Αχρεωστήτως καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές στον Ο.Α.Ε.Ε.

Απόσπασμα από την υπ’ αριθμ. 3167/2019 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς

(…)

Σύμφωνα τις εφαρμοστέες, εν προκειμένω, διατάξεις των άρθρων 10 (παρ.1) και 17 του Π.Δ. 258/2005 και 24 παρ.6 της Φ.Οικ. 10035/25147/ 4888/29-11-2006 υπουργικής απόφασης, οι οποίες ρυθμίζουν την περίπτωση της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων ασφάλισης, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία, οι εισφορές του κλάδου σύνταξης, που καταβάλλονται αχρεωστήτως μετά τη διακοπή της ασφαλιστέας απασχόλησης, επιστρέφονται από τον Ο.Α.Ε.Ε. ατόκως (με αίτηση του ασφαλισμένου ή και αυτεπάγγελτα) εντός του χρόνου παραγραφής, χωρίς η επιστροφή τους να εξαρτάται από τη συνδρομή οποιοσδήποτε άλλης προϋπόθεσης. Η υποχρέωση του Οργανισμού περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων εισφορών υφίσταται ανεξαρτήτως της καλοπιστίας ή κακοπιστίας του ασφαλισμένου ή της άγνοιας ή μη αυτού ή του ασφαλιστικού φορέα περί της υποχρέωσης καταβολής των εισφορών αυτών, καθόσον οι ως άνω διατάξεις, ως ειδικές, αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Α.Κ. (και ιδίως του άρθρου 905 αυτού), ενώ, εξάλλου, η 92/27-10-2010 εγκύκλιος της Διεύθυνσης Εσόδων του Ο.Α.Ε.Ε. αποτελεί εσωτερικό έγγραφο του τελευταίου και όχι κανονιστική πράξη, εκδοθείσα βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης και δημοσιευθείσα νομοτύπως, με συνέπεια να μην θεσπίζονται με αυτήν κανόνες δικαίου.

Παραχώρησης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο για λόγους επιείκειας

Η υπ’ αριθμ. 397/2016 απόφαση του Μονομελους Πρωτοδικείου Κω εξέτασε το ζήτημα της παραχώρησης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, για λόγους επιείκειας, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ιδιοκτήτης αυτής. Παρατίθενται κατωτέρω τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης:

«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσης του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στα πλαίσια της εξουσίας του για προστασία της οικογένειας σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, έχει το δικαίωμα να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, στον ένα από τους συζύγους. Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατό να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς το σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο (ΑΠ 1880/2008 Nomos, ΑΠ 1630/2002 ΝοΒ 2003, 1209, ΑΠ 792/2000 ΕλλΔνη 41, 1648, ΕφΑθ 5040/2010 ΕλλΔνη 2013, 480, ΕφΘεσ 2416/1996 Αρμ 1996.1222, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔνη 37, 358). Η δικαστική απόφαση, εξάλλου, που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης ισχύει όσο διαρκεί η διάσταση των συζύγων και παραμένουν αμετάβλητα τα πραγματικά περιστατικά που την υπαγόρευσαν. Η μεταβολή των πραγματικών περιστατικών επιτρέπει την αναθεώρηση της απόφασης και την έκδοση νέας (ΕφΑθ 1073/2006 ΕλλΔνη 2007, 609, ΕφΑθ 9076/2003 ΕλλΔνη 45, 895), ενώ, εάν δε ζητηθεί η αναθεώρηση, η απόφαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως όταν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος…»

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο αιτών ζήτησε να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, η παραχώρηση σε αυτόν προσωρινά της αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας, ιδιοκτησίας της συζύγου του, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση λόγω ειδικών συνθηκών, που αφορούσαν στο πρόσωπό του.

Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι «…Ενόψει όλων των παραπάνω πιθανολογούμενων παραδοχών, ιδίως των νέων συνθηκών ζωής των διαδίκων μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, της μειωμένης οικονομικής κατάστασης του αιτούντος και της προσωρινής αδυναμίας του να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες, επιπλέον δε, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα τέκνα των διαδίκων είναι σήμερα ηλικία 22 και 17 ετών αντίστοιχα και διαμένουν μόνιμα, όπως προεκτέθηκε, στην Αθήνα, η δε παραμονή του πατέρα τους στην άνω οικία δεν εμποδίζει την μετάβαση των ιδίων, όπως και της καθ` ης, στην Κω και την ευχερή και απρόσκοπτη (λόγω και της ευρυχωρίας της ως άνω οικίας) διαμονή τους στην οικία αυτή, το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγοι επιεικείας επιβάλλουν, ενόψει και των ειδικών συνθηκών κάθε διαδίκου, να παραχωρηθεί προσωρινά στον αιτούντα η χρήση της οικογενειακής στέγης…»

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Μετεγκατάσταση μητέρας στο εξωτερικό

Την υπ’ αριθμ. 4374/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) απασχόλησε το ζήτημα της μετεγκατάστασης στην αλλοδαπή, μητέρας η οποία ασκούσε μέχρι πρότινος την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, και το δικαίωμα του πατέρα να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας του από την μητέρα και την ανάθεσή της σε αυτόν. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην ανωτέρω απόφαση: 

«Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 § 1, 1511 § 1, 1513 § 1 εδ. πρώτο, 1514 και 1518 § 1 του ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα:… Ως κατευθυντήρια γραμμή και βασικό κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων στον έναν από τους γονείς τους, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως αυτής είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον έναν ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου (ΑΠ 537/ 2012 ΝοΒ 2012. 2359). Επίσης για την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε κάποιον γονέα λαμβάνονται υπόψη η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξής του (βλ. ΑΠ 425/1990, ΕλλΔνη 31. 997, ΕφΑθ 9281/1986, ΕλλΔνη 28. 1276, ΕφΑθ 1151/1986, ΕλλΔνη 27. 153) και οι δεσμοί του με τρίτα πρόσωπα (και πέρα από τους συγγενείς του) ή πράγματα. […]Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα τού ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι, έως τότε, δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης των τέκνων χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, εκτός αν συντρέχει ειδικός λόγος. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα, η πνευματική ανάπτυξη, η παιδαγωγική καταλληλότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας (βλ. ΑΠ 952/2007, ΕλλΔνη 50. 1666[…] Για την κρισιολόγηση των στοιχείων, που οδηγούν στο σκοπό αυτό, πρέπει να μη λαμβάνονται υπόψη οι τυχόν υπέρτερες οικονομικές δυνάμεις του ενός γονέα, να μη γίνεται επιλογή του γονέα με βάση το φύλο, τη γλώσσα, την ιθαγένεια, τις όποιες πεποιθήσεις του, να μην είναι καθοριστικό στοιχείο επιλογής ή απορρίψεώς του το γεγονός ότι πιθανόν είναι υπαίτιος της διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως (βλ. ΑΠ 1019/1994, ΕΕΝ 62. 615, ΑΠ 4140/1991, ΝοΒ 39. 1104, ΑΠ 728/ 1999, ΕλλΔνη 22. 324, ΑΠ 1968/1988, ΝοΒ 37. 1044, ΑΠ 283/1986, 180/1986, ΕλλΔνη 1986. 1288, 496), εφόσον ο κακός σύζυγος δεν είναι απαραιτήτως και κακός γονέας […] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1518 § 1 του ΑΚ η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει, πέραν των ανωτέρω αναφερομένων, και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Τέλος, στο άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης της 25.10.1980, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2102/1992, ορίζεται ότι: «Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το «δικαίωμα επιμέλειας» περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του, β) το «δικαίωμα επικοινωνίας» περιλαμβάνει το δικαίωμα να μεταφέρει κάποιος το παιδί για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου, έχει δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του, στα πλαίσια δε αυτού του δικαιώματος μπορεί να απομακρύνει το τέκνο από την Ελλάδα και να το εγκαταστήσει σε άλλη χώρα της επιλογής του (βλ. ΕφΘ 485/1999 Αρμ 2001. 480). Στην περίπτωση αυτή, ο άλλος γονέας έχει δικαίωμα, στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο, να το μεταφέρει στην Ελλάδα (όπου είναι ο τόπος της δικής του διαμονής) για ορισμένο χρονικό διάστημα, η διάρκεια του οποίου θα ορισθεί από το δικαστήριο με τη ρυθμίζουσα την άσκηση του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας δικαστική απόφαση(Γνμδ ΕισΑΠ1/1999,ΝοΒ48,272.) Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά του τέκνου από τον γονέα που έχει την επιμέλειά του στο εξωτερικό μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα του άλλου γονέα να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας και την ανάθεσή της σε αυτόν στα πλαίσια του συμφέροντος του τέκνου (1511 ΑΚ) […]

«…Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, κατά τον θρησκευτικό τύπο, στις … στην Πολιτεία Κηφισιάς από τον οποίο απέκτησαν στις … ένα τέκνο, την Α.Φ.Δ.** Κατόπιν προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την έγγαμη συμβίωση, οι διάδικοι προέβησαν συναινετικά σε λύση του γάμου τους με την με αριθμό …/2010 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, εκδοθείσα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Δυνάμει του από 14.01.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο επικυρώθηκε με την παραπάνω απόφαση, οι διάδικοι συμφώνησαν να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης θυγατέρας τους στην καθ’ ης η αίτηση ενώ ρυθμίστηκε η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος με την ανήλικη. Κατά τα έτη που ακολούθησαν, οι διάδικοι, με γνώμονα το συμφέρον της ανήλικης διατήρησαν αρμονικές σχέσεις. Ειδικότερα, ο αιτών καταβάλλει αδιαλείπτως το ποσό των 350 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ως συνεισφορά του ιδίου στις ανάγκες διατροφής της ανήλικης, ενώ επιπλέον καλύπτει και άλλα έξοδα του, όπως το ήμισυ των ιατρικών, σχολικών και εξωσχολικών της δαπανών, καθώς και εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα για τη σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης νοσοκομειακής περίθαλψης. Η δε καθ’ ης η αίτηση, ως ασκούσα την επιμέλεια της ανήλικης, ουδέποτε παρεμπόδισε την επικοινωνία αυτής με τον αιτούντα-πατέρα της, αντιθέτως μάλιστα την ενθάρρυνε, και έτσι το δικαίωμα επικοινωνίας ασκείται τακτικά και πέραν των συμφωνηθέντων με το παραπάνω αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η ανήλικη να έχει αναπτύξει στενούς δεσμούς αγάπης με αμφότερους τους γονείς της, έχοντας δε μεγαλώσει σε ένα ήρεμο περιβάλλον, αναπτύχθηκε σε μία ολοκληρωμένη και ώριμη, για την ηλικία της, προσωπικότητα, χωρίς να έχει επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της το διαζύγιο των γονέων της. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης η αίτηση νυμφεύθηκε με τον Αυστραλό υπήκοο και κάτοικο Σύδνευ Αυστραλίας, Α.Μ.**, αποφάσισε δε να εγκατασταθεί, μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στην παραπάνω πόλη, προκειμένου να συνοικήσει εκεί με το νέο σύζυγό της. Στην απόφασή της αυτή γνωστοποίησε στον αιτούντα, με την από 10.02.2016 εξώδικη πρόσκλησή της, δια της οποίας τον καλούσε να ρυθμίσουν τα σχετικά με την επικοινωνία αυτού με την ανήλικη, ενόψει της παραπάνω επικείμενης μετεγκατάστασης. Πιθανολογήθηκε εξάλλου ότι ο αιτών ουδόλως συμφώνησε με την απόφαση αυτή της καθ’ ης, καθώς θεώρησε ότι δια της παραπάνω μετεγκατάστασης το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του δεν θα ασκείται ουσιαστικά, ακολούθησαν δε συναντήσεις και εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις προκειμένου να διευθετηθούν τα σχετικά ζητήματα, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, ο αιτών άσκησε την υπό κρίση αίτηση, αιτούμενος να ανατεθεί σε αυτόν η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Η επιλογή αυτή του αιτούντος παρά τα περί του αντιθέτου επικαλούμενα από την καθ’ ης δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς ουδόλως ως αντιφατική μπορεί να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά του, συνιστάμενη αφενός στην ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου στην αίτηση για ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας της ανήλικης, δεδομένου ότι αυτή εκπορεύεται από την αληθινή ανησυχία του για το μέλλον της ανήλικης και της σχέσης του με αυτή. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης προτίθεται, από το Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, να εγκατασταθεί στην οικία του νέου της συζύγου στο Σύδνεϋ Αυστραλίας, όπου ήδη έχει ανεύρει εργασία. Ο τελευταίος ζει με τα δύο ανήλικα άρρενα τέκνα του, προερχόμενα από προηγούμενο γάμο του, ηλικίας περίπου έντεκα και εννέα ετών. Η γνωριμία, εξάλλου, της καθ’ ης η αίτηση με τον παραπάνω αναφερόμενο νέο σύζυγό της, στα πλαίσια απλών κοινωνικών επαφών, είναι πολυετής, πλην όμως ουδόλως διευκρινίστηκε το χρονικό σημείο έναρξης της ερωτικής της σχέσης με αυτόν, η οποία είχε ως κατάληξη τον γάμο, καθώς ούτε η μάρτυρας της καθ’ ης κατέθεσε περί τούτου με σαφήνεια, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι η ίδια έμαθε για τη σχέση προ 1,5 έτους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν έχει κανέναν άλλο δεσμό με την χώρα αυτή (Αυστραλία), καθώς δεν κατοικεί εκεί κανένα συγγενικό ή φιλικό της πρόσωπο. Σο ανήλικο τέκνο των διαδίκων έχει γνωρίσει το νέο σύζυγο της καθ’ ης-μητέρας της, καθώς και τα τέκνα αυτού, πλην όμως η γνωριμία τους περιορίζεται σε ολιγοήμερες επαφές, κατά τη διάρκεια ταξιδιών που η καθ’ ης με την ανήλικη έκαναν στην Αυστραλία και στο Ντουμπάι, καθώς και σε πρόσφατες διακοπές του νέου συζύγου της καθ’ ης με τα ανήλικα τέκνα του στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων και ο νέος σύζυγος της καθ’ ης και τα ανήλικα τέκνα του δεν ομιλούν την ίδια γλώσσα, καθώς αφενός μεν η πρώτη δεν ομιλεί επαρκώς την αγγλική γλώσσα, αφετέρου δε οι λοιποί δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα. Από όλα τα ανωτέρω πιθανολογήθηκαν τα εξής: Η καθ’ ης η αίτηση προτίθεται να εγκατασταθεί, μαζί με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, σε ένα ουσιαστικά άγνωστο για αμφότερες περιβάλλον, και δη σε μία χώρα που απέχει ουσιωδώς τόσο χιλιομετρικά, όσο και ουσιαστικά από την Ελλάδα. Στη χώρα αυτή η ανήλικη θα πρέπεινα προσαρμοστεί σε συνθήκες συμβίωσης με έναν άνδρα, το σύζυγο της καθ’ ης, και δύο ανήλικα αγόρια, τους οποίους ελάχιστα γνωρίζει και με τους οποίους θα έχει, εκ των πραγμάτων, μικρή δυνατότητα επικοινωνίας. Παράλληλα, θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, στα πλαίσια του οποίου θα αντιμετωπίσει, εκ της μη γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, και τουλάχιστον για το αρχικό χρονικό διάστημα, δυσχέρειες και εμπόδια στη μαθησιακή της εξέλιξη και πρόοδο. Σο τελευταίο αναπόφευκτα θα συμβεί, όσα μέτρα και αν ληφθούν εκ των προτέρων από την καθ’ ης, με την υποβοήθησή της στην εκμάθηση της γλώσσας, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη και η διαφορετικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος της Αυστραλίας από αυτό της Ελλάδας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων κατά το επερχόμενο σχολικό έτος θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της Γ” τάξης του δημοτικού, βρίσκεται συνεπώς σε κρίσιμο σημείο για εκπαιδευτική της εξέλιξη. Πλέον των ανωτέρω, η ανήλικη θα αναγκαστεί να αποκοπεί βίαια από το οικείο και συγγενικό της περιβάλλον. Ειδικότερα, πέραν της τακτικής επαφής της με τον αιτούντα-πατέρα τηςη ανήλικη θα απωλέσει τη συχνή επαφή, που έως τώρα είχε, με τους παππούδες και γιαγιάδες της, τους θείους της, αλλά και με τους φίλους και συμμαθητές της. Η δια ζώσης επαφή εξάλλου, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την τηλεφωνική επικοινωνία, ούτε όμως και από την οπτικοακουστική επικοινωνία μέσω διαδικτύου (skype). Επιπλέον, δεν θα είναι δυνατή η συχνή μετάβαση της ανήλικης στην Ελλάδα, τόσο εξαιτίας της απόστασης, όσο και εξαιτίας της αλλαγής ημισφαιρίου, δεδομένου ότι η Αυστραλία βρίσκεται στο νότιο ημισφαίριο, και όσων αυτό συνεπάγεται, όπως είναι η διαφοροποίηση των εποχών, ο αποσυγχρονισμός της ζώνης ώρας και η επίδραση των ανωτέρω στον ανθρώπινο οργανισμό για το χρονικό διάστημα που απαιτείται να μεσολαβήσει μέχρι την προσαρμογή. Τέλος πρέπει να επισημανθεί ότι η εγκατάσταση της ανήλικης στην Αυστραλία, με σκοπό τη συμβίωση της ίδιας και της καθ’ ης η αίτηση-μητέρας της με το σύζυγο της τελευταίας και την οικογένειά του, ουδόλως παρέχει τα εχέγγυα σταθερότητας. Τούτο, δε, ιδίως ενόψει της βραχείας διάρκειας της σχέσης της καθ’ ης με το νέο της σύζυγο, η οποία μάλιστα ήταν, ενόψει των διαφορετικών έως τώρα τόπων κατοικίας τους, εξ αποστάσεως σε συνδυασμό με την επικείμενη συγκατοίκηση δύο ουσιαστικά οικογενειών, με διαφορετικές συνήθειες και τρόπο ζωής και τις δυσχέρειες που αυτή ενέχει. Πιθανολογήθηκε εξάλλου ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων διατηρεί άριστες σχέσεις με τον αιτούντα-πατέρα της με τον οποίο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε έως τώρα τακτική επικοινωνία, με συχνές διανυκτερεύσεις στην οικία του, που βρίσκεται στην Αθήνα. Ο αιτών μπορεί να διασφαλίσει ένα σταθερό και άνετο περιβάλλον διαβίωσης για την ανήλικη. Ειδικότερα, ο ίδιος έχει σταθερή κατοικία, την οποία δεν έχει μεταβάλλει από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την καθ’ ης και σταθερή απασχόληση, καθώς τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος, εργαζόμενος στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με σταθερό ωράριο εργασίας και ικανοποιητικές αποδοχές, λαμβάνοντας περίπου 1.700 ευρώ ως μισθό. Εξάλλου, φροντίζει ο ίδιος για τις διατροφικές ανάγκες της ανήλικης, επιδεικνύει μεγάλη φροντίδα για την καθαριότητα και υγιεινή του σπιτιού του, προκειμένου να διασφαλίζεται η άνετη διαβίωσή της, ενώ ασχολείται ουσιαστικά μαζί της, κατά τον ελεύθερο χρόνο της.Επιπλέον, ενόψει του ότι το ωράριο εργασίας του λήγει στις 15:00, ο αιτών έχει ελεύθερα τα απογεύματά του, ώστε να μπορεί ο ίδιος να ασχοληθεί με την υποβοήθηση της ανήλικης στη σχολική της μελέτη, καθώς και με τις υπόλοιπες εξωσχολικές της δραστηριότητες. Στο έργο του δε αυτό, θα έχει την αμέριστη συμπαράσταση και αρωγή από τους γονείς του, παππούδες της ανήλικης, οι οποίοι κατοικούν εντός Αττικής και συγκεκριμένα στο Β.Κ.**. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενόψει της κατοικίας της ανήλικης εντός της πόλης των Αθηνών, θα έχει ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους παππούδες της μητρικής γραμμής, καθώς και με το συγγενικό της περιβάλλον. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο αιτών-πατέρας της ανήλικης με τις ενέργειές του και την όλη στάση του δείχνει, πέρα από την αγάπη και στοργή του στο τέκνο του, ότι έχει τα εχέγγυα εκείνα που μπορούν να βοηθήσουν το παιδί στη σωστή του πνευματική, σωματική και ψυχική ανάπτυξη. Εξάλλου, και η ανήλικη, κατά την επικοινωνία που είχε με τη δικαστή του δικαστηρίου αυτού, εξέφρασε την επιθυμία να διαμείνει με τον πατέρα της τον οποία αγαπά εξίσου με τη μητέρα της χωρίς η επιθυμία της αυτή να μεταβάλλεται από την απώλεια της καθημερινής της επαφής με τη μητέρα της εξαιτίας της μετεγκατάστασης αυτής, κατά τα ανωτέρω, στην Αυστραλία. Κατ’ ακολουθία λοιπόν των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη και του προφανούς συμφέροντος του τέκνου, το οποίο, όπως προκύπτει από τις σχετικές για τη γονική μέριμνα διατάξεις (άρθρο 1510 επ. ΑΚ), αναγορεύεται ως το μοναδικό κριτήριο για κάθε απόφαση του Δικαστηρίου, που αφορά την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή του τρόπου άσκησής της (ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1728/1999), επιβάλλει τη διαμονή της ανήλικης στην Ελλάδα, εντός του περιβάλλοντος που η ίδια έχει από τη γέννησή της συνηθίσει, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στη ζωή της ανάμεσα στα πρόσωπα που αγαπά, και γι’ αυτό θα πρέπει η αποκλειστική επιμέλεια αυτής να ανατεθεί στον αιτούντα πατέρα της…».

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Φιλοσοφικές πεποιθήσεις και επιμέλεια τέκνων: Ζητήματα εμβολιασμού και εκπαίδευσης

Η υπ’ αριθμ. 133/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, εξέτασε μια ιδιαίτερη περίπτωση κακής άσκησης της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων από την μητέρα τους. Συγκεκριμένα η μητέρα, η οποία είχε μετοικήσει από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ελλάδα, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε ένα πρόχειρο παράπηγμα, επιθυμώντας να ζήσει με τα παιδιά της μία φυσική ζωή μακριά από τον πολιτισμό, ενώ ούτε ενέγραψε τα παιδιά της σε σχολείο, ούτε τα εμβολίασε. Το Δικαστήριο, εντοπίζοντας τους κινδύνους αποκοπής από εκπαιδευτικές διαδικασίες και μετάδοσης ασθενειών, διέταξε ασφαλιστικά μέτρα και υποχρέωσε την καθ’ ης εγγράψει τα τέκνα σε σχολείο και να τα εμβολιάσει. Σύμφωνα με τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης:

«…Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3.Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4.(…)». Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, το Σύνταγμα ορίζει την ελάχιστη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η οποία είναι εννεαετής. […] Ο ν.1566/1985 «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 167), ορίζει […] στο άρθρο 3: Η φοίτηση είναι υποχρεωτική στο δημοτικό σχολείο και στο γυμνάσιο, εφόσον ο μαθητής δεν έχει υπερβεί το 16ο έτος της ηλικίας του. Όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου και παραλείπει την εγγραφή ή την εποπτεία του ως προς τη φοίτηση τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα». Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 παρ. 2β του ΠΔ 161/2000 «Όταν μαθητής απουσιάζει αδικαιολόγητα και οι γονείς ή ο κηδεμόνας τους δεν επικοινωνούν με το σχολείο, παρ` όλες τις ειδοποιήσεις, αναζητείται η οικογένειά του μέσω της δημοτικής η αστυνομικής αρχής. Στις περιπτώσεις που η αναζήτηση δεν φέρει αποτέλεσμα, αναφέρεται η διακοπή της φοίτησης στον αρμόδιο Προϊστάμενο, στον οποίο υποβάλλονται και τα σχετικά με την αναζήτηση έγγραφα. Ο Προϊστάμενος της Δ/νσης ή του Γραφείου Π.Ε. αναζητεί το μαθητή σε όλα τα σχολεία του νομού. Όταν και αυτή η ενέργεια δεν φέρει αποτέλεσμα ο Προϊστάμενος υποβάλλει σχετική αναφορά στη Δ/νση Σπουδών Π.Ε. του ΥΠ.Ε.Π.Θ. που συνοδεύεται από έκθεση, η οποία περιέχει τα στοιχεία της έρευνας που έγινε. Η αναζήτηση σε όλα τα σχολεία της χώρας γίνεται από τη Δ/νση Σπουδών Π.Ε. του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκ/των».

[…] Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2676/1999 ορίζεται ότι «Στα πλαίσια της ιατρικής περίθαλψης που παρέχουν οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. και το Δημόσιο στους ασφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας τους καθιερώνεται η υποχρεωτική προληπτική ιατρική, με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη μέτρων για την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων. Η προληπτική ιατρική περιλαμβάνει: α. Εμβολιασμούς παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού για την Ελλάδα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας….» Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται η υποχρεωτικότητα της προληπτικής ιατρικής στην οποία εμπεριέχεται και ο εμβολιασμός.

[…] Κατά το συνδυασμό των άρθρων 732 και 735 συνάγεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο μέτρο ικανό να ρυθμίσει μία κατάσταση, χωρίς να δεσμεύεται από την σχετική αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η συμπεριφορά της καθ’ής ενέχει δύο κινδύνους για τα τέκνα που διαβιούν μαζί της. Ειδικότερα, αυτόν της αποκοπής από το σχολείο και τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και του κινδύνου της μετάδοσης ασθενειών σε τρίτους, αλλά και της νόσησης των ιδίων των παιδιών. Οι ανωτέρω δε υποχρεώσεις της καθ’ής, ήτοι να εγγράψει τα παιδιά της σε σχολείο και να τα εμβολιάσει, προσκρούουν σαφώς στις φιλοσοφικές της απόψεις και στο δικαίωμα που έχει αυτή για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, απόψεις που δικαιούται να μεταλαμπαδεύσει και στα παιδιά της, των οποίων έχει την επιμέλεια. Εντούτοις όμως ζώντας εντός μίας κοινωνία που οι υποχρεώσεις των προσώπων που την απαρτίζουν καθορίζεται από ρυθμιστικές του κοινωνικού βίου διατάξεις, στην οποία (κοινωνία) σημειωτέον η ίδια αποφάσισε να ενταχθεί μετοικώντας από το εξωτερικό, οφείλει να ρυθμίσει τη ζωή της σύμφωνα με αυτές. […] Συνεπώς υπό το πρίσμα των αιτιάσεων του αιτούντος ότι η καθ΄ής δεν φροντίζει για την εκπαίδευση των τέκνων τους και για την υγεία τους, κρίνεται ότι πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να εγγράψει τα κάτω των 16 ετών τέκνα της από το ερχόμενο σχολικό έτος 2017-2018 σε εκπαιδευτικό ίδρυμα καθώς επίσης και να προβεί στον εμβολιασμό των τέκνων της με τα προβλεπόμενα ως υποχρεωτικά εμβόλια σε δημόσιο θεραπευτικό ίδρυμα…»

Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η γνωστή, υπ’ αριθμ. 1424/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εξέτασε παρόμοιο ζήτημα, καθώς έκρινε ως κακή άσκηση της επιμέλειας την επιβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων του γονέα σε ζητήματα σχετικά με την ανατροφή του τέκνου. Ειδικότερα, το δικαστήριο αποφάσισε ότι, αν και δεν πρέπει κατ’ αρχήν να κάνει διάκριση με βάση τη θρησκεία του γονέα, στα πλαίσια της αναζήτησης του συμφέροντος του παιδιού θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων στη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Κρίθηκε έτσι πως:

Ο γονέας που έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου παιδιού του και συγχρόνως είναι αφοσιωμένος στις χιλιαστικές δοξασίες είναι αμφίβολο αν θα γνωστοποιήσει έγκαιρα την ανάγκη μετάγγισης αίματος στο παιδί του, που μπορεί να προκύψει ιδιαίτερα από τραυματισμό του στο παιγνίδι ή σε τροχαίο ατύχημα. Λαμβάνοντας δε υπόψη το ζήλο και την επιμονή της ενάγουσας στις νέες της θρησκευτικές δοξασίες, είναι βέβαιο πως άν διαμένει συνεχώς μαζί της ο ανήλικος γιός της θα ασπασθεί και αυτός τις δοξασίες αυτές, αφού η βούλησή του θα κατευθυνθεί έτσι λόγω της ηλικίας του, δεδομένου ότι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας συνάγεται πως τα άτομα της ηλικίας αυτής που έχουν ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη στερούνται κρίσεως και πείρας και υπόκεινται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων.

Πλαστά πτυχία και απάτη εις βάρος του Δημοσίου

Με αφορμή την πρόσφατη νομική επικαιρότητα και συζήτηση σχετικά με το ζήτημα των πλαστών πτυχίων και της απάτης εις βάρος του Δημοσίου αναρτούμε την υπ’ αριθμ. 946/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία δικηγόρος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ήταν ο εξαιρετικός συνάδελφος κ. Διαμαντής Μπιλιάνης. Συγκεκριμένα έγινε δεκτό πως:

Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, είναι δε αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της ζημίας του παθόντος με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος.

Έγινε, λοιπόν, δεκτό πως η τελεσθείσα απάτη είναι έγκλημα στιγμιαίο, κάτι που έχει ευνοϊκές συνέπειες τόσο ως προς τον χαρακτηρισμό της ως κακουργηματικής ή πλημμεληματικής όσο και ως προς την παραγραφή.

Ολόκληρη η απόφαση είναι προσβάσιμη εδώ.

Ασφαλιστικά μέτρα επίδειξης εγγράφων

Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, Αριθ. 57/2018 (Ασφ. Μ.), ΝΒ, 2018, σελ. 1467-1470

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νόμιμου μεριδούχου κατά Τράπεζας για την επίδειξη εγγράφων σχετικών με τους κοινούς λογαριασμούς του κληρονομούμενου. Προϋποθέσεις επίδειξης εγγράφων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται επί μη εκκρεμούς δίκης ως εν προκειμένω (πρβλ. και άρθρα 450 – 452 ΚΠολΔ επί εκκρεμών δικών), για τη θεμελίωση αξιώσεως επιδείξεως εγγράφου προϋπόθεση είναι η κατοχή του εγγράφου χωρίς να απαιτείται καν η ύπαρξη αξιώσεως κατά του κατόχου του εγγράφου, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 ΑΚ, είναι απαραίτητη για την επίδειξη πράγματος, αν, μεταξύ άλλων το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν. Οι περιπτώσεις, που προβλέπονται περιοριστικά και διαζευκτικά στην εν λόγω διάταξη, εξειδικεύουν το έννομο συμφέρον και είναι οι εξής: α) το έγγραφο να συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφορά αποκλειστικώς το συμφέρον αυτού αλλά αρκεί να έχει συνταχθεί και προς το συμφέρον του, β) να πιστοποιεί έννομη σχέση η οποία να αφορά και τον αιτούντα και γ) να σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του με τη μεσολάβηση τρίτου.

Η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ σε ορισμένη έκταση δεν αποκλείεται, αλλά πάντως δεν είναι δυνατόν να αφορά τις περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για τη δημιουργία της σχετικής αξιώσεως (ΕφΑΘ 2456/2002 ΕΕμιιΔ 2002. 331). Επίσης, κατά την κρατούσα τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία γνώμη, γίνεται δεκτό ότι, σε επείγουσες περιπτώσεις ή προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου, αυτός, που έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει, ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 § 1, 683, 686 επ., 731, 732 ΚΠολΔ, η επίδειξη εγγράφων λόγω του κατεπείγοντος, ενώ μπορεί, ακόμη, εκτός από τη διατασσόμενη επίδειξη του εγγράφου, να διαταχθεί και η χορήγηση αντιγράφου στον αιτούντα με δαπάνες του. Αν στη σχετική αίτηση δεν περιλαμβάνεται συνοπτική αναφορά των περιστατικών, που πιθανολογούν την ύπαρξη του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περιπτώσεως, αυτή απορρίπτεται λόγω αοριστίας (ΜΠρΑΘ 7533/ 2000 ΔΕΕ 2001. 284. ΜΠρΑΘ 11843/1997, ΕΤρΑξ ΧρΔ 1999. 673).

Σημειώνεται ότι, κατά την ως άνω κρατούσα γνώμη, η, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινή ρύθμιση της ως άνω διαφοράς, δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την πλήρη ικανοποίησή του, αρκετή η ύπαρξη απλού εννόμου συμφέροντος συνισταμένου στη γνώση του ασφαλιστέου δικαιώματος, διότι το δικαίωμα του οποίου ζητείται η εξασφάλιση δεν είναι το της επίδειξης, το οποίο καθ’ εαυτό συνήθως δεν έχει αξία, αλλά το ουσιαστικό, η δε επίδειξη απλώς προπαρασκευάζει την απόδειξη αυτού [ΑΠ 1613/ 2000 ΕλλΔνη 42. 681, ΠΠρΘ13436/1993 ΕΤρΑξ ΧρΔ 1994. 67, ΜΠρΠειρ 5768/ 2005 ΔΕΕ 2006. 775, ΜΠρΑΘ 8604/2004 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 2380/ 2003 ΕΝαυτΔ 2003. 55, ΜΠρΘ 23434/2001. Αρμ 2002. 8, ΜΠρΑΘ 9610/2000 ΕΕμπΔ 2001. 97. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ τ. Δ’ στο άρθρο 692 αριθ. 12 ο. 101 – 102, Κρουσταλάκης «Η αξίωσις προς επίδειξιν εγγράφων μετά τον ΚΠολΔ» Δ 1. 649, Τζίφρας Ασφαλιστικά Μέτρα Έκδ. 1980 ο. 321, ειδικά επί κοινού λογαριασμού: (ΜΠρΘ 9211/ 2016. ΔΕΕ 2017. 74, ΜΠρΑΘ 5271/2014, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΟ 77/2015. ΝΟΜΟΣ)], ή διότι η επίδειξη διατάσσεται προς διασφάλιση των συμφερόντων του αιτούντος, λόγω της βραδύτητας της οριστικής εκδικάσεως του σχετικού αιτήματος, σε συνδυασμό και με το γεγονός της μη επελεύσεως βλάβης στον καθ’ ου από την επίδειξη του εγγράφου (…)

Yπαναχώρηση από σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας, σε περίπτωση υπαγωγής στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (εκουσία δικαιοδοσία) εξέτασε το ζήτημα της υπαναχώρησης του πωλητή από σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας, στην περίπτωση που ο αγοραστής έχει υπαχθεί με προσωρινή διαταγή στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (Ν. 3869/2010). Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση αυτή, η υπαναχώρηση από την σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη, διότι η χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή έχει ως συνέπεια την απαγόρευση κάθε μεταβολής της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος-αγοραστή καθώς και κάθε αλλοίωση ή μείωση της περιουσίας του, στην έννοια της οποίας εμπίπτει και το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος κυριότητας.

Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (εκουσία δικαιοδοσία).

«…Εν προκειμένω, με την υπ’αριθμ. 00047288 σύμβαση χορήγησης δανείου χρηματοδότησης αγοράς αυτοκινήτου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του αιτούντος ως αγοραστή, της πωλήτριας επιχείρησης ………………….. και της δεύτερης καθ’ης ως πιστώτριας, ο αιτών αγόρασε το κατωτέρω αναφερόμενο δίκυκλο όχημα από την πωλήτρια επιχείρηση έναντι τιμήματος ύψους 4.000€, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλει στην πωλήτρια επιχείρηση η δεύτερη καθ’ης – πιστώτρια τράπεζα. Επιπλέον, ως αναλύεται και ανωτέρω, μετά την καταβολή της χρηματοδότησης στον πωλητή, συμφωνήθηκε ρητώς η μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης της πώλησης από την πωλήτρια επιχείρηση στη δεύτερη καθ’ης, το δε όχημα παραδόθηκε στον αγοραστή-αιτούντα μόνο κατά την κατοχή και χρήση του, υπό τον όρο παρακράτησης της κυριότητας και νομής του μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 84 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης αποπληρωμής των δόσεων, η πιστώτρια τράπεζα θα είχε το δικαίωμα αφενός να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης και να αξιώσει την παράδοση του ανωτέρω οχήματος και αφετέρου να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, της δε καταγγελίας έχουσας ως συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του δανείου, ήτοι και οι μελλοντικές δόσεις του, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι το μέρος του δανείου που θα είχε αποπληρωθεί μέχρι την αφαίρεση του οχήματος θα θεωρείται μίσθωμα για τη χρήση του και αποζημίωση για τη φθορά του οχήματος (ιδ. όρους 1.7, 1.9 και 1.10 συμβάσεως). Η δεύτερη καθ’ ης μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αίτηση αίτησης, ήτοι μέχρι την 21-4-2015 δεν είχε υπαναχωρήσει από την ανωτέρω σύμβαση πώλησης, υπαναχώρησε δε την 18.9.2018, ήτοι μία μέρα πριν την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως, επιδίδοντας στον αιτούντα τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2406/18-9-2018 αγωγή της, με την οποία κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση και υπαναχώρησε από τη σύμβαση πωλήσεως (ιδ. προσκομιζόμενη αγωγή και υπ’αριθμ. 7057Β/18-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Παππά). Η υπαναχώρηση ωστόσο αυτή είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην επί της υπό κρίση αιτήσεως χορηγηθείσα από 12.9.2016 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Ιλίου, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος και κάθε αλλοίωση ή μείωση αυτής. Δεδομένου ότι το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος κυριότητας του ως άνω οχήματος συνιστά περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω περί δυνατότητας ελέγχου της υπαναχωρήσεως ως καταχρηστικής κατ’άρθρο 281 ΑΚ στα πλαίσια της παρούσης, η δεύτερη καθ’ης, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος, θα μετέχει κανονικά στη ρύθμιση και υποχρεούται να αποδεχθεί την εκπλήρωση της σύμβασης, όπως αυτή θα διαμορφωθεί ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού, καθώς και τον τρόπο και χρόνο πληρωμής του από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν.3869/2010. Περαιτέρω, το κατωτέρω αναφερόμενο δίκυκλο όχημα θα εξαιρεθεί από την εκποίηση, καθώς ο αιτών έχει απλή κατοχή και χρήση αυτού και, ως εκ τούτου, το παραπάνω αναφερόμενο όχημα δεν αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο (βλ. και την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας στην οποία εμφαίνεται η παρακράτηση κυριότητας), πλην όμως σε περίπτωση τήρησης της παρούσας ρυθμίσεως θα καταστεί στο μέλλον κύριος και νομέας αυτού, ως αναλύεται και ανωτέρω…»