, the decision that deprived the applicant of her pension was based on section 258 of the Administrative Proceedings Act, which permitted a proprio motu review of a final decision in administrative proceedings, including proceedings relating to pensions (see paragraph 32 above).

63.  Noting that its power to review compliance with domestic law is limited (see, among other authorities, Kudrevičius and Others v. Lithuania [GC], no. 37553/05, § 110, ECHR 2015), the Court accepts that the proceedings in the applicant’s case were reopened as a consequence of the discovery of a mistake made by the Fund in its original assessment of the applicant’s eligibility for a pension. The procedure for a proprio motu review that caused the applicant to be divested of the right to a pension was thus used to correct that error.

64.  The foregoing considerations are sufficient to enable the Court to conclude that the interference with the applicant’s property rights was provided for by law, as required by Article 1 of Protocol No. 1 to the Convention.

(iii)  Legitimate aim

65.  The Court considers that depriving the applicant of her retirement pension pursued a legitimate aim – namely to ensure that the public purse was not called upon to subsidise for an indefinite period of time undeserving beneficiaries (see, for example, N.K.M. v. Hungary, no. 66529/11, § 59, 14 May 2013).

(iv)  Proportionality

66.  The Court must next examine whether the interference with the peaceful enjoyment of possessions struck a fair balance between the demands of the general interest of the public and the requirements of the protection of the individual’s fundamental rights, or whether it imposed a disproportionate and excessive burden on the applicant (see, among other authorities, Béláné Nagy, cited above, § 115).

67.  The Court notes that prior to the internal audit, the Fund’s records showed that the applicant had been employed during the period 1963-1967. It was only after the internal audit in the case of the applicant that irregularities appeared, in so far as the applicant’s employment booklet was found to be missing from the records, necessitating a request to the applicant’s former employer for data to confirm the accuracy of the Fund’s records, which were incomplete. In the absence of any information from that employer that the applicant had indeed been employed between 1963 and 1967, the Fund concluded that the data regarding her employment for the above-mentioned period had been erroneously entered in its records.

68.  In this connection, the Court notes that it has already found that there is nothing to suggest that the applicant was responsible for the incorrect assessment by the Fund of her pension request (see paragraphs 41-44 above; also contrast Kusina, cited above; and Zahi v. Croatia (dec.), no. 24546/09, §§ 63-67, 18 March 2014). On the contrary, it was the Fund’s lack of diligence in properly gathering and maintaining the relevant data in respect of the applicant and in processing her initial claim for a pension that led to the erroneous decision, which the Fund later sought to correct at the applicant’s expense (contrast B. v. the United Kingdom, cited above, § 39). The Government’s argument that the applicant had supplied the Fund with erroneous information regarding her past employment should therefore be dismissed (see paragraphs 51 and 52 above).

69.  Further to this point, the Court observes that the applicant’s claim that she had worked for various employers through “youth groups” between 1963 and 1967 was not contested by the Government.

70.  Being mindful of the importance of social justice, the Court would reiterate in this regard that, as a general principle, public authorities should not be prevented from correcting their mistakes – even those resulting from their own negligence. Holding otherwise would be contrary to the doctrine of unjust enrichment. It would also be unfair to other individuals contributing to social security funds – in particular those denied a benefit because they failed to meet the statutory requirements. Lastly, it would amount to sanctioning an inappropriate allocation of scarce public resources, which in itself would be contrary to the public interest (see, for example, Čakarević v. Croatia, no. 48921/13, § 79, 26 April 2018).

71.  Notwithstanding those important considerations, the Court nonetheless notes that the aforementioned general principle cannot prevail in a situation where the individual concerned is required to bear an excessive burden as a result of a measure divesting him or her of a benefit (see B. v. the United Kingdom, cited above, § 60). If a mistake has been caused by the authorities themselves, without any fault on the part of a third party, a different proportionality approach must be taken in determining whether the burden borne by an applicant was excessive.

72.  In assessing compliance with Article 1 of Protocol No. 1, the Court must carry out an overall examination of the various interests in issue (see Perdigão, cited above, § 68), bearing in mind that the Convention is intended to safeguard rights that are “practical and effective” (see, for example, Chassagnou and Others v. France [GC], nos. 25088/94 and 2 others, § 100, ECHR 1999 III). It must look behind appearances and investigate the realities of the situation complained of (see Broniowski, cited above, § 151; Hutten-Czapska v. Poland [GC], no. 35014/97, § 168, ECHR 2006 VIII; and Zammit and Attard Cassar v. Malta, no. 1046/12, § 57, 30 July 2015). That assessment may involve the conduct of the parties, including the means employed by the State and their implementation. In that context, it should be stressed that uncertainty – be it legislative, administrative or arising from practices applied by the authorities – is a factor to be taken into account in assessing the State’s conduct. Indeed, where an issue in the general interest is at stake, it is incumbent on the public authorities to act in good time, in an appropriate and consistent manner (see Tunnel Report Limited v. France, no. 27940/07, § 39, 18 November 2010, and Zolotas v. Greece (no. 2), no. 66610/09, § 42, ECHR 2013 (extracts)).

73.  In this regard the Court attaches particular importance to the fact that the revocation of the decision to grant a pension to the applicant was not based upon any new evidence but only upon a reassessment of the same evidence which was at the basis of the administrative decision, which became final as it had not been contested before the courts. In the Court’s view such a reassessment of evidence ex proprio motu ‒ outside the system of extraordinary remedies for quashing final administrative decisions ‒ brings into question legal certainty in the area of social security.

74.  In addition, the Court notes that the case at hand does not concern a suspension of the applicant’s pension, but the complete loss of her pension entitlements (see Apostolakis v. Greece, no. 39574/07, § 39, 22 October 2009; also contrast Fábián, cited above, § 74, and cases cited therein). The fact that she obtained a new pension entitlement as of 3 November 2009 on the basis of a subsequent legislative change is of no relevance in respect of the deprivation itself (see paragraph 27 above).

75.  The Court observes that prior to obtaining a pension the applicant had been dependent on the State’s social benefits scheme and had been in receipt of unemployment benefit (see paragraph 7 above). Owing to the applicant’s specific circumstances, the retirement pension had constituted her sole source of income for a period of over nine years. For more than two years of that period, being deprived of her pension, she had had no income whatsoever (see paragraph 26 above).

76.  Moreover, the Court surmises that the civil claim against the applicant and the enforcement proceedings aimed at claiming the reimbursement of the pension benefits paid to her (see paragraphs 23-25 above) are capable of further aggravating her already difficult financial situation (see Čakarević, cited above, § 89).

77.  Given the circumstances described above, it must be observed that   as a result of the impugned measure ‒ the applicant was faced, practically from one day to the next, with the total loss of her retirement pension, which constituted her sole source of income (see, among others, Moskal, cited above, § 74).

78.  In view of the above considerations, the Court finds that a fair balance has not been struck between the demands of the general interest of the public and the requirements of the protection of the individual’s fundamental rights and that the burden placed on the applicant was excessive.

79.  It follows that there has been a violation of Article 1 of Protocol No. 1 to the Convention.

Πηγή: https://hudoc.echr.coe.int

χρέη προς το Δημόσιο και αυτεπάγγελτη εφαρμογή επιεικέστερου νόμου

(…) μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης ίσχυσε ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν.4619/2019), στο άρθρο 469 του οποίου περιέχεται η παραπάνω επιεικέστερη διάταξη, κατά την οποία τα χρέη από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως είναι όλα τα προαναφερόμενα του πίνακα χρεών, ανεξάρτητα από το ποσό τους, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας, καθίσταται πλέον ανέγκλητη η αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για την οποία αυτή καταδικάσθηκε. Επομένως, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα περιέχουσα λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ), πρέπει κατ’ αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άνω επιεικέστερου νόμου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί η αναιρεσείουσα αθώα της αποδιδόμενης πράξης.

Απόφαση 1934/2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

πηγή: http://www.areiospagos.gr/

To ελληνικό δημόσιο πρέπει να δηλώνει ότι επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας

(…) η ανωτέρω αξιόποινη πράξη ήδη υπάγεταιστο άρθρο 375 παρ.1 του Νέου ΠΚ., για την ποινική δίωξη της οποίας απαιτείται, πλέον, έγκληση, που όμως δεν υπάρχει.

Συνεπώς πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 515 παρ.1 εδ.α’ ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 349 ΚΠΔ, να αναβληθεί η υπόθεση, προκειμένου να δηλώσει εντός της ως άνω νόμιμης προθεσμίας των τεσσάρων(4) μηνών από την έναρξη της ισχύος του του Νέου ΠΚ (1.7.2019), δηλαδή μέχρι 1.11.2019, το δικαιούμενο προς τούτο Ελληνικό Δημόσιο ότι επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, να ορισθεί δε ρητή δικάσιμος η 15.11.2019 ενώπιον του Ε’ Ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου με μέριμνα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να προσκομιστεί βεβαίωση περί του αν υποβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο δήλωση περί του ότι επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας.

(…)

Απόφαση 1447/2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Πηγή: http://www.areiospagos.gr/

Ne bis in idem: Η περίπτωση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων

Το προηγούμενο έτος το γραφείο μας απασχολήθηκε έντονα με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει, πως «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».

Ένα από τα ζητήματα, που αντιμετωπίσαμε νομολογιακά, αφορά στην αντιμετώπιση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων. Συγκεκριμένα, τέθηκε το ζήτημα αν η μια οριστική και μη υποκείμενη σε αναθεώρηση αλλοδαπή εισαγγελική διάταξη συνιστά “αθώωση με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου”.

Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η απόρριψη της έγκλησης ως μη νόμιμης ή ανεπίδεκτης δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον η απορριπτική διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 κάθε νέα καταγγελία κατά του ίδιου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωσή τους, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης της ποινικής δίωξης και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της άσκησης ποινικής δίωξης (Μπουρόπουλος ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 66, ΑΠ1995/2004 ΠΧ ΝΕ 730, 2004/2002 αδημ. Σκέψη, Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 91).

Η διάταξη αυτή αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον Εισαγγελέα, παράγει οιονεί δεδικασμένο και δεν καλύπτεται από την αρχή ne bis in idem, υπάρχει δε η δυνατότητα ανάσυρσής της όταν προκύπτει η ανάγκη διερεύνησης νέων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της (ΠλημΑΘ 2774/2014, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1995/2004 ΠοινΧρ 2005,730).

Επίσης αναφέρεται στο εν λόγω Βούλευμα πως “υφίσταται πράγματι ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου, πλην όμως, εν προκειμένω, κατετέθησαν από τους εγκαλούντες στις δικαστικές αρχές της χώρας μας νέα στοιχεία, που δεν είχαν ληφθεί υπόψιν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της Ρουμανίας, τα οποία δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης και οδήγησαν, κατ’ άρθ. 47 παρ. 3 και 43 παρ. 5 στην ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και στην άσκηση της υπό κρίση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δικονομική δυνατότητα που δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων μας (βλ. ad hoc ΣυμβΠλημΑΘ 2774/2014).”

Έτσι, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, όπου προβλήθηκε την πλευρά της υπεράσπισης (εν περιλήψει) η κάτωθι επιχειρηματολογία:

  • Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 1/2011 απόφασή Του (Α’ Τακτική Ποινική Ολομέλεια) έκρινε, ότι «η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικότερης αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, που περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 69Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο «Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις», που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Και είναι μεν αληθές, ότι με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 69Α ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να λαμβάνουν μέτρα, που αφορούν «τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών, για να εξασφαλίζεται η αναγνώριση, σε ολόκληρη την Ένωση, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών», αλλά για το ειδικότερο θέμα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στον ισόκυρο, κατά τα προλεχθέντα, με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Χάρτη, δεν απαιτείται προφανώς η θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών, αφού η διάταξη του άρθρου 50 του τελευταίου (του Χάρτη) είναι σαφής και πλήρης και αμέσως εφαρμόσιμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από το άρθρο 51 §1 του Χάρτη, οι δε προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να συναχθούν από την αυτόνομη ερμηνεία της».

  • Στην απόφαση υπ’ αρίθμ, C-398/12 του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, στην παρ. 40, πως: «Εν προκειμένω, η δυνατότητα επαναλήψεως της ανακριτικής διαδικασίας λόγω νέων αποδείξεων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 246 έως 248 ΚΠΔ [ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναφέρεται στο βελγικό δίκαιο, όπως προκύπτει και από τις παραγράφους 9-13], δεν μπορεί να αναιρέσει τον αμετάκλητο χαρακτήρα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί, βεβαίως, «έκτακτο ένδικο μέσο», υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά συνεπάγεται την κατ’ εξαίρεση κίνηση, βάσει διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, μιας χωριστής διαδικασίας και όχι την απλή συνέχιση της διαδικασίας που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Εξάλλου, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την επανάληψη της διαδικασίας είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη».

  • Σύμφωνα με τον Τζαννετή (Τζαννετής Αριστομένης, Περιορισμένο εθνικό και απεριόριστο ευρωπαϊκό δεδικασμένο: Με αφορμή την απόφαση Μ. του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5.6.2014, C-398/12, ΠοινΧρον 2015, σελ. 166), «Το εάν ένα αποδεικτικό είναι «νέο» ή διαφορετικό σε σχέση με τα ήδη ληφθέντα υπόψη μπορεί να κριθεί αξιόπιστα μόνο υπό την οπτική γωνία του Κράτους που έχει εκδώσει την πρώτη απόφαση. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος εκτίθεται στον κίνδυνο απεριόριστων νέων διώξεων σε καθένα από τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη, στα οποία αποκτώνται μεταγενεστέρως νέες αποδείξεις. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και αν αποβλέψουμε στην κατοχυρωμένη μέσω του άρθρου 50 του Χάρτη ελευθερία κινήσεως εντός του χώρου της ΕΕ, η οποία θα περιοριζόταν ανεπίτρεπτα αν ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να παραμένει εντός των συνόρων της χώρας που εξέδωσε την απόφαση που αναστέλλει τη δίωξη λόγω ανεπάρκειας των ενδείξεων ενοχής, φοβούμενος την υπαγωγή του στην ποινική δικαιοδοσία ενός άλλου Κράτους.

(…)

Ελλείψει δικαιοδοσίας τα λοιπά Κράτη οφείλουν απλώς να διαβιβάζουν στο πλαίσιο της διαρκώς ενισχυόμενης διακρατικής συνεργασίας τα νέα στοιχεία, που τυχόν συγκεντρώνουν, στο κράτος που έχει επιληφθεί πρώτο και μόνο αυτό μπορεί εφεξής να αξιολογήσει αν τα διαβιβαζόμενα στοιχεία είναι πράγματι νέα και αν επί τη βάσει αυτών πρέπει να συνεχισθεί η ανασταλείσα ποινική διαδικασία».

  • Tο υπ’ αρίθμ. 2774/2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, του οποίου είχε γίνει επίκληση στο υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διαφέρει ουσιωδώς από την κρινόμενη περίπτωση, αφενός, επειδή δεν προκύπτει, πως η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε στα ίδια πραγματικά περιστατικά, και αφετέρου, επειδή η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε σε ουσιωδώς διαφορετικά εγκλήματα, τα οποία στέφονταν κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εν λόγω βούλευμα, «…από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι στον προσφεύγοντα είχε υποβληθεί έγκληση για το αδίκημα του άρθρου 299 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο Τμήμα 26 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που αφορά στα αδικήματα κατά του ανταγωνισμού (άρθρα 298 έως 302), φέρει τίτλο «ενεργητική και παθητική δωροδοκία σε εμπορικές υποθέσεις», αφορά στη δωροδοκία υπαλλήλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που πλήττουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και διώκεται κατ` έγκληση (άρθρο 301 παρ. 1), εκτός εάν η Εισαγγελία κρίνει απαραίτητη για το δημόσιο συμφέρον την αυτεπάγγελτη δίωξη, κάτι που δεν προκύπτει από την υπό κρίση διάταξη ότι συνέβη. Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει από την ως άνω εισαγγελική διάταξη ότι η διενεργηθείσα έρευνα από τον Εισαγγελέα του Κίελου αφορά στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά για τα οποία κατηγορείται ο προσφεύγων στην Ελλάδα, το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος του, στη Γερμανία, αφορά σε τελείως διαφορετικό αδίκημα από την παθητική δωροδοκία που του αποδίδεται, στην Ελλάδα, φέροντας την ιδιότητα του υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή δωροδοκία μάλιστα προβλέπεται από τα άρθρα 331 έως 335 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, που βρίσκονται στο 30ο Τμήμα αυτού και αφορά στα αδικήματα περί την υπηρεσία, που διώκονται αυτεπάγγελτα. Επομένως, με τα αδικήματα αυτά (των άρθρων 299 και 331 επ. του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα) πλήττονται διαφορετικά έννομα αγαθά, υφίσταται μεταξύ τους αληθινή κατ` ιδέαν συρροή και δεν κωλύεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην Ελλάδα κατά του κατηγορούμενου για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, που αφορά σε εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία ακόμη και αν είχε εκδοθεί απαλλακτική απόφαση κατ` αυτού για το αδίκημα της εμπορικής δωροδοκίας που στρέφεται κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που έχει τεθεί στο αρχείο με διάταξη η ποινική δικογραφία σε βάρος του. Και τούτο διότι, στην περίπτωση της κατ` ιδέαν συρροής, κατά την οποία με την αυτή ενέργεια του δράστη τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και συνεπώς δεν κωλύει τη νέα δίωξη για την κατ` ιδέαν προς την πρώτη αληθώς συρρέουσα και μη κριθείσα άλλη αξιόποινη πράξη, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξεως απετέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΑΠ Ολ 1110/1982 ΠοινΧρ 1983, 379, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1246/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 19/2007 ΠοινΧρ 2007, 915). Άλλωστε, ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε να διωχθεί στη Γερμανία για το γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα που έχει τελέσει ως υπάλληλος στην Ελλάδα σε Βάρος του Ελληνικού Δημοσίου». Τα παραπάνω, όπως είναι προφανές, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή που υπάρχει ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου.

  • Στην υπ’ αρίθμ. C-261/09 του ΔΕΕ στις παρ. 38 και 39 αναφέρεται ρητά πως: «Συναφώς, δεν μπορεί να επαφίεται στην κρίση των δικαστικών αρχών κάθε κράτους μέλους να ερμηνεύσουν βάσει του εθνικού τους δικαίου την έννοια των «ίδιων πράξεων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου. Πράγματι, από την απαίτηση ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης προκύπτει ότι, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την ως άνω έννοια, αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozłowski, Συλλογή 2008, σ. I-6041, σκέψεις 41 και 42). Αποτελεί επομένως αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία, λόγω της ιδιότητάς της αυτής, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως οποιουδήποτε δικαστηρίου έχει επιληφθεί σχετικής διαφοράς, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον τίτλο VII του πρωτοκόλλου αριθ. 36 της ΣΛΕΕ, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

Πρέπει να επισημανθεί ότι και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ περιέχεται η αντίστοιχη έννοια των «ίδιων πραγματικών περιστατικών». Στο πλαίσιο αυτό, ο εν λόγω όρος ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι αφορούσε μόνο το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και περιελάμβανε ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος (βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2006, C- 436/04, Van Esbroeck, Συλλογή 2006, σ. I-2333, σκέψεις 27, 32 και 36, καθώς και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-150/05, Van Straaten, Συλλογή 2006, σ. I-9327, σκέψεις 41, 47 και 48)».

  • Στην παρ. 33 της υπ’ αρίθμ. C-467/04 αποφάσεως του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, πως «Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, που κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αμετάκλητης αποφάσεως συμβαλλομένου κράτους που εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως και με την οποία κατηγορούμενος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη».

  • Επισημαίνεται πως εξαιτίας των παραπάνω δημιουργείται και απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ’ ΚΠΔ, αφού παραβιάζονται διατάξεις, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Άλλωστε, η μη δίωξη του κατηγορουμένου για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο, συνιστά υπερασπιστικό του δικαίωμα, το οποίο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».-

  • Μάλιστα, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-ΕΔΔΑ, στην απόφασή του Sergey Zolotukhin v. Russia (Μείζονα Σύνθεση, 14939/03, 10 Φεβρουαρίου 2009, παρ. 79) συγκαταλέγει το άρθρο 50 του Χάρτη στα διεθνή κείμενα, που θεμελιώνουν την αρχή ne bis in idem και θεμελιώνουν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Εξάλλου, ως γνωστόν το δεδικασμένο αποτελεί «αρνητική δικονομική προϋπόθεση» για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Το παραπάνω προκύπτει ρητά από το άρθρο 310 παρ. 1 εδάφιο γ’, σύμφωνα με το οποίο «στην περίπτωση που συντρέχει δεδικασμένο ή δεν υπάρχει η έγκληση, η αίτηση ή η άδεια που απαιτείται για τη δίωξη (άρθρ. 55), το Συμβούλιο κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη». Επομένως, είναι σαφές, πως εν προκειμένω δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1β’ ΚΠΔ, αφού παραβίαζονται διατάξεις που αφορούν στην «κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα» (ίδετε Λυμπερόπουλος Λ., Η ανίσχυρη διαδικαστική πράξη, 2008, σελ. 80-81).-

Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω επιχειρηματολογία η υπ’ αριθμ. 1665/2019 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δικαίωσε τον κατηγορούμενο κρίνοντας τα εξής:

Το προαναφερθέν άρθρο 50 του Χάρτη μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, τυγχάνει εφαρμογής και επί αποφάσεων μίας δημόσιας αρχής που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός της οικείας έννομης τάξεως, όπως είναι η Εισαγγελία συμβαλλόμενου κράτους, με τις οποίες παύει αμετάκλητα η ποινική δίωξη σε ένα κράτος μέλος, έστω και αν αυτές λαμβάνονται χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου και δεν έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης. Τούτο διότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή διακηρύσσεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, σε διαδικασίες που οδηγούν εξάλειψη της δυνατότητας άσκησης δίωξης και διεξήχθησαν σε άλλο κράτος μέλος χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να μην απαιτεί ούτε η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους παρόμοια παρέμβαση Δικαστηρίου (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 11ης Φεβρουάριου 2003, υπόθεση C-187 και C-385/01, σκέψεις 28, 34 και 38, ιστοσελίδα curia.europa.eu). Προκειμένου να κριθεί αν μία διάταξη αποτελεί απόφαση με την οποία κάποιος δικάζεται αμετάκλητα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, πρέπει να εξακριβώνεται αν η διάταξη αυτή εκδόθηκε κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, οπ.π.). Τέλος, η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας λόγω νεώτερων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, υπόθεση C-398/12, ιστοσελίδα curia.europa.eu).

Κωνσταντίνος Πικραμένος

Μ.Δ.Ε. Ποινικού Δικαίου