Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα – Φωτογραφίες από οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή – Προσωπικά δεδομένα και αρχή της αναλογικότητας

ΜΠρΠατρών 116/2020 (απόσπασμα)

Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσαν ενόρκως, για την ενάγουσα, οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων στις προδιαληφθείσες, χρησιμοποιηθείσες ως αποδεικτικό μέσο από τον πέμπτο εναγόμενο στις ως άνω δίκες, τέσσερις σαφείς, συμβαδίζουσες μεταξύ τους και άρα αξιόπιστες ένορκες βεβαιώσεις αυτών, είναι λοιπόν αληθή. Τούτο προκύπτει ιδίως από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των εναγόμενων απλών ομοδίκων αφενός, σε φωτογραφικές αναπαραστάσεις, τόσο αποθηκευμένες στον οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή των προμνημονευθέντων διάδικων εν διαστάσει συζύγων φωτογραφίες της ίδιας της ενάγουσας, των προαναφερθέντων ανήλικων τέκνων αυτής, της οικίας τους και τρίτων προσώπων, δηλαδή των εκτός του προμνημονευθέντος γάμου αυτής δύο παράλληλων ερωτικών της συντρόφων, όσο και ηλεκτρονικές συνομιλίες της μ’ αυτούς δι’ αποθηκευμένων στο κινητό της τηλέφωνο γραπτών μηνυμάτων μέσω διαδικτυακών λογαριασμών, οι οποίες φωτογραφίες και συνομιλίες αποτελούν μηχανικές απεικονίσεις αναγόμενες στο χρονικό διάστημα από το έτος 2015 και εντεύθεν, τυγχάνοντας γνήσια ιδιωτικά έγγραφα, απορριπτομένου κατ’ ουσίαν του παραδεκτώς (ά. 237§2 ΚΠολΔ) προβληθέντος από την ενάγουσα ισχυρισμού περί της αρνήσεως της γνησιότητάς τους (ά. 444§§1στοιχ.γ,2, 445, 448§§2,3, 457 και 458 ΚΠολΔ), και αφετέρου αιματολογικές εξετάσεις της ενάγουσας κατά τα έτη 2013-2017, από τις οποίες συνάγεται ότι αυτή καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ.

Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν άλλωστε παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, διότι δε συνιστούν προϊόν παγιδεύσεως της ενάγουσας ή αξιόποινης πράξεως ούτε αποκτήθηκαν από τους εναγομένους με την παραβίαση μυστικών κωδικών προσβάσεως, αλλά ανευρέθησαν από τον πέμπτο των εναγομένων εντός της προδιαληφθείσας οικογενειακής στέγης καθώς και, ειδικότερα οι φωτογραφίες και οι ηλεκτρονικές συνομιλίες, αποθηκευμένες στη μνήμη του οικογενειακού ηλεκτρονικού υπολογιστή των προαναφερθέντων διάδικων συζύγων και του προσομοιάζοντος με ηλεκτρονικό υπολογιστή κινητού τηλεφώνου της ενάγουσας συζύγου του. Οι εναγόμενοι δεν παραβίασαν μάλιστα, κατά τον προπαρατεθέντα τρόπο, το απόρρητο της ελεύθερης επικοινωνίας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν παρενέβησαν στην προειρημένη επικοινωνία αυτής κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της (ά. 19§1 Σ.), ούτε την κατά τη γενική αρχή της καλής πίστεως νοούμενη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας (ά. 5§1 και 9§1εδ.β Σ.), η προστασία της οποίας δεν μπορεί, ενόψει της συνταγματικής κατοχυρώσεως των θεσμών της οικογένειας και του γάμου, της συνταγματικής προστασίας της παιδικής ηλικίας (ά. 21§1 Σ.) καθώς και από την ίδια τη φύση του πράγματος (βλ. επίσης τα ά. 1386, 1387, 1510, 1511 και 1518 ΑΚ), να είναι απόλυτη στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των συζύγων και με τα ανήλικα τέκνα τους.

Η in concreto μετ’ επικλήσεως προσκόμιση ως αποδεικτικών στοιχείων αφενός των προδιαληφθεισών συντελεσθεισών επικοινωνιών και φωτογραφιών, που αφορούν τη σεξουαλική ζωή της ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα, και αφετέρου των προειρημένων ιατρικών εξετάσεων, οι οποίες άπτονται της υγείας της, χωρίς τη συγκατάθεση των προμνημονευθέντων υποκειμένων των εν θέματι ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και με κατ’ αρχήν παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεώς τους (ά. 9Α§1εδ.α Σ.) τύγχανε λοιπόν τελικώς νόμιμη, ως απολύτως αναγκαία και πρόσφορη για την άσκηση του υπερέχοντος in casu συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων [ά. 20§1 Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ), 6§1 ΕΣΔΑ, 1 επ., 9§§1,2στοιχ.στ του τεθέντος σε εφαρμογή την 25-5-2018 Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, GDPR), 2 και 7§§1,2στοιχ.γ Ν. 2472/1997, πρβλ. το ά. 25§1στοιχ.γ Ν. 4624/2019, ο οποίος κατήργησε το Ν. 2472/1997 και ισχύει από την 29-8-2019 (ά. 84 και 87)] και δη προς το σκοπό της άμεσης πλήρους αποδείξεως των προαναφερθέντων κατατεθέντων στις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις πραγματικών περιστατικών και ανταποδείξεως της ιστορικής βάσεως της υπό κρίση αγωγής, δίχως να αρκεί εν προκειμένω, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, η χρήση ηπιότερων αποδεικτικών μέσων.

Η εκ μέρους της ενάγουσας επίκληση των καθιερούμενων διά των άρθρων 9, 9Α του Συντάγματος, 7, 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ) και 8 της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι συνεπώς in concreto θεμιτή (ά. 19§3 Σ. e contrario), αφού τα προειρημένα δικαιώματα της ενάγουσας υποχωρούν in casu, για να εκπληρωθεί το προδιαληφθέν ίσης τυπικής ισχύος δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων. Το τελευταίο προηγείται εν προκειμένω έναντι του δικαιώματος αποκρύψεως της εξωσυζυγικής σεξουαλικής ζωής της ενάγουσας, δοθέντος ότι τα προαναφερθέντα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία αφορούν αποκλειστικώς την ένδικη αστική διαφορά και δεν επεκτείνονται σε άλλα, μη αναγκαία ως προς την άσκηση του προμνημονευθέντος δικαιώματος αποδείξεως και ανταποδείξεως, προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, ενώ δε θίγεται στην υπό κρίση περίπτωση η συνταγματική κανονιστική αρχή της αναλογικότητας ως μέσο για την αναγκαία πρακτική εναρμόνιση (praktische Konkordanz) μεταξύ των ανωτέρω ίσης τυπικής ισχύος αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, τα οποία εξοπλίζονται μάλιστα με άμεση τριτενέργεια (ά. 25§1 Σ.) (βλ. συναφώς ΟλΑΠ 1/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001, 374, ΑΠ 252/2018, ΑΠ 1520/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΛαρ 212/2019, ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν επομένως in concreto παράνομα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να μην τυγχάνουν απαράδεκτα, αλλά να λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, απορριπτομένου έτσι ως ουσία αβάσιμου του περί αντιθέτου αποδεικτικού ισχυρισμού των εναγομένων. Με τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα συμπορεύονται επιπλέον τόσο τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους λοιπά έγγραφα (…)

πηγή: http://www.dsanet.gr

Περισσότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Κέντρα ειδικής αγωγής και προσωπικά δεδομένα

Με την υπ’ αριθμ. 4/2020 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού Χαρακτήρα επιβλήθηκε πρόστιμο σε κέντρο λόγου και ειδικής αγωγής, το οποίο αρνήθηκε αναιτιολόγητα να χορηγήσει στον αιτούντα-πατέρα, ο οποίος ασκούσε την  γονική μέριμνα, αλλά όχι την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου του, στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των συνεδριών ανά είδος συνεδρίας και μήνα, που παρακολουθούσε το τέκνο του, καθώς και τα σχετικά φορολογικά παραστατικά.

Σύμφωνα με πάγια νομολογία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων προσωπικού Χαρακτήρα ο ασκών την γονική μέριμνα γονέας έχει καταρχήν το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 15 ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 128 και 1510 ΑΚ, στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση, π.χ. απόφαση που ορίζει ως ασκούντα τη γονική μέριμνα τον άλλο γονέα, απόφαση απαγόρευσης επικοινωνίας με το παιδί κλπ. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται άμεσα να ικανοποιήσει το δικαίωμα αυτό.

Στην συγκεκριμένη υπόθεση σημειώνεται επιπρόσθετα πως «ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι τα εν λόγω φορολογικά παραστατικά συνιστούν και προσωπικά δεδομένα της μητέρας, ως καταβάλλουσας το σχετικό αναγραφόμενο επ’ αυτών ποσό, το δικαίωμα πρόσβασης του πατέρα ασκούντος τη γονική μέριμνα στα δεδομένα του τέκνου του μπορεί να περιορισθεί και, συνεπώς, να απαγορευθεί, μόνο εάν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και οι ελευθερίες άλλων, δηλαδή της μητέρας, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ. Η απλή άρνηση και εναντίωση της μητέρας για χορήγηση από το Κέντρο των αιτούμενων εγγράφων σε συνδυασμό με την έλλειψη επίκλησης δυσμενούς επίδρασης στα δικαιώματα και τις ελευθερίες της μητέρας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσκομμα στην ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης. Εξάλλου, το Κέντρο στο πλαίσιο της αρχής της λογοδοσίας, όφειλε να εξετάσει, εάν τίθεται ζήτημα δυσμενούς επίδρασης στα δικαιώματα και τις ελευθερίες της μητέρας, προκειμένου αιτιολογημένα να μην ικανοποιήσει το υπό κρίση δικαίωμα πρόσβασης.»

Hague Convention child abduction proceedings

We represent parents on all legal issues relating to international child abduction . Child abduction occurs when a child is removed from one country to another without permission of relevant persons or the Court. A child being kept in a country abroad over and above an agreed temporary period (such as a holiday) is also a type of child abduction.

Seeking a child’s return from Greece

We advise parents about what is needed if they would like to make an application to the greek courts for a child’s return to their original country under the Hague Convention. We understand the need to act quickly and handle all our cases sensitively.

There are only a limited number of defences that the other parent may attempt to use. The defences are construed narrowly by the greek courts. (Child’s settlement, Child’s objections, Consent, Harm)

logo

Please contact as in our e-mail address: pikramenoslaw@gmail.com or by filling the following form:

Δικαστική συμπαράσταση

Όταν ένα πρόσωπο πάσχει από ψυχικές ή διανοητικές διαταραχές, οι οποίες επηρεάζουν αποφασιστικά την διανοητική του κατάσταση, τίθεται ένα σοβαρό νομικό ζήτημα σχετικά με την φροντίδα αφενός των προσωπικών του και αφετέρου των περιουσιακών του υποθέσεων. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, εξαιτίας της αύξησης του αριθμού των ασθενών που πάσχουν από άνοια, η σχετική νομική συζήτηση είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.

Η απάντηση του νομοθέτη στα παραπάνω πρακτικά προβλήματα είναι ο θεσμός της δικαστικής συμπαραστάσεως, ένας νομικός θεσμός, ο οποίος προστατεύει τον ασθενή τόσο από δικές του ενέργειες, οι οποίες δεν είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του, όσο και από αυθαίρετες ενέργειες τρίτων προσώπων.

Δικαστική συμπαράσταση
Φωτογραφία από την εισήγηση του Κωνσταντίνου Πικραμένου στο “Σχολείο φροντιστών ατόμων με άνοια” που διοργανώνει η Εταιρεία Alzheimer Αθηνών

Κριτήριο για να διαπιστωθεί η αδυναμία αυτόνομης δράσης είναι να υπάρχει ανάγκη νομίμου αντιπροσώπου για να εκπροσωπήσει εξώδικα ή δικαστικά τον πάσχοντα σε νομικά σημαντικές υποθέσεις ή για να εκπληρώσει ανειλημμένες υποχρεώσεις του.

Η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή τέκνων του ή του εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να ενεργήσει βάση πληροφοριών, που δέχεται από τρίτα πρόσωπα.

Ανάλογα με την περίπτωση το δικαστήριο που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, είτε: 1. τον κηρύσσει ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί γι αυτές αυτοπροσώπως (στερητική δικαστική συμπαράσταση) είτε 2. ορίζει ότι για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών του απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική δικαστική συμπαράσταση) είτε 3. αποφασίζει συνδυασμό των δύο προηγούμενων ρυθμίσεων.

Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αίτηση, οφείλει όμως να επιβάλλει στον συμπαραστατούμενο τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του, καθώς η στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας, αλλά ακόμη και ο περιορισμός της, αποτελούν σοβαρότατη επέμβαση στην προσωπικότητα ενός προσώπου και, κατά συνέπεια, τότε μόνο πρέπει να αποφασίζονται, όταν πράγματι είναι απόλυτα επιβεβλημένες για τη φροντίδα των υποθέσεών του ή την επιμέλεια του προσώπου του, με γνώμονα πάντα το συμφέρον του συμπαραστατέου.

Άλλωστε, η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας βρίσκει το συνταγματικό της θεμέλιο στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι σύμφυτη με την αρχή της αξίας του ανθρώπου. Επομένως, ο περιορισμός της ιδιωτικής αυτονομίας πρέπει να δικαιολογείται με βάση τα κριτήρια που θέτει η αρχή της αναλογικότητας.

Για να εκτιμήσει πλήρως την κατάσταση το Δικαστήριο στηρίζεται καταρχήν σε δημόσια έγγραφα, από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια η μορφή και ο βαθμός της πνευματικής νόσου από την οποία πάσχει ο συμπαραστατέος. Αν τέτοια έγγραφα δεν υπάρχουν ή δεν κρίνονται επαρκή διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη.

Το δικαστήριο διορίζει δικαστικό συμπαραστάτη το φυσικό πρόσωπο που έχει προτείνει αυτός τον οποίο αφορά το μέτρο. Αν αυτός που χρειάζεται τη συμπαράσταση δεν προτείνει κανέναν ή αν εκείνος που προτάθηκε δεν κρίνεται κατάλληλος, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να αναθέτει στον δικαστικό συμπαραστάτη και την επιμέλεια του προσώπου του συμπαραστατουμένου.

Σε περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης το έργο της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης ασκεί συμβούλιο από τρία έως πέντε μέλη (εποπτικό συμβούλιο), τα οποία διορίζονται με την ίδια απόφαση που διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη.

Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη, του εποπτικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενεργεία η απόφαση, πρέπει να επιδιώκεται η προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμάται η γνώμη του.

Προσδιορισμός εισοδημάτων του υποχρέου για την καταβολή διατροφής

Η υπ’ αριθμ. 12945/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έθεσε με ιδιαίτερα συνοπτικό και εύληπτο τρόπο ορισμένα από τα κριτήρια που αξιοποιεί η νομολογία για να προσδιορίσει τα εισοδήματα του υπoχρέου για την καταβολή διατροφής, όταν υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη αφανών εσόδων του. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένων δε υπόψη της θέσης, της φήμης και σταθερής πελατείας της προαναφερόμενης επιχείρησής του, στην οποία απασχολείται πλην των τριών συνιδιοκτητών της και προσωπικό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) α) ανταποκρίνεται στην εξόφληση των κάθε είδους φορολογικών, ασφαλιστικών και εν γένει οικονομικών υποχρεώσεών του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι διατηρεί οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή τρίτους, β) προέβη όλως πρόσφατα στην αγορά δίκυκλης μοτοσικλέτας, μεγάλου κυβισμού, η εμπορική αξία της οποίας, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, ακόμη και μεταχειρισμένη, και δη εντός μίας χρονιάς, κατά την οποία, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο μάρτυρα και λογιστή του τα ετήσια έσοδά του αναμένονται κάτω του ποσού των 3.700,00 ευρώ, και γ) μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2016, αλλά και τα δύο προηγούμενα έτη, προέβαινε σε καταβολή διατροφής για τον ανήλικο υιό του ποσού 340,00 ευρώ, χωρίς, μάλιστα, να υποχρεώνεται προς τούτο με δικαστική απόφαση για το τελευταίο έτος, αναλώνοντας το σύνολο σχεδόν του μηνιαίου εισοδήματος του, χωρίς να αποδειχθεί ότι υποβλήθηκε αντίστοιχα σε οποιεσδήποτε στερήσεις, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) αποκερδαίνει από τη συμμετοχή του στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία καθαρό ποσό μη υπολειπόμενο των 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δοθέντος ότι οι προσφερόμενες από την ανωτέρω επιχείρηση υπηρεσίες παροχής γευμάτων συνιστούν υπηρεσίες που δεν έχουν πληγεί σημαντικά, ιδίως όταν χαρακτηρίζονται από ποιότητα, όπως εν προκειμένω, αφού αφορούν στην κάλυψη της πρώτιστης ανάγκης διατροφής, ώστε ακόμη και η δυσμενής υφιστάμενη, γενικευμένη οικονομική συγκυρία δεν δύναται να επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό τον τρόπο άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας, ώστε γα περιορίσει το εισόδημα που αποκερδαίνει από την άσκηση της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ποσό μικρότερο του προαναφερόμενου, ενόψει και του ότι η εν λόγω επιχείρηση εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια της συγκυρίας αυτής.

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού, η οποία υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου του 1989 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν.2101/92 (ΦΕΚ Α’ 192) ’’Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού’’, αποτελεί το σημαντικότερο διεθνές κείμενο για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.

Η θεμελιώδης αρχή της Διεθνούς Σύμβασης του Ο.Η.Ε. για τα δικαιώματα του παιδιού είναι η προάσπιση του συμφέροντος του παιδιού, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης προβλέπεται ότι: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά, είτε αυτές λαµβάνονται από δηµοσίους ή ιδιωτικούς οργανισµούς κοινωνικής προστασίας είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νοµοθετικά όργανα, πρέπει να λαµβάνεται πρωτίστως υπόψη το συµφέρον του παιδιού.».

Στο άρθρο 9 παρ. 1 της ως άνω Σύμβασης ορίζεται ότι: «1. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη µεριµνούν ώστε το παιδί να µην αποχωρίζεται από τους γονείς του, παρά τη θέλησή τους, εκτός εάν οι αρµόδιες αρχές αποφασίσουν, µε την επιφύλαξη δικαστικής αναθεώρησης και σύµφωνα µε τους εφαρµοζόµενους νόµους και διαδικασίες, ότι ο χωρισµός αυτός είναι αναγκαίος για το συµφέρον του παιδιού. Μια τέτοια απόφαση µπορεί να είναι αναγκαία σε ειδικές περιπτώσεις, για παράδειγµα όταν οι γονείς κακοµεταχειρίζονται ή παραµελούν το παιδί, ή όταν ζουν χωριστά και πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά µε τον τόπο διαµονής του παιδιού.».

Επίσης, στην παρ. 3 του άρθρου 9 προβλέπεται ότι: «Τα Συµβαλλόµενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δυο γονείς του ή από τον έναν από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άµεση επαφή µε τους δυο γονείς του, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο µε το συµφέρον του παιδιού.».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το συμφέρον του παιδιού υπερτερεί των δικαιωμάτων που έχουν οι γονείς να διαμένουν και να διατηρούν επαφή και επικοινωνία μαζί του, καθώς επιβάλλεται ο αποχωρισμό του παιδιού από τους γονείς του ή από έναν εξ’ αυτών, όπως και η διακοπή του δικαιώματος επικοινωνίας, στις περιπτώσεις που είναι επιβλαβείς και αντίκεινται στο συμφέρον του.

Περαιτέρω, το άρθρο 10 παρ. 2 της Σύμβασης αναφέρεται στο δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί προσωπικές σχέσεις με τους γονείς ή το γονέα που διαμένει σε διαφορετικό Κράτος μέλος και να μεταβαίνει στο κράτος αυτό, ορίζοντας ότι: «Το παιδί του οποίου οι γονείς διαµένουν σε διαφορετικά Κράτη έχει το δικαίωµα να διατηρεί, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, προσωπικές σχέσεις και τακτική άµεση επαφή µε τους δύο γονείς του. Για το σκοπό αυτόν και σύµφωνα µε την υποχρέωση που βαρύνει τα Συµβαλλόµενα Κράτη δυνάµει της παραγράφου 2 του άρθρου 9, τα Συµβαλλόµενα Κράτη σέβονται το δικαίωµα που έχουν το παιδί και οι γονείς του να εγκαταλείψουν οποιαδήποτε χώρα, συµπεριλαµβανοµένης της χώρας αυτού του ίδιου του Συµβαλλόµενου Κράτους και να επιστρέψουν στη δική τους χώρα. Το δικαίωµα εγκατάλειψης οποιασδήποτε χώρας µπορεί να αποτελέσει αντικείµενο µόνο των περιορισµών που ορίζει ο νόµος και που είναι αναγκαίοι για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δηµόσιας τάξης, της δηµόσιας υγείας και των δηµόσιων ηθών, ή των δικαιωµάτων και των ελευθεριών των άλλων, και που είναι συµβατοί µε τα υπόλοιπα δικαιώµατα που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύµβαση.».

Όσον αφορά τον σεβασμό της βούλησης και της γνώμης του παιδιού και το δικαίωμα ακρόασής του πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης που το αφορά, στο άρθρο 11 της Σύμβασης προβλέπεται ότι: «1. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη εγγυώνται στο παιδί που έχει ικανότητα διάκρισης το δικαίωµα ελεύθερης έκφρασης της γνώµης του σχετικά µε οποιοδήποτε θέµα που το αφορά, λαµβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα µε την ηλικία του και το βαθµό ωριµότητάς του. 2. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άµεσα είτε µέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρµόδιου οργανισµού, κατά τρόπο συµβατό µε τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νοµοθεσίας.».

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Η δικαστική μεσολάβηση του άρθρου 214Β ΚΠολΔ

Στο άρθρο 214Β του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4055/2012, προβλέπεται ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης στις διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση, ως εναλλακτική μορφή επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, έχει ως σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας προς όφελος και των δύο μερών και έχει το πλεονέκτημα ότι το πρακτικό που συντάσσεται αποτελεί τίτλο εκτελεστό και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4055/2015, στο άρθρο 7, αναφέρονται τα εξής, όσον αφορά στον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης:

«Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία, κατά την οποία τα μέρη, µε τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, προσδιορίζουν τα θέματα της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή τους και επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους.

Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση ανήκει στη πρωτοβουλία των μερών και αποτελεί µία µη δεσμευτική, καθαρά ιδιωτική, μέθοδο επίλυσης των διαφορών.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις εισάγεται ένας νέος θεσμός εξώδικης επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, η δικαστική μεσολάβηση. Ο νέος αυτός τρόπος επίλυσης διαφορών δεν αναπτύσσεται «ανταγωνιστικά» αλλά παράλληλα προς τις λοιπές εναλλακτικές μορφές. Με την παράλληλη θεσμοθέτηση δικαστικής μεσολάβησης παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να επιτύχουν αποτελεσματικότερη επίλυση των διαφορών τους, χωρίς προσφυγή στη δικαστηριακή διαδικασία. Η ανάθεση καθηκόντων μεσολαβητή σε δικαστή καλύπτει τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα μεσολάβησης. Έτσι εμπεδώνεται καλύτερα η εμπιστοσύνη των πολιτών στους εξώδικους τρόπους επίλυσης διαφορών και καθίσταται ευχερέστερη η προσφυγή τους σε αυτούς, µε τελικό αποτέλεσμα την ευρύτερη κατά το δυνατόν επιτυχία των τρόπων τούτων και την αντίστοιχη ελάφρυνση των δικαστηρίων, ώστε να ασχολούνται µε τις υποθέσεις εκείνες που πράγματι χρειάζονται δικαστική διερεύνηση και απόφαση.»

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 214Β ΚπολΔ, η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση είναι προαιρετική και μπορεί να γίνει τόσο πριν από την άσκηση της αγωγής όσο και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. Επίσης στην παρ. 2 ορίζεται ότι: «Σε κάθε πρωτοδικείο και εφετείο ορίζονται, για δύο έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για ένα επιπλέον έτος, ένας ή περισσότεροι από τους υπηρετούντες προέδρους πρωτοδικών και εφετών ή από τους αρχαιότερους πρωτοδίκες και εφέτες, ως μεσολαβητές μερικής ή πλήρους απασχόλησης.»

Όπως προκύπτει από την παρ. 3 εδ. α’ του άρθρου 214Β ΚπολΔ, ο δικαστής που έχει ορισθεί στο Εφετείο ή στο Πρωτοδικείο ως μεσολαβητής, έχει χωριστές και κοινές ακροάσεις και συναντήσεις με τα μέρη και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς.

Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β‘ του ως άνω άρθρου: «…Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, να προσφεύγει στον κατά τόπον αρμόδιο δικαστή μεσολαβητή υποβάλλοντας γραπτώς το αίτημα του.»

Επομένως, η προσφυγή, και όταν υποβάλλεται πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν απαιτείται να γίνεται από κοινού, αλλά αρκεί και από μόνο το δικαιούχο, ενώ μπορεί να προκληθεί στο στάδιο αυτό και από μόνο τον υπόχρεο (βλ. Π. Μάζη, Η νέα αναθεώρηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4055/2012 και το πρόβλημα της καθυστέρησης των δικών, ΕλλΔνη 2013. σελ. 38-39).

Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 214Β ΚΠολΔ προβλέπεται ότι: «Το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα, αν συμφωνούν τα μέρη, να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν του εξαμήνου.»

Στην παρ. 5 του άρθρου 214Β ΚπολΔ προβλέπεται ότι στην περίπτωση που τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον μεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και το πρωτότυπό του κατατίθεται στην γραμματεία του Πρωτοδικείου όπου έλαβε χώρα η μεσολάβηση. Το πρακτικό μεσολάβησης, από την κατάθεση του στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την κατάθεση, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Δημοσίου, το ύψος και η αναπροσαρμογή του οποίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου, κατά την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης θα πρέπει να μην παραβιάζεται το απόρρητο, εκτός αν συμφωνήσουν διαφορετικά τα μέρη. Μάλιστα, πριν την έναρξη της διαδικασίας, όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας.

Επομένως, εφόσον στη διαδικασία της μεσολάβησης διασφαλίζεται το απόρρητο, τα μέρη μπορούν να αποφύγουν τη δημοσιότητα, η οποία υποχρεωτικά επιβάλλεται, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για τις συνεδριάσεις κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία, και την οποία συχνά τα μέρη επιθυμούν να αποφύγουν, είτε προς προστασία της φήμης και της αξιοπιστίας της επιχείρησής τους, είτε σε άλλης φύσης διαφορές, όπως είναι οι οικογενειακές διαφορές. (βλ. Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Δικαστική Διαμεσολαβήτρια, Δικαστική Μεσολάβηση – άρθρο 214Β ΚΠολΔ).

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Εφαρμοστέο δίκαιο σε διεθνείς οικογενειακές διαφορές

Για το εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό ο Κανονισμός 1259/2010 ορίζει στο άρθρο 8 πως το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους:

α)

της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

β)

της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται ένα έτος και πλέον πριν από την υποβολή αγωγής στο δικαστήριο και εφόσον ο ένας εκ των συζύγων εξακολουθεί να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

γ)

της ιθαγένειας των δύο συζύγων κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

δ)

του επιληφθέντος δικαστηρίου.

Όταν δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω Κανονισμός εφαρμόζονται τα παρακάτω άρθρα του Αστικού Κώδικα:

Άρθρο 14 Προσωπικές σχέσεις των συζύγων

Οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί 2. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Άρθρο 15 Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από το δίκαιο που ρυθμίζει τις προσωπικές σχέσεις τους αμέσως μετά την Τέλεση του γάμου.

Άρθρο 18 Σχέσεις γονέων και τέκνου

Οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνου ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους 2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου.

Ζητήματα  οικογενειακού δικαίου – πρακτικός οδηγός

Όποιος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση οικογενειακού δικαίου καλείται να αντιμετωπίσει εκτός από τα διάφορα νομικά ζητήματα και ορισμένα πρακτικά προβλήματα, που είναι συχνά πρωτόγνωρα, βαθύτατα προσωπικά και με μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο. Για τον λόγο αυτόν είναι σημαντικό να κρατά κανείς την ψυχραιμία του, να λαμβάνει έμπειρη καθοδήγηση και να πράττει εγκαίρως όσα είναι αναγκαία για την επιτυχημένη έκβαση της υποθέσεώς του. Το κείμενο που ακολουθεί δεν περιέχει νομικές συμβουλές, αλλά μια εμπειρική περιγραφή της καταστάσεως με την οποία έρχεται, συνήθως, αντιμέτωπος, όποιος εμπλέκεται σε μια υπόθεση οικογενειακής φύσης.

 

Στοιχεία επικοινωνίας

Untitled-1

Το γραφείο μας διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση προκειμένου να προβαίνει στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση οικογενειακών διαφορών. Με σεβασμό προς του εντολείς μας ξεκινάμε πάντα επιδεικνύοντας συμβιβαστικό πνεύμα και επιδιώκοντας την βέλτιστη λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Διαθέτουμε, όμως, και την ετοιμότητα να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και αξιοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα κάθε είδους φαινόμενα αδιαλλαξίας, εκβιασμών και κακοποίησης. Έχοντας, μάλιστα, ασχοληθεί με αρκετές και συχνά περίπλοκες υποθέσεις διαζυγίων, διατροφών, ενδοοικογενειακής βίας και αγωγών για συμμετοχή στα αποκτήματα έχουμε αναπτύξει μεγάλη ευαισθησία σε υποθέσεις οικονομικής κακοποίησης.

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Παρακάτω, παρατίθενται σε χωριστές ενότητες ορισμένες από τις σημαντικότερες  προβληματικές στον τομέα του οικογενειακού δικαίου.

Α. Πρακτικός οδηγός επιβίωσης σε υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου

Η εμπειρία μας σε τέτοιου είδους υποθέσεις μας έχει διδάξει ότι τα σημεία κλειδιά, που μπορούν να είναι καθοριστικά για την αίσια έκβαση μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου, είναι τα εξής:

  1. ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Όταν έχουν λάβει χώρα περιστατικά κακοποίησης, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, προκειμένου οι ενεργούμενες νομικές ενέργειες να μην οδηγήσουν σε κάποιο επικίνδυνο ξέσπασμα του άλλου μέρους. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχει οποιαδήποτε απειλή ή βίαιη συμπεριφορά, θα πρέπει να καλείται άμεσα η αστυνομία και να ζητείται η καταγραφή του επεισοδίου στο βιβλίο συμβάντων του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος.

  1. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ο ψυχολογικός παράγοντας είναι εξαιρετικά σημαντικός στις υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου, αφού πρόκειται, συνήθως, για έναν αγώνα αντοχής. Το διακύβευμα είναι υψηλό, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι κάποιες φορές δυσκίνητο και οι αντίδικοι συχνά εκτοξεύουν ύβρεις και απειλές σε εκείνον, που τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να υπάρχουν κάποια πρόσωπα του ευρύτερου συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος, τα οποία έχουν επίγνωση της καταστάσεως και είναι πρόθυμα να επέμβουν υποστηρικτικά.

Ειδικά για τις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο η γραμμή SOS 15900, την οποία στελεχώνουν ψυχολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, που παρέχουν άμεση βοήθεια σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας. Λειτουργούν, ακόμα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας ξενώνες προσωρινής φιλοξενίας για τα θύματα έμφυλης βίας και τα παιδιά τους.

  1. ΕΥΡΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Από την στιγμή, που καταστεί σαφές πως μια οικογενειακή διαφορά πρόκειται να οδηγηθεί στις δικαστικές αίθουσες, είναι απαραίτητη η έναρξη συλλογής των εγγράφων εκείνων, που είναι κρίσιμα για την απόδειξη των επίδικων ισχυρισμών (πχ ενδεχόμενες παλαιότερες καταγγελίες στην αστυνομία, τραπεζικά και δημόσια έγγραφα). Δυστυχώς, είναι συχνό το φαινόμενο οι αντίδικοι στις οικογενειακές διαφορές να προσπαθούν να εξαφανίσουν τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου ο προσφεύγων στην δικαιοσύνη να βρεθεί σε κατάσταση αποδεικτικής αδυναμίας.

Χρήσιμο, επίσης, είναι να συλλέγονται κάποια δημόσια έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με την προσωπική, οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος και να γίνεται μια συνοπτική καταγραφή του ιστορικού της υποθέσεως, όσο δύσκολο κι αν είναι να εκθέτει κανείς τις ευαίσθητες αυτές πτυχές της προσωπικής του ζωής.

  1. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Η ύπαρξη μαρτύρων σε οικογενειακές υποθέσεις είναι πολύτιμη, ιδίως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συχνά οι καλύτεροι μάρτυρες είναι στενοί συγγενείς του αιτούντος, οι οποίοι εξαιτίας της ιδιότητάς τους είναι και άμεσα ενημερωμένοι για τα επίδικα ζητήματα.

Οι μάρτυρες πρέπει να ειδοποιούνται εγκαίρως, ώστε να είναι χρονικά διαθέσιμοι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και κατάλληλα προετοιμασμένοι, έτσι ώστε να μην “τα χάσουν” από την ενδεχόμενη πίεση των αντιδίκων, αλλά και από το άγχος, που δημιουργείται αναγκαστικά από την παρουσία στις δικαστικές αίθουσες.

Επειδή, τέλος, οι μάρτυρες είναι, συχνά, διστακτικοί να εμπλακούν σε οικογενειακές υποθέσεις, απαιτείται υπομονή και μετριοπάθεια στην προσέγγισή τους.

  1. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΙΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

Παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση, που συνοδεύει αναπόφευκτα κάθε υπόθεση οικογενειακού δικαίου, είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι παρορμητικές ενέργειες, καθώς ενδέχεται μια καλοπροαίρετη αυθόρμητη ενέργεια να έχει δυσμενείς συνέπειες κατά την δικαστική εκτίμηση της υποθέσεως. Ειδικά, μάλιστα, όταν η αντιδικία αφορά και στην επιμέλεια ανηλίκων τέκνων οι δικαστικές αρχές αξιολογούν ιδιαίτερα θετικά μια συνολικά ψύχραιμη στάση εκ μέρους του διαδίκου.

Κομμάτι της ψύχραιμης αυτής αντιμετώπισης αποτελεί και η έγκαιρη λήψη νομικών συμβουλών, αφού η προετοιμασία μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου απαιτεί χρόνο. Ειδικά, μάλιστα, όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσπάθεια του αντιδίκου του να επιτύχει τον δικαστικό αιφνιδιασμό του ζητώντας, λόγου χάρη, την έκδοση προσωρινής διαταγής, τότε η επικοινωνία του με τον νομικό του σύμβουλο θα πρέπει να είναι άμεση.

Αυτά είναι κατά την γνώμη μας τα θεμέλια για τον επιτυχή χειρισμό μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου στα αρχικά της στάδια.

 

Β. Συνήθη προβλήματα ανακύπτοντα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων

Β.1. Κακοποίηση και ψυχολογική πίεση για την συνέχιση τοξικών σχέσεων

Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουμε κάποιον, ο οποίος βρίσκεται ή βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μία τοξική ή κακοποιητική σχέση. Στις περιπτώσεις αυτές από το μυαλό όλων όσοι λειτουργούμε ως εξωτερικοί παρατηρητές περνά η εξής ερώτηση: “Για ποιον λόγο αυτός ο άνθρωπος δεν δίνει ένα τέλος; Πώς είναι δυνατόν ένας αξιοπρεπής και θαρραλέος άνθρωπος να ανέχεται τέτοιου είδους αντιμετώπιση;”

Ένας σκέλος του προβλήματος έχει να κάνει με την ψυχολογία του θύματος της κακοποίησης, το οποίο ζώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα νοσηρό περιβάλλον ξεκινά να εσωτερικεύει τα αρνητικά σχόλια, που δέχεται, να θεωρεί πως δεν υπάρχει διέξοδος από την κατάσταση, την οποία βιώνει, και να πιστεύει πως το ίδιο ευθύνεται για την κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί και αναπαράγεται. Η παραπάνω κατάσταση επιτείνεται, φυσικά, όταν υπάρχει ο φόβος μιας βίαιης αντίδρασης εκ μέρους του άλλου προσώπου και όταν έχουν δημιουργηθεί δεσμά συναισθηματικής ή οικονομικής εξάρτησης.

Ένα άλλο σκέλος έγκειται στα κοινωνικά στερεότυπα, που ακόμα και σήμερα δημιουργούν ισχυρές πιέσεις, ειδικά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες βρίσκονται σε έναν γάμο ή μια σχέση. Πράγματι, πολύ συχνά, ακόμα και τα θύματα σφοδρής ενδοοικογενειακής βίας, δέχονται πιέσεις να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στην σχέση τους” και “να μην διαλύσουν το σπίτι και την οικογένειά τους”. Ο μύθος, μάλιστα, αυτός, ότι, δηλαδή, ένα διαζύγιο ή ένας χωρισμός θα επιφέρουν “διάλυση της οικογένειας” υπό την έννοια ότι θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα ανήλικα τέκνα της οικογενείας είναι, ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα διαδεδομένος στην ελληνική κοινωνία.

Η αλήθεια είναι, όμως, πως δύο γονείς διαζευγμένοι ή χωρισμένοι μπορούν κάλλιστα να έχουν άριστη συνεννόηση μεταξύ τους, να επικοινωνούν με τα τέκνα τους και να συνάπτουν μαζί τους βαθιές σχέσεις αγάπης, ενώ υπάρχουν και ειδικοί, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν τους ανηλίκους να ανταπεξέλθουν στις νέες συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής χωρίς να τραυματιστούν ψυχικά.

Αντίθετα, είναι δεδομένο πως, όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον βίας και κακοποίησης, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να αναπτύξουν αισθήματα ανησυχίας και έντονου άγχους, αυτοενοχοποίησης, φόβου για το μέλλον και να εμφανίσουν διαταραχές της συναισθηματικής και ψυχικής τους υγείας. Επιπλέον, διαπαιδαγωγούνται με στρεβλά πρότυπα μαθαίνοντας πως η κακοποίηση των αγαπημένων τους προσώπων είναι μια κατάσταση φυσιολογική και πως αποτελεί έναν αποδεκτό τρόπο συμπεριφοράς.

Η απομάκρυνση, λοιπόν, από μια τοξική και κακοποιητική σχέση δεν είναι μονάχα μια πράξη εξαιρετικού θάρρους, που απελευθερώνει το ίδιο το θύμα της κακοποίησης, αλλά και κίνηση φροντίδας απέναντι στα ανήλικα τέκνα του.

Β.2. Μια σύγχρονη πρόκληση: Η οικονομική κακοποίηση

Η βία που ασκείται εντός της οικογένειας δεν περιορίζεται, ως γνωστόν, στην φυσική επίθεση (σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), αλλά περιλαμβάνει και συμπεριφορές, όπως είναι η ψυχολογική – συναισθηματική βία και η οικονομική αποστέρηση. Η οικονομική αποστέρηση είναι μια μορφή ελέγχου, η οποία έχει ως σκοπό να παγιδεύσει το πρόσωπο που την υφίσταται σε μια σχέση κακοποίησης. Πρόκειται δηλαδή για μία εξαιρετικά αποτελεσματική μορφή ελέγχου, αφού επιτυγχάνει την αποδυνάμωση και την απομόνωση του θύματος της κακοποίησης, το οποίο αισθάνεται πως στερείται κάθε ευκαιρίας διαφυγής.

Η οικονομική αποστέρηση χρησιμοποιείται αρκετά συχνά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες ασχολούνται με τα οικιακά και δεν έχουν δική τους, ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το θύμα της κακοποίησης αναγκάζεται είτε να παρακαλά προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα χρήματα για την κάλυψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών είτε να ζει με τον φόβο ότι αναστατώνοντας τον θύτη της κακοποίησης, θα μειώσει την ικανότητα του να εργάζεται και να εξασφαλίζει το οικογενειακό εισόδημα.

Θύματα οικονομικής αποστέρησης, όμως, είναι συχνά και πρόσωπα, τα οποία εργάζονται και έχουν ανεξάρτητες πηγές εισοδήματος. Στις περιπτώσεις αυτές ο θύτης της κακοποίησης τους στερεί πρωταρχικά την ικανότητα διαχείρισης των χρημάτων αυτών, όπως και των οικογενειακών εισοδημάτων. Έτσι, το θύμα της κακοποίησης αδυνατεί να λαμβάνει αποφάσεις ως ελεύθερο και ενήλικο άτομο και αναγκάζεται να καταφεύγεις σε παζαρέματα, κολακείες και ατέρμονες συζητήσεις ακόμα και για τις πλέον στοιχειώδεις οικονομικές αποφάσεις.

Επιπλέον, επειδή οι οικογενειακές αποταμιεύσεις βρίσκονται υπό τον έλεγχο του προσώπου, που ασκεί την κακοποίηση, το θύμα της κακοποίησης έχει συχνά μεγάλες πρακτικές δυσκολίες στην εξεύρεση διεξόδου. Ειδικά, μάλιστα, όταν υπάρχουν και ανήλικα τεκνά, ο φόβος πως ένα διαζύγιο θα μειώσει το βιοτικό τους επίπεδο είναι συχνά καθηλωτικός.

Δυστυχώς, τα παραπάνω φαινόμενα έχουν μεγάλη έκταση στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία και πρέπει να τονιστεί ότι αφορούν και οικογένειες, που στον κοινό νου χαρακτηρίζονται ως υπεράνω υποψίας. Έτσι δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ο ένας εκ των δύο συζύγων, ο οποίος είναι και θύτης σωματικής και ψυχολογικής βίας, να μην εκπληρώνει τις συζυγικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, κατορθώνοντας να αποταμιεύσει σημαντικά ποσά, τα οποία τοκίζονται και πολλαπλασιάζονται.

Τα ποσά αυτά, τα οποία προέρχονται από τις κοινές οικογενειακές οικονομίες, τοποθετούνται στην συνέχεια στο τραπεζικό σύστημα προς το συμφέρον τάχα της οικογένειας και με σκοπό την φροντίδα των τέκνων, αλλά και των ίδιων των συζύγων. Μόλις, όμως, το θύμα της κακοποίησης, ξεκινά τις προσπάθειές του να διακόψει την έγγαμη συμβίωσή, ο θύτης οικειοποιείται όλες τις οικογενειακές αποταμιεύσεις επιδιώκοντας να εξοντώσει οικονομικά το θύμα του, να το αναγκάσει να επιστρέψει κοντά του και να το εκδικηθεί για την απόφασή του. Το σχέδιο αυτό, μάλιστα, συχνά το έχει έντεχνα προετοιμάσει, φροντίζοντας να αδειάσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, όλους τους κοινούς οικογενειακούς λογαριασμούς και να τοποθετήσει όλες τις οικογενειακές οικονομίες σε λογαριασμούς, που ελέγχονται αποκλειστικά από εκείνον.

Εν προκειμένω η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία έγκειται στην επιτηδειότητα ορισμένων θυτών κακοποίησης, οι οποίοι χρησιμοποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και διάφορα τεχνάσματα προκείμενου να συγκαλύψουν τα ίχνη τους. Ως παράδειγμα αναφέρεται το άνοιγμα πολλών διαφορετικών λογαριασμών, το ξαφνικό τους κλείσιμο και το άνοιγμα νέων στη θέση τους με μηδενικό υπόλοιπο, η χρήση πλαστών εξουσιοδοτήσεων για το άνοιγμα και το κλείσιμο προθεσμιακών καταθέσεων και η χρήση άλλων συγγενών ως παρένθετων προσώπων ή συνδικαιούχων. Σε κάθε περίπτωση γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση στο θύμα.

B.3. Διαφωνία ως προς τον καθορισμό της επιμέλειας και της διατροφής

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξεύρεση του γονέα εκείνου που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλόλητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλόλητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Από την άλλη πλευρά, επιμετράται αρνητικά η κλονισμένη ψυχική υγεία ενός γονέα, ακόμα κι αν στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η τυχόν ασθένεια βρίσκεται σε ύφεση, καθότι δε μπορεί να αποκλειστεί μια έξαρση ή υποτροπή στο μέλλον.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Όσον αφορά στο μέτρο της διατροφής, αυτό προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Για τον προσδιορισμό της διατροφής χρήσιμη ενδέχεται να είναι η γνωστοποίηση από τις Δ.Ο.Υ. των σχετικών με την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς διατροφή προσώπων πληροφοριών.

Β.4. Νομολογιακές τάσεις: Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή “συνεπιμέλειας”

Η απολύτως κρατούσα πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ των γονέων είναι η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στον έναν εκ των δύο γονέων. Η συγκεκριμένη λύση είναι προβληματική στον βαθμό που μπορεί να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη αποξένωση των ανηλίκων τέκνων από τον έναν γονέα, κάτι που θα τραυματίσει ψυχικά ολόκληρη την οικογένεια. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος να αισθάνεται ο ένας εκ των δύο γονέων αδικημένος και εξ αφορμής του γεγονότος αυτού να μετατραπούν οι οικογενειακές σχέσεις σε αντικείμενο φανατισμένης αντιδικίας και μίσους.

Εξαιτίας των παραπάνω προτείνεται με σοβαρά επιχειρήματα η πρόταξη της κοινής επιμέλειας ή συνεπιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Η λύση αυτή είναι πράγματι κατάλληλη, όταν υπάρχουν σχέσεις ομαλής συνεργασίας μεταξύ των γονέων και όταν οι συνθήκες διαβίωσής τους επιτρέπουν την τακτική και απρόσκοπτη μεταξύ τους συνεννόηση για τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους. Η ευρεία εφαρμογή της, όμως, απαιτεί μια αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να γίνει κατανοητό πως δύο άνθρωποι, που ως ζευγάρι αποδείχτηκαν ασύμβατοι και ενδεχομένως κακή επιρροή ο ένας για τον άλλον, μπορούν, αλλά και πρέπει να είναι καλοί και συνεννοήσιμοι γονείς.

Ωστόσο, παρά την νομοθετική πρόβλεψη του θεσμού της συνεπιμέλειας των ανήλικων τέκνων, στην πράξη τα ελληνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα τον εν λόγω θεσμό και οι σχετικές αποφάσεις είναι προς το παρόν ολιγάριθμες.

Β.5.Επικοινωνία μεταξύ γονέων και τέκνων μέσω βιντεοκλήσης

Σε πρόσφατες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε προγράμματα, όπως το skype, τα οποία επιτρέπουν την οπτική επαφή μεταξύ των χρηστών τους έχοντας για τον λόγο αυτό ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κλασική τηλεφωνική επικοινωνία. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας με την χρήση των καταλλήλων προγραμμάτων σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες.

Επιπλέον, ορίζεται πως ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, θα πρέπει να φροντίζει ώστε εκείνο να βρίσκεται τις συγκεκριμένες ώρες και ημέρες σε κατάλληλο χώρο με πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.ο.κ.  Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η ωριμότητα του ανηλίκου προκειμένου να γίνεται ορθή και ασφαλής χρήση των απαραιτήτων ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικού υπολογιστή, tablet ή κινητού).

Συμπερασματικά, η επικοινωνία με τη χρήση τεχνολογικών μέσων θεωρείται από την πρόσφατη νομολογία ως ένα μέτρο, το οποίο μπορεί να συμβάλει στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ γονέων και ανηλίκων τέκνων, χωρίς να αντικαθιστά την φυσική μεταξύ τους επαφή. Σε περιπτώσεις, όμως, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών η φυσική επαφή είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδύνατη, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη.

 

Γ. Προσφυγή στην δικαιοσύνη: προσωρινή διαταγή και δικαστικός αιφνιδιασμός

Η βραδύτητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης καθιστά συχνά αναγκαία την αναζήτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Στα δικαστήρια, όμως, ειδικά των αστικών κέντρων, ο προσδιορισμός της συζήτησης των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και η έκδοση αποφάσεων επί αυτών,  λαμβάνουν χώρα ορισμένους μήνες μετά την αίτηση.

Για τον λόγο αυτό συνηθίζεται στις αιτήσεις για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων να περιλαμβάνεται και αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής με σκοπό την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί των αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων. Για παράδειγμα με προσωρινή διαταγή μπορεί να ρυθμιστεί προσωρινά η επιμέλεια ενός ανηλίκου τέκνου, η διατροφή του, αλλά και η παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στον γονέα εκείνο, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου.

Η κοινωνική αναγκαιότητα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι δεδομένη, καθώς  το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία προϋποθέτει ότι πρέπει να υφίστανται τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση σοβαρών και άλλως αναπότρεπτων κινδύνων.

Από την άλλη, όμως, επισημαίνεται πως μια δικαστική κρίση, η οποία λαμβάνεται ταχύτατα και, συχνά, χωρίς την ακρόαση μαρτύρων ή την ενδελεχή μελέτη εγγράφων, δεν φέρει τα απαραίτητα εχέγγυα ορθότητας. Επιπλέον, ενδέχεται να γίνει κατάχρηση του θεσμού από τον αιτούντα, που αποσκοπεί στον δικαστικό αιφνιδιασμό του αντιδίκου του και στην δημιουργία τετελεσμένων.

Πράγματι πολλές φορές ο καθ’ ού η αίτηση για χορήγηση προσωρινής διαταγής κλητεύεται προ ελαχίστων ημερών ή και ωρών για να εμφανιστεί στο γραφείο του αρμοδίου Δικαστή και έχει ελάχιστο χρόνο προκειμένου να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά μέσα και να προετοιμάσει την άμυνά του.

Νομικές δυνατότητες άμυνας υπάρχουν κατά του καταχρηστικού δικαστικού αιφνιδιασμού, αλλά είναι απαραίτητο και οι ίδιοι οι Δικαστές να έχουν συνείδηση της ευθύνης τους και να με προσοχή να εξετάζουν τις αιτήσεις, που έρχονται ενώπιον τους, προκειμένου να χορηγούν προσωρινή διαταγή μονάχα στις περιπτώσεις εκείνες, που υφίσταται ένας πραγματικός κίνδυνος, αλλά και επαρκή στοιχεία για την πιθανολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του αιτούντος. Η κατάσταση είναι σαφώς βελτιωμένη στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και σε αυτές ο μεγάλος φόρτος εργασίας των δικαστηρίων και η ταχύτητα της διαδικασίας μπορούν να οδηγήσουν σε σφάλματα, αν η προετοιμασία δεν είναι απολύτως άρτια.

Αντί επιλόγου

Συνοψίζοντας, λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η ενδελεχής συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, η ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης και η έγκαιρη επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο είναι κομβικής σημασίας για την υπεράσπιση των συμφερόντων σας σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Σε περίπτωση που χρειάζεστε νομική καθοδήγηση, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Διαδικασία αλλαγής επωνύμου ανηλίκου τέκνου

Αλλαγή επωνύμου ανηλίκου δια της διοικητικής οδού

Ο Αστικός Κώδικας ορίζει στο άρθρο 1505 ότι «Οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από το γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο, είτε στον λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος … Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός από τους γονείς είτε συνδυασμός των επωνύμων τους … Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, σύμφωνα με τους όρους των προηγούμενων παραγράφων, τα τέκνα έχουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα τους».-

Η αλλαγή του επωνύμου, σε αντίθεση με την απόκτηση αυτού με τη γέννηση του τέκνου, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της διοικητικής οδού. Συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στον Δήμο, στον οποίο είναι εγγεγραμμένος, με την οποία ζητείται η αλλαγή του επωνύμου με περιγραφή των λόγων που τη δικαιολογούν και με την προσκόμιση των δικαιολογητικών, που αναφέρονται στην αριθμό Φ. 42301/13706/27-7-1995/Αρ.20 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών.-

Ειδικότερα, στο άρθρο μόνο του ν. δ/τος 2573/1953 (Α΄ 241), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 9 του ν. 2307/1995 (Α΄ 113), ορίζεται ότι: «1. Η πρόσληψη και η αλλαγή επωνύμου … γίνεται με απόφαση του Νομάρχη. … 2. … 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται λεπτομέρειες για τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου …». Στο δε σχετικό με την αλλαγή επωνύμου, Κεφάλαιο Γ΄ της – εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως – υπ’ αριθ. Φ. 42301/12167/ 28.6.1995 αποφάσεως του Υφυπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β΄ 608), ορίζονται τα εξής: «1. Για την αλλαγή επωνύμου υποβάλλεται στο νομάρχη αίτηση του ενδιαφερομένου … στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο του οποίου ζητείται η πρόσληψη. Η αίτηση αυτή απευθύνεται στο νομάρχη, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δήμος ή η κοινότητα, στο μητρώο αρρένων ή το δημοτολόγιο του οποίου είναι γραμμένος ο ενδιαφερόμενος. … 2. Ο νομάρχης παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερομένου, τη δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερομένου, περί του επωνύμου, η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητούμενη αλλαγή, όπως μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από της δημοσιεύσεως, υποβάλει στο Νομάρχη τις αντιρρήσεις του. 3. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών, ο νομάρχης εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο νομάρχης αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής. Η απόφαση του νομάρχη με την οποία αποδέχεται τη ζητηθείσα αλλαγή επωνύμου, κοινοποιείται στις αρχές που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση δελτίου ταυτότητος. 4. …». Ήδη η ως άνω αρμοδιότητα ασκείται με απόφαση του Δημάρχου, σύμφωνα με την περ. 26 της παρ. ΙΙ του άρθρου 75 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄114) Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως η περίπτωση αυτή προσετέθη με την παρ. 6 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010.-

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για αλλαγή του επωνύμου, υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Διοικήσεως, στα διοικητικά δικαστήρια και ειδικότερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας.-

Περαιτέρω, από την νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 962/2011, 1852/2016, 337/2019 κ.α.) έχει κριθεί ότι: «…από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει ότι το επώνυμο αποτελεί μεν στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, πλην η πρόσκτηση ή η αλλαγή του δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση αλλά ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, ως θέμα συναπτόμενο με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου, χωρεί δε καταρχήν δια της διοικητικής οδού. Το αρμόδιο διοικητικό όργανο, και ήδη ο Δήμαρχος, οφείλει σε κάθε περίπτωση, προπαντός, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτών τη μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται ενόψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται ή όχι να εγκριθεί η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικά, από την άποψη αυτή, την απόφασή του. Εξάλλου, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του αυτής ο Δήμαρχος δεν δεσμεύεται από τυχόν απόψεις άλλων, καταρχήν αναρμόδιων για τα θέματα αλλαγής επωνύμου, υπηρεσιών αλλά οι αποφάσεις του υπόκεινται στην προσφυγή νομιμότητας του άρθρου 227 του ν. 3852/2010.» (βλ. ΣΤΕ 449/2018).-

Αγωγή ακύρωσης της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου των τέκνων λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1505 ΑΚ, οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους πριν από το γάμο, η οποία γίνεται είτε σε συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεστεί ο γάμος. Αυτή η κοινή δήλωση των μελλονύμφων αποτελεί συνδικαιοπραξία καθόσον συντίθεται από δύο παράλληλες και αυτοτελείς (αυθυπόστατες) δηλώσεις βούλησης, οι οποίες τείνουν στην επέλευση της ίδια έννομης συνέπειας, δηλαδή στον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων (I. Σπυριδάκης, Οικογενειακό Δίκαιο, 1983, σελ. 260), με αποτέλεσμα επ’ αυτής να εφαρμόζονται οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις (Γ. Κουμάντος, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 4η Έκδοση, 1985, σελ. 352). Ειδικότερα, η ως άνω δήλωση είναι αμετάκλητη και τούτο για την αποτροπή αβεβαιότητας ως προς το επώνυμο των τέκνων, το αμετάκλητο δε αυτό ισχύει από την τέλεση του γάμου (βλ. 1426/2016 ΠΠΡ ΑΘ).-

Επομένως, εάν η δήλωση των μελλονύμφων είναι ελαττωματική, τότε ως δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη σύμφωνα με τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάζεις εάν εμφιλοχώρησε πλάνη, όχι όμως ως προς τα παραγωγικά αίτια, απάτη ή απειλή (I. Σπυριδάκης, ό.π., σελ. 260, Γ. Παπαδημητρίου, Κατ’ άρθρο ερμηνεία των νέων διατάξεων Οικογενειακού Δικαίου Β`, 1986, άρθρο 1505, σελ. 461 – 462).-

Η αγωγή για την ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων ασκείται από τον ένα σύζυγο κατά του άλλου συζύγου και του (εφόσον έχει γεννηθεί) τέκνου εάν είναι ενήλικο ή κατά του ειδικού επιτρόπου εάν είναι ανήλικο και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το Πολυμελές Πρωτοδικείο.-

Τέλος, στην υπ’ αριθμ. 1426/2016 Π.Πρ.Αθ. αναφέρονται τα εξής: «..ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαρρηχθεί αυτή για ελάττωμα στη βούληση καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβολή γνώμης, η οποία και θα προσέκρουε στο αμετάκλητο, αλλά για αποκατάσταση της αληθινής βούλησης των μελλονύμφων ως προς το επώνυμο των τέκνων τους. […] Περαιτέρω, από τη στιγμή που η κοινή δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου ακυρώνεται, ανακύπτει θέμα εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ., η εφαρμογή της οποίας συνεπάγεται προνομιακή μεταχείριση του πατέρα, που κατ’ εξαίρεση γίνεται δεκτή από τον κοινό νομοθέτη. Κατά συνέπεια, η παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Όταν, λοιπόν, ακυρώνεται η δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου και, επομένως, παύει αυτή αναδρομικά να υπάρχει, δεν πρόκειται για παράλειψη των μελλονύμφων, όπως απαιτείται για να τύχει εφαρμογής η ως άνω παράγραφος. Η ρύθμιση αυτή (άρθρο 1505 παρ. 3 ΑΚ) είναι συνταγματικά ανεκτή διότι θεωρείται ότι στηρίζεται στο νόμιμο τεκμήριο σιωπηρής «συμφωνίας» των μελλονύμφων, οι οποίοι παρέλειψαν να προβούν σε σχετική δήλωση (Α. Μάνεσης, ό.π., σελ. 27). Εξάλλου, η επιλογή σύνθετου επωνύμου υποδηλώνει σε κάθε περίπτωση τη θέληση των μελλονύμφων να μην έχουν τα τέκνα τούς μόνο το επώνυμο του πατέρα. Θα ήταν, συνεπώς, αντίθετη με τη βούληση αυτή η (αυτόματη) εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ σε περίπτωση ακύρωσής της. Επομένως, σε περίπτωση που οι μελλόνυμφοι προέβησαν σε δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων τους και αυτή ακυρώθηκε λόγω ελαττώματος, δεν εφαρμόζεται η τελευταία ως άνω διάταξη αλλά οι σύζυγοι θα πρέπει να επαναλάβουν, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, την κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου. Αντιθέτως, εάν οι σύζυγοι δεν προβούν σε κοινή δήλωσή της βούλησής τους για προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων τους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τότε θα εφαρμοστεί η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1505 ΑΚ…».-

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη