Αστικές μισθώσεις ακινήτων

Με το ν. 1703/1987 ρυθμίστηκαν οι μισθώσεις κατοικιών και ειδικότερα οι μισθώσεις μόνο αστικών ακινήτων που χρησιμοποιούνταν ως κύρια κατοικία, δηλαδή ως κέντρο των βιοτικών σχέσεων του μισθωτή. Ο νόμος αυτός έπαυσε να ισχύει στις 30.6.1997 (βλ. άρθρα 10 παρ. 2 ν. 1703/1987 και 1 παρ. 1 ν.2235/1994). Μετά τη λήξη του ν. 1703/87 και τη συνακόλουθη κατάργηση της προστασίας των μισθώσεων της άνω κατηγορίας, οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ αποκλείεται η εφαρμογή του ν. 1703/87 ακόμη και για τις μισθώσεις που είχαν καταρτιστεί υπό την ισχύ του νόμου αυτού και υπάγονταν στις προστατευτικές διατάξεις του. Κατ’ εξαίρεση όμως η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1703/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2235/94, εξακολουθεί να ισχύει (βλ. ΑΠ 605/2007).

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1703/87 : «Η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για τρία (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά την 1.7.1997. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο…».

Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1703/1987 είναι ειδική, εξαιρετική, δημόσιας τάξης και αναγκαστικού δικαίου, γι’ αυτό αν η συμφωνημένη χρονική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη της τριετίας, η μίσθωση ισχύει για τρία (3) έτη, ενώ αν συμφωνήθηκε διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, ισχύει η συμφωνημένη μεγαλύτερη διάρκεια. Η ρύθμιση είναι δεσμευτική για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη (εκμισθωτή και μισθωτή) (βλ. ΑΠ 650/2007).

Έτσι λοιπόν καθ’ όλη τη διάρκεια της τριετίας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μένει στο μίσθιο και υποχρέωση να πληρώνει το μίσθωμα και ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να απαιτήσει από τον μισθωτή να αποχωρήσει πριν την λήξη της τριετίας. Επίσης, ο μισθωτής υποχρεούται, στην περίπτωση που εγκαταλείψει το μίσθιο πριν την παρέλευση της τριετίας, να αποπληρώσει όσα μισθώματα απομένουν μέχρι τη λήξη της τριετούς διάρκειας (βλ. 650/2007 ΑΠ, 1/2017 Ειρ. Ροδ).

Η καταγγελία της μίσθωσης πριν από την πάροδο τριετίας επιτρέπεται σε ειδικές περιπτώσεις τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή όσο και από την πλευρά του μισθωτή. Ειδικότερα, ο μεν μισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που: α) δεν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου στο συμφωνημένο χρόνο ή του αφαιρέθηκε στη συνέχεια η συμφωνημένη χρήση (585 ΑΚ), β) υπάρχουν στο μίσθιο πραγματικά ή νομικά ελαττώματα ή όταν εκλείπουν συμφωνημένες ιδιότητες (586 ΑΚ), γ) από τη μίσθωση απειλείται κίνδυνος για την υγεία του μισθωτή ή όσων συνοικούν μαζί του, ακόμη κι αν αυτός γνώριζε την ύπαρξη των επικίνδυνων αυτών συνθηκών (588 ΑΚ). Ο δε εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που: α) ο μισθωτής κάνει κακή χρήση του μισθίου ή χρήση αντίθετη από εκείνη που συμφωνήθηκε ή δεν έχει την πρέπουσα συμπεριφορά προς τους λοιπούς ενοίκους (594 ΑΚ), β) ο μισθωτής δεν καταβάλλει ολόκληρο ή μέρος του μισθώματος και μάλιστα στο χρόνο που οφείλει να το πράξει (597 ΑΚ).

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Εγκύκλιοι αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους.

Εγκύκλιοι αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους.

Στην από 13 -10 -2010 και με αριθ. πρωτ. Φ.7/ 517/ 127893 /Γ1 εγκύκλιο του ΕΝΙΑΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ Π/ΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΠΟΥΔΩΝ Π.Ε. ΚΑΙ Δ.Ε., ΤΜΗΜΑΤΑ Γ’ ΜΑΘΗΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, η οποία έχει ως θέμα «τα Δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους», αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις Διευθύνσεις μας, σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους, σας γνωρίζουμε ότι ο Συνήγορος του Πολίτη, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του κατά το άρ. 103 §9 του Συντάγματος και το Ν.3094/2003, σε έγγραφό του με αριθ. πρωτ. 124301/22966/11-8-2010 προς το γραφείο του Ειδικού Γραμματέα Π.Ε. και Δ.Ε. γνωστοποιεί τα ακόλουθα:

α) Στις περιπτώσεις που λόγω διάστασης ή διαζυγίου των γονέων μαθητή, η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του έχει ανατεθεί στον έναν γονέα (που διαμένει μαζί του), η περιστασιακή επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα που δεν μένει μαζί του, αλλά διατηρεί τη γονική μέριμνα αυτού, δεν μπορεί να απαγορευθεί εντός του σχολικού χώρου, κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορεί να απαγορευθεί η είσοδος του γονέα αυτού στο σχολείο. Η επικοινωνία αυτή θα γίνεται με τρόπο ώστε το σχολείο να μην μετατρέπεται σε χώρο άσκησης επικοινωνίας γονέα-μαθητή παρεμποδίζοντας την εκπαιδευτική διαδικασία.

β) Δεδομένου ότι η δικαστική απόφαση περί επικοινωνίας ορίζει μόνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο γονέας που μένει με το παιδί οφείλει να έχει αυτό στη διάθεση του άλλου γονέα, η επικοινωνία πέραν της ρυθμιζόμενης στη δικαστική απόφαση δεν μπορεί να αποκλείεται παρά μόνο αν ρητά την απαγορεύει η απόφαση, με εξαίρεση της συνδρομής σπουδαίου λόγου (π.χ. παρακώλυση της λειτουργίας της σχολικής μονάδας, άσκηση βίας ή πρόκληση ταραχής) είναι δυνατόν να μην επιτραπεί σε γονέα η είσοδος στο χώρο του σχολείου. Η οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή εντολή του ενός γονέα προς το σχολείο να απαγορεύσει την είσοδο του άλλου ή την επικοινωνία με το τέκνο, εξετάζεται με προσοχή, αλλά δεν είναι υποχρεωτική αφ’ εαυτής.

γ) Η συμμετοχή του γονέα που δεν διαμένει με το παιδί σε εκδηλώσεις, όπως οι σχολικές εορτές, δεν μπορεί επίσης να απαγορευθεί, παρά μόνο για σπουδαίο λόγο (εάν ο γονέας με τις ενέργειες του προκαλεί αναστάτωση της εκδήλωσης ή η παρουσία του δημιουργεί προβλήματα στο τέκνο). Η αντίθετη επιθυμία του άλλου γονέα, από μόνη της, δεν μπορεί να συνιστά σπουδαίο λόγο.

Επισημαίνεται ότι για την περίπτωση που η δικαστική απόφαση θέτει όρους για την υλοποίηση της επικοινωνίας (όπως σε περιπτώσεις που επιβάλλεται η παρουσία του άλλου γονέα ή κοινωνικού λειτουργού), η υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτήν επιβάλλει, προκειμένου να επιτραπεί επικοινωνία στο χώρο του σχολείου, να εξεταστεί από τους εκπαιδευτικούς εάν πληρούνται οι παραπάνω όροι.

δ) Η ενημέρωση του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου επιβάλλεται στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του σχολείου. Κατ’ εξαίρεση, εάν από τον γονέα έχει αφαιρεθεί συνολικά η άσκηση της γονικής μέριμνας, υποχρέωση ενημέρωσής του για το πρόσωπο του τέκνου (επομένως και για τη φοίτησή του) έχει ο άλλος γονέας.

ε) Η συμμετοχή του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου-μαθητή (αλλά το υπόλοιπο της γονικής του μέριμνας) στα συλλογικά όργανα της σχολικής κοινότητας (Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων) δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω της μη δικαστικής ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας σε αυτόν, εκτός εάν προβλέπεται η συμμετοχή του ενός μόνο γονέα, οπότε θα προτιμηθεί εκείνος που ασκεί την επιμέλεια.

στ) Η παραλαβή του τέκνου γίνεται από το πρόσωπο που ορίζει ο γονέας που ασκεί την επιμέλειά του. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων που ασκούν από κοινού την επιμέλεια, η παραλαβή θα πρέπει να γίνεται από το πρόσωπο που είχε ορισθεί , πριν προκύψει η διαφωνία τους, έως ότου προσκομισθεί στο σχολείο δικαστική απόφαση, η οποία να επιλύει τη διαφωνία των γονέων.

Μέριμνα του εκπαιδευτικού πρέπει να αποτελεί η προστασία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του παιδιού- μαθητή σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη την άποψη του παιδιού και έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον του, καθώς και την απρόσκοπτη άσκηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χωρίς να ευνοεί τυχόν ανοίκειες ιδιοκτησιακές αντιλήψεις του γονέα που ασκεί την επιμέλεια απέναντι στο παιδί-μαθητή.

Παρακαλούνται όλοι οι εκπαιδευτικοί των Σχολικών μονάδων να ενημερωθούν ενυπόγραφα.»

Περαιτέρω, στην από 30-5-2018 και με Αρ. Πρωτ. 88147/ΓΔ4 εγκύκλιο της ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΣΠΟΥΔΩΝ Π/ΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ Δ.Ε. ΤΜΗΜΑ Β’, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΤΜΗΜΑ Β’, με θέμα: «Διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο 13 της με αρ. πρωτ. 10645/ΓΔ4/22-1-2018 ΥΑ (Β’120)», αναφέρονται τα κατωτέρω:

«Κατόπιν ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στην Υπηρεσία μας και σύμφωνα με το αριθμ. 238695/5894/2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με την παρ. 5 του άρθρου 1 3 της με αρ. 10645/ΓΔ4/22-1-2018 (Β’120) Υπουργικής Απόφασης με θέμα «Εγγραφές, μετεγγραφές, φοίτηση και θέματα οργάνωσης της σχολικής ζωής στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», διευκρινίζεται ότι ο γονέας που μετά το διαζύγιο ή τη διάσταση δεν ασκεί την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, αλλά συνασκεί τη γονική μέριμνα αυτού δικαιούται πρόσβαση σε κάθε στοιχείο της σχολικής κατάστασης του/της ανήλικου/ης μαθητή/τριας, καθώς δεν θεωρείται «άλλο πρόσωπο».

Επισημαίνεται η με αρ. Φ7/517/127893/Γ1/13-10-2010 (ΑΔΑ: 4ΙΚΖ9-ΕΚ) εγκύκλιος του ΥΠ.Π.Ε.Θ. εξακολουθεί να ισχύει.».

Άρση διαφωνίας γονέων για την ονοματοδοσία του τέκνου και ορισμός ονόματος αυτού από το δικαστήριο.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 185 /2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον  Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Γ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’αρ. 5789/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 αρ.3 περ.β, 593 -602, 610 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4335/23-7-2015, που καταλαμβάνει τις αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1η-1-2016, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 ως άνω νόμου), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 518 παρ.2, 591 παρ.1  ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν προκύπτει ούτε επικαλούνται οι διάδικοι ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, πριν την άσκηση της έφεσης. Έχει δε κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3εδ.α του ΚΠολΔ, παράβολο, όπως προκύπτει από την σημείωση του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κάτωθεν της προαναφερθείσας έκθεσης κατάθεσης της έφεσης, αν και  δεν απαιτείται  στην προκειμένη περίπτωση, καθώς, σύμφωνα με το εδ. στ της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι διαφορές του άρθρου 592 παρ.1 και 3, όπως η ένδικη.

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 παρ.1 Α.Κ, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Κατά δε τα άρθρα 1511 παρ.1 και 1512 του ίδιου Κώδικα, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό ευρεία έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζονται όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1518 παρ.1 Α.Κ, η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Ωσαύτως με το άρθρο 15 του Ν.1438/1984, που αντικατέστησε το άρθρο 25 του Ν.344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» ορίζονται τα εξής: «Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα ή του ενός από αυτούς εφόσον έχει έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Αν ο ένας από τους γονείς δεν υπάρχει ή δεν έχει τη γονική μέριμνα, η δήλωση του ονόματος γίνεται από τον άλλο γονέα. Αν και οι δύο γονείς δεν υπάρχουν ή δεν έχουν γονική μέριμνα, το όνομα καταχωρίζεται με δήλωση αυτού που έχει την επιτροπεία του προσώπου του τέκνου. Η γενόμενη σύμφωνα με τα ανωτέρω δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται». Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς το ότι η ονοματοδοσία ανηλίκου τέκνου δεν είναι συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος που τελείται άπαξ (Ολ.Α.Π 240/1975, 99/1985) όπως και η συναρτημένη με αυτήν επιλογή του προσώπου του αναδόχου του τέκνου, προκύπτει ότι το δικαίωμα ονοματοδοσίας αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου  λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι όμως ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της γονικής μέριμνας. Συνεπώς και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, είναι απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, να αποφασίσουν αυτοί από κοινού για το όνομα που πρέπει να δοθεί στο τέκνο, σε περίπτωση δε διαφωνίας αυτών, αποφασίζει το δικαστήριο, με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου (A.Π 417/2005, Α.Π 631/2002, Α.Π 1700/2001, Α.Π 947/1996, Α.Π 716/1993, Α.Π 1321/1992, Εφ.Αθ. 3486/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης, Για να κριθεί τί αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν, βάσει αξιολογικών κριτηρίων, που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής. Η σχετική με το συμφέρον κρίση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά, κατά την υπαγωγή του πραγματικού στη νομική έννοια του συμφέροντος (Α.Π 534/1991, Α.Π 770/1986 ΝοΒ 35,742).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στην πρώτη ως άνω από 1-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……. αγωγή, ζητούσε να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτής και του εναγόμενου – εν διαστάσει συζύγου της, ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το όνομα «…..», ένεκα του ομώνυμου Αγίου , λόγω σχετικού ‘’τάματος’’ της ενάγουσας, πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς αυτό ήδη χρησιμοποιεί το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του και στο οποίο είχε συμφωνήσει ο εναγόμενος προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, άλλως, το διπλό όνομα ‘’…………’’, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ο ενάγων στη δεύτερη ως άνω από 20-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……….. αγωγή, (εναγόμενος στην πρώτη αγωγή), ζητούσε, επίσης, να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτού και της εναγόμενης -εν διαστάσει συζύγου του (ενάγουσας στην πρώτη αγωγή), ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το κύριο όνομα ‘’…….’’, που είναι το όνομα του πατρός του (ενάγοντος) πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς είθισται το πρώτο παιδί να λαμβάνει το όνομα του πάππου εκ της πατρικής γραμμής, και στο οποίο είχε συμφωνήσει η εναγόμενη προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με την εκκαλουμένη απόφασή του, (υπ΄αρ. 5789/2017) το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να συμβιβάσει τους διαδίκους, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στα  ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά αυτού, (κατ΄αρθρο 611 ΚΠολΔ), ακολούθως  συνεκδίκασε τις ως άνω δύο (αντίθετες) αγωγές, τις έκρινε ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες στα άρθρα 1510 επ.του ΑΚ, στη συνέχεια δε, απέρριψε την πρώτη αγωγή (με Ε.Α.Κ …….) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή τη δεύτερη αγωγή (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη και όρισε ως όνομα του ανήλικου αβάπτιστου άρρενος τέκνου των διαδίκων το ‘’……’’.

Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και εναγόμενη στην δεύτερη – ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της,  για  τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή. (Σημειωτέον ότι κατά τη εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου δεν ήταν παρόντες ούτε οι διάδικοι, ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως κατ΄άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, οπότε δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του δικαστηρίου, κατ΄άρθρο 611 ΚΠολΔ, προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της ένδικης διαφοράς τους).

Με το Ν.4335/2015, προστέθηκαν οι νέες διατάξεις των άρθρων 421 έως 424 του ΚΠολΔ, με τις οποίες επιφέρονται εκτε­ταμένες μεταβολές στο δίκαιο των ένορκων βεβαιώσεων. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 591 του ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τον ίδιο νόμο, προβλέπουν, τους εξής όρους του υποστα­τού – παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: α) κλήτευση του αντιδίκου με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύ­δει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, β) τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργάσιμων ημερών πριν την προσδιορι­σμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθρο 422 παρ.1 του ΚΠολΔ, το οποίο να διαλαμβάνει την ημερομηνία και ώρα λήψης, το ονο­ματεπώνυμο και τη διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, την αγωγή ή ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύ­θυνση της κατοικίας του μάρτυρα, δ) λήψη μέχρι πέντε ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικο ενώπιον του λειτουργικά και κατά τόπο αρμόδιου οργάνου, ε) ιδιό­τητα μάρτυρα, τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν, στ) ορκοδοσία και ζ) εμπρόθε­σμη υποβολή της ένορκης βεβαίωσης με τις προτάσεις. Αν δεν πληρούται κάποιος από τους ανωτέρω όρους, η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη, στην δε περίπτωση ζ, απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 του ΚΠολΔ και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Οι νέες διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου 9 Ν. 4335/2015. Επίσης, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.4335/2015, οι ρυθμίσεις των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αποκλει­στικά επί αγωγών που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη της παρ. 4, κατά τα λοιπά οι ρυθμίσεις του νέου νόμου, εφόσον δεν ορίζεται δια­φορετικά σε επιμέρους διατάξεις, εφαρμόζονται από την 1-1-2016. (βλ. Γιαννόπουλο/Χ.Τριανταφυλλίδη, Οι τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 στον ΚΠολΔ, στο πεδίο του δικαίου της απόδειξης, ΕλλΔνη 2016. 665, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν.4335/2015, σ.34).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αυτού, όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και των µε αρ. ……. ένορκων βεβαιώσεων των ………., αντίστοιχα, ενώπιον της Συµβολαιογράφου Πειραιώς ………, που προσκοµίζει µε επίκληση ο εναγόµενος – ενάγων ήδη εφεσίβλητος, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νοµότυπης κλήτευσης της ενάγουσας – εναγοµένης ήδη εκκαλούσας, όπως προκύπτει από τη µε αρ. ….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιµελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….., αποδεικνύνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:   [Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπ΄αρ. ……… ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………… αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει για πρώτη φορά η εκκαλούσα – ενάγουσα – εναγόμενη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών (κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσης κλήτευσης του αντιδίκου της, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ…….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….), διότι δεν αναγράφεται σε αυτές το επάγγελμα των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων, όπως απαιτείται από το νόμο για να είναι υποστατές, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος. Συνακόλουθα δε, ενόψει της μη λήψης υπόψη, από το δικαστήριο τούτο, των παραπάνω ένορκων βεβαιώσεων, δεν τίθεται ζήτημα λήψης υπόψη και των υπ΄αρ. ….. ένορκων βεβαιώσεων των ………, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, (κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσης κλήτευσης της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ. ……. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….), που προσκόμισε ο εφεσίβλητος, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο και μέσα στην προθεσμία προσθήκης- αντίκρουσης, προς αντίκρουση των όσων αναφέρονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις].

Οι διάδικοι τέλεσαν νόµιµο θρησκευτικό γάµο στις 12-7-2008 στην Αργυρούπολη Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν, στις 27-1-2015, ένα άρρεν αβάπτιστο τέκνο, µε τη µέθοδο της εξωσωµατικής γονιµοποίησης, µετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες ετών. Λίγο καιρό, όμως, µετά τη γέννηση του τέκνου τους δημιουργήθηκαν μεταξύ τους συγκρούσεις που οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους (στις 6-3-2015). Έκτοτε δε, η ενάγουσα – εναγοµένη διαµένει µαζί µε το τέκνο στην οικία της, ενώ µε την υπ’ αρ. 50/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της ανατέθηκε οριστικά η επιµέλεια του προσώπου του και ρυθµίστηκε το δικαίωµα επικοινωνίας του εναγοµένου – ενάγοντος  πατέρα του µε αυτό. Λόγω των έντονων αντιπαραθέσεων των διαδίκων, που συνεχίσθηκε και µετά τη διάσπαση της έγγαµης συµβίωσης, αυτοί δεν συμφωνούν ως προς την ονοµατοδοσία του τέκνου τους. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ενόψει ότι μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, (υποβαλλόταν σε εξοσωματική γονιμοποίηση ήδη από το έτος 2010, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά), κατάφερε να μείνει έγκυος, αποφάσισε να ονομάσει το τέκνο τους ‘’…….’’. Κι αυτό διότι, η διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης που τελικά οδήγησε στην εγκυμοσύνη της, έλαβε χώρα πλησίον της ημέρας της εορτής του …….. και συγκεκριμένα η ωοληψία και η μικρογονιμοποίηση των γαμετών έγινε στις 20-5-2014 και η μεταφορά δύο εμβρύων στις 23-5-2015, όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη βεβαίωση του ιατρού μαιευτήρα – γυναικολόγου του  Κέντρου Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής ‘’…………’’ …… Στην απόφαση αυτή της ενάγουσας, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά  ο εναγόμενος. Συμφώνησαν, εντούτοις, να δώσουν στο εν λόγω τέκνο τους και το όνομα ‘’…….’’, το οποίο ήταν το όνομα του πατέρα του εναγόμενου, σύμφωνα και με τα ελληνικά έθιμα. Μετά τη διάσπαση, όμως, της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και των αντιδικιών, έκτοτε, μεταξύ τους, διαφωνούν πλέον στην ονοματοδοσία του τέκνου τους και συγκεκριμένα, η μητέρα του -εκκαλούσα, με την οποία και κατοικεί αυτό, όπως προαναφέρθηκε, το αποκαλεί αποκλειστικά με το όνομα ‘’……..’’ και ο πατέρας του – εφεσίβλητος, όταν έχει επικοινωνία μαζί του, μόνο με το όνομα ‘’……’’. Το γεγονός ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων περιελάμβανε και τα δύο ονόματα, επιβεβαιώνεται εναργώς και από το μήνυμα που έστειλε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο, στις 8-11-2015, από το κινητό τηλέφωνο της μητέρας της, (σε απάντηση προηγηθέντος μηνύματος του εφεσίβλητου προς το δικό της κινητό τηλέφωνο ‘’ Να μας ζήσει ο …….. μας’’), με το εξής περιεχόμενο- απάντηση ‘’ ΜΠΕΡΔΕΥΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ Κ ΝΑ ΔΩΣΕΙΣ Κ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΑΣ. ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ Κ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΩΣΤΑ ΤΟΤΕ ΙΣΩΣ ΝΑ ΤΟΝ ΠΟΥΜΕ Κ ….. ….. Από το μήνυμα αυτό δεν προκύπτει, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος κι έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, να δοθεί στο τέκνο μόνο το όνομα ‘’…….’’, αφού σαφώς αναφέρεται το ‘’Κ’’, δηλ. ‘’ΚΑΙ’’ (…..). Τα  αναφερόμενα από τον μάρτυρα του εφεσίβλητου ……, και τους ως άνω ενόρκως βεβαιούντες, περί κοινής αρχικής απόφασης των διαδίκων να ονομαστεί το τέκνο τους αποκλειστικά ‘’…’’, τα οποία αντικρούονται από την κατάθεση της μάρτυρα της εκκαλούσας ….., η οποία, αντίθετα, αναφέρει ότι η αρχική απόφαση των διαδίκων ήταν να ονομαστεί το τέκνο μόνο ‘’………’’, δεν αποτελούν επαρκή απόδειξη κατά την κρίση του δικαστηρίου, για την μία ή την άλλη εκδοχή.

Πέραν τούτων, το παρόν δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα,  ανεξαρτήτως ποια ήταν η αρχική συμφωνία των διαδίκων – γονέων και των αιτημάτων τους, από τα οποία δεν δεσμεύεται, ότι, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει συνθηκών, είναι προς το συμφέρον του τέκνου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτό να λάβει το διπλό όνομα ‘’. – ….’’. Κι αυτό διότι, από τη μία πλευρά, ‘’Κωνσταντίνος’’ είναι το όνομα, με το οποίο το αποκαλεί η μητέρα του, το περιβάλλον της, αλλά και τα παιδιά κι οι νηπιαγωγοί στον παιδικό σταθμό, όπου φοιτά το εν λόγω τέκνο (όπως προκύπτει από την από 18-1-2018 βεβαίωση της υπεύθυνης του παιδικού σταθμού «…….» στην Αργυρούπολη, …..). Θα είναι δε δύσκολο, ενόψει του ότι το ως άνω τέκνο των διαδίκων, είναι ήδη πλέον πέντε (5) ετών, να αποκοπεί πλήρως από το όνομα αυτό, που έχει συνηθίσει και ταυτίσει με την έως τώρα διαμορφωθείσα προσωπικότητά του, σύμφωνα και με τα πορίσματα της ψυχολογίας (βλ. σχετ. και από 2-2-2018 και 28-11-2018 γνωματεύσεις της κλινικής παιδοψυχολόγου- ψυχοθεραπεύτριας στο  μαιευτήριο ‘’….’’ …. και της συμβούλου ψυχικής υγείας ……., αντίστοιχα). Από την άλλη πλευρά, η λήψη επίσης του ονόματος τού, ήδη αποβιώσαντος, παππού του από την πατρική γραμμή (‘’……’’), προστιθέμενο στο ‘’……’’, θα βοηθήσει το τέκνο, με ήπιο τρόπο, να αποκτήσει ισχυρότερο σύνδεσμο με τον πατέρα του, αλλά και το συγγενικό περιβάλλον αυτού, (πράγμα εξίσου σημαντικό για την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του), και να μην αποκοπούν συναισθηματικά, ενόψει και του γεγονότος ότι δε μένει με αυτόν, αλλά με τη μητέρα του. Ακόμη, το δικαστήριο  κρίνει ότι η λήψη τους ως άνω διπλού ονόματος δεν θα οδηγήσει σε σύγχυση το τέκνο, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην εκκαλουμένη, δεδομένου μάλιστα του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνηθίζεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, να δίνεται διπλό κύριο όνομα. Ειδικά δε για παιδιά, που γεννιούνται μετά από πολλές προσπάθειες, δεν είναι σπάνιο να λαμβάνουν το όνομα ενός Αγίου, εν είδει τάματος, (πολύ δε περισσότερο στην ένδικη περίπτωση, που η ημερομηνία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η οποία οδήγησε στη γέννηση του τέκνου, συνέπεσε με την εορτή του ως άνω Αγίου), μαζί με το όνομα που είθισται κατά τα ελληνικά έθιμα, ήτοι το όνομα του πάππου από την πατρική γραμμή. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου – εφεσίβλητου, τον οποίο επαναφέρει με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει να ονομασθεί το τέκνο τους ‘’……..’’, στα πλαίσια των μεταξύ τους διαφορών μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους,  ενώ, όπως υποστηρίζει, είχε αρχικά συμφωνήσει να δοθεί στο τέκνο (μόνο) το όνομα ‘’…….’’, εκτός του ότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, αληθή υποτιθέμενα τα υποστηριζόμενα από τον εφεσίβλητο, δεν στοιχειοθετούν, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, διότι το όνομα που θα δοθεί στο τέκνο προσδιορίζεται με κριτήριο το συμφέρον του τέκνου, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο βαθμό που, κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κατά τους βάσιμους, εν μερει,  περί τούτου λόγους της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, (πρέπει) να γίνει δεκτή η ως άνω πρώτη αγωγή της ενάγουσας (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό της αίτημα και να απορριφθεί η δεύτερη ως άνω αγωγή του ενάγοντος (με Ε.Α.Κ ……..) ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να αρθεί η διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να ορισθεί ως όνομα αυτού το ‘’………‘’. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μεταξύ τους σχέσης ως συζύγων (αρθρα 179, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε,στ ΚΠολΔ, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ          

Δικάζει την έφεση κατ΄αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 5789/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών.

Κρατεί. α) την από 1-6-2017 και με Ε.Α.Κ ……. αγωγή και β) την από 20-6-2017 και με Ε.Α.Κ …… αγωγή.

Συνεκδικάζει, επί της ουσίας, τις ως άνω αγωγές.

Απορρίπτει ότι έκρινε ως απορριπτέο.

Δέχεται την ως άνω υπό στοιχ. (α), με ΕΑΚ ………, αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα.

Απορρίπτει την ως άνω, υπό στοιχ. (β), με ΕΑΚ …….., αγωγή.

Αίρει τη διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και Ορίζει ως όνομα αυτού το ‘’….’’.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την απόδοση, στην εκκαλούσα, του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 29  Μαρτίου  2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

               Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                           Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.

 

Αχρεωστήτως καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές στον Ο.Α.Ε.Ε.

Απόσπασμα από την υπ’ αριθμ. 3167/2019 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς

(…)

Σύμφωνα τις εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις των άρθρων 10 (παρ.1) και 17 του Π.Δ. 258/2005 και 24 παρ.6 της Φ.Οικ. 10035/25147/ 4888/29-11-2006 υπουργικής απόφασης, οι οποίες ρυθμίζουν την περίπτωση της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων ασφάλισης, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία, οι εισφορές του κλάδου σύνταξης, που καταβάλλονται αχρεωστήτως μετά τη διακοπή της ασφαλιστέας απασχόλησης, επιστρέφονται από τον Ο.Α.Ε.Ε. ατόκως (με αίτηση του ασφαλισμένου ή και αυτεπάγγελτα) εντός του χρόνου παραγραφής, χωρίς η επιστροφή τους να εξαρτάται από τη συνδρομή οποιοσδήποτε άλλης προϋπόθεσης. Η υποχρέωση του Οργανισμού περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων εισφορών υφίσταται ανεξαρτήτως της καλοπιστίας ή κακοπιστίας του ασφαλισμένου ή της άγνοιας ή μη αυτού ή του ασφαλιστικού φορέα περί της υποχρέωσης καταβολής των εισφορών αυτών, καθόσον οι ως άνω διατάξεις, ως ειδικές, αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Α.Κ. (και ιδίως του άρθρου 905 αυτού), ενώ, εξάλλου, η 92/27-10-2010 εγκύκλιος της Διεύθυνσης Εσόδων του Ο.Α.Ε.Ε. αποτελεί εσωτερικό έγγραφο του τελευταίου και όχι κανονιστική πράξη, εκδοθείσα βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης και δημοσιευθείσα νομοτύπως, με συνέπεια να μην θεσπίζονται με αυτήν κανόνες δικαίου.

Παραχώρησης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο για λόγους επιείκειας

Η υπ’ αριθμ. 397/2016 απόφαση του Μονομελους Πρωτοδικείου Κω εξέτασε το ζήτημα της παραχώρησης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, για λόγους επιείκειας, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ιδιοκτήτης αυτής. Παρατίθενται κατωτέρω τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης:

«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσης του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στα πλαίσια της εξουσίας του για προστασία της οικογένειας σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, έχει το δικαίωμα να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, στον ένα από τους συζύγους. Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατό να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς το σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο (ΑΠ 1880/2008 Nomos, ΑΠ 1630/2002 ΝοΒ 2003, 1209, ΑΠ 792/2000 ΕλλΔνη 41, 1648, ΕφΑθ 5040/2010 ΕλλΔνη 2013, 480, ΕφΘεσ 2416/1996 Αρμ 1996.1222, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔνη 37, 358). Η δικαστική απόφαση, εξάλλου, που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης ισχύει όσο διαρκεί η διάσταση των συζύγων και παραμένουν αμετάβλητα τα πραγματικά περιστατικά που την υπαγόρευσαν. Η μεταβολή των πραγματικών περιστατικών επιτρέπει την αναθεώρηση της απόφασης και την έκδοση νέας (ΕφΑθ 1073/2006 ΕλλΔνη 2007, 609, ΕφΑθ 9076/2003 ΕλλΔνη 45, 895), ενώ, εάν δε ζητηθεί η αναθεώρηση, η απόφαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως όταν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος…»

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο αιτών ζήτησε να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, η παραχώρηση σε αυτόν προσωρινά της αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας, ιδιοκτησίας της συζύγου του, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση λόγω ειδικών συνθηκών, που αφορούσαν στο πρόσωπό του.

Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι «…Ενόψει όλων των παραπάνω πιθανολογούμενων παραδοχών, ιδίως των νέων συνθηκών ζωής των διαδίκων μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, της μειωμένης οικονομικής κατάστασης του αιτούντος και της προσωρινής αδυναμίας του να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες, επιπλέον δε, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα τέκνα των διαδίκων είναι σήμερα ηλικία 22 και 17 ετών αντίστοιχα και διαμένουν μόνιμα, όπως προεκτέθηκε, στην Αθήνα, η δε παραμονή του πατέρα τους στην άνω οικία δεν εμποδίζει την μετάβαση των ιδίων, όπως και της καθ` ης, στην Κω και την ευχερή και απρόσκοπτη (λόγω και της ευρυχωρίας της ως άνω οικίας) διαμονή τους στην οικία αυτή, το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγοι επιεικείας επιβάλλουν, ενόψει και των ειδικών συνθηκών κάθε διαδίκου, να παραχωρηθεί προσωρινά στον αιτούντα η χρήση της οικογενειακής στέγης…»

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Μετεγκατάσταση μητέρας στο εξωτερικό

Την υπ’ αριθμ. 4374/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) απασχόλησε το ζήτημα της μετεγκατάστασης στην αλλοδαπή, μητέρας η οποία ασκούσε μέχρι πρότινος την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, και το δικαίωμα του πατέρα να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας του από την μητέρα και την ανάθεσή της σε αυτόν. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην ανωτέρω απόφαση: 

«Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 § 1, 1511 § 1, 1513 § 1 εδ. πρώτο, 1514 και 1518 § 1 του ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα:… Ως κατευθυντήρια γραμμή και βασικό κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων στον έναν από τους γονείς τους, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως αυτής είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον έναν ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου (ΑΠ 537/ 2012 ΝοΒ 2012. 2359). Επίσης για την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε κάποιον γονέα λαμβάνονται υπόψη η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξής του (βλ. ΑΠ 425/1990, ΕλλΔνη 31. 997, ΕφΑθ 9281/1986, ΕλλΔνη 28. 1276, ΕφΑθ 1151/1986, ΕλλΔνη 27. 153) και οι δεσμοί του με τρίτα πρόσωπα (και πέρα από τους συγγενείς του) ή πράγματα. […]Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα τού ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι, έως τότε, δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης των τέκνων χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, εκτός αν συντρέχει ειδικός λόγος. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα, η πνευματική ανάπτυξη, η παιδαγωγική καταλληλότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας (βλ. ΑΠ 952/2007, ΕλλΔνη 50. 1666[…] Για την κρισιολόγηση των στοιχείων, που οδηγούν στο σκοπό αυτό, πρέπει να μη λαμβάνονται υπόψη οι τυχόν υπέρτερες οικονομικές δυνάμεις του ενός γονέα, να μη γίνεται επιλογή του γονέα με βάση το φύλο, τη γλώσσα, την ιθαγένεια, τις όποιες πεποιθήσεις του, να μην είναι καθοριστικό στοιχείο επιλογής ή απορρίψεώς του το γεγονός ότι πιθανόν είναι υπαίτιος της διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως (βλ. ΑΠ 1019/1994, ΕΕΝ 62. 615, ΑΠ 4140/1991, ΝοΒ 39. 1104, ΑΠ 728/ 1999, ΕλλΔνη 22. 324, ΑΠ 1968/1988, ΝοΒ 37. 1044, ΑΠ 283/1986, 180/1986, ΕλλΔνη 1986. 1288, 496), εφόσον ο κακός σύζυγος δεν είναι απαραιτήτως και κακός γονέας […] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1518 § 1 του ΑΚ η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει, πέραν των ανωτέρω αναφερομένων, και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Τέλος, στο άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης της 25.10.1980, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2102/1992, ορίζεται ότι: «Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το «δικαίωμα επιμέλειας» περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του, β) το «δικαίωμα επικοινωνίας» περιλαμβάνει το δικαίωμα να μεταφέρει κάποιος το παιδί για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου, έχει δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του, στα πλαίσια δε αυτού του δικαιώματος μπορεί να απομακρύνει το τέκνο από την Ελλάδα και να το εγκαταστήσει σε άλλη χώρα της επιλογής του (βλ. ΕφΘ 485/1999 Αρμ 2001. 480). Στην περίπτωση αυτή, ο άλλος γονέας έχει δικαίωμα, στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο, να το μεταφέρει στην Ελλάδα (όπου είναι ο τόπος της δικής του διαμονής) για ορισμένο χρονικό διάστημα, η διάρκεια του οποίου θα ορισθεί από το δικαστήριο με τη ρυθμίζουσα την άσκηση του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας δικαστική απόφαση(Γνμδ ΕισΑΠ1/1999,ΝοΒ48,272.) Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά του τέκνου από τον γονέα που έχει την επιμέλειά του στο εξωτερικό μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα του άλλου γονέα να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας και την ανάθεσή της σε αυτόν στα πλαίσια του συμφέροντος του τέκνου (1511 ΑΚ) […]

«…Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, κατά τον θρησκευτικό τύπο, στις … στην Πολιτεία Κηφισιάς από τον οποίο απέκτησαν στις … ένα τέκνο, την Α.Φ.Δ.** Κατόπιν προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την έγγαμη συμβίωση, οι διάδικοι προέβησαν συναινετικά σε λύση του γάμου τους με την με αριθμό …/2010 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, εκδοθείσα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Δυνάμει του από 14.01.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο επικυρώθηκε με την παραπάνω απόφαση, οι διάδικοι συμφώνησαν να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης θυγατέρας τους στην καθ’ ης η αίτηση ενώ ρυθμίστηκε η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος με την ανήλικη. Κατά τα έτη που ακολούθησαν, οι διάδικοι, με γνώμονα το συμφέρον της ανήλικης διατήρησαν αρμονικές σχέσεις. Ειδικότερα, ο αιτών καταβάλλει αδιαλείπτως το ποσό των 350 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ως συνεισφορά του ιδίου στις ανάγκες διατροφής της ανήλικης, ενώ επιπλέον καλύπτει και άλλα έξοδα του, όπως το ήμισυ των ιατρικών, σχολικών και εξωσχολικών της δαπανών, καθώς και εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα για τη σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης νοσοκομειακής περίθαλψης. Η δε καθ’ ης η αίτηση, ως ασκούσα την επιμέλεια της ανήλικης, ουδέποτε παρεμπόδισε την επικοινωνία αυτής με τον αιτούντα-πατέρα της, αντιθέτως μάλιστα την ενθάρρυνε, και έτσι το δικαίωμα επικοινωνίας ασκείται τακτικά και πέραν των συμφωνηθέντων με το παραπάνω αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η ανήλικη να έχει αναπτύξει στενούς δεσμούς αγάπης με αμφότερους τους γονείς της, έχοντας δε μεγαλώσει σε ένα ήρεμο περιβάλλον, αναπτύχθηκε σε μία ολοκληρωμένη και ώριμη, για την ηλικία της, προσωπικότητα, χωρίς να έχει επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της το διαζύγιο των γονέων της. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης η αίτηση νυμφεύθηκε με τον Αυστραλό υπήκοο και κάτοικο Σύδνευ Αυστραλίας, Α.Μ.**, αποφάσισε δε να εγκατασταθεί, μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στην παραπάνω πόλη, προκειμένου να συνοικήσει εκεί με το νέο σύζυγό της. Στην απόφασή της αυτή γνωστοποίησε στον αιτούντα, με την από 10.02.2016 εξώδικη πρόσκλησή της, δια της οποίας τον καλούσε να ρυθμίσουν τα σχετικά με την επικοινωνία αυτού με την ανήλικη, ενόψει της παραπάνω επικείμενης μετεγκατάστασης. Πιθανολογήθηκε εξάλλου ότι ο αιτών ουδόλως συμφώνησε με την απόφαση αυτή της καθ’ ης, καθώς θεώρησε ότι δια της παραπάνω μετεγκατάστασης το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του δεν θα ασκείται ουσιαστικά, ακολούθησαν δε συναντήσεις και εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις προκειμένου να διευθετηθούν τα σχετικά ζητήματα, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, ο αιτών άσκησε την υπό κρίση αίτηση, αιτούμενος να ανατεθεί σε αυτόν η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Η επιλογή αυτή του αιτούντος παρά τα περί του αντιθέτου επικαλούμενα από την καθ’ ης δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς ουδόλως ως αντιφατική μπορεί να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά του, συνιστάμενη αφενός στην ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου στην αίτηση για ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας της ανήλικης, δεδομένου ότι αυτή εκπορεύεται από την αληθινή ανησυχία του για το μέλλον της ανήλικης και της σχέσης του με αυτή. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης προτίθεται, από το Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, να εγκατασταθεί στην οικία του νέου της συζύγου στο Σύδνεϋ Αυστραλίας, όπου ήδη έχει ανεύρει εργασία. Ο τελευταίος ζει με τα δύο ανήλικα άρρενα τέκνα του, προερχόμενα από προηγούμενο γάμο του, ηλικίας περίπου έντεκα και εννέα ετών. Η γνωριμία, εξάλλου, της καθ’ ης η αίτηση με τον παραπάνω αναφερόμενο νέο σύζυγό της, στα πλαίσια απλών κοινωνικών επαφών, είναι πολυετής, πλην όμως ουδόλως διευκρινίστηκε το χρονικό σημείο έναρξης της ερωτικής της σχέσης με αυτόν, η οποία είχε ως κατάληξη τον γάμο, καθώς ούτε η μάρτυρας της καθ’ ης κατέθεσε περί τούτου με σαφήνεια, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι η ίδια έμαθε για τη σχέση προ 1,5 έτους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν έχει κανέναν άλλο δεσμό με την χώρα αυτή (Αυστραλία), καθώς δεν κατοικεί εκεί κανένα συγγενικό ή φιλικό της πρόσωπο. Σο ανήλικο τέκνο των διαδίκων έχει γνωρίσει το νέο σύζυγο της καθ’ ης-μητέρας της, καθώς και τα τέκνα αυτού, πλην όμως η γνωριμία τους περιορίζεται σε ολιγοήμερες επαφές, κατά τη διάρκεια ταξιδιών που η καθ’ ης με την ανήλικη έκαναν στην Αυστραλία και στο Ντουμπάι, καθώς και σε πρόσφατες διακοπές του νέου συζύγου της καθ’ ης με τα ανήλικα τέκνα του στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων και ο νέος σύζυγος της καθ’ ης και τα ανήλικα τέκνα του δεν ομιλούν την ίδια γλώσσα, καθώς αφενός μεν η πρώτη δεν ομιλεί επαρκώς την αγγλική γλώσσα, αφετέρου δε οι λοιποί δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα. Από όλα τα ανωτέρω πιθανολογήθηκαν τα εξής: Η καθ’ ης η αίτηση προτίθεται να εγκατασταθεί, μαζί με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, σε ένα ουσιαστικά άγνωστο για αμφότερες περιβάλλον, και δη σε μία χώρα που απέχει ουσιωδώς τόσο χιλιομετρικά, όσο και ουσιαστικά από την Ελλάδα. Στη χώρα αυτή η ανήλικη θα πρέπεινα προσαρμοστεί σε συνθήκες συμβίωσης με έναν άνδρα, το σύζυγο της καθ’ ης, και δύο ανήλικα αγόρια, τους οποίους ελάχιστα γνωρίζει και με τους οποίους θα έχει, εκ των πραγμάτων, μικρή δυνατότητα επικοινωνίας. Παράλληλα, θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, στα πλαίσια του οποίου θα αντιμετωπίσει, εκ της μη γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, και τουλάχιστον για το αρχικό χρονικό διάστημα, δυσχέρειες και εμπόδια στη μαθησιακή της εξέλιξη και πρόοδο. Σο τελευταίο αναπόφευκτα θα συμβεί, όσα μέτρα και αν ληφθούν εκ των προτέρων από την καθ’ ης, με την υποβοήθησή της στην εκμάθηση της γλώσσας, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη και η διαφορετικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος της Αυστραλίας από αυτό της Ελλάδας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων κατά το επερχόμενο σχολικό έτος θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της Γ” τάξης του δημοτικού, βρίσκεται συνεπώς σε κρίσιμο σημείο για εκπαιδευτική της εξέλιξη. Πλέον των ανωτέρω, η ανήλικη θα αναγκαστεί να αποκοπεί βίαια από το οικείο και συγγενικό της περιβάλλον. Ειδικότερα, πέραν της τακτικής επαφής της με τον αιτούντα-πατέρα τηςη ανήλικη θα απωλέσει τη συχνή επαφή, που έως τώρα είχε, με τους παππούδες και γιαγιάδες της, τους θείους της, αλλά και με τους φίλους και συμμαθητές της. Η δια ζώσης επαφή εξάλλου, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την τηλεφωνική επικοινωνία, ούτε όμως και από την οπτικοακουστική επικοινωνία μέσω διαδικτύου (skype). Επιπλέον, δεν θα είναι δυνατή η συχνή μετάβαση της ανήλικης στην Ελλάδα, τόσο εξαιτίας της απόστασης, όσο και εξαιτίας της αλλαγής ημισφαιρίου, δεδομένου ότι η Αυστραλία βρίσκεται στο νότιο ημισφαίριο, και όσων αυτό συνεπάγεται, όπως είναι η διαφοροποίηση των εποχών, ο αποσυγχρονισμός της ζώνης ώρας και η επίδραση των ανωτέρω στον ανθρώπινο οργανισμό για το χρονικό διάστημα που απαιτείται να μεσολαβήσει μέχρι την προσαρμογή. Τέλος πρέπει να επισημανθεί ότι η εγκατάσταση της ανήλικης στην Αυστραλία, με σκοπό τη συμβίωση της ίδιας και της καθ’ ης η αίτηση-μητέρας της με το σύζυγο της τελευταίας και την οικογένειά του, ουδόλως παρέχει τα εχέγγυα σταθερότητας. Τούτο, δε, ιδίως ενόψει της βραχείας διάρκειας της σχέσης της καθ’ ης με το νέο της σύζυγο, η οποία μάλιστα ήταν, ενόψει των διαφορετικών έως τώρα τόπων κατοικίας τους, εξ αποστάσεως σε συνδυασμό με την επικείμενη συγκατοίκηση δύο ουσιαστικά οικογενειών, με διαφορετικές συνήθειες και τρόπο ζωής και τις δυσχέρειες που αυτή ενέχει. Πιθανολογήθηκε εξάλλου ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων διατηρεί άριστες σχέσεις με τον αιτούντα-πατέρα της με τον οποίο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε έως τώρα τακτική επικοινωνία, με συχνές διανυκτερεύσεις στην οικία του, που βρίσκεται στην Αθήνα. Ο αιτών μπορεί να διασφαλίσει ένα σταθερό και άνετο περιβάλλον διαβίωσης για την ανήλικη. Ειδικότερα, ο ίδιος έχει σταθερή κατοικία, την οποία δεν έχει μεταβάλλει από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την καθ’ ης και σταθερή απασχόληση, καθώς τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος, εργαζόμενος στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με σταθερό ωράριο εργασίας και ικανοποιητικές αποδοχές, λαμβάνοντας περίπου 1.700 ευρώ ως μισθό. Εξάλλου, φροντίζει ο ίδιος για τις διατροφικές ανάγκες της ανήλικης, επιδεικνύει μεγάλη φροντίδα για την καθαριότητα και υγιεινή του σπιτιού του, προκειμένου να διασφαλίζεται η άνετη διαβίωσή της, ενώ ασχολείται ουσιαστικά μαζί της, κατά τον ελεύθερο χρόνο της.Επιπλέον, ενόψει του ότι το ωράριο εργασίας του λήγει στις 15:00, ο αιτών έχει ελεύθερα τα απογεύματά του, ώστε να μπορεί ο ίδιος να ασχοληθεί με την υποβοήθηση της ανήλικης στη σχολική της μελέτη, καθώς και με τις υπόλοιπες εξωσχολικές της δραστηριότητες. Στο έργο του δε αυτό, θα έχει την αμέριστη συμπαράσταση και αρωγή από τους γονείς του, παππούδες της ανήλικης, οι οποίοι κατοικούν εντός Αττικής και συγκεκριμένα στο Β.Κ.**. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενόψει της κατοικίας της ανήλικης εντός της πόλης των Αθηνών, θα έχει ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους παππούδες της μητρικής γραμμής, καθώς και με το συγγενικό της περιβάλλον. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο αιτών-πατέρας της ανήλικης με τις ενέργειές του και την όλη στάση του δείχνει, πέρα από την αγάπη και στοργή του στο τέκνο του, ότι έχει τα εχέγγυα εκείνα που μπορούν να βοηθήσουν το παιδί στη σωστή του πνευματική, σωματική και ψυχική ανάπτυξη. Εξάλλου, και η ανήλικη, κατά την επικοινωνία που είχε με τη δικαστή του δικαστηρίου αυτού, εξέφρασε την επιθυμία να διαμείνει με τον πατέρα της τον οποία αγαπά εξίσου με τη μητέρα της χωρίς η επιθυμία της αυτή να μεταβάλλεται από την απώλεια της καθημερινής της επαφής με τη μητέρα της εξαιτίας της μετεγκατάστασης αυτής, κατά τα ανωτέρω, στην Αυστραλία. Κατ’ ακολουθία λοιπόν των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη και του προφανούς συμφέροντος του τέκνου, το οποίο, όπως προκύπτει από τις σχετικές για τη γονική μέριμνα διατάξεις (άρθρο 1510 επ. ΑΚ), αναγορεύεται ως το μοναδικό κριτήριο για κάθε απόφαση του Δικαστηρίου, που αφορά την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή του τρόπου άσκησής της (ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1728/1999), επιβάλλει τη διαμονή της ανήλικης στην Ελλάδα, εντός του περιβάλλοντος που η ίδια έχει από τη γέννησή της συνηθίσει, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στη ζωή της ανάμεσα στα πρόσωπα που αγαπά, και γι’ αυτό θα πρέπει η αποκλειστική επιμέλεια αυτής να ανατεθεί στον αιτούντα πατέρα της…».

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Φιλοσοφικές πεποιθήσεις και επιμέλεια τέκνων: Ζητήματα εμβολιασμού και εκπαίδευσης

Η υπ’ αριθμ. 133/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, εξέτασε μια ιδιαίτερη περίπτωση κακής άσκησης της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων από την μητέρα τους. Συγκεκριμένα η μητέρα, η οποία είχε μετοικήσει από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ελλάδα, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε ένα πρόχειρο παράπηγμα, επιθυμώντας να ζήσει με τα παιδιά της μία φυσική ζωή μακριά από τον πολιτισμό, ενώ ούτε ενέγραψε τα παιδιά της σε σχολείο, ούτε τα εμβολίασε. Το Δικαστήριο, εντοπίζοντας τους κινδύνους αποκοπής από εκπαιδευτικές διαδικασίες και μετάδοσης ασθενειών, διέταξε ασφαλιστικά μέτρα και υποχρέωσε την καθ’ ης εγγράψει τα τέκνα σε σχολείο και να τα εμβολιάσει. Σύμφωνα με τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης:

«…Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3.Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4.(…)». Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, το Σύνταγμα ορίζει την ελάχιστη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η οποία είναι εννεαετής. […] Ο ν.1566/1985 «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 167), ορίζει […] στο άρθρο 3: Η φοίτηση είναι υποχρεωτική στο δημοτικό σχολείο και στο γυμνάσιο, εφόσον ο μαθητής δεν έχει υπερβεί το 16ο έτος της ηλικίας του. Όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου και παραλείπει την εγγραφή ή την εποπτεία του ως προς τη φοίτηση τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα». Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 παρ. 2β του ΠΔ 161/2000 «Όταν μαθητής απουσιάζει αδικαιολόγητα και οι γονείς ή ο κηδεμόνας τους δεν επικοινωνούν με το σχολείο, παρ` όλες τις ειδοποιήσεις, αναζητείται η οικογένειά του μέσω της δημοτικής η αστυνομικής αρχής. Στις περιπτώσεις που η αναζήτηση δεν φέρει αποτέλεσμα, αναφέρεται η διακοπή της φοίτησης στον αρμόδιο Προϊστάμενο, στον οποίο υποβάλλονται και τα σχετικά με την αναζήτηση έγγραφα. Ο Προϊστάμενος της Δ/νσης ή του Γραφείου Π.Ε. αναζητεί το μαθητή σε όλα τα σχολεία του νομού. Όταν και αυτή η ενέργεια δεν φέρει αποτέλεσμα ο Προϊστάμενος υποβάλλει σχετική αναφορά στη Δ/νση Σπουδών Π.Ε. του ΥΠ.Ε.Π.Θ. που συνοδεύεται από έκθεση, η οποία περιέχει τα στοιχεία της έρευνας που έγινε. Η αναζήτηση σε όλα τα σχολεία της χώρας γίνεται από τη Δ/νση Σπουδών Π.Ε. του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκ/των».

[…] Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2676/1999 ορίζεται ότι «Στα πλαίσια της ιατρικής περίθαλψης που παρέχουν οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. και το Δημόσιο στους ασφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας τους καθιερώνεται η υποχρεωτική προληπτική ιατρική, με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη μέτρων για την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων. Η προληπτική ιατρική περιλαμβάνει: α. Εμβολιασμούς παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού για την Ελλάδα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας….» Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται η υποχρεωτικότητα της προληπτικής ιατρικής στην οποία εμπεριέχεται και ο εμβολιασμός.

[…] Κατά το συνδυασμό των άρθρων 732 και 735 συνάγεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο μέτρο ικανό να ρυθμίσει μία κατάσταση, χωρίς να δεσμεύεται από την σχετική αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η συμπεριφορά της καθ’ής ενέχει δύο κινδύνους για τα τέκνα που διαβιούν μαζί της. Ειδικότερα, αυτόν της αποκοπής από το σχολείο και τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και του κινδύνου της μετάδοσης ασθενειών σε τρίτους, αλλά και της νόσησης των ιδίων των παιδιών. Οι ανωτέρω δε υποχρεώσεις της καθ’ής, ήτοι να εγγράψει τα παιδιά της σε σχολείο και να τα εμβολιάσει, προσκρούουν σαφώς στις φιλοσοφικές της απόψεις και στο δικαίωμα που έχει αυτή για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, απόψεις που δικαιούται να μεταλαμπαδεύσει και στα παιδιά της, των οποίων έχει την επιμέλεια. Εντούτοις όμως ζώντας εντός μίας κοινωνία που οι υποχρεώσεις των προσώπων που την απαρτίζουν καθορίζεται από ρυθμιστικές του κοινωνικού βίου διατάξεις, στην οποία (κοινωνία) σημειωτέον η ίδια αποφάσισε να ενταχθεί μετοικώντας από το εξωτερικό, οφείλει να ρυθμίσει τη ζωή της σύμφωνα με αυτές. […] Συνεπώς υπό το πρίσμα των αιτιάσεων του αιτούντος ότι η καθ΄ής δεν φροντίζει για την εκπαίδευση των τέκνων τους και για την υγεία τους, κρίνεται ότι πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να εγγράψει τα κάτω των 16 ετών τέκνα της από το ερχόμενο σχολικό έτος 2017-2018 σε εκπαιδευτικό ίδρυμα καθώς επίσης και να προβεί στον εμβολιασμό των τέκνων της με τα προβλεπόμενα ως υποχρεωτικά εμβόλια σε δημόσιο θεραπευτικό ίδρυμα…»

Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η γνωστή, υπ’ αριθμ. 1424/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εξέτασε παρόμοιο ζήτημα, καθώς έκρινε ως κακή άσκηση της επιμέλειας την επιβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων του γονέα σε ζητήματα σχετικά με την ανατροφή του τέκνου. Ειδικότερα, το δικαστήριο αποφάσισε ότι, αν και δεν πρέπει κατ’ αρχήν να κάνει διάκριση με βάση τη θρησκεία του γονέα, στα πλαίσια της αναζήτησης του συμφέροντος του παιδιού θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων στη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Κρίθηκε έτσι πως:

Ο γονέας που έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου παιδιού του και συγχρόνως είναι αφοσιωμένος στις χιλιαστικές δοξασίες είναι αμφίβολο αν θα γνωστοποιήσει έγκαιρα την ανάγκη μετάγγισης αίματος στο παιδί του, που μπορεί να προκύψει ιδιαίτερα από τραυματισμό του στο παιγνίδι ή σε τροχαίο ατύχημα. Λαμβάνοντας δε υπόψη το ζήλο και την επιμονή της ενάγουσας στις νέες της θρησκευτικές δοξασίες, είναι βέβαιο πως άν διαμένει συνεχώς μαζί της ο ανήλικος γιός της θα ασπασθεί και αυτός τις δοξασίες αυτές, αφού η βούλησή του θα κατευθυνθεί έτσι λόγω της ηλικίας του, δεδομένου ότι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας συνάγεται πως τα άτομα της ηλικίας αυτής που έχουν ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη στερούνται κρίσεως και πείρας και υπόκεινται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων.