Προσδιορισμός εισοδημάτων του υποχρέου για την καταβολή διατροφής

Η υπ’ αριθμ. 12945/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έθεσε με ιδιαίτερα συνοπτικό και εύληπτο τρόπο ορισμένα από τα κριτήρια που αξιοποιεί η νομολογία για να προσδιορίσει τα εισοδήματα του υπoχρέου για την καταβολή διατροφής, όταν υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη αφανών εσόδων του. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένων δε υπόψη της θέσης, της φήμης και σταθερής πελατείας της προαναφερόμενης επιχείρησής του, στην οποία απασχολείται πλην των τριών συνιδιοκτητών της και προσωπικό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) α) ανταποκρίνεται στην εξόφληση των κάθε είδους φορολογικών, ασφαλιστικών και εν γένει οικονομικών υποχρεώσεών του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι διατηρεί οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή τρίτους, β) προέβη όλως πρόσφατα στην αγορά δίκυκλης μοτοσικλέτας, μεγάλου κυβισμού, η εμπορική αξία της οποίας, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, ακόμη και μεταχειρισμένη, και δη εντός μίας χρονιάς, κατά την οποία, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο μάρτυρα και λογιστή του τα ετήσια έσοδά του αναμένονται κάτω του ποσού των 3.700,00 ευρώ, και γ) μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2016, αλλά και τα δύο προηγούμενα έτη, προέβαινε σε καταβολή διατροφής για τον ανήλικο υιό του ποσού 340,00 ευρώ, χωρίς, μάλιστα, να υποχρεώνεται προς τούτο με δικαστική απόφαση για το τελευταίο έτος, αναλώνοντας το σύνολο σχεδόν του μηνιαίου εισοδήματος του, χωρίς να αποδειχθεί ότι υποβλήθηκε αντίστοιχα σε οποιεσδήποτε στερήσεις, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) αποκερδαίνει από τη συμμετοχή του στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία καθαρό ποσό μη υπολειπόμενο των 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δοθέντος ότι οι προσφερόμενες από την ανωτέρω επιχείρηση υπηρεσίες παροχής γευμάτων συνιστούν υπηρεσίες που δεν έχουν πληγεί σημαντικά, ιδίως όταν χαρακτηρίζονται από ποιότητα, όπως εν προκειμένω, αφού αφορούν στην κάλυψη της πρώτιστης ανάγκης διατροφής, ώστε ακόμη και η δυσμενής υφιστάμενη, γενικευμένη οικονομική συγκυρία δεν δύναται να επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό τον τρόπο άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας, ώστε γα περιορίσει το εισόδημα που αποκερδαίνει από την άσκηση της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ποσό μικρότερο του προαναφερόμενου, ενόψει και του ότι η εν λόγω επιχείρηση εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια της συγκυρίας αυτής.

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού, η οποία υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου του 1989 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν.2101/92 (ΦΕΚ Α’ 192) ’’Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού’’, αποτελεί το σημαντικότερο διεθνές κείμενο για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.

Η θεμελιώδης αρχή της Διεθνούς Σύμβασης του Ο.Η.Ε. για τα δικαιώματα του παιδιού είναι η προάσπιση του συμφέροντος του παιδιού, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης προβλέπεται ότι: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά, είτε αυτές λαµβάνονται από δηµοσίους ή ιδιωτικούς οργανισµούς κοινωνικής προστασίας είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νοµοθετικά όργανα, πρέπει να λαµβάνεται πρωτίστως υπόψη το συµφέρον του παιδιού.».

Στο άρθρο 9 παρ. 1 της ως άνω Σύμβασης ορίζεται ότι: «1. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη µεριµνούν ώστε το παιδί να µην αποχωρίζεται από τους γονείς του, παρά τη θέλησή τους, εκτός εάν οι αρµόδιες αρχές αποφασίσουν, µε την επιφύλαξη δικαστικής αναθεώρησης και σύµφωνα µε τους εφαρµοζόµενους νόµους και διαδικασίες, ότι ο χωρισµός αυτός είναι αναγκαίος για το συµφέρον του παιδιού. Μια τέτοια απόφαση µπορεί να είναι αναγκαία σε ειδικές περιπτώσεις, για παράδειγµα όταν οι γονείς κακοµεταχειρίζονται ή παραµελούν το παιδί, ή όταν ζουν χωριστά και πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά µε τον τόπο διαµονής του παιδιού.».

Επίσης, στην παρ. 3 του άρθρου 9 προβλέπεται ότι: «Τα Συµβαλλόµενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δυο γονείς του ή από τον έναν από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άµεση επαφή µε τους δυο γονείς του, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο µε το συµφέρον του παιδιού.».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το συμφέρον του παιδιού υπερτερεί των δικαιωμάτων που έχουν οι γονείς να διαμένουν και να διατηρούν επαφή και επικοινωνία μαζί του, καθώς επιβάλλεται ο αποχωρισμό του παιδιού από τους γονείς του ή από έναν εξ’ αυτών, όπως και η διακοπή του δικαιώματος επικοινωνίας, στις περιπτώσεις που είναι επιβλαβείς και αντίκεινται στο συμφέρον του.

Περαιτέρω, το άρθρο 10 παρ. 2 της Σύμβασης αναφέρεται στο δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί προσωπικές σχέσεις με τους γονείς ή το γονέα που διαμένει σε διαφορετικό Κράτος μέλος και να μεταβαίνει στο κράτος αυτό, ορίζοντας ότι: «Το παιδί του οποίου οι γονείς διαµένουν σε διαφορετικά Κράτη έχει το δικαίωµα να διατηρεί, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, προσωπικές σχέσεις και τακτική άµεση επαφή µε τους δύο γονείς του. Για το σκοπό αυτόν και σύµφωνα µε την υποχρέωση που βαρύνει τα Συµβαλλόµενα Κράτη δυνάµει της παραγράφου 2 του άρθρου 9, τα Συµβαλλόµενα Κράτη σέβονται το δικαίωµα που έχουν το παιδί και οι γονείς του να εγκαταλείψουν οποιαδήποτε χώρα, συµπεριλαµβανοµένης της χώρας αυτού του ίδιου του Συµβαλλόµενου Κράτους και να επιστρέψουν στη δική τους χώρα. Το δικαίωµα εγκατάλειψης οποιασδήποτε χώρας µπορεί να αποτελέσει αντικείµενο µόνο των περιορισµών που ορίζει ο νόµος και που είναι αναγκαίοι για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δηµόσιας τάξης, της δηµόσιας υγείας και των δηµόσιων ηθών, ή των δικαιωµάτων και των ελευθεριών των άλλων, και που είναι συµβατοί µε τα υπόλοιπα δικαιώµατα που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύµβαση.».

Όσον αφορά τον σεβασμό της βούλησης και της γνώμης του παιδιού και το δικαίωμα ακρόασής του πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης που το αφορά, στο άρθρο 11 της Σύμβασης προβλέπεται ότι: «1. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη εγγυώνται στο παιδί που έχει ικανότητα διάκρισης το δικαίωµα ελεύθερης έκφρασης της γνώµης του σχετικά µε οποιοδήποτε θέµα που το αφορά, λαµβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα µε την ηλικία του και το βαθµό ωριµότητάς του. 2. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άµεσα είτε µέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρµόδιου οργανισµού, κατά τρόπο συµβατό µε τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νοµοθεσίας.».

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Η δικαστική μεσολάβηση του άρθρου 214Β ΚΠολΔ

Στο άρθρο 214Β του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4055/2012, προβλέπεται ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης στις διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση, ως εναλλακτική μορφή επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, έχει ως σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας προς όφελος και των δύο μερών και έχει το πλεονέκτημα ότι το πρακτικό που συντάσσεται αποτελεί τίτλο εκτελεστό και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4055/2015, στο άρθρο 7, αναφέρονται τα εξής, όσον αφορά στον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης:

«Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία, κατά την οποία τα μέρη, µε τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, προσδιορίζουν τα θέματα της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή τους και επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους.

Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση ανήκει στη πρωτοβουλία των μερών και αποτελεί µία µη δεσμευτική, καθαρά ιδιωτική, μέθοδο επίλυσης των διαφορών.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις εισάγεται ένας νέος θεσμός εξώδικης επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, η δικαστική μεσολάβηση. Ο νέος αυτός τρόπος επίλυσης διαφορών δεν αναπτύσσεται «ανταγωνιστικά» αλλά παράλληλα προς τις λοιπές εναλλακτικές μορφές. Με την παράλληλη θεσμοθέτηση δικαστικής μεσολάβησης παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να επιτύχουν αποτελεσματικότερη επίλυση των διαφορών τους, χωρίς προσφυγή στη δικαστηριακή διαδικασία. Η ανάθεση καθηκόντων μεσολαβητή σε δικαστή καλύπτει τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα μεσολάβησης. Έτσι εμπεδώνεται καλύτερα η εμπιστοσύνη των πολιτών στους εξώδικους τρόπους επίλυσης διαφορών και καθίσταται ευχερέστερη η προσφυγή τους σε αυτούς, µε τελικό αποτέλεσμα την ευρύτερη κατά το δυνατόν επιτυχία των τρόπων τούτων και την αντίστοιχη ελάφρυνση των δικαστηρίων, ώστε να ασχολούνται µε τις υποθέσεις εκείνες που πράγματι χρειάζονται δικαστική διερεύνηση και απόφαση.»

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 214Β ΚπολΔ, η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση είναι προαιρετική και μπορεί να γίνει τόσο πριν από την άσκηση της αγωγής όσο και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. Επίσης στην παρ. 2 ορίζεται ότι: «Σε κάθε πρωτοδικείο και εφετείο ορίζονται, για δύο έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για ένα επιπλέον έτος, ένας ή περισσότεροι από τους υπηρετούντες προέδρους πρωτοδικών και εφετών ή από τους αρχαιότερους πρωτοδίκες και εφέτες, ως μεσολαβητές μερικής ή πλήρους απασχόλησης.»

Όπως προκύπτει από την παρ. 3 εδ. α’ του άρθρου 214Β ΚπολΔ, ο δικαστής που έχει ορισθεί στο Εφετείο ή στο Πρωτοδικείο ως μεσολαβητής, έχει χωριστές και κοινές ακροάσεις και συναντήσεις με τα μέρη και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς.

Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β‘ του ως άνω άρθρου: «…Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, να προσφεύγει στον κατά τόπον αρμόδιο δικαστή μεσολαβητή υποβάλλοντας γραπτώς το αίτημα του.»

Επομένως, η προσφυγή, και όταν υποβάλλεται πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν απαιτείται να γίνεται από κοινού, αλλά αρκεί και από μόνο το δικαιούχο, ενώ μπορεί να προκληθεί στο στάδιο αυτό και από μόνο τον υπόχρεο (βλ. Π. Μάζη, Η νέα αναθεώρηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4055/2012 και το πρόβλημα της καθυστέρησης των δικών, ΕλλΔνη 2013. σελ. 38-39).

Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 214Β ΚΠολΔ προβλέπεται ότι: «Το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα, αν συμφωνούν τα μέρη, να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν του εξαμήνου.»

Στην παρ. 5 του άρθρου 214Β ΚπολΔ προβλέπεται ότι στην περίπτωση που τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον μεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και το πρωτότυπό του κατατίθεται στην γραμματεία του Πρωτοδικείου όπου έλαβε χώρα η μεσολάβηση. Το πρακτικό μεσολάβησης, από την κατάθεση του στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την κατάθεση, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Δημοσίου, το ύψος και η αναπροσαρμογή του οποίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου, κατά την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης θα πρέπει να μην παραβιάζεται το απόρρητο, εκτός αν συμφωνήσουν διαφορετικά τα μέρη. Μάλιστα, πριν την έναρξη της διαδικασίας, όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας.

Επομένως, εφόσον στη διαδικασία της μεσολάβησης διασφαλίζεται το απόρρητο, τα μέρη μπορούν να αποφύγουν τη δημοσιότητα, η οποία υποχρεωτικά επιβάλλεται, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για τις συνεδριάσεις κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία, και την οποία συχνά τα μέρη επιθυμούν να αποφύγουν, είτε προς προστασία της φήμης και της αξιοπιστίας της επιχείρησής τους, είτε σε άλλης φύσης διαφορές, όπως είναι οι οικογενειακές διαφορές. (βλ. Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Δικαστική Διαμεσολαβήτρια, Δικαστική Μεσολάβηση – άρθρο 214Β ΚΠολΔ).

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Εφαρμοστέο δίκαιο σε διεθνείς οικογενειακές διαφορές

Για το εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό ο Κανονισμός 1259/2010 ορίζει στο άρθρο 8 πως το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους:

α)

της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

β)

της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται ένα έτος και πλέον πριν από την υποβολή αγωγής στο δικαστήριο και εφόσον ο ένας εκ των συζύγων εξακολουθεί να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

γ)

της ιθαγένειας των δύο συζύγων κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

δ)

του επιληφθέντος δικαστηρίου.

Όταν δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω Κανονισμός εφαρμόζονται τα παρακάτω άρθρα του Αστικού Κώδικα:

Άρθρο 14 Προσωπικές σχέσεις των συζύγων

Οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί 2. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Άρθρο 15 Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από το δίκαιο που ρυθμίζει τις προσωπικές σχέσεις τους αμέσως μετά την Τέλεση του γάμου.

Άρθρο 18 Σχέσεις γονέων και τέκνου

Οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνου ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους 2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου.

Ζητήματα  οικογενειακού δικαίου – πρακτικός οδηγός

Όποιος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση οικογενειακού δικαίου καλείται να αντιμετωπίσει εκτός από τα διάφορα νομικά ζητήματα και ορισμένα πρακτικά προβλήματα, που είναι συχνά πρωτόγνωρα, βαθύτατα προσωπικά και με μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο. Για τον λόγο αυτόν είναι σημαντικό να κρατά κανείς την ψυχραιμία του, να λαμβάνει έμπειρη καθοδήγηση και να πράττει εγκαίρως όσα είναι αναγκαία για την επιτυχημένη έκβαση της υποθέσεώς του. Το κείμενο που ακολουθεί δεν περιέχει νομικές συμβουλές, αλλά μια εμπειρική περιγραφή της καταστάσεως με την οποία έρχεται, συνήθως, αντιμέτωπος, όποιος εμπλέκεται σε μια υπόθεση οικογενειακής φύσης.

 

Στοιχεία επικοινωνίας

Untitled-1

Το γραφείο μας διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση προκειμένου να προβαίνει στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση οικογενειακών διαφορών. Με σεβασμό προς του εντολείς μας ξεκινάμε πάντα επιδεικνύοντας συμβιβαστικό πνεύμα και επιδιώκοντας την βέλτιστη λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Διαθέτουμε, όμως, και την ετοιμότητα να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και αξιοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα κάθε είδους φαινόμενα αδιαλλαξίας, εκβιασμών και κακοποίησης. Έχοντας, μάλιστα, ασχοληθεί με αρκετές και συχνά περίπλοκες υποθέσεις διαζυγίων, διατροφών, ενδοοικογενειακής βίας και αγωγών για συμμετοχή στα αποκτήματα έχουμε αναπτύξει μεγάλη ευαισθησία σε υποθέσεις οικονομικής κακοποίησης.

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Παρακάτω, παρατίθενται σε χωριστές ενότητες ορισμένες από τις σημαντικότερες  προβληματικές στον τομέα του οικογενειακού δικαίου.

Α. Πρακτικός οδηγός επιβίωσης σε υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου

Η εμπειρία μας σε τέτοιου είδους υποθέσεις μας έχει διδάξει ότι τα σημεία κλειδιά, που μπορούν να είναι καθοριστικά για την αίσια έκβαση μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου, είναι τα εξής:

  1. ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Όταν έχουν λάβει χώρα περιστατικά κακοποίησης, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, προκειμένου οι ενεργούμενες νομικές ενέργειες να μην οδηγήσουν σε κάποιο επικίνδυνο ξέσπασμα του άλλου μέρους. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχει οποιαδήποτε απειλή ή βίαιη συμπεριφορά, θα πρέπει να καλείται άμεσα η αστυνομία και να ζητείται η καταγραφή του επεισοδίου στο βιβλίο συμβάντων του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος.

  1. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ο ψυχολογικός παράγοντας είναι εξαιρετικά σημαντικός στις υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου, αφού πρόκειται, συνήθως, για έναν αγώνα αντοχής. Το διακύβευμα είναι υψηλό, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι κάποιες φορές δυσκίνητο και οι αντίδικοι συχνά εκτοξεύουν ύβρεις και απειλές σε εκείνον, που τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να υπάρχουν κάποια πρόσωπα του ευρύτερου συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος, τα οποία έχουν επίγνωση της καταστάσεως και είναι πρόθυμα να επέμβουν υποστηρικτικά.

Ειδικά για τις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο η γραμμή SOS 15900, την οποία στελεχώνουν ψυχολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, που παρέχουν άμεση βοήθεια σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας. Λειτουργούν, ακόμα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας ξενώνες προσωρινής φιλοξενίας για τα θύματα έμφυλης βίας και τα παιδιά τους.

  1. ΕΥΡΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Από την στιγμή, που καταστεί σαφές πως μια οικογενειακή διαφορά πρόκειται να οδηγηθεί στις δικαστικές αίθουσες, είναι απαραίτητη η έναρξη συλλογής των εγγράφων εκείνων, που είναι κρίσιμα για την απόδειξη των επίδικων ισχυρισμών (πχ ενδεχόμενες παλαιότερες καταγγελίες στην αστυνομία, τραπεζικά και δημόσια έγγραφα). Δυστυχώς, είναι συχνό το φαινόμενο οι αντίδικοι στις οικογενειακές διαφορές να προσπαθούν να εξαφανίσουν τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου ο προσφεύγων στην δικαιοσύνη να βρεθεί σε κατάσταση αποδεικτικής αδυναμίας.

Χρήσιμο, επίσης, είναι να συλλέγονται κάποια δημόσια έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με την προσωπική, οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος και να γίνεται μια συνοπτική καταγραφή του ιστορικού της υποθέσεως, όσο δύσκολο κι αν είναι να εκθέτει κανείς τις ευαίσθητες αυτές πτυχές της προσωπικής του ζωής.

  1. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Η ύπαρξη μαρτύρων σε οικογενειακές υποθέσεις είναι πολύτιμη, ιδίως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συχνά οι καλύτεροι μάρτυρες είναι στενοί συγγενείς του αιτούντος, οι οποίοι εξαιτίας της ιδιότητάς τους είναι και άμεσα ενημερωμένοι για τα επίδικα ζητήματα.

Οι μάρτυρες πρέπει να ειδοποιούνται εγκαίρως, ώστε να είναι χρονικά διαθέσιμοι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και κατάλληλα προετοιμασμένοι, έτσι ώστε να μην “τα χάσουν” από την ενδεχόμενη πίεση των αντιδίκων, αλλά και από το άγχος, που δημιουργείται αναγκαστικά από την παρουσία στις δικαστικές αίθουσες.

Επειδή, τέλος, οι μάρτυρες είναι, συχνά, διστακτικοί να εμπλακούν σε οικογενειακές υποθέσεις, απαιτείται υπομονή και μετριοπάθεια στην προσέγγισή τους.

  1. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΙΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

Παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση, που συνοδεύει αναπόφευκτα κάθε υπόθεση οικογενειακού δικαίου, είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι παρορμητικές ενέργειες, καθώς ενδέχεται μια καλοπροαίρετη αυθόρμητη ενέργεια να έχει δυσμενείς συνέπειες κατά την δικαστική εκτίμηση της υποθέσεως. Ειδικά, μάλιστα, όταν η αντιδικία αφορά και στην επιμέλεια ανηλίκων τέκνων οι δικαστικές αρχές αξιολογούν ιδιαίτερα θετικά μια συνολικά ψύχραιμη στάση εκ μέρους του διαδίκου.

Κομμάτι της ψύχραιμης αυτής αντιμετώπισης αποτελεί και η έγκαιρη λήψη νομικών συμβουλών, αφού η προετοιμασία μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου απαιτεί χρόνο. Ειδικά, μάλιστα, όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσπάθεια του αντιδίκου του να επιτύχει τον δικαστικό αιφνιδιασμό του ζητώντας, λόγου χάρη, την έκδοση προσωρινής διαταγής, τότε η επικοινωνία του με τον νομικό του σύμβουλο θα πρέπει να είναι άμεση.

Αυτά είναι κατά την γνώμη μας τα θεμέλια για τον επιτυχή χειρισμό μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου στα αρχικά της στάδια.

 

Β. Συνήθη προβλήματα ανακύπτοντα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων

Β.1. Κακοποίηση και ψυχολογική πίεση για την συνέχιση τοξικών σχέσεων

Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουμε κάποιον, ο οποίος βρίσκεται ή βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μία τοξική ή κακοποιητική σχέση. Στις περιπτώσεις αυτές από το μυαλό όλων όσοι λειτουργούμε ως εξωτερικοί παρατηρητές περνά η εξής ερώτηση: “Για ποιον λόγο αυτός ο άνθρωπος δεν δίνει ένα τέλος; Πώς είναι δυνατόν ένας αξιοπρεπής και θαρραλέος άνθρωπος να ανέχεται τέτοιου είδους αντιμετώπιση;”

Ένας σκέλος του προβλήματος έχει να κάνει με την ψυχολογία του θύματος της κακοποίησης, το οποίο ζώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα νοσηρό περιβάλλον ξεκινά να εσωτερικεύει τα αρνητικά σχόλια, που δέχεται, να θεωρεί πως δεν υπάρχει διέξοδος από την κατάσταση, την οποία βιώνει, και να πιστεύει πως το ίδιο ευθύνεται για την κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί και αναπαράγεται. Η παραπάνω κατάσταση επιτείνεται, φυσικά, όταν υπάρχει ο φόβος μιας βίαιης αντίδρασης εκ μέρους του άλλου προσώπου και όταν έχουν δημιουργηθεί δεσμά συναισθηματικής ή οικονομικής εξάρτησης.

Ένα άλλο σκέλος έγκειται στα κοινωνικά στερεότυπα, που ακόμα και σήμερα δημιουργούν ισχυρές πιέσεις, ειδικά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες βρίσκονται σε έναν γάμο ή μια σχέση. Πράγματι, πολύ συχνά, ακόμα και τα θύματα σφοδρής ενδοοικογενειακής βίας, δέχονται πιέσεις να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στην σχέση τους” και “να μην διαλύσουν το σπίτι και την οικογένειά τους”. Ο μύθος, μάλιστα, αυτός, ότι, δηλαδή, ένα διαζύγιο ή ένας χωρισμός θα επιφέρουν “διάλυση της οικογένειας” υπό την έννοια ότι θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα ανήλικα τέκνα της οικογενείας είναι, ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα διαδεδομένος στην ελληνική κοινωνία.

Η αλήθεια είναι, όμως, πως δύο γονείς διαζευγμένοι ή χωρισμένοι μπορούν κάλλιστα να έχουν άριστη συνεννόηση μεταξύ τους, να επικοινωνούν με τα τέκνα τους και να συνάπτουν μαζί τους βαθιές σχέσεις αγάπης, ενώ υπάρχουν και ειδικοί, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν τους ανηλίκους να ανταπεξέλθουν στις νέες συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής χωρίς να τραυματιστούν ψυχικά.

Αντίθετα, είναι δεδομένο πως, όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον βίας και κακοποίησης, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να αναπτύξουν αισθήματα ανησυχίας και έντονου άγχους, αυτοενοχοποίησης, φόβου για το μέλλον και να εμφανίσουν διαταραχές της συναισθηματικής και ψυχικής τους υγείας. Επιπλέον, διαπαιδαγωγούνται με στρεβλά πρότυπα μαθαίνοντας πως η κακοποίηση των αγαπημένων τους προσώπων είναι μια κατάσταση φυσιολογική και πως αποτελεί έναν αποδεκτό τρόπο συμπεριφοράς.

Η απομάκρυνση, λοιπόν, από μια τοξική και κακοποιητική σχέση δεν είναι μονάχα μια πράξη εξαιρετικού θάρρους, που απελευθερώνει το ίδιο το θύμα της κακοποίησης, αλλά και κίνηση φροντίδας απέναντι στα ανήλικα τέκνα του.

Β.2. Μια σύγχρονη πρόκληση: Η οικονομική κακοποίηση

Η βία που ασκείται εντός της οικογένειας δεν περιορίζεται, ως γνωστόν, στην φυσική επίθεση (σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), αλλά περιλαμβάνει και συμπεριφορές, όπως είναι η ψυχολογική – συναισθηματική βία και η οικονομική αποστέρηση. Η οικονομική αποστέρηση είναι μια μορφή ελέγχου, η οποία έχει ως σκοπό να παγιδεύσει το πρόσωπο που την υφίσταται σε μια σχέση κακοποίησης. Πρόκειται δηλαδή για μία εξαιρετικά αποτελεσματική μορφή ελέγχου, αφού επιτυγχάνει την αποδυνάμωση και την απομόνωση του θύματος της κακοποίησης, το οποίο αισθάνεται πως στερείται κάθε ευκαιρίας διαφυγής.

Η οικονομική αποστέρηση χρησιμοποιείται αρκετά συχνά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες ασχολούνται με τα οικιακά και δεν έχουν δική τους, ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το θύμα της κακοποίησης αναγκάζεται είτε να παρακαλά προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα χρήματα για την κάλυψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών είτε να ζει με τον φόβο ότι αναστατώνοντας τον θύτη της κακοποίησης, θα μειώσει την ικανότητα του να εργάζεται και να εξασφαλίζει το οικογενειακό εισόδημα.

Θύματα οικονομικής αποστέρησης, όμως, είναι συχνά και πρόσωπα, τα οποία εργάζονται και έχουν ανεξάρτητες πηγές εισοδήματος. Στις περιπτώσεις αυτές ο θύτης της κακοποίησης τους στερεί πρωταρχικά την ικανότητα διαχείρισης των χρημάτων αυτών, όπως και των οικογενειακών εισοδημάτων. Έτσι, το θύμα της κακοποίησης αδυνατεί να λαμβάνει αποφάσεις ως ελεύθερο και ενήλικο άτομο και αναγκάζεται να καταφεύγεις σε παζαρέματα, κολακείες και ατέρμονες συζητήσεις ακόμα και για τις πλέον στοιχειώδεις οικονομικές αποφάσεις.

Επιπλέον, επειδή οι οικογενειακές αποταμιεύσεις βρίσκονται υπό τον έλεγχο του προσώπου, που ασκεί την κακοποίηση, το θύμα της κακοποίησης έχει συχνά μεγάλες πρακτικές δυσκολίες στην εξεύρεση διεξόδου. Ειδικά, μάλιστα, όταν υπάρχουν και ανήλικα τεκνά, ο φόβος πως ένα διαζύγιο θα μειώσει το βιοτικό τους επίπεδο είναι συχνά καθηλωτικός.

Δυστυχώς, τα παραπάνω φαινόμενα έχουν μεγάλη έκταση στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία και πρέπει να τονιστεί ότι αφορούν και οικογένειες, που στον κοινό νου χαρακτηρίζονται ως υπεράνω υποψίας. Έτσι δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ο ένας εκ των δύο συζύγων, ο οποίος είναι και θύτης σωματικής και ψυχολογικής βίας, να μην εκπληρώνει τις συζυγικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, κατορθώνοντας να αποταμιεύσει σημαντικά ποσά, τα οποία τοκίζονται και πολλαπλασιάζονται.

Τα ποσά αυτά, τα οποία προέρχονται από τις κοινές οικογενειακές οικονομίες, τοποθετούνται στην συνέχεια στο τραπεζικό σύστημα προς το συμφέρον τάχα της οικογένειας και με σκοπό την φροντίδα των τέκνων, αλλά και των ίδιων των συζύγων. Μόλις, όμως, το θύμα της κακοποίησης, ξεκινά τις προσπάθειές του να διακόψει την έγγαμη συμβίωσή, ο θύτης οικειοποιείται όλες τις οικογενειακές αποταμιεύσεις επιδιώκοντας να εξοντώσει οικονομικά το θύμα του, να το αναγκάσει να επιστρέψει κοντά του και να το εκδικηθεί για την απόφασή του. Το σχέδιο αυτό, μάλιστα, συχνά το έχει έντεχνα προετοιμάσει, φροντίζοντας να αδειάσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, όλους τους κοινούς οικογενειακούς λογαριασμούς και να τοποθετήσει όλες τις οικογενειακές οικονομίες σε λογαριασμούς, που ελέγχονται αποκλειστικά από εκείνον.

Εν προκειμένω η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία έγκειται στην επιτηδειότητα ορισμένων θυτών κακοποίησης, οι οποίοι χρησιμοποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και διάφορα τεχνάσματα προκείμενου να συγκαλύψουν τα ίχνη τους. Ως παράδειγμα αναφέρεται το άνοιγμα πολλών διαφορετικών λογαριασμών, το ξαφνικό τους κλείσιμο και το άνοιγμα νέων στη θέση τους με μηδενικό υπόλοιπο, η χρήση πλαστών εξουσιοδοτήσεων για το άνοιγμα και το κλείσιμο προθεσμιακών καταθέσεων και η χρήση άλλων συγγενών ως παρένθετων προσώπων ή συνδικαιούχων. Σε κάθε περίπτωση γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση στο θύμα.

B.3. Διαφωνία ως προς τον καθορισμό της επιμέλειας και της διατροφής

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξεύρεση του γονέα εκείνου που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλόλητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλόλητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Από την άλλη πλευρά, επιμετράται αρνητικά η κλονισμένη ψυχική υγεία ενός γονέα, ακόμα κι αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η τυχόν ασθένεια βρίσκεται σε ύφεση, καθότι δε μπορεί να αποκλειστεί μια έξαρση ή υποτροπή στο μέλλον.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Όσον αφορά στο μέτρο της διατροφής, αυτό προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Για τον προσδιορισμό της διατροφής χρήσιμη ενδέχεται να είναι η γνωστοποίηση από τις Δ.Ο.Υ. των σχετικών με την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς διατροφή προσώπων πληροφοριών.

Β.4. Νομολογιακές τάσεις: Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή “συνεπιμέλειας”

Η απολύτως κρατούσα πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ των γονέων είναι η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στον έναν εκ των δύο γονέων. Η συγκεκριμένη λύση είναι προβληματική στον βαθμό που μπορεί να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη αποξένωση των ανηλίκων τέκνων από τον έναν γονέα, κάτι που θα τραυματίσει ψυχικά ολόκληρη την οικογένεια. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος να αισθάνεται ο ένας εκ των δύο γονέων αδικημένος και εξ αφορμής του γεγονότος αυτού να μετατραπούν οι οικογενειακές σχέσεις σε αντικείμενο φανατισμένης αντιδικίας και μίσους.

Εξαιτίας των παραπάνω προτείνεται με σοβαρά επιχειρήματα η πρόταξη της κοινής επιμέλειας ή συνεπιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Η λύση αυτή είναι πράγματι κατάλληλη, όταν υπάρχουν σχέσεις ομαλής συνεργασίας μεταξύ των γονέων και όταν οι συνθήκες διαβίωσής τους επιτρέπουν την τακτική και απρόσκοπτη μεταξύ τους συνεννόηση για τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους. Η ευρεία εφαρμογή της, όμως, απαιτεί μια αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να γίνει κατανοητό πως δύο άνθρωποι, που ως ζευγάρι αποδείχτηκαν ασύμβατοι και ενδεχομένως κακή επιρροή ο ένας για τον άλλον, μπορούν, αλλά και πρέπει να είναι καλοί και συνεννοήσιμοι γονείς.

Ωστόσο, παρά την νομοθετική πρόβλεψη του θεσμού της συνεπιμέλειας των ανήλικων τέκνων, στην πράξη τα ελληνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα τον εν λόγω θεσμό και οι σχετικές αποφάσεις είναι προς το παρόν ολιγάριθμες.

Β.5.Επικοινωνία μεταξύ γονέων και τέκνων μέσω βιντεοκλήσης

Σε πρόσφατες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε προγράμματα, όπως το skype, τα οποία επιτρέπουν την οπτική επαφή μεταξύ των χρηστών τους έχοντας για τον λόγο αυτό ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κλασική τηλεφωνική επικοινωνία. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας με την χρήση των καταλλήλων προγραμμάτων σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες.

Επιπλέον, ορίζεται πως ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, θα πρέπει να φροντίζει ώστε εκείνο να βρίσκεται τις συγκεκριμένες ώρες και ημέρες σε κατάλληλο χώρο με πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.ο.κ.  Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η ωριμότητα του ανηλίκου προκειμένου να γίνεται ορθή και ασφαλής χρήση των απαραιτήτων ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικού υπολογιστή, tablet ή κινητού).

Συμπερασματικά, η επικοινωνία με τη χρήση τεχνολογικών μέσων θεωρείται από την πρόσφατη νομολογία ως ένα μέτρο, το οποίο μπορεί να συμβάλει στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ γονέων και ανηλίκων τέκνων, χωρίς να αντικαθιστά την φυσική μεταξύ τους επαφή. Σε περιπτώσεις, όμως, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών η φυσική επαφή είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδύνατη, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη.

 

Γ. Προσφυγή στην δικαιοσύνη: προσωρινή διαταγή και δικαστικός αιφνιδιασμός

Η βραδύτητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης καθιστά συχνά αναγκαία την αναζήτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Στα δικαστήρια, όμως, ειδικά των αστικών κέντρων, ο προσδιορισμός της συζήτησης των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και η έκδοση αποφάσεων επί αυτών,  λαμβάνουν χώρα ορισμένους μήνες μετά την αίτηση.

Για τον λόγο αυτό συνηθίζεται στις αιτήσεις για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων να περιλαμβάνεται και αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής με σκοπό την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί των αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων. Για παράδειγμα με προσωρινή διαταγή μπορεί να ρυθμιστεί προσωρινά η επιμέλεια ενός ανηλίκου τέκνου, η διατροφή του, αλλά και η παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στον γονέα εκείνο, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου.

Η κοινωνική αναγκαιότητα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι δεδομένη, καθώς  το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία προϋποθέτει ότι πρέπει να υφίστανται τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση σοβαρών και άλλως αναπότρεπτων κινδύνων.

Από την άλλη, όμως, επισημαίνεται πως μια δικαστική κρίση, η οποία λαμβάνεται ταχύτατα και, συχνά, χωρίς την ακρόαση μαρτύρων ή την ενδελεχή μελέτη εγγράφων, δεν φέρει τα απαραίτητα εχέγγυα ορθότητας. Επιπλέον, ενδέχεται να γίνει κατάχρηση του θεσμού από τον αιτούντα, που αποσκοπεί στον δικαστικό αιφνιδιασμό του αντιδίκου του και στην δημιουργία τετελεσμένων.

Πράγματι πολλές φορές ο καθ’ ού η αίτηση για χορήγηση προσωρινής διαταγής κλητεύεται προ ελαχίστων ημερών ή και ωρών για να εμφανιστεί στο γραφείο του αρμοδίου Δικαστή και έχει ελάχιστο χρόνο προκειμένου να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά μέσα και να προετοιμάσει την άμυνά του.

Νομικές δυνατότητες άμυνας υπάρχουν κατά του καταχρηστικού δικαστικού αιφνιδιασμού, αλλά είναι απαραίτητο και οι ίδιοι οι Δικαστές να έχουν συνείδηση της ευθύνης τους και να με προσοχή να εξετάζουν τις αιτήσεις, που έρχονται ενώπιον τους, προκειμένου να χορηγούν προσωρινή διαταγή μονάχα στις περιπτώσεις εκείνες, που υφίσταται ένας πραγματικός κίνδυνος, αλλά και επαρκή στοιχεία για την πιθανολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του αιτούντος. Η κατάσταση είναι σαφώς βελτιωμένη στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και σε αυτές ο μεγάλος φόρτος εργασίας των δικαστηρίων και η ταχύτητα της διαδικασίας μπορούν να οδηγήσουν σε σφάλματα, αν η προετοιμασία δεν είναι απολύτως άρτια.

Αντί επιλόγου

Συνοψίζοντας, λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η ενδελεχής συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, η ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης και η έγκαιρη επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο είναι κομβικής σημασίας για την υπεράσπιση των συμφερόντων σας σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Σε περίπτωση που χρειάζεστε νομική καθοδήγηση, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Διαδικασία αλλαγής επωνύμου ανηλίκου τέκνου

Αλλαγή επωνύμου ανηλίκου δια της διοικητικής οδού

Ο Αστικός Κώδικας ορίζει στο άρθρο 1505 ότι «Οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο, είτε στον λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος … Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός από τους γονείς είτε συνδυασμός των επωνύμων τους … Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, σύμφωνα με τους όρους των προηγούμενων παραγράφων, τα τέκνα έχουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα τους».-

Η αλλαγή του επωνύμου, σε αντίθεση με την απόκτηση αυτού με τη γέννηση του τέκνου, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της διοικητικής οδού. Συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στον Δήμο, στον οποίο είναι εγγεγραμμένος, με την οποία ζητείται η αλλαγή του επωνύμου με περιγραφή των λόγων που τη δικαιολογούν και με την προσκόμιση των δικαιολογητικών, που αναφέρονται στην αριθμό Φ. 42301/13706/27-7-1995/Αρ.20 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών.-

Ειδικότερα, στο άρθρο μόνο του ν. δ/τος 2573/1953 (Α΄ 241), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 9 του ν. 2307/1995 (Α΄ 113), ορίζεται ότι: «1. Η πρόσληψη και η αλλαγή επωνύμου … γίνεται με απόφαση του Νομάρχη. … 2. … 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται λεπτομέρειες για τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου …». Στο δε σχετικό με την αλλαγή επωνύμου, Κεφάλαιο Γ΄ της – εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως – υπ’ αριθ. Φ. 42301/12167/ 28.6.1995 αποφάσεως του Υφυπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β΄ 608), ορίζονται τα εξής: «1. Για την αλλαγή επωνύμου υποβάλλεται στο νομάρχη αίτηση του ενδιαφερομένου … στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Η αίτηση αυτή απευθύνεται στο νομάρχη, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δήμος ή η κοινότητα, στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένος ο ενδιαφερόμενος. … 2. Ο νομάρχης παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερομένου, τη δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερομένου, περί του επωνύμου, η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητούμενη αλλαγή, όπως μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από της δημοσιεύσεως, υποβάλει στο Νομάρχη τις αντιρρήσεις του. 3. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, ο νομάρχης εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο νομάρχης αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής. Η απόφαση του νομάρχη με την οποία αποδέχεται τη ζητηθείσα αλλαγή επωνύμου, κοινοποιείται στις αρχές που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση δελτίου ταυτότητος. 4. …». Ήδη η ως άνω αρμοδιότητα ασκείται με απόφαση του Δημάρχου, σύμφωνα με την περ. 26 της παρ. ΙΙ του άρθρου 75 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄114) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως η περίπτωση αυτή προσετέθη με την παρ. 6 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010.-

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για αλλαγή του επωνύμου, υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Διοικήσεως, στα διοικητικά δικαστήρια και ειδικότερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας.-

Περαιτέρω, από την νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 962/2011, 1852/2016, 337/2019 κ.α.) έχει κριθεί ότι: «…από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει ότι το επώνυμο αποτελεί μεν στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, πλην η πρόσκτηση ή η αλλαγή του δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση αλλά ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, ως θέμα συναπτόμενο με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου, χωρεί δε καταρχήν δια της διοικητικής οδού. Το αρμόδιο διοικητικό όργανο, και ήδη ο Δήμαρχος, οφείλει σε κάθε περίπτωση, προπαντός, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτών τη μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται ενόψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται ή όχι να εγκριθεί η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικά, από την άποψη αυτή, την απόφασή του. Εξάλλου, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του αυτής ο Δήμαρχος δεν δεσμεύεται από τυχόν απόψεις άλλων, καταρχήν αναρμόδιων για τα θέματα αλλαγής επωνύμου, υπηρεσιών αλλά οι αποφάσεις του υπόκεινται στην προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 227 του ν. 3852/2010.» (βλ. ΣΤΕ 449/2018).-

Αγωγή ακύρωσης της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου των τέκνων λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1505 ΑΚ, οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους πριν από το γάμο, η οποία γίνεται είτε σε συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεστεί ο γάμος. Αυτή η κοινή δήλωση των μελλονύμφων αποτελεί συνδικαιοπραξία καθόσον συντίθεται από δύο παράλληλες και αυτοτελείς (αυθυπόστατες) δηλώσεις βούλησης, οι οποίες τείνουν στην επέλευση της ίδια έννομης συνέπειας, δηλαδή στον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων (I. Σπυριδάκης, Οικογενειακό Δίκαιο, 1983, σελ. 260), με αποτέλεσμα επ’ αυτής να εφαρμόζονται οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις (Γ. Κουμάντος, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 4η Έκδοση, 1985, σελ. 352). Ειδικότερα, η ως άνω δήλωση είναι αμετάκλητη και τούτο για την αποτροπή αβεβαιότητας ως προς το επώνυμο των τέκνων, το αμετάκλητο δε αυτό ισχύει από την τέλεση του γάμου (βλ. 1426/2016 ΠΠΡ ΑΘ).-

Επομένως, εάν η δήλωση των μελλονύμφων είναι ελαττωματική, τότε ως δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη σύμφωνα με τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάζεις εάν εμφιλοχώρησε πλάνη, όχι όμως ως προς τα παραγωγικά αίτια, απάτη ή απειλή (I. Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 260, Γ. Παπαδημητρίου, Κατ’ άρθρο ερμηνεία των νέων διατάξεων Οικογενειακού Δικαίου Β`, 1986, άρθρο 1505, σελ. 461 – 462).-

Η αγωγή για την ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων ασκείται από τον ένα σύζυγο κατά του άλλου συζύγου και του (εφόσον έχει γεννηθεί) τέκνου εάν είναι ενήλικο ή κατά του ειδικού επιτρόπου εάν είναι ανήλικο και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το Πολυμελές Πρωτοδικείο.-

Τέλος, στην υπ’ αριθμ. 1426/2016 Π.Πρ.Αθ. αναφέρονται τα εξής: «..ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαρρηχθεί αυτή για ελάττωμα στη βούληση καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβολή γνώμης, η οποία και θα προσέκρουε στο αμετάκλητο, αλλά για αποκατάσταση της αληθινής βούλησης των μελλονύμφων ως προς το επώνυμο των τέκνων τους. […] Περαιτέρω, από τη στιγμή που η κοινή δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου ακυρώνεται, ανακύπτει θέμα εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ., η εφαρμογή της οποίας συνεπάγεται προνομιακή μεταχείριση του πατέρα, που κατ’ εξαίρεση γίνεται δεκτή από τον κοινό νομοθέτη. Κατά συνέπεια, η παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Όταν, λοιπόν, ακυρώνεται η δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου και, επομένως, παύει αυτή αναδρομικά να υπάρχει, δεν πρόκειται για παράλειψη των μελλονύμφων, όπως απαιτείται για να τύχει εφαρμογής η ως άνω παράγραφος. Η ρύθμιση αυτή (άρθρο 1505 παρ. 3 ΑΚ) είναι συνταγματικά ανεκτή διότι θεωρείται ότι στηρίζεται στο νόμιμο τεκμήριο σιωπηρής «συμφωνίας» των μελλονύμφων, οι οποίοι παρέλειψαν να προβούν σε σχετική δήλωση (Α. Μάνεσης, ό.π., σελ. 27). Εξάλλου, η επιλογή σύνθετου επωνύμου υποδηλώνει σε κάθε περίπτωση τη θέληση των μελλονύμφων να μην έχουν τα τέκνα τούς μόνο το επώνυμο του πατέρα. Θα ήταν, συνεπώς, αντίθετη με τη βούληση αυτή η (αυτόματη) εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ σε περίπτωση ακύρωσής της. Επομένως, σε περίπτωση που οι μελλόνυμφοι προέβησαν σε δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων τους και αυτή ακυρώθηκε λόγω ελαττώματος, δεν εφαρμόζεται η τελευταία ως άνω διάταξη αλλά οι σύζυγοι θα πρέπει να επαναλάβουν, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, την κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου. Αντιθέτως, εάν οι σύζυγοι δεν προβούν σε κοινή δήλωσή της βούλησής τους για προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων τους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τότε θα εφαρμοστεί η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ…».-

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Η σύμβαση της Χάγης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών

Η διεθνής απαγωγή παιδιών από τον ένα γονέα αποτελεί ένα φαινόμενο που διαρκώς αυξάνεται στην εποχή μας και έχει σοβαρότατες συνέπειες για τον γονέα, του οποίου παραβιάζεται το δικαίωμα επιμέλειας, αλλά κυρίως αποτελεί μια τραυματική εμπειρία για το παιδί, το οποίο αποκόπτεται από τον ένα εκ των δύο γονέων με βίαιο για την ψυχοσύνθεσή του τρόπο, καθώς και από το οικείο του περιβάλλον και εξαναγκάζεται να προσαρμοστεί σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Η Σύμβαση για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία συνάφθηκε στη Χάγη στις 25 Οκτωβρίου 1980, έχει ως σκοπό, όπως προκύπτει από το προοίμιό της, την προστασία των παιδιών, σε διεθνές επίπεδο, από τις επιβλαβείς συνέπειες ενδεχόμενης παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως και την καθιέρωση διαδικασιών για τη διασφάλιση της άμεσης επιστροφής του παιδιού στο κράτος της συνήθους διαμονής του. Η Σύμβαση αυτή έχει κυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, Το άρθρο 1 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 ορίζει τα εξής: «Η παρούσα Σύμβαση έχει ως σκοπό: α) να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, β) να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη.» (βλ. ΔΕΕ – απόφαση C 111/8-7-17, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα: https://eurlex.europa.eu/legalcontent/EN/TXT/?uri=CELEX:62017CJ0111).

Επιπλέον, στις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαµικές διαφορές και διαφορές γονικής µέριµνας. Ο εν λόγω Κανονισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης, λειτουργεί συμπληρωματικά και υπερισχύει αυτής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 60 αυτού.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, το οποίο αποτελεί τη θεμελιώδη διάταξή της, η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού, νεότερου, κατά το άρθρο 4 της Σύμβασης, των δέκα έξι ετών, θεωρούνται παράνομες: «α) εφόσον έγιναν κατά παράβαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά, μπορεί δε να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους».

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι για να ενεργοποιηθεί η προστασία της Σύμβασης της Χάγης, δεν αρκεί η ύπαρξη αναγνωρισμένου δικαιώματος επιμέλειας στο πρόσωπο του αιτούντος την επιστροφή του ανηλίκου τέκνου, αλλά θα πρέπει η επιμέλεια να ασκείτο πραγματικά, πριν επισυμβούν τα γεγονότα που συνιστούν την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του τέκνου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 11 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, στις υποθέσεις παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης ανηλίκου παιδιού, οι δικαστικές (ή διοικητικές) αρχές των συμβαλλομένων κρατών οφείλουν να εφαρμόζουν τις διαδικασίες επείγοντος χαρακτήρος για την επιστροφή του παιδιού.

Οι διαδικασίες αυτές κινούνται από την, προβλεπόμενη από τη Σύμβαση, Κεντρική Αρχή, η οποία, προκειμένου για την Ελλάδα, είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενεργώντας με τα κατά τόπους αρμόδια δικαστικά γραφεία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, είτε του τόπου όπου βρέθηκε το παιδί μετά την απαγωγή, είτε της κατοικίας ή διαμονής του απαγωγέα (βλ. Εφθεσ 722/2003 Νόμος, Εφθεσ 3662/1996 ΕλλΔνη 1997.854) και δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ), η οποία, ως διαδικασία επείγοντος χαρακτήρος, ανταποκρίνεται προς τις σχετικές επιταγές της εν λογω Διεθνούς Σύμβασης (9457/2012 Μον.Πρ.Θεσσαλ.).

Επισημαίνεται ότι, η απορρέουσα από τις διατάξεις της Σύμβασης αστική διαφορά δεν είναι ασφαλιστικό μέτρο με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, ούτε μέτρο ρυθμιστικό καταστάσεως, εξομοιούμενο με ασφαλιστικό μέτρο, αλλά, απλά, για λόγους επιταχύνσεως της διαδικασίας, εκδικάζεται κατά διαδικασία επείγοντος χαρακτήρος, που, κατά τα ισχύοντα στην Ελλάδα, είναι η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έτσι η οριστική απόφαση που εκδίδεται στα πλαίσια της Διεθνούς Σύμβασης για την επιστροφή του παιδιού στον τόπο της συνήθους πριν την παράνομη μετακίνηση διαμονής του, η οποία, κατά το άρθρο 19 της Σύμβασης, δεν μπορεί να επιληφθεί και να ρυθμίσει το δικαίωμα επιμέλειας και συνακόλουθα διαχωρίζεται και διακρίνεται για την αυτοτέλεια της με την αντίστοιχη διαφορά της υπόθεσης της επιμέλειας, τέμνει οριστικά τη διαφορά και υπόκειται συνεπώς σε έφεση κατά το γενικό κανόνα που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παράγραφος 1 και 511 του ΚΠολΔ (βλ. 9457/2012 Μον.Πρ.Θεσσαλ.).

Η συνήθης διαμονή του ανηλίκου τέκνου

Το ζήτημα της συνήθους διαμονής είναι καθοριστικό για την κρίση των δικαστηρίων στις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής ανηλίκων τέκνων. Το εν λόγω ζήτημα έχει απασχολήσει τόσο τα εθνικά δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών, όσο και το ΔΕΕ, σε υποθέσεις διεθνούς απαγωγής και γονικής μέριμνας.

Στην υποθ. C-523/07 ΔΕυρΚ αναφέρονται τα ακόλουθα, όσον αφορά την έννοια της συνήθους διαμονής: «…ο όρος «συνήθης διαμονή», που απαντά στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, έχει την έννοια ότι η διαμονή αυτή αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει κάποια ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προς τούτο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής επί του εδάφους κράτους μέλους και της μετοικήσεως της οικογένειας στο εν λόγω κράτος, η ιθαγένεια του παιδιού, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης, οι γλωσσικές γνώσεις καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που έχει το παιδί εντός του εν λόγω κράτους. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ιδιαίτερες πραγματικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.[…] Η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί εντός άλλου κράτους μέλους, εκφραζόμενη με ορισμένα απτά μέτρα, όπως η αγορά ή ενοικίαση κατοικίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να αποτελεί ένδειξη της μεταφοράς της συνήθους διαμονής.» (βλ. ΔΕυρΚ 2.4.2009, υπόθ. 523/07 PPU, δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική διεύθυνση:https://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:62007CJ0523:EL:HTML).-

Αντιθέτως, στην ως άνω απόφαση σημειώνεται ότι: «…το γεγονός ότι τα παιδιά διαμένουν εντός κράτους μέλους όπου διάγουν, για σύντομη χρονική περίοδο, βίο προσώπων χωρίς σταθερή διαμονή μπορεί να αποτελεί ένδειξη για το γεγονός ότι η συνήθης διαμονή των παιδιών αυτών δεν βρίσκεται στο εν λόγω κράτος…». Επομένως, η δημιουργία νέας συνήθους διαμονής στον τόπο μεταβάσεως ή καταγωγής δεν είναι νοητή, όταν ο σύνδεσμος με τον τόπο αυτό εξακολουθεί να παραμένει προσωρινός και δεν ενέχει πρόθεση καταργήσεως της προηγούμενης συνήθους διαμονής (βλ. 1689/2005 Εφ.Θεσσαλ., ΝΟΜΟΣ).-

Μάλιστα, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 119/1994 απόφασης του Εφετείου Δ. Μακεδονίας σημειώνονται τα εξής: «…Από τα περιστατικά αυτά, το Δικαστήριο οδηγείται, κατά πιθανολόγηση, στην κρίση ότι συνήθης κοινή διαμονή των αντιδίκων και συνακόλουθα των ανηλίκων τέκνων τους, που και αυτά διέμειναν όπου οι γονείς τους (άρθρ. 56 ΑΚ), ο οποίος και ταυτίζεται με εκείνον της κατοικίας τους (βλ. σχ. Μαριδάκη, ΙΔΔΔ, σελ. 260, Κρίσπή, ΙΔΔΔ Γεν., σελ. 279 επ., Σταθόπουλο- Γεωργιάδη, άρθρ. 30, αριθ. 3, 4), δηλαδή όπου αυτοί κυρίως και μονίμως εγκαταστάθηκαν (άρθρο 51 ΑΚ) αμέσως πριν από την, στην αίτηση αναφερόμενη, κατακράτηση των ανηλίκων από τον καθ` ου, ήταν η πόλη Husgvaria της Σουηδίας (η οποία αναφέρεται στην πιο πάνω κοινή αίτηση του ζεύγους ως τόπος της κατοικίας τους), αφού προς τούτο συνέτρεχαν, κατά τον χρόνο τούτο, τόσο το υλικό στοιχείο της πραγματικής εγκατάστασης του ζεύγους και των ανηλίκων παιδιών του, στον τόπο αυτό, της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που προαναφέρθηκαν από τους γονείς σ` αυτόν και της φοίτησης των παιδιών σε Σουηδικά σχολεία του τόπου τούτου, όσο όμως και το βουλητικό στοιχείο, της πρόθεσης δηλ. του ζεύγους προς μόνιμη και σταθερή, για ικανό χρόνο, παραμονή στο συγκεκριμένο αυτό τόπο, η οποία και εμμέσως μεν, πλην σαφώς και ρητώς εκδηλώθηκε με την υποβολή κυρίως στη Διεύθυνση Σχολικής και Προσχολικής Αγωγής της Σουηδίας της προαναφερθείσας, από 20.11.1992 αίτησης για εγγραφή της ανήλικης κόρης τους στην Α` τάξη του Σουηδικού Δημοτικού Σχολείου Oxnehageskolan από το φθινόπωρο του έτους 1993, ήτοι για το σχολικό έτος 1993-1994…».

Η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι οι υποθέσεις διεθνούς απαγωγής ανηλίκων τέκνων που έχουν απασχολήσει τα ελληνικά δικαστήρια αφορούν περιπτώσεις στις οποίες ο ένας εκ των δύο γονέων, αναχωρεί από τον τόπο συνήθους διαμονής της οικογένειας, ώστε να κάνει διακοπές με τα ανήλικα τέκνα του, έχοντας όμως ως πραγματικό σκοπό να εγκατασταθεί μαζί τους μόνιμα στην Ελλάδα, χωρίς την συγκατάθεση του άλλου γονέα.

Ειδικότερα, η υπ’ αριθμ. 9457/2012 απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δέχτηκε ότι η κατακράτηση του ανήλικου από την καθής μητέρα του στην Ελλάδα ήταν παράνομη, διότι έγινε κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου στον πατέρα του ανηλίκου από κοινού με την καθής, από το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν από την κατακράτηση του. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η καθής κατακρατούσε παρανόμως το ανήλικο τέκνο στην Ελλάδα, όχι μόνο χωρίς τη συναίνεση ή συγκατάθεση του πατέρα του ανηλίκου που είχε και ασκούσε πράγματι την επιμέλεια του ανηλίκου, αλλά και παρά τη ρητή αντίθεση αυτού. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δέχτηκε, ότι η διαμονή του ανηλίκου τέκνου στην Ελλάδα, από 11.8.2011 μέχρι και τις 18.9.2011, ήταν προσωρινή (για διακοπές) και ότι δεν μπορούσε να εκληφθεί ως συνήθης διαμονή αυτού κατά την έννοια των διατάξεων της Συμβάσεως της Χάγης σε συνδυασμό με τον Κανονισμό 2201/2003. Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η επιστροφή του ανηλίκου τέκνου στον τόπο συνήθους διαμονής του, στο Λονδίνο Ην. Βασιλείου.

Το ζήτημα της διεθνούς απαγωγής παιδιών απασχόλησε και την υπ. αριθμ. 697/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η μητέρα των ανηλίκων τέκνων ήλθε μαζί τους για διακοπές στην Ελλάδα, στις 19-7-2005, για να επισκεφθεί τους οικείους της, αλλά δεν επέστρεψαν πάλι στην Αμερική την 26-8-2005, όπως είχε συμφωνήσει με τον σύζυγό της κατά την αποχώρηση της από την Αμερική και όπως ανέγραφε το εισιτήριο που διέθετε. Ωστόσο, ο πατέρας των ανηλίκων τέκνων δεν είχε καμία σχετική ενημέρωση ως προς την απόφαση της συζύγου του να μην επιστρέψει στις ΗΠΑ και ανέμενε ματαίως την επιστροφή αυτής και των τέκνων τους. Εν προκειμένω, όταν ενημερώθηκε από την σύζυγό του για την απόφασής της να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα μαζί με τα παιδιά τους, κίνησε αμέσως της προβλεπόμενη από τη Σύμβαση της Χάγης διαδικασία για την επιστροφή των παιδιών, υποβάλλοντας σχετική αίτηση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η συνήθης διαμονή των διαδίκων γονέων και των ανηλίκων τέκνων τους βρίσκεται στο Νέο Μεξικό των ΗΠΑ, όπου από την τέλεση του γάμου βρίσκεται η μόνιμη κατοικία τους, και έκρινε ότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων τα κατακρατούσε παρανόμως στην Ελλάδα, χωρίς την συναίνεση του πατέρα τους, ο οποίος ασκούσε εν τοις πράγμασι την επιμέλειά τους πριν την παράνομη κατακράτησή τους. Κατά συνέπεια, έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε την καθ’ ης να επιστρέψει τα τέκνα στον τόπο συνήθους διαμονής τους, στο Νέο Μεξικό των ΗΠΑ.

Περαιτέρω, με την υπ. αριθμ 180/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι η κατακράτηση του ανηλίκου τέκνου στην Ελλάδα από την καθ` ης μητέρα του, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα του, ήταν παράνομη και αντίθετη στο δικαίωμα της επιμέλειας που αυτός έχει από το νόμο και την δικαστική απόφαση, με την οποία είχε ορισθεί η από κοινού άσκηση της επιμέλειας και η ρητή απαγόρευση της εξόδου του τέκνου από την Γαλλία, χωρίς την σύμφωνη γνώμη και των δύο γονέων. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο πατέρας του ανηλίκου τέκνου ασκούσε εν τοις πράγμασι το δικαίωμα επιμέλειας του τέκνου, το οποίο περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα του να καθορίζει τη συνήθη διαμονή του.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκανε δεκτά τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της από κοινού άσκησης της γονικής εξουσίας έχει καθοριστεί με την υπ` αριθ. 08/1629/19.12.2008 εκτελεστή απόφαση του Δικαστή Οικογενειακών Υποθέσεων του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της TARASCON. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή ορίστηκε ότι ως τόπος κατοικίας της ανήλικης είναι η κατοικία της μητέρας, που πριν έλθει στην Ελλάδα ήταν (κάτοικος) Raphele les ArLes, όπου ζούσε το τέκνο και παράλληλα ότι ο πατέρας θα έχει υπό την προστασία του το τέκνο σε ορισμένα χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω, από το κείμενο της ίδιας ως άνω απόφασης προκύπτει ότι οι γονείς γνωστοποίησαν τη συμφωνία τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ώστε το ανήλικο τέκνο να μην μπορεί να εγκαταλείψει το εθνικό έδαφος της Γαλλίας, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των δύο γονέων. Στις 13.11.2009 ο αιτών στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της επικοινωνίας του με το τέκνο του σύμφωνα με την άνω απόφαση, έπρεπε να παραλάβει αυτό. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την καθ` ης η αίτηση-εκκαλούσα πλην όμως αυτό στάθηκε αδύνατον. Στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι αυτή είχε φύγει οριστικά στην Ελλάδα με το τέκνο τους στις 12.11.2009. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 12.11.2009, ο αιτών υπέβαλε μήνυση σχετικά με το περιστατικό της απομάκρυνσης του τέκνου από τον τόπο της συνήθους διαμονής του που είναι η Γαλλία. Έκτοτε, το τέκνο κατοικεί με την καθ`ης η αίτηση-εκκαλούσα στην οδό … αρ. … στο Ιλιον, όπου η τελευταία συμβιώνει με το σύζυγο της Ε.θ.».

Η υπ’ αριθμ. 2706/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επίσης δέχτηκε ότι η καθ’ ης – μητέρα των ανηλίκων τέκνων τα κατακρατούσε παρανόμως στην Ελλάδα, χωρίς τη συναίνεση του πατέρα τους, ο οποίος ασκούσε εν τοις πράγμασι την επιμέλειά τους πριν την παράνομη κατακράτησή τους. Το Δικαστήριο διέταξε την καθ’ ης να επιστρέψει τα τέκνα στον τόπο συνήθους διαμονής τους, στη Στοκχόλμη, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα: «… οι σύζυγοι απέκτησαν δύο τέκνα στις 22-6- 2009 και 7-8-2010. Ότι από το γάμο τους μέχρι το θέρος του 2012 οι σύζυγοι κατοικούσαν με τα τέκνα τους στη Σουηδία, όπου οι γονείς εργάζονταν και τα τέκνα φοιτούσαν σε παιδικό σταθμό. Ότι το θέρος του 2012 οι ανωτέρω σύζυγοι ήλθαν με τα τέκνα τους για θερινές διακοπές στην οικία τους στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης και επρόκειτο να επιστρέψουν στη Σουηδία ο μεν σύζυγος στις 23-7-2012, η δε καθ` ης με τα ανήλικα τέκνα τους λίγες ημέρες αργότερα αεροπορικώς. Ότι η καθ` ης ανακοίνωσε στο σύζυγο της ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει στη Σουηδία με τα τέκνα τους και έκτοτε κατακρατεί παράνομα τα τέκνα στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, στερώντας από τον πατέρα το δικαίωμα ασκήσεως γονικής μέριμνας και επιμέλειας, το οποίο έχει από κοινού με την καθ` ης, σύμφωνα με το σουηδικό δίκαιο.[…]Τα ανήλικα παιδιά, πριν από τον Ιούλιο του έτους 2012 είχαν συνήθη διαμονή τους στη Σουηδία και δεν είναι μεγαλύτερα των 16 ετών. Τα παιδιά μετακινήθηκαν στην Ελλάδα με τη θέληση του πατέρα, ωστόσο παρέμειναν στην Ελλάδα χωρίς τη θέληση του, διότι επιθυμία του πατέρα ήταν να επιστρέψουν αυτά στη Σουηδία, ανεξαρτήτως της εξελίξεως της έγγαμης συμβιώσεως του με την καθ` ης. […] Άλλωστε, εάν είχε συμφωνήσει στη λύση της έγγαμης συμβιώσεως και την παραμονή των ανηλίκων στην Ελλάδα πριν από την αναχώρησή του, θα είχε μεριμνήσει να υπογραφεί κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό ή ν` αρχίσει κάποια διαδικασία για τη λύση του γάμου και την επιμέλεια…».

Η υπ’ αριθμ. 119/1994 απόφαση του Εφετείου Μακεδονίας δέχτηκε ότι η κατακράτηση των ανηλίκων τέκνων από τον καθ’ ου πατέρα τους στην Ελλάδα, χωρίς τη συναίνεση της μητέρας τους, ήταν παράνομη, γιατί έγινε κατά παράβαση του δικαιώματος της επιμέλειας των τέκνων, το οποίο αναγνωρίζεται σ’ αυτήν, από κοινού με τον καθ’ ου, σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο του Σουηδικού όσο και του Ελληνικού δικαίου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι: «στις 11.1.1989 οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Σουηδία και έκτοτε όλη η οικογένεια έχει ως συνήθη τόπο διαμονής τη Σουηδία, τη δε επιμέλεια των ανηλίκων παιδιών τους ασκούν από κοινού και οι δύο διάδικοι, ως γονείς, σύμφωνα με τις διατάξεις τόσο του Σουηδικού όσο και του Ελληνικού δικαίου. Ότι στις 12.6.1993 οι διάδικοι, με τα παιδιά τους, ήλθαν στην Ελλάδα για διακοπές, έχοντας ήδη καθορίσει ως χρόνο επιστροφής τους στη Σουηδία την 18.8.1993, πλην ο καθ` ου, στις 4.7.1993 δήλωσε προς αυτήν ότι τα ανήλικα παιδιά τους δεν θα επιστρέψουν στη Σουηδία και, αφού παρακράτησε τα διαβατήριά τους, αρνήθηκε να επιτρέψει την επιστροφή τούτων, με την αιτούσα, στη Σουηδία, κατακρατώντας τα στο χωριό Μ. Γρεβενών.»

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραμονή των διαδίκων γονέων και των ανήλικων τέκνων τους στην Ελλάδα για διακοπές, τον Ιούνιο του έτους 1993, είχε το χαρακτήρα της προσωρινότητας και ότι η συνήθης διαμονή τους εξακολούθησε να παραμένει στην πόλη Huskavaria της Σουηδίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθ’ ου κατακρατούσε παρανόμως τα ανήλικα τέκνα στην Ελλάδα και διέταξε την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους.

Με την υπ. αριθμ. 1201/2001 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, το Δικαστήριο διέταξε τον καθού πατέρα του ανηλίκου τέκνου να το επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής του, στην πόλη Ντάργουϊν της Αυστραλίας, κρίνοντας ότι η κατακράτησή του στην Ελλάδα ήταν παράνομη. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Από την έγγαμη συμβίωσή τους οι διάδικοι (η αιτούσα είναι βρετανή υπήκοος και ο καθού Ελληνας υπήκοος), απέκτησαν ένα αγόρι που γεννήθηκε στην πόλη Ντάργουϊν της Αυστραλίας στις 20.2.1997. Με την υπ’ αριθμ. DM 239 του έτους 1998 απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου του Ντάργουϊν της Αυστραλίας, που εκδόθηκε στις 29.4.1999, αποφασίστηκε κοινή συναινέσει των διαδίκων το παιδί να διαμένει με τη μητέρα του (αιτούσα) και ο πατέρας του (καθού) να έχει επαφή. Συνήθης κατοικία παιδιού και των γονέων του με την ως άνω απόφαση είναι το Ντάργουϊν της Αυστραλίας. Ακολούθως, η αιτούσα παντρεύτηκε με τον Ρ.J. και ήδη βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ο δε καθού παντρεύτηκε με την Ελληνίδα υπήκοο Α.Π. Στις 20.7.2001 ο καθού, στα πλαίσια ασκήσεως δικαιώματος που είχε με την ως άνω απόφαση και με τη σύμφωνη γνώμη της αιτούσας, παρέλαβε το ανήλικο αγόρι και αναχώρησε για διακοπές στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη νήσο Κάλυμνο, όπου και εγκαταστάθηκαν σε οικία που ο τελευταίος διαθέτει στο νησί. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση και με την από 18.7.2001 γραπτή εγγύησή του, ο καθού όφειλε να επιστρέψει το παιδί στην αιτούσα στις 25.8.2001, πλην όμως με το από 6.9.2001 έγγραφό του, που κοινοποίησε στην τελευταία, της δήλωνε ότι το ανήλικο παιδί τους θα έμενε μόνιμα μαζί του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη νήσο Κάλυμνο, για λόγους που αφορούσαν την ψυχική και φυσική υγεία αυτού.».

Με την ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η εν λόγω μετακίνηση του παιδιού έγινε μεν νόμιμα, με τη συναίνεση της μητέρας τους, αλλά ότι με την Διεθνή Σύμβαση της Χάγης προστατεύεται όχι μόνο η μετακίνηση αλλά και η μη επιστροφή του παιδιού. Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι με τον όρο «μη επιστροφή» καλύπτεται η περίπτωση κατακράτησης του παιδιού μετά από νόμιμη μετακίνησή του, όπως συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τέλος, με την υπ’ αριθμ. 274/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το Δικαστήριο διέταξε την καθής μητέρα του ανηλίκου τέκνου να το επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής του, στο Τορόντο του Καναδά, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα: «Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Βηρυτό του Λιβάνου στις 7.1.1987 και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν στο Τορόντο του Καναδά, όπου κατοικούσαν, στις 13.12.1988 ένα παιδί, τον Α.Α. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων έχει ήδη διασπασθεί και με την από 25.6.1992 απόφαση του Δικαστή κing του Δικαστηρίου του Οντάριο (αριθμός φακέλλου D 945/90), που εκδόθηκε μετά από αίτηση της καθ` ης, ανατέθηκε στην τελευταία η κηδεμονία του παιδιού και συγχρόνως ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος μ` αυτό. Με την από 26.11.1992 απόφαση του Δικαστή Bean του ίδιου Δικαστηρίου τροποποιήθηκε η προηγούμενη απόφαση και δόθηκε στην καθ` ης το δικαίωμα να πάρει το παιδί προσωρινά από τον Καναδά για διακοπές, συγχρόνως όμως ορίστηκε ότι δεν μπορεί αυτή να αλλάξει τη μόνιμη κατοικία του έξω από τον Καναδά, χωρίς να έχει προηγηθεί γραπτή εντολή του Δικαστηρίου. Η καθ` ης η αίτηση, το Σεπτέμβριο του 1993, αναχώρησε από τον Καναδά, παίρνοντας μαζί της το παιδί και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου έκτοτε διαμένει μόνιμα με το νέο της σύζυγο και το ανήλικο, αλλάζοντας κατ` αυτό τον τρόπο τη μόνιμη κατοικία του παιδιού, που βρίσκεται στο Τορόντο του Καναδά, χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση του αιτούντος και χωρίς να προηγηθεί γραπτή εντολή του Δικαστηρίου του Οντάριο. Η παραμονή όμως του παιδιού στην Ελλάδα συνιστά παράνομη κατακράτηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της παραπάνω Σύμβασης και ήδη έχει υποβληθεί αίτηση από τον αιτούντα προς την αρμόδια αρχή του Καναδά για την επιστροφή του παιδιού στη μόνιμη κατοικία του, καθώς και αίτησή του στο αρμόδιο Δικαστήριο για την ανάθεση σ` αυτόν της κηδεμονίας του παιδιού».

Οι εξαιρέσεις στον κανόνα της επιστροφής του ανήλικου τέκνου στον τόπο συνήθους διαμονής του

Το άρθρο 13 παρ. 1 της Σύμβασης της Χάγης της 25.10.1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα της άμεσης επιστροφής του απαχθέντος παιδιού στον τόπο συνήθους διαμονής του. Ειδικότερα, στην εν λόγω διάταξη προβλέπεται ότι: «Παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει: α) ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακινήσεως ή κατακρατήσεως ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτήν ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων, ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση.».

  1. Η έννοια της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου (αρ. 13 παρ. 1 περ. α’)

Η έννοια που η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης προσδίδει στον όρο «δικαίωμα επιμέλειας», καθορίζεται στο άρθρο 5 εδάφιο α’ αυτής, σύμφωνα με το οποίο: «Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το «δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του». Επομένως, το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί, αυτό και μόνο, να προσδιορίζει και τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου.

Από το άρθρο 5 της Διεθνούς Σύβασης της Χάγης, προκύπτει το συμπέρασμα ότι στις περιπτώσεις που οι γονείς ασκούν, με βάση το δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, από κοινού την επιμέλεια του, η μονομερής ενέργεια του ενός, που θα πάρει το παιδί και θα το μεταφέρει σε άλλη χώρα, χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου, ισοδυναμεί με παραβίαση του δικαιώματος επιμέλειας.-

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 2, σημείο 9, του κανονισμό 2201/2003 ορίζει το «δικαίωμα επιμέλειας» ως αυτό που περιλαμβάνει «τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του».

  Μάλιστα, όσον αφορά την έννοια του «δικαιώματος επιμέλειας, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. C400/5.10.2010 PPU απόφασης του ΔΕΕ,  αναφέρονται τα ακόλουθα:

« 41. Καθόσον στην έννοια «δικαίωμα επιμέλειας» δίδεται ο ως άνω ορισμός από τον κανονισμό 2201/2003, η έννοια αυτή είναι αυτοτελής σε σχέση με το δίκαιο των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, από τις απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας απορρέει ότι στο περιεχόμενο μιας διατάξεως του δικαίου αυτού, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της, πρέπει κατά κανόνα να δίδεται σε όλη την Κοινότητα αυτοτελής και ομοιόμορφη ερμηνεία η οποία να προκύπτει λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου της διατάξεως και του σκοπού των οικείων ρυθμίσεων (απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozłowski, Συλλογή 2008, σ. I-6041, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ως εκ τούτου, όσον αφορά την εφαρμογή του ως άνω κανονισμού, το δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει εν πάση περιπτώσει το δικαίωμα του δικαιούχου να αποφασίζει τον τόπο κατοικίας του τέκνου.

42. Εντελώς διαφορετικό είναι το ζήτημα του καθορισμού του προσώπου στο οποίο θα ανατεθεί η επιμέλεια. Όπως συναφώς προκύπτει από το άρθρο 2, σημείο 11, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού, ο παράνομος χαρακτήρας της μετακινήσεως παιδιού εξαρτάται από την ύπαρξη «δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του».

43.  Από τα ανωτέρω έπεται ότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν ορίζει ποιο πρόσωπο πρέπει να έχει το δικαίωμα επιμέλειας λόγω του οποίου η μετακίνηση παιδιού μπορεί να καταστεί παράνομη υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 11, αυτού, αλλά παραπέμπει, ως προς τον καθορισμό του προσώπου που έχει αυτό το δικαίωμα, στο δίκαιο του κράτους μέλους στο όποιο έχει τη συνήθη διαμονή του το παιδί αμέσως πριν από τη μετακίνησή του ή την κατακράτησή του.»

Η πραγματική άσκηση της επιμέλεια συνίσταται σε πράξεις οι οποίες αποβλέπουν στη φροντίδα για τη διατροφή, την ένδυση, την υγεία, τη διαπαιδαγώγηση, τη μόρφωση, την ανατροφή του παιδιού και στην εν γένει φροντίδα για τη σωματική, διανοητική και ηθική του διάπλαση. Επιπλέον, από το άρθρο 5 της Σύμβασης της Χάγης, προκύπτει ότι το δικαίωμα επιμέλειας ασκείται πραγματικά, όταν ο φορέας του ασκεί ουσιαστικά και εν τοις πράγμασι την επιμέλεια, ακόμη και όταν το παιδί δεν ζει µαζί του, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των γονέων του.

Επισημαίνεται ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί η εξαίρεση του άρθρου 13 περ. α’, θα πρέπει ο απαγωγέας να αποδείξει, ότι αυτός που ζητεί την επιστροφή του τέκνου, δεν ασκούσε πραγματικά το δικαίωμα επιμέλειας και δεν αρκεί η απλή πιθανολόγηση της αλήθειας των ισχυρισμών του.

Ειδικότερα, στις δίκες που αφορούν στις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών, ισχύει το σύστημα της πλήρους απόδειξης, όπως φαίνεται και από το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 9457/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: «…Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως, δεν μπορεί να στηρίξει την κρίση του σε απλή πιθανολόγηση, αλλά οφείλει να αποφαίνεται κατά πλήρη δικανική πεποίθηση. Συγκεκριμένα, αν και προβλέπεται η εκδίκαση των επίμαχων διαφορών κατά διαδικασία επείγοντος χαρακτήρος, η οποία στην Ελλάδα, είναι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 682 επ. του ΚΠολΔ διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιβάλλεται παράλληλα στο δικαστή να αποφαίνεται επί των διαφορών αυτών κατά πλήρη δικανική πεποίθηση, που να σχηματίζεται με βάση τους διέποντες την εν λόγω διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων λοιπούς κανόνες και όχι απλώς κατά πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων. Αυτή η επιταγή, που είναι σύμφωνη και με τη σοβαρότητα των εν λόγω διαφορών που απαιτεί, για την αποτροπή κινδύνων, ασφαλή δικαστική διάγνωση, προκύπτει εναργώς από πολλές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης, όπως: […] Από τη διάταξη του άρθρου 13 αυτής, κατά την οποία η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του, αποδεικνύει (και συνεπώς όχι απλώς πιθανολογεί) κάποια από τα μνημονευόμενα στο ίδιο άρθρο, υπό στοιχεία α’ και β’, γεγονότα […] (βλ. ΑΠ 63/2001 ΕλλΔνη 2001.902, ΑΠ 1382/1995 ΕλλΔνη 1998.540, ΕφΑΘ 1012/2009 ΕφΑΔ 2010.705, ΕφΑΘ 8468/2008 ΕλλΔνη 2008.1697, Εφθεσ 722/2003 Αρμ 2004.1157, Εφθεσ 1587/1996 Αρμ 1006.890, ΕφΠατρ 268/2009 ΕφΑΔ 2009.694, ΕφΛαρ 613/2001 ΕλλΔνη 2003.511, ΕφΠατρ 697/2006 Νόμος). […] Η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό πρόσωπο που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει (με την προβολή σχετικής ενστάσεως): α) ότι το φυσικό πρόσωπο που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά το χρόνο της μετακινήσεως ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση…».-

Τέλος, σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. α’, η έγκριση ή συναίνεση του δικαιούχου του δικαιώματος επιμέλειας, αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της μετακίνησης ή κατακράτησης, κατ’ άρθρο 3 της Σύμβασης, καθώς κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται καν παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προσβολή του δικαιώματος επιμελείας.

  1. Η έννοια της ύπαρξης σοβαρός κινδύνου η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση ( άρ. 13 παρ. 1 περ. β’)

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η διάταξη της περ. β΄ του άρθρου 13 της Σύμβασης της Χάγης είναι αυτή που επικαλούνται ως επί το πλείστον οι απαγωγείς των ανηλίκων τέκνων, εκμεταλλευόμενοι τον τρόπο διατύπωσής της. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται η ερμηνεία της διάταξης κατά τρόπο στενό και περιοριστικό, όπως κατωτέρω θα αναλυθεί.

Εκκινώντας από την γραμματική ερμηνεία της διατάξεως παρατηρούμε πως ο κίνδυνος χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα σοβαρός (“grave”). Για την φυσική ή ψυχική δοκιμασία (“physical or psychological harm’’) δεν υπάρχει καταρχήν παρόμοιος επιθετικός προσδιορισμός. Η συνέχεια, όμως, της διάταξης αναφέρει “ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να το περιάγει (το τέκνο) σε μια αφόρητη κατάσταση” (“or otherwise place the child in an intolerable situation”). Από την ίδια την σύνταξη της πρότασης προκύπτει, λοιπόν, πως και η φυσική ή ψυχική δοκιμασία, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 13 παρ. β, πρέπει να ισοδυναμεί με την δημιουργία μιας αφόρητης καταστάσεως. Πρέπει, λοιπόν, να πρόκειται για μια ιδιαίτερα σοβαρή φυσική ή ψυχική δοκιμασία. Την γραμματική αυτή ερμηνεία υιοθέτησε και το ανώτερο εφετείο της Αυστραλίας στην απόφαση DP v. Commonwealth Central Authority (27/06/2001, High Court of Australia, Superior Appellate Court, διαθέσιμη στην βάση δεδομένων INCADAT, https://www.incadat.com)

Σύμφωνα με την εξηγητική έκθεση της Σύμβασης της Χάγης (Explanatory Report, Results of the work of the Hague Conference on private internation law, διαθέσιμη διαδικτυακά στο site: https://www.hcch.net/en/publications-and-studies/details4/?pid=2779), παρ. 34 :“…τα τρία είδη εξαιρέσεων στον κανόνα της επιστροφής των ανηλίκων τέκνων θα πρέπει να εφαρμόζονται μέχρι τα όρια της γραμματικής τους διατύπωσης και όχι περισσότερο. Εξ αυτού συνάγεται πρώτα από όλα πως πρέπει να ερμηνεύονται με έναν στενό/περιοριστικό τρόπο, προκειμένου η σύμβαση να μην καταστεί κενό γράμμα.” (“This implies above all that they are to be interpreted in a restrictive fashion, if the Convention is not to become a dead letter”).-

Στην νομολογία των Η.Π.Α., η οποία έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με την εφαρμογή της Σύμβασης, επιβεβαιώνεται η ανάγκη για την στενή ερμηνεία των άρθρων, που θεσπίζουν εξαιρέσεις από τον κανόνα της επιστροφής των ανηλίκων τέκνων. Συγκεκριμένα στην απόφαση Ciotola v. Fiocca (12/03/1997, United States District Court of Ohio, Appellate Court, διαθέσιμη στην βάση δεδομένων INCADAT, https://www.incadat.com) γίνεται επίκληση της σημαντικότερης σχετικής νομολογίας (Friedrich v. Friedrich, Caro v. Sher) και επαναλαμβάνεται πως σοβαρός κίνδυνος φυσικής ή ψυχικής δοκιμασίας για το ανήλικο τέκνο υπάρχει σύμφωνα με την Σύμβαση όταν α) το τέκνο βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο πριν από την επίλυση της αντιδικίας για την επιμέλεια β) το τέκνο υπέστη σοβαρή κακοποίηση, παραμέληση ή υπερβολική συναισθηματική εξάρτηση και τα δικαστήρια της χώρας της συνήθους κατοικίας είναι ανίκανα ή απρόθυμα να παρέχουν στο ανήλικο επαρκή προστασία. Άλλωστε, στην Friedrich v. Friedrich κρίθηκε πως υπάρχει σοβαρός κίνδυνος φυσικής ή ψυχικής δοκιμασίας για το ανήλικο τέκνο, όταν η επιστροφή του το θέτει σε άμεσο κίνδυνο προτού επιλυθεί η αντιδικία για τη επιμέλεια, όπως για παράδειγμα η επιστροφή του ανηλίκου σε περιοχές που πλήττονται από πόλεμο, λιμό ή επιδημίες.

Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «αφόρητη κατάσταση» αφορά το ίδιο το παιδί και όχι τον απαγωγέα και αναφέρεται σε καταστάσεις που σχετίζονται και συνδέονται με το ανήλικο. [βλ. ΕφΑθ 8468/2008 ΕλλΔνη 2008.1697, ΕφΘεσ 998/1997 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1587/1996 Αρμ 1006.890, ΕφΛαρ 613/2001 ΕλλΔνη 2003.511, ΕφΘρ 61/2001 Αρμ 2001.1058, I. Δούμπη, «Καίρια ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιού (Κυρωτικός Νόμος 2102/1992)» ΕλλΔνη 1998.24 επ.]. Αφόρητη κατάσταση θα μπορούσε να είναι η άσκηση βίας απέναντι στο παιδί, η σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος του παιδιού, η λεκτική επίθεση, η φυσική ή συναισθηματική εγκατάλειψη, καθώς και ο ανήθικος βίος που διάγει ο γονέας, και επηρεάζει άμεσα το παιδί. (Γραμματικάκη – Αλεξίου, Η Σύμβαση της Χάγης για τα Αστικά Θέματα της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών, σελ 126)

Τέλος, στην διεθνή νομολογία αναφέρεται πως δεν πρέπει το πρόσωπο εκείνο που παρανόμησε να επωφελείται από την πράξη του και να επικαλείται τις συνέπειές της προκειμένου να επικαλεστεί την ύπαρξη ενός σοβαρού κινδύνου. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 παρ. β να θεωρούνται ότι συντρέχουν μονάχα σε ουσιώδεις περιπτώσεις, που υπερβαίνουν τις αναπόφευκτες, συνήθεις ενοχλήσεις, που προκαλούνται από την διαδικασία επιστροφής του ανηλίκου τέκνου (T.B. v. J.B., 19/12/2000, Court of Appeal (England), Appellate Court, διαθέσιμη στην βάση δεδομένων INCADAT, https://www.incadat.com)

Επισημαίνεται, ότι στις δίκες που αφορούν υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών ισχύει το σύστημα της πλήρους απόδειξης και το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως, δεν μπορεί να στηρίξει την κρίση του σε απλή πιθανολόγηση, αλλά οφείλει να αποφαίνεται κατά πλήρη δικανική πεποίθηση. Επομένως, θα πρέπει να αποδεικνύεται, και όχι απλώς να πιθανολογείται, η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση (βλ. ανωτέρω απόσπασμα της 9457/2012 ΜονΠρΑθ).

Ειδικότερα, με τη διάταξη της παρ. 1 περ. β΄ του άρθρου 13 ορίζεται, ως αιτιολογικός σύνδεσμος μεταξύ των αντικειμενικών γεγονότων της επιστροφής ως αιτίου αφενός και της δοκιμασίας ή αφόρητης καταστάσεως ως αποτελέσματος αφετέρου, η εκτίμηση, δηλαδή η πλήρης απόδειξη, της υπάρξεως σοβαρού κινδύνου, κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της επιστροφής και όχι έκτακτες ή άλλες εξαιρετικές συμπτώσεις έχει, μετά σφοδρής πιθανότητας και υπό τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, τη γενική τάση να επιφέρει τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (βλ. ΑΠ 916/2010 ΧρΙΔ 2011.351, ΕφΑθ 8468/2008 ΕλλΔνη 2008.1697, ΕφΘεσ 998/1997 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1587/1996 Αρμ 1006.890, ΕφΛαρ 613/2001 ΕλλΔνη 2003.511, ΕφΘρ 61/2001 Αρμ 2001.1058, ΕφΘρ 223/1999 Αρμ 53.1568, I. Δούμπη, «Καίρια ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιού (Κυρωτικός Νόμος 2102/1992), ΕλλΔνη 1998, σελ. 24 επ.).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις των διεθνών απαγωγών, η διατάραξη της ψυχικής ισορροπίας του ανηλίκου τέκνου οφείλεται στη διάσπαση της συμβίωσής του και με τους δύο γονείς του και όχι στο ενδεχόμενο επιστροφής του στον τόπο συνήθους διαμονής του. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 119/1994 απόφασης του Εφετείου Δ. Μακεδονίας αναφέρονται τα εξής: «Είναι πλέον ή βέβαιο, όπως άλλωστε συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, ότι η ψυχική ισορροπία αυτών θα διαταραχθεί και η ευαισθησία τους θα δεχθεί ισχυρό πλήγμα. Τούτο όμως οφείλεται στη δοκιμασία που υφίστανται από το χωρισμό των γονέων τους, τη νέα οικογενειακή κατάσταση που δημιουργείται και την αναγκαστική συμβίωσή τους με έναν από τους γονείς τους και την απομάκρυνσή τους από τον άλλο, και όχι από το ενδεχόμενο της επιστροφής τους στον τόπο της συνήθους διαμονής τους, όπου γεννήθηκαν, παρέμειναν επί σειρά διαμονής τους, όπου γεννήθηκαν, παρέμειναν επί σειρά ετών χωρίς κανένα πρόβλημα, πήγαν σχολείο, αφού μάλιστα και οι συνθήκες διαβίωσης, η γλώσσα και το περιβάλλον εκεί δεν είναι καθόλου άγνωστα σ` αυτά, τα οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, μέχρι το θέρος του 1989 βίωσαν εκεί αλλά και κατά το τελευταίο έτος (θέρος 1992-Ιούνιος 1993) κατοίκησαν χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα.».

Με την υπ’ αριθμ. 9457/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα εξής: «…αμφότεροι οι γονείς του ανήλικου περιβάλλουν αυτό με στοργή και αγάπη, στο οποίο και είναι σε θέση να παρέχουν ο καθένας ξεχωριστά ένα ισορροπημένο περιβάλλον, που θα εξασφαλίζει και παρέχει τα εχέγγυα για την περαιτέρω σωματική, ψυχική, ηθική και διανοητική του ανάπτυξη. Κατ’ ακολουθία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει περίπτωση ιδιαίτερα σοβαρού κινδύνου η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε τρόπο να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση. Και ναι μεν σε περίπτωση ανάθεσης της επιμέλειας ενός νηπίου, λόγω της πολύ μικρής του ηλικίας, συνήθως, και εφόσον δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, ενδείκνυται να προτιμάται η μητέρα έναντι του πατέρα, η παρούσα όμως δίκη, κατά τα ανωτέρω υπό 1 αναφερόμενα, διαχωρίζεται και σαφώς διακρίνεται για την αυτοτέλεια της από την αντίστοιχη διαφορά της επιμέλειας του παιδιού, μόνη δε η άνω εκτίμηση, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάφαση εφαρμογής της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 13 περ. β` της Σύμβασης της Χάγης, η οποία, άλλωστε, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο περιοριστικό, διότι διαφορετικά θα κινδύνευε η αποτελεσματικότητα των διατάξεων της ενλόγω Σύμβασης (βλ. Ι. Δούμπη, ό.π, σελ. 32), με την οποία επιχειρείται να αποκατασταθεί, για χάρη του συμφέροντος του παιδιού, η πρότερα κατάσταση και μόνο, αφήνοντας την ουσιαστική ρύθμιση της επιμέλειας για μεταγενέστερη φάση. Περαιτέρω, με δεδομένη την καλή οικονομική κατάσταση της μητέρας του ανηλίκου και ενόψει του γεγονότος ότι η τελευταία έζησε εκεί (Ηνωμένο Βασίλειο) για ικανό χρονικό διάστημα αναπτύσσοντας και σοβαρή επαγγελματική δραστηριότητα (βλ. και κατάθεση του μάρτυρα αδελφού της καθ’ης, ότι η τελευταία «είχε στήσει όλη την επαγγελματική της ζωή στο S.), η επιστροφή αυτού (ανηλίκου) κατ` εφαρμογή της άνω διατάξεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν οδηγεί και μάλιστα αναπόφευκτα στο χωρισμό μητέρας-παιδιού, αφού ασφαλώς η μητέρα θα ακολουθήσει το τέκνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε κάθε περίπτωση μέχρι να κριθεί από τα εκεί αρμόδια Δικαστήρια το πρόσωπο στο οποίο θα ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου.»

Επίσης, η υπ’ αριθμ. 2706/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απέρριψε τον ισχυρισμό της καθ’ ης ότι η επιστροφή των παιδιών στον τόπο συνήθους διαμονής τους, θα τα εξέθετε σε ψυχική δοκιμασία και θα τα περιήγαγε σε μία αφόρητη κατάσταση. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «…Η προβληθείσα από την καθ’ ης ένσταση ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή των παιδιών να τα εκθέσει σε ψυχική δοκιμασία ή να τα περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση δεν αποδείχθηκε βάσιμη από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι στη Στοκχόλμη τα παιδιά βίωναν κάποια φυσική ή ψυχική δοκιμασία, λόγω των προβλημάτων που εμφανίστηκαν στην έγγαμη συμβίωση, διότι δεν αναφέρονται επεισόδια ψυχικής ή σωματικής βίας γενικώς και ειδικώς ενώπιον των τέκνων, τα οποία άλλωστε σε κάθε περίπτωση θα εκλείψουν λόγω της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως.[…]Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν συγγενείς στη Σουηδία που θα μπορούσαν να συνδράμουν τον αιτούντα στην ανατροφή των τέκνων του και ιδίως όταν αυτός απουσιάζει στην εργασία του, δεν εμπίπτει στην έννοια του σοβαρού κινδύνου, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 13 περ β της Συμβάσεως της Χάγης. Αλώστε τα παιδιά κατά τις πρωινές ώρες θα βρίσκονται στον παιδικό σταθμό, όπου υπάρχει εξειδικευμένο προσωπικό για τη φροντίδα των ανηλίκων, ενώ κατά τις απογευματινές και νυκτερινές ώρες μπορεί ο πατέρας να μεριμνήσει για τις ανάγκες τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα απόφαση δεν αφορά στην επιμέλεια των τέκνων, αλλά μόνο στο ζήτημα της επιστροφής των παιδιών στον τόπο συνήθους διαμονής τους…».

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 θέτει περιορισμούς στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13 της Σύβασης της Χάγης. Ειδικότερα, η παρ.4 του άρθρου 11 του Κανονισμού προβλέπει ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, ακόμη και αν αυτό μπορεί να το εκθέσει σε κίνδυνο, κατ’ άρθρο 13 περ. β΄ της Σύμβασης, εάν διαπιστωθεί ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού, μετά την επιστροφή του.

Η ασκούμενη Δικηγόρος Ελευθερία Αγγελούδη άντλησε υλικό από δικογραφίες, που έχει χειριστεί το γραφείο μας, και κάνοντας εκτεταμένες αναφορές στη νομολογία και στη θεωρία επιχείρησε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση του σοβαρότατου αυτού νομικού ζητήματος.