Αυτεπάγγελτη δίωξη ιδιοκτητών σκύλων

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 315 παρ. 1 εδ. α και β του ΠΚ, «στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή». Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι για την άσκηση ποινικής διώξεως για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά κανόνα απαιτείται η υποβολή κατά του δράστη εγκλήσεως από τον παθόντα.

Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο δράστης της σωματικής βλάβης ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Στην τελευταία περίπτωση υπάγεται και ο ιδιοκτήτης σκύλου, ο οποίος, από αμέλειά του, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μη είναι δυνατή η επίθεση του σκύλου, με αποτέλεσμα ο σκύλος να προκαλέσει στον παθόντα σωματική βλάβη. (605/2014 ΑΠ)

Ειδικά ζητήματα

Η ρύπανση του περιβάλλοντος ως προσβολή της προσωπικότητας

Από τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ συνάγεται ότι, για την θεμελίωση της αξιώσεως προς προστασία της προσωπικότητας προσώπου, απαιτείται η πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα και επάγεται μείωση της προσωπικότητας του προσώπου να είναι παράνομη. Στην προσωπικότητα περιλαμβάνονται όλα τα αγαθά τα οποία συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτό, δηλαδή η σωματική, η ψυχική και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου (Σταθόπουλου Γεωργιάδη ΑΚ Γενικές Αρχές, άρθρο 57, σελ 99), ειδικότερα δε η καθαριότητα, η μη ρύπανση, η διατήρηση και η προστασία του περιβάλλοντος, του οποίου η προστασία είναι αναγκαία για τον άνθρωπο. Η αναγωγή του φυσικού περιβάλλοντος σε αυτοτελώς προστατευόμενο κοινόχρηστο αγαθό καθιερώνει κοινωνικό δικαίωμα επί του περιβάλλοντος, και η παράνομη παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης των περιβαλλοντικών αγαθών συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του παρεμποδισμένου, η οποία παρέχει σε αυτόν τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ αξιώσεις για άρση της προσβολής και παύσης αυτής στο μέλλον, καθώς και, αν υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1731/2006).

Επιπλέον, με την καθιέρωση πράγματος ως κοινοχρήστου το άτομο αποκτά εξουσία χρήσης, η οποία δεν είναι άμεση εξουσία επ’ αυτού αλλά απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας αυτού ιδιωτικού δικαιώματος. Με βάση τα παραπάνω κρίθηκε στην Εφ.Λαρίσης 189/2015 πως στην περίπτωση παραβίαση απαγορευτικών δημοτικών αποφάσεων σχετικά με τη βόσκηση χοίρων και αγριόχοιρων σε χώρο ελεύθερης βοσκής ζώων δημοτών, με αποτέλεσμα οι αγριόχοιροι να προκαλούν καταστροφή της βλάστησης που αποτελεί την τροφή των άλλων ζώων, υπάρχει παράνομη προσβολή του δικαιώματος προσωπικότητας των λοιπών κτηνοτρόφων ως δημοτών.

Άγρια και ήμερα ζώα

Το άρθρο 1076 ΑΚ ορίζει: «Κινητό πράγμα γίνεται αδέσποτο, αν ο κύριος εγκαταλείψει τη νομή του με σκοπό να παραιτηθεί από την κυριότητα.»

Το άρθρο 1077 ορίζει: «Τα άγρια ζώα είναι αδέσποτα, εφόσον βρίσκονται στη φυσική τους ελευθερία. Αγρια ζώα μέσα σε περίφρακτο χώρο και ψάρια μέσα σε ιχθυοτροφείο ή σε άλλα περίκλειστα ιδιόκτητα νερά δεν είναι αδέσποτα. Αγριο ζώο που πιάστηκε γίνεται αδέσποτο αν ξαναποκτήσει την ελευθερία του και ο κύριός του δεν πάρει μέτρα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για την καταδίωξή του. Τιθασευμένο ζώο γίνεται αδέσποτο, αν χάσει τη συνήθεια της επιστροφής.»

Σύμφωνα με την νομολογία το επίθετο «άγριος» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του επικίνδυνου. Άγριο είναι το ζώο που από τη φύση του διαφεύγει την εξουσίαση εκ μέρους του ανθρώπου. Αντίθετη έννοια είναι το ήμερο ζώο, το οποίο από τη φύση του βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του ανθρώπου. Είδος ήμερου ζώου είναι το κατοικίδιο για το οποίο εφαρμόζεται η ΑΚ 1076.

Ένα ενδιαφέρον ζήτημα ποινικής ευθύνης είναι το εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 100 Ν. 3030/54 «Περί Αγροφυλακής» όστις διά ζώων ή πτηνών καταστρέφει ή βλάπτει εκ προθέσεως παντός είδους ξένον (εν λόγω ή εν μέρει) ή κοινόχρηστον ακίνητον ή κινητόν αγροτικόν κτήμα άνευ της προηγουμένης συγκαταθέσεως του έχοντος δικαίωμα τιμωρείται διά κρατήσεως μέχρι 3 μηνών ή διά προστίμου, ασχέτως του ποσού της εκ της πράξεως ταύτης ζημίας. Εάν η εν τη προηγουμένη παραγράφω πράξις εγένετο εξ αμελείας επιβάλλεται πρόστιμον ή κράτησις.

Με το άρθρο αυτό σκοπείται η τιμωρία του δράστη που βρίσκεται σε κάποιας μορφής άμεση εξουσίαση των ζώων, δηλαδή του κατόχου – εποπτεύοντος αυτά κατά το χρόνο της ζημίας. Αντιθέτως έχει κριθεί νομολογιακά ότι δεν υπέχει ποινική ευθύνη εκείνος που προμηθεύεται και αφήνει στην φυσική τους ελευθερία ορισμένα από τη φύση τους άγρια ζώα (όπως τα αγριογούρουνα), τα οποία μετά την απελευθέρωσή τους γίνονται αδέσποτα.

Η φιλοζωία ως… αιτία διαζυγίου

Στην  9296/2014 Μον. Πρωτ. Θεσσαλονίκης κρίθηκε πως έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή διαζυγίου και να λυθεί ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος, λόγω ισχυρού κλονισμού που οφείλεται σε λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εναγομένης καθώς η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης θα ήταν αφόρητη για τον ενάγοντα σύζυγο. Βασική αιτία των παραπάνω ήταν η πλήρης παραμέληση των οικογενειακών υποχρεώσεων της εναγομένης εξαιτίας του πάθους της για την φροντίδα αδέσποτων ζώων, που ξεπέρασε κατά πολύ την φιλοζωία και οδηγήθηκε στην αρρωστημένη υπερβολή. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“…η εναγομένη δεν αρκέστηκε στη διατήρηση στον αύλειο χώρο της οικίας της των παραπάνω ζώων που φιλοξενούσε, αλλά επιδίωκε σταθερά να φροντίζει όλα τα αδέσποτα ζώα της περιοχής, για τα οποία προετοίμαζε γεύματα τα οποία διένεμε καθημερινά. Η εξακολουθητική αυτή συμπεριφορά της εναγόμενης, υπήρξε η αιτία για να διατυπωθούν παράπονα από άλλους κατοίκους της περιοχής, καθώς η δραστηριοποίησή της προκαλούσε τη δυσαρέσκειά τους, ενόψει του ότι πολλές φορές, στην συνεχή προσπάθειά της να φροντίσει τα ζώα, ενοχλούσε τους περιοίκους και έτσι προκαλούνταν μεταξύ τους εντάσεις. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι ενέργειές της ξεκίνησαν από την αγάπη που είχε προς τα ζώα (λόγος που την ώθησε να γίνει μέλος του φιλοζωικού συλλόγου της περιοχής), η προσκόλλησή της σε αυτά, οδήγησε στην επίδειξη πλήρους αδιαφορίας προς το σύζυγό της, καθώς καθημερινά ασχολείτο μόνο με τις ανάγκες των αδέσποτων ζώων που επιθυμούσε να φροντίζει, παραμελώντας ταυτόχρονα όλες τις υποχρεώσεις της, ως σύζυγος. Η παραπάνω επιδεικτική έλλειψη ενδιαφέροντος και συντροφικότητας εκ μέρους της εναγομένης αλλά και η παραμέληση όλων των κανόνων υγιεινής στην οικία των διαδίκων, είχε δημιουργήσει κλίμα έντασης και απαξίωσης μέσα στην οικογένεια, που τραυμάτιζε την ψυχολογική ηρεμία, και την αξιοπρέπεια του συζύγου της. Η ως άνω κατάσταση μεταξύ των διαδίκων επιδεινωνόταν, καθώς η εναγόμενη, από το 2008 και για το διάστημα του ενός έτους που ακολούθησε, ασχολείτο μόνο με τις δικές της ανάγκες και επιθυμίες, ενεργώντας ως μονάδα και όχι ως μέλος μιας οικογένειας…”

Ηθική βλάβη από την θανάτωση κατοικίδιου ζώου

Σε περίπτωση που από παράνομη και υπαίτια πράξη τρίτου, όπως για παράδειγμα από αμελή οδήγηση, προκληθεί ο θάνατος κατοικίδιου ζώου τότε, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του νόμου (932 Α.Κ.) οφείλεται αποζημίωση, καθώς όλα τα μέλη της οικογένειας αναπτύσσουν συναισθηματικό δεσμό με τα κατοικίδιο που φιλοξενούν και φροντίζουν και επομένως ο θάνατός του τους προκαλεί ηθική βλάβη. Έτσι έκρινε και το Εφετείο Αθηνών με την 157/2010 απόφαση του, που αφορά την πρόκληση θανάτου σκύλου από τροχαίο ατύχημα.

Παρατηρήσεις για τον ν. 1300/1982

Ο ν. 1300/1982 περιλαμβάνει μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας. Συμφώνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982 «Μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας» με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δραχμών τιμωρείται η κλοπή ίππων, όνων, ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 372 παρ. 1 του Ποιν. Κώδικα, συνάγεται σαφώς, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου πράξεως της ζωοκλοπής, η οποία είναι ιδιώνυμο έγκλημα και έχει νομική αυτοτέλεια σε σχέση προς το βασικό έγκλημα της κλοπής, λαμβάνει δε κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται από δύο ή περισσότερα άτομα κατά συναυτουργία (αρθρ. 45 ΠΚ), απαιτείται η αφαίρεση ζώου από τα παραπάνω αναφερόμενα ή κυψέλης μελισσών ή του περιεχομένου της από τη φυσική κατοχή άλλου χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου που έχει το δικαίωμα κυριότητας τους με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως από το δράστη.  (ΑΠ 1261/2011)

Περαιτέρω στο άρθρο 2 του ιδίου νομοθετήματος απαριθμούνται ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, η ζωοκλοπή ή η ζωοκτονία τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.

Παρενθετικά αναφέρεται πως η ιχθυοκλοπή, όπως εν γένει η ζωοκλοπή, συνιστά ιδιώνυμο έγκλημα, επί του οποίου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που θεσπίζουν διακεκριμένες ή ηπιότερες περιπτώσεις κλοπής και τιμωρείται με βάση το άρ. 17 παρ. του ν.δ. 420/1970.

Επιστρέφοντας στην εξέταση του Ν. 1300/1982, τονίζεται πως δεν προστατεύονται με τον νόμο αυτόν τα αδέσποτα ζώα. Ειδικά ως προς τη ζωοκτονία προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι, πέραν από την ύπαρξη (ζωή) του ζώου, και η ιδιοκτησία επ’ αυτού, ως εκ τούτου δε οι περιγραφόμενες στον σχετικό νόμο προσβολές της ζωής αυτού στοιχειοθετούν και το έγκλημα της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ως αντικείμενα δε φθοράς ξένης ιδιοκτησίας θεωρούνται και τα ζώα που δεν υπάγονται στην έννοια του άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982 αλλά ανήκουν σε κάποιον ιδιοκτήτη, κάτι εύλογο, αφού σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία του ιδιοκτήτη των αναφερομένων σε αυτόν ζώων. Έτσι έχει νομολογηθεί πως αν η αφαίρεση του ζώου (ζωοκλοπή) προηγήθηκε της θανάτωσής του, στοιχειοθετείται μόνο το έγκλημα της ζωοκλοπής, δεδομένου ότι όταν ο δράστης θεμελιώνει μία νέα παράνομη κατοχή, έχει ολοκληρωθεί το αδίκημα της κλοπής, η δε μεταγενέστερη θανάτωση του κλαπέντος ζώου δεν μπορεί να οδηγήσει στην στοιχειοθέτηση και άλλης αξιόποινης πράξης, επειδή ο δράστης συμπεριφέρεται πλέον ως κύριος.

Νομολογία σχετική με την κλοπή μελισσών

Σχετικά με την αφαίρεση κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους πρέπει να τονιστεί ότι ο νομοθέτης όταν προσδιορίζει ως αντικείμενο ζωοκλοπής τις κυψέλες μελισσών ή το περιεχόμενό τους αναφέρεται πάντοτε στην αφαίρεση τόσο του σμήνους όσο του ξύλινου κιβωτίου στο όποιο έχει εγκατασταθεί το σμήνος σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται, όπως επίσης και την αφαίρεση πλαισίων κηρύθρας-μελιού μαζί με την βασίλισσα, τον γόνο τις προνύμφες και τις νύμφες έστω και αν δεν έχουν εξελιχθεί σε τέλεια έντομα ή την αφαίρεση ολόκληρου σμήνους. (ΑΠ 1958 / 2008)

Επίσης, είναι σημαντικό πως σύμφωνα με το άρθρ. 4 της υπ’ αριθμ. 370910/2001 Υπ. Αποφάσεως «…Σε περίπτωση αγοραπωλησίας μελισσοσμηνών με τις κυψέλες, η παλαιά πυροσφράγιση διατηρείται στην κυψέλη και επί πλέον αναγράφεται και ο κωδικός αριθμός του κατόχου». Με την ρύθμιση αυτή επιλύονται συχνά οι αποδεικτικές δυσχέρειες της παραπάνω αξιόποινης πράξης.

Η πολιτική αγωγή στην Ζωοκλοπή και στην Ζωοκτονία

Με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1300/1982 ορίζεται ότι: «Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και απώλεια του δικαιώματος για χρηματική ικανοποίηση τιμωρείται ο κάτοχος ζώου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καταγγέλλει στην αρμόδια Αρχή μέσα σε 24 ώρες από τη διαπίστωσή της τη ζωοκλοπή ή ζωοκτονία που έγινε σε βάρος του».

Με την διάταξη αυτή ο νομοθέτης απειλεί όχι απλώς με την απώλεια του δικαιώματος χρηματικής ικανοποίησης (και άρα και παράστασης πολιτικής αγωγής), αλλά και με ποινικές κυρώσεις τα φερόμενα ως θύματα ζωοκλοπής και ζωοκτονίας, που δεν προβαίνουν σε άμεση καταγγελία στις αρχές. Η νομοθετική αυτή επιλογή φαίνεται να απηχεί ξεπερασμένες αντιλήψεις δυσπιστίας σχετικές με την αθέμιτη συνδιαλλαγή με τους δράστες των εγκλημάτων αυτών ή με τον κίνδυνο αυτοδικίας.

Σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον παρουσιάζει η  θέση του Αρείου Πάγου στην ΑΠ 1410/2013, σύμφωνα με την οποία η μη τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων από το θύμα δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα εφόσον ο κατηγορούμενος “δεν επρότεινε την εκ της απωλείας του δικαιώματος σχετική ένσταση μη παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος (…) έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσίαν αυτεπαγγέλτου ενεργείας, αλλά μόνο κατ’ένσταση του υποχρέου ενεργεί.”

Πρόκειται για μία θέση που δημιουργεί θεωρητικούς προβληματισμούς (βλ. Τσακάλης Ιωάννης, Και πάλι για την επίδραση της παραγραφής της αστικής αξίωσης στην παράσταση πολιτικής αγωγής, ΠοινΧρον 2014, σελ. 557), αλλά η ανάπτυξη της εκφεύγει του αντικειμένου της σύντομης αυτής ανάπτυξης.

Υπουργική Απόφαση Υ1β/2000/1995

Αξίζει μια εξαιρετικά σύντομη αναφορά πως η απαγόρευση διατήρησης οικόσιτων ζώων και πτηνών χωρίς άδεια σε πόλεις άνω των 5.000 κατοίκων ή σε τόπους με τουριστικό ενδιαφέρον εδράζεται στο άρθρο 15 της Υπουργικής Απόφασης Υ1β/2000/1995 και βέβαια αφορά και την συνήθη περίπτωση των κοτετσιών.

Ποινική ευθύνη ιδιοκτητών κατοικιδίων ζώων

Ως γνωστόν τα ζώα και, ιδίως, τα κατοικίδια ζώα σπανίως είναι επιθετικά εκτός κι αν απειληθούν. Δυστυχώς, όμως, οι ιδιοκτήτες τους συχνά αμελούν να τα εκπαιδεύουν και να τα επιτηρούν με κατάλληλο τρόπο με αποτέλεσμα να επιτίθενται αυτά σε τρίτους ή να προκαλούν  ατυχήματα (πολλές φορές τροχαία, όταν τα ζώα αφήνονται χωρίς επιτήρηση να διασχίζουν το οδικό δίκτυο). Σε αυτή την περίπτωση ενδέχεται να θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του ιδιοκτήτη τους για σωματική βλάβη ή ανθρωποκτονία εξ αμελείας, ενώ νοητή είναι και η περίπτωση εκ προθέσεως χρήσεως ενός ζώου ως οργάνου επίθεσης, όποτε και γίνεται λόγος για εκ δόλου τελεσθέν έγκλημα.

Έτσι η νομολογία έχει κρίνει ότι τελείται το έγκλημα της σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο κατά συρροή από ιδιοκτήτρια σκύλου, η οποία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την διασφάλιση της εποπτείας του, με αποτέλεσμα αυτός να επιτεθεί σε ανήλικο που έπαιζε με άλλα παιδιά έμπροσθεν της οικίας της, καθώς και στην μητέρα του που έσπευσε να τον βοηθήσει, και να τους προκαλέσει σωματικές κακώσεις. Ενδιαφέρον στην συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζει το εξής: Σύμφωνα με τα άρθρα 314 και 315 του ΠΚ η εξ αμελείας σωματική βλάβη διώκεται μόνο κατ’ έγκληση εκτός κι αν ο δράστης ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Τέτοια περίπτωση εκρίθη πως συνιστά και αυτή του ιδιοκτήτη σκύλου, ο οποίος, από αμέλειά του, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην είναι δυνατή η επίθεση του σκύλου, με αποτέλεσμα ο σκύλος να προκαλέσει στον παθόντα σωματική βλάβη.(ΑΠ 605/2014) Επομένως η ποινική δίωξη στις περιπτώσεις αυτές ασκείται αυτεπαγγέλτως.

Επίσης, για σωματική βλάβη εξ αμελείας καταδικάζεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ως ιδιοκτήτης δύο σκύλων ράτσας ελληνικού ποιμενικού, δεν έλαβε, όπως είχε υποχρέωση, τα προσήκοντα μέτρα για την ασφάλεια των περιοίκων και διερχομένων (περιφράσσοντας το οικόπεδό του ώστε να μην είναι δυνατή η έξοδός τους από αυτό), παρότι τελούσε σε γνώση ότι τα σκυλιά του είχαν επιθετικές τάσεις, με αποτέλεσμα να επιτεθούν στον εγκαλούντα και να του προξενήσουν σοβαρό τραυματισμό (ΑΠ 95/2008). Διαφορετική, όμως, ήταν η περίπτωση στην οποία ο κατηγορούμενος, ιδιοκτήτης λυκόσκυλου, ο οποίος δεν έλαβε τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα, μολονότι γνώριζε ότι ο σκύλος του ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος, αφού είχε προκαλέσει και στο παρελθόν επανειλημμένως σωματικές βλάβες σε τρίτους, με αποτέλεσμα ο σκύλος του, εξερχόμενος από το γκαράζ της μονοκατοικίας του σε κοινόχρηστο δρόμο, χωρίς εποπτεία και χωρίς φίμωτρο, να δαγκώσει τον παθόντα στην πυελική χώρα, προκαλώντας του κίνδυνο, καταδικάσθηκε για βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 2441/2008). Στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύνουσας σημασίας ήταν το αποδεικτικό υλικό, το οποίο οδήγησε το δικαστήριο της ουσίας πως δεν υπήρχε αμέλεια αλλά ενδεχόμενος δόλος, αφού ο κατηγορούμενος γνώριζε και αποδεχόταν τον κίνδυνο, που εν τέλει πραγματώθηκε.

Τέλος, αξίζει να γίνει αναφορά στην ΑΠ 1006/2011 με την οποία κρίθηκε ως ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας των τριών αναιρεσειόντων, οι οποίοι, ενώ όφειλαν να έχουν την πλήρη εποπτεία και την διαρκή επιτήρηση κοπαδιού 120 αγελάδων, όταν τα ζώα διασκορπίσθηκαν, αντί να τα καταμετρήσουν μετά την περισυλλογή τους επιμελώς, ώστε να διαπιστώσουν αν έλειπε κάποιο από αυτά και να το αναζητήσουν όσο ακόμα υπήρχε φως ημέρας, από αμέλειά τους δεν προέβησαν στην ως άνω ενέργεια, αλλά, θεωρώντας ότι είχαν περισυλλέξει όλα τα ζώα, συνέχισαν την πορεία τους, αφήνοντας πίσω χωρίς συνοδό μία αγελάδα, η οποία, βγαίνοντας στην εθνική οδό, βρέθηκε στην πορεία ΙΧΕ αυτοκινήτου που επέπεσε πάνω της, με αποτέλεσμα να προκληθούν στον οδηγό του αυτοκινήτου βαρείες κακώσεις τραχήλου και θώρακος εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Η συγκεκριμένη απόφαση είναι, προφανώς, εσφαλμένη στον βαθμό που δέχεται την νομική κατασκευή της συναυτουργίας εξ αμελείας προκειμένου να ξεπεράσει τις αποδεικτικές δυσχέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά κατά τα λοιπά αναφέρεται σε ένα, δυστυχώς, συνηθισμένο φαινόμενο σε αγροτικές, ειδικά, περιοχές.

Ολοκληρώνοντας την συγκεκριμένη αναφορά τονίζεται ότι εφόσον τίθεται ζήτημα ποινικής ευθύνης του ιδιοκτήτη ενός ζώου είναι δυνατόν να ασκηθεί εις βάρος του και αγωγή για ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στα πολιτικά δικαστήρια.  (ΠΠρΑΘ 5910/2002)

Διάδοση μεταδοτικών ασθενειών

Στο άρθρο 284 Π.Κ. ορίζεται πως “Οποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η παραβίαση αυτή είχε ως συνέπεια να μεταδοθεί η ασθένεια σε άνθρωπο, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή.” Σε ακραίες, λοιπόν, περιπτώσεις ενδέχεται να θεμελιώνεται ευθύνη του κατόχου ζώων με βάση το παραπάνω άρθρο. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με την νομολογία είναι: α) παραβίαση μέτρων, τα οποία πρέπει να έχουν τη μορφή δεσμευτικών οδηγιών και όχι απλών συστάσεων λήψης μέτρων, β) τα μέτρα αυτά να έχουν διαταχθεί από το νόμο ή από αρμόδια αρχή, η οποία πρέπει να είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδια για τον καθορισμό των σχετικών μέτρων, η δε διάταξη της αρχής να στηρίζεται σε ρητή και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση και γ) τα μέτρα αυτά να αποβλέπουν στην αποτροπή της εισβολής ή της διάδοσης μιας μεταδοτικής ασθένειας, η παραβίασή τους δε θα πρέπει να μπορεί να οδηγήσει αιτιακά στη διάδοση της ασθένειας, με την έννοια ότι θα πρέπει αυτά να αποτελούν όρους που αυτοδύναμα εξελισσόμενοι επιφέρουν το αποτέλεσμα της μετάδοσής της.

Σε σχέση με τα παραπάνω το άρθρο 17 του νόμου 4039/2012 ορίζει πως: “ Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των νοσημάτων, που μεταδίδονται από τα ζώα στον άνθρωπο ή σε άλλα ζώα του ίδιου ή άλλου είδους, γίνεται με ειδικά προγράμματα, που καταρτίζονται από τη Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και εφαρμόζονται από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν εκδηλωθεί κρούσμα λύσσας σε ζώο, η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής μπορεί να λαμβάνει πρόσθετα μέτρα είτε σε συγκεκριμένη περιοχή της χώρας είτε σε όλη την Επικράτεια πέραν εκείνων, που προβλέπονται από τις διατάξεις των νόμων 1197/1981 και 2017/1992. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι κτηνιατρικοί υγειονομικοί κανόνες και όροι, που αφορούν στην αποτροπή του κινδύνου εισβολής στη χώρα ή διαφυγής επιζωοτικών νοσημάτων.”

Οι πταισματικές παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα στις οποίες θα μπορούσε θεωρητικά να υπαχθεί η συμπεριφορά ενός αμελούς ιδιοκτήτη ζώων έχουν ως εξής:

Παραβάσεις Διατάξεων για τους Δρόμους

Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή και ιδίως τις αστυνομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην ασφάλεια, την τάξη, την άνεση, την η­συχία ή την καθαριότητα στους δημόσιους δρόμους ή τις πλατείες ή στα νερά τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών.

Παράβαση Διατάξεων για την Καθαριότητα

Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις της αρμόδιας αρχής και ιδίως της αστυνομικής που αφορούν την καθαρι­ότητα η οποία πρέπει να τηρείται: α) στα νερά που χρησιμοποιούν ή όχι οι άνθρωποι, β) στα τρόφιμα που είναι εκ­τεθειμένα ή προορισμένα για πώληση, γ) στα καταστήματα ή στους χώρους παρασκευής ή πώλησης τροφίμων, δ) στην άσκηση οποιασδήποτε τέχνης, εμπορίου, βιομηχανίας ή άλλης εργασίας και ε) γενικά σε κάθε σχέση, πράξη ή παράλειψη, από την οποία μπορεί να επηρεα­στεί η δημόσια καθαριότητα, τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών, αν άλλη διάταξη δεν τιμωρεί την πράξη βαρύτερα.

Ρύπανση

Όποιος ρίχνει σε ανθρώπους ή σε ξένα σπίτια ή άλλα κτίρια ή σε ξένους περιφραγμένους χώρους ακαθαρσίες ή άλλα αντικείμενα που μπορούν να προκαλέσουν ενόχληση σε άλλον, τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση.

Πρόκληση Κινδύνου με Ζώα

Όποιος: α) αφήνει να περιφέρεται ελεύθερα άγριο ζώο ή ζώο που έχει επικίνδυνα ελαττώματα, β) παραλείπει να πάρει τα προφυλακτικά μέτρα που απαιτούνται για να αποτραπούν οι βλάβες από τέτοια ζώα, ή τα μέτρα που έχουν διαταχθεί από την αρμόδια αρχή, γ) διατηρεί επικίνδυνο άγριο ζώο χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, δ) ερεθίζει σκυλιά εναντίον ανθρώπων, τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών.

 

Ευθύνη από αδικοπραξία

Το άρθρο 924 του Αστικού κώδικα ορίζει ότι : «Ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον. Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου».

Διάκριση κατοικιδίων και μη

Σε σχέση με το άρθρο αυτό παρατηρούμε καταρχήν πως ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ κατοικιδίων και μη κατοικιδίων ζώων, κλιμακώνοντας αναλόγως την ευθύνη του κατόχου τους. Ως κατοικίδια ζώα, σύμφωνα με πάγια διατύπωση της νομολογίας, νοούνται εκείνα που ζουν αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας, ή τη διατροφή του κατόχου τους. Τέτοια ζώα, μεταξύ άλλων είναι και τα σκυλιά, τα πρόβατα (Εφ. Λαρίσης 38/2016) και οι κατσίκες (Εφ.Κρήτης 127/2008)

Ποιος θεωρείται κάτοχος και ποια η ευθύνη του για τις πράξεις των ζώων

Ως κάτοχος, θεωρείται από την νομολογία, εκείνος που έχει φυσική εξουσία πάνω στο ζώο και που έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει και να το φροντίζει για χρόνο όχι ασήμαντο και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του (ως κύριος, επικαρπωτής, χρησάμενος, μεσεγγυούχος, μισθωτής). Δεν ευθύνεται συνεπώς ως κάτοχος ο ιδιοκτήτης ταβέρνας, στο περίγυρο της οποίας σύχναζαν αδέσποτοι σκύλοι, ένας από τους οποίους θανάτωσε την αίγα του ενάγοντος. (ΑΠ 1445/2007)

Ο κάτοχος του ζώου δεν είναι απαραίτητο να είχε υπό τη φυσική του εξουσία το ζώο αυτό προσωπικώς κατά το χρόνο κατά τον οποίο προξένησε τη ζημία, ευθυνόμενος για τις ζημίες τις οποίες προξένησε τούτο. Ευθύνεται δε και όταν το ζώο βρισκόταν υπό την εξουσία του υπαλλήλου του, καθώς αυτοί θεωρούνται αντιπρόσωποί του, εφόσον όμως χρησιμοποιούσαν το ζώο σε εκτέλεση των καθηκόντων που έχει ανατεθεί σε αυτούς. Επίσης, ο κάτοχος ευθύνεται για τη ζημία την οποία προξένησε το ζώο και σε περίπτωση που διέφυγε από την κατοχή και την επίβλεψη αυτού ή του υπαλλήλου του, δυνάμει του άρθρου 922 ΑΚ, στην τελευταία περίπτωση. (Μον.Πρωτ.Θεσσ. 7040/2015)

Ως προς την φύση της ευθύνης του κατόχου ζώου, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου, για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτο.  Αρκεί λοιπόν για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης μόνο το γεγονός της κατοχής τoυ ζώου και είναι ανεξάρτητη οποιαδήποτε υπαιτιότητα του κατόχου . Και τούτο γιατί ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό. Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο, θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. (ΑΠ 1979/2014)

Έτσι, στην περίπτωση του άρθρου 924 παρ. 2 ΑΚ, ο κάτοχος του ζώου που προκάλεσε την ζημία σε τρίτον, για να απαλλαγεί της ευθύνης του προς αποζημίωση, ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει: α) ότι δεν παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία θα προκαλούνταν και αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου. Επίσης η ευθύνη του κατόχου μπορεί να μετριασθεί ή και να παύσει τελείως κατά τους όρους της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, εάν, δηλαδή, υπάρχει συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι το ζώο είναι μικρής ηλικίας, πράγμα που δεν επιτρέπει το δέσιμό του δεν απαλλάσσει τον κάτοχο από την ευθύνη του, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ασκεί άλλου είδους εποπτεία και φύλαξη. (Εφ.Κρήτης 127/2008)

Ευθύνη κατόχου κατοικίδιου ζώου

Ειδικότερα για την ευθύνη κατόχου κατοικίδιου ζώου διαφωτιστική είναι η Εφ.Λαρίσης 81/2011 από την οποία ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: Ο κάτοχος χρήσιμου κατοικίδιου ζώου έχει την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία αυτού, με σκοπό την προστασία των τρίτων από την εγγενή επικινδυνότητά του. Αυτό σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα μέτρα που κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και ενόψει των ιδιοτήτων του ζώου και του τρόπου χρησιμοποίησής του, είναι αναγκαία και δυνατά για να ανατρέψουν την εκ μέρους του ζώου πρόκληση ζημίας σε τρίτον (π.χ. να το κρατά περιορισμένο, ώστε να μην μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο του κατόχου, να βάλει φίμωτρο στο σκυλί κλπ). Επομένως τεκμαίρεται, κατά το άρθρο 924 παρ. 2 ΑΚ, ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας σε τρίτον: α) ότι παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία δεν θα προκαλούνταν αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου (Κορνηλάκης, Επίτομο Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2000, σελ. 390)..

.

Βάρος απόδειξης και αποζημίωση

Ως προς το βάρος της αποδείξεως, ο ενάγων για αποζημίωση από ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από ζώο πρέπει να αποδείξει α) το ποσό της προξενηθείσας ζημίας, β) ότι η ζημία του προξενήθηκε από ενέργεια του ζώου και γ) ότι ο εναγόμενος είναι ο κάτοχος του ζώου,  ο δε εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου γιατί κατέβαλε τη συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια για τη φύλαξη του ζώου, εκθέτοντας προς τούτο και τα περιστατικά που δικαιολογούν μια τέτοια περίπτωση (ΑΠ  41/1994)

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Ειρ.Κρωπίας 326/2012 σύμφωνα με την οποία: “Το αίτημα αυτό του ενάγοντα απορρίπτεται ως αναπόδεικτο, γιατί ο ελαφρύς τραυματισμός του δε δικαιολογεί ζημία στη μηχανή του επιπροσθέτως φέρων το βάρος απόδειξης ώφειλε να καλέσει πραγματογνώμονα ο οποίος ν’ αποφανθεί επακριβώς επί των ζημιών.”

Σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης το άρθρο 298 ΑΚ ορίζεται ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Ευθύνη περισυλλογής αδέσποτων σκύλων και ευθύνη αποζημίωσης σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος.

Ως προς την ευθύνη για την περισυλλογή αδέσποτων σκύλων εκ του άρθρου 7 του Ν.3170/2003 προκύπτει, πως αρμόδιοι είναι οι δήμοι και οι κοινότητες. Η περισυλλογή των σκύλων μπορεί να πραγματοποιείται και από ζωοφιλικά σωματεία, εφόσον διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή, σε συνεργασία με τον αρμόδιο δήμο ή κοινότητα. Οι δήμοι και οι κοινότητες συγκροτούν τα συνεργεία περισυλλογής από άτομα τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία σε θέματα που αφορούν στην αιχμαλωσία των ζώων και κατέχουν τις τεχνικές χειρισμού τους.  Αντιθέτως οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται και φυλλάσουν αυτοκινητόδρομους δεν έχουν από το νόμο υποχρέωση να συλλέγουν τα αδέσποτα ζώα, ακόμη και αν αυτά εισέλθουν στον αυτοκινητόδρομο που φυλάσσουν, καθόσον δε διαθέτουν εκπαιδευμένο προσωπικό για τη σύλληψή τους ούτε χώρο για τη φύλαξή τους. (Ειρ.Κρωπίας 122/2012)

 

Εισαγωγή στη νομοθεσία για την προστασία των κατοικίδιων ζώων

Τα ζώα καταρχήν αποτελούν αντικείμενα και όχι υποκείμενα του δίκαιου. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, νοείται και αγοροπωλησία αυτών, όπως και ιδιοκτησία επί αυτών, ενώ αντίθετα ιδιοκτησία επί ανθρώπων είναι για τον νομικό μας πολιτισμό αδιανόητη. Παρόλα αυτά η σύγχρονη έννομη τάξη έχοντας και σημαντικές διεθνείς επιρροές προστατεύει σε σημαντικό βαθμό όχι μονάχα την οικονομική αξία, που αντιπροσωπεύουν τα ζώα για τον κάτοχο τους, αλλά και τα ίδια τα ζώα φροντίζοντας για την «ευζωία» τους. Σημαντικός προς αυτή την κατεύθυνση είναι ο νόμος 4032/2012, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον 4235/2014.

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση ορισμένων σημαντικών επιμέρους άρθρων του νόμου αυτού θα γίνει παράθεση ορισμένων σημαντικών ορισμών που αναφέρονται ήδη στο άρθρο 1 του εν λόγω νόμου και είναι απαραίτητοι προκειμένου να γίνει κατανοητή η εμβέλεια των διατάξεών του:

α) Ζώο είναι κάθε έμβιος οργανισμός, που συναισθάνεται και κινείται σε ξηρά, αέρα και θάλασσα ή οποιοδήποτε άλλο υδατικό οικοσύστημα ή υγροβιότοπο.

β) Ευζωία είναι το σύνολο των κανόνων, που πρέπει να εφαρμόζει ο άνθρωπος στα ζώα, αναφορικά με την προστασία τους και την καλή μεταχείρισή τους, έτσι ώστε να μην πονούν και υποφέρουν, την παραμονή τους σε χώρο στεγνό, καθαρό και προστατευμένο από τις καιρικές συνθήκες, χωρίς να είναι μόνιμα δεμένα και διαβιούντα εντός ακατάλληλων κατασκευών (π.χ. μεταλλικών), τη φροντίδα για ιατρική περίθαλψη και χορήγηση κατάλληλης τροφής και νερού, την καθημερινή άσκηση ή τον περίπατό τους και γενικά τη μέριμνα για σεβασμό της ύπαρξής τους.

γ) Ζώο συντροφιάς είναι κάθε ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς.

δ) Δεσποζόμενο ζώο συντροφιάς είναι κάθε μη άγριο ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς και τελεί υπό την άμεση επίβλεψη και φροντίδα του ιδιοκτήτη, κατόχου, συνοδού ή φύλακά του. (…)

ε) Αδέσποτο ζώο συντροφιάς είναι κάθε ζώο συντροφιάς, το οποίο είτε δεν έχει κατοικία είτε βρίσκεται έξω από τα όρια της κατοικίας του ιδιοκτήτη, του κατόχου, του συνοδού ή του φύλακά του και δεν τελεί υπό την άμεση επίβλεψη και τον έλεγχό τους. Οι κυνηγετικοί και σκύλοι φύλαξης ποιμνίων, καθώς και οι σκύλοι έρευνας και διάσωσης, κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, της εκ-παίδευσής τους, της φύλαξης του ποίμνιου, της έρευνας και της διάσωσης, δεν θεωρούνται αδέσποτα ζώα.

(…)

ιδ) Αρμόδια όργανα για τη βεβαίωση των παραβάσεων είναι τα όργανα που τις διαπιστώνουν κατά την άσκηση των ελεγκτικών καθηκόντων τους και συγκεκριμένα οι υπάλληλοι της Ελληνικής Αστυνομίας, της Δασικής Υπηρεσίας, των Τελωνείων, των Σταθμών Υγειονομικού Κτηνιατρικού Ελέγχου (ΣΥΚΕ), του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής και οι ιδιωτικοί φύλακες θήρας των κυνηγετικών οργανώσεων.»

Η ρητή πλέον αναφορά στην αρμοδιότητα της Ελληνικής Αστυνομίας είναι σημαντική στον βαθμό που επιλύει ορισμένα προβλήματα, τα οποία είχαν ανακύψει με την προγενέστερη διατύπωση του νόμου.

«ιε) Αρμόδιος Φορέας Εκτέλεσης της σήμανσης και της καταγραφής των ζώων συντροφιάς και των ιδιοκτητών τους στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση είναι ο κτηνίατρος, που με βάση προβλεπόμενη διαδικασία, με την υποβολή ηλεκτρονικής αίτησης στη Διεύθυνση Πληροφορικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, πιστοποιείται, αποκτά ειδικό κωδικό πρόσβασης στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής ζώων συντροφιάς, διενεργεί τη σήμανση και καταγράφει τα ζώα συντροφιάς και τους ιδιοκτήτες τους στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση, εκδίδει το βιβλιάριο υγείας ή το διαβατήριο του ζώου σε περίπτωση που το ζώο θα μεταφερθεί στο εξωτερικό και σε κάθε αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του προσωρινού κατόχου του και ενημερώνει τη βάση με τις απαραίτητες πληροφορίες.»

Δύο ακόμα σημαντικές παρατηρήσεις για την εφαρμογή του εν λόγω νόμου είναι οι εξής (βλ. άρθρο 22) :

α) Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν θίγουν άλλες διατάξεις νόμων ή διεθνών συμβάσεων, που κυρώθηκαν με νόμο και προβλέπουν μεγαλύτερη προστασία σε οποιοδήποτε είδος ζώου. Επίσης δεν θίγονται οι διατάξεις του νόμου «περί θήρας» (ν.δ. 86/1969), όπως αυτός εκάστοτε ισχύει και οι κανονιστικές αυτού διατάξεις.

β) Όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού αναφέρεται η ηλεκτρονική σήμανση των ζώων συντροφιάς, εννοείται η σήμανση σκύλων και γατών.

Υποχρεωτική σήμανση και καταγραφή των ζώων συντροφιάς (γατών και σκύλων)

Με το άρθρο 4 του ν. 4032/2012, το οποίο τροποποιήθηκε με τον νόμο 4384/2016 και πλέον εφαρμόζεται, καθώς δημιουργήθηκε η απαραίτητη υποδομή (Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής των ζώων συντροφιάς και των ιδιοκτητών τους), κατέστη υποχρεωτική η σήμανση και καταγραφή των ζώων συντροφιάς (γατών και σκύλων). Η δαπάνη της σήμανσης και της καταγραφής των δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς βαρύνει τον ιδιοκτήτη τους και των αδέσποτων τον οικείο Δήμο ή το φιλοζωικό σωματείο ή την ένωση. Η ηλεκτρονική σήμανση και καταγραφή και η έκδοση διαβατηρίου και βιβλιαρίου υγείας πραγματοποιούνται από κτηνιάτρους που έχουν πιστοποιηθεί και ασκούν νόμιμα το κτηνιατρικό επάγγελμα στην Ελλάδα με την τοποθέτηση στην αριστερή εξωτερική πλευρά του τράχηλου του ζώου συστήματος ηλεκτρονικής αναγνώρισης (αποκριτής πομποδέκτης).

Επίσης στο άρθρο 5 παρ.8 του εν λόγω νόμου προβλέπεται πως απαγορεύεται να εισάγονται στην Ελλάδα ζώα συντροφιάς, που δεν έχουν ηλεκτρονική σήμανση. Επίσης απαγορεύεται η αφαίρεση του μέσου ηλεκτρονικής σήμανσης από τον ιδιοκτήτη του ζώου συντροφιάς (με σκοπό να αποτραπούν φαινόμενα εγκατάλειψης ζώου) ή από άλλο πρόσωπο ή από κτηνίατρο (με σκοπό την αποτροπή παράνομου σκοπού).

Υποχρεώσεις ιδιοκτητών δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς

Με το άρθρο 5 του ν. 4032/2012 καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις ιδιοκτητών δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς ως εξής:

  1. Ο ιδιοκτήτης του δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς υποχρεούται: «α) να μεριμνά για τη σήμανση και την καταγραφή του ζώου του, καθώς και για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας πριν εγκαταλείψει το ζώο τον τόπο γέννησής του και οπωσδήποτε μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη γέννηση αυτού ή μέσα σε ένα μήνα από την εύρεση ή απόκτησή του, καθώς και να τοποθετεί σε εμφανές σημείο του περιλαίμιου του ζώου μεταλλική κονκάρδα, η οποία παρέχεται από τους κτηνιάτρους κατά την πραγματοποίηση του αντιλυσσικού εμβολιασμού του,» β) να δηλώνει μέσα σε πέντε ημέρες την απώλεια του ζώου του σε κτηνίατρο, που έχει πιστοποιηθεί στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής των ζώων συντροφιάς και των ιδιοκτητών τους, γ) να τηρεί τους κανόνες ευζωίας του ζώου και να μεριμνά για την κτηνιατρική εξέτασή του, η οποία αποδεικνύεται από τη σχετική εγγραφή στο βιβλιάριο υγείας ή στο διαβατήριο του ζώου, καθώς και να μεριμνά για την εξασφάλιση άνετου, υγιεινού και κατάλληλου καταλύματος, προσαρμοσμένου στο φυσικό τρόπο διαβίωσης του ζώου, που να του επιτρέπει να βρίσκεται στη φυσική του όρθια στάση, χωρίς να εμποδίζονται οι φυσικές του κινήσεις και η δυνατότητά του για την πραγματοποίηση της απαραίτητης για την υγεία και την ευζωία του άσκησης, «δ) να εφοδιάζεται με το διαβατήριο του ζώου του, εάν πρόκειται να ταξιδέψει με αυτό στο εξωτερικό και να μεριμνά για την ενημέρωσή του σε κάθε αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του προσωρινού κατόχου του. Το διαβατήριο πρέπει να είναι σύμφωνο με τα Παραρτήματα 2 και 3,» ε) να μην εγκαταλείπει το ζώο του, ενώ σε περίπτωση που επιθυμεί να αποχωριστεί το ζώο συντροφιάς, πρέπει να γνωστοποιεί στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου του τόπου της κατοικίας του την πρόθεσή του αυτή, να το παραδίδει σε αυτόν και να λαμβάνει από πιστοποιημένο κτηνίατρο αντίγραφο της μεταβολής της εγγραφής του ζώου του στη Διαδικτυακή Ηλεκτρονική Βάση σήμανσης και καταγραφής των ζώων συντροφιάς, όπου θα αναφέρεται ο Δήμος ως προσωρινός κάτοχος του αδέσποτου πλέον ζώου, στ) να μεριμνά για τον άμεσο καθαρισμό του περιβάλλοντος από τα περιττώματα του ζώου εκτός αν πρόκειται για σκύλο βοήθειας, ζ) να μεριμνά για τη στείρωσή τους, εφόσον δεν επιθυμεί τη διατήρηση των νεογέννητων ζώων ή δεν μπορεί να τα διαθέσει σε νέους ιδιοκτήτες, «η) να προσκομίζει ή αποστέλλει ταχυδρομικά, επί αποδείξει, στον οικείο Δήμο αντίγραφο του πιστοποιητικού ηλεκτρονικής σήμανσης του ζώου του».

Η αναφορά στο άρθρο 924 του Αστικού Κώδικα

Η αναφορά πως ο κάτοχος του ζώου συντροφιάς ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά, που προκαλείται από το ζώο, σύμφωνα με το άρθρο 924 Α.Κ είναι ίσως περιττή, ενώ μεγαλύτερη αξία έχει η διατύπωση πως για τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς η αντίστοιχη ευθύνη βαρύνει τον οικείο Δήμο.

Σχετικά με την ευθύνη των δήμων το άρθρο 9 αναφέρει πως οι Δήμοι υποχρεούνται να μεριμνούν για την περισυλλογή και τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να ασκείται και από συνδέσμους Δήμων, καθώς και από φιλοζωικές ενώσεις και σωματεία, αφού προηγηθεί σχετική έγγραφη συμφωνία με τον αρμόδιο Δήμο, ο οποίος έχει τη συνολική εποπτεία των αδέσποτων ζώων συντροφιάς εντός των διοικητικών του ορίων. Οι κατά τα ως άνω φιλοζωικές ενώσεις και σωματεία που εγκρίνονται από τον αρμόδιο Δήμο οφείλουν να διαθέτουν υποδομή, συνιστάμενη στην ύπαρξη κατάλληλων σχετικών εγκαταστάσεων ή οχημάτων μεταφοράς ζώων και ανθρώπινο δυναμικό με εμπειρία στο χειρισμό των ζώων. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται το είδος και ο αριθμός των εγκαταστάσεων και των οχημάτων, καθώς και η εμπειρία του ανθρώπινου δυναμικού, που πρέπει να διαθέτουν οι φιλοζωικές ενώσεις και τα σωματεία, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτής της παραγράφου.»

Ειδικές υποχρεώσεις ιδιοκτητών σκύλων

Το θέμα του προσδιορισμού της ευθύνης του ιδιοκτήτη σκύλων έχει απασχολήσει συχνά την νομολογία και επομένως καλοδεχούμενη είναι καταρχήν η προσπάθεια του νέου νόμου να απαριθμήσει κάποιες βασικές υποχρεώσεις λήψης προφυλακτικών μέτρων. Ειδικά, λοιπόν, ο ιδιοκτήτης σκύλου: α) μεριμνά για να γίνεται ο περίπατος σκύλων πάντα με συνοδό, β) οφείλει να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην εξέρχεται ελεύθερα ο σκύλος του από το χώρο της ιδιοκτησίας του και εισέρχεται σε χώρους άλλων ιδιοκτησιών ή σε κοινόχρηστους χώρους, γ) για την αποφυγή ατυχημάτων υποχρεούται κατά τη διάρκεια του περιπάτου να κρατάει το σκύλο του δεμένο και να βρίσκεται σε μικρή απόσταση από αυτόν. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και για τον οποιονδήποτε συνοδό του ζώου, πέραν του ιδιοκτήτη του».

Διατήρηση ζώων συντροφιάς σε κατοικίες

Ένα από τα συχνότερα πρακτικά ζητήματα σε σχέση με την ιδιοκτησία των ζώων συντροφιάς είναι η δυνατότητα του ιδιοκτήτη του να τα διατηρεί σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Ο νόμος 4039/2012 δέχεται ανεπιφύλακτα το δικαίωμα αυτό, χωρίς να το εξαρτά από τη συναίνεση των υπολοίπων συνιδιοκτητών, αλλά θέτοντας ορισμένους εύλογους περιορισμούς.

Επιτρέπεται, λοιπόν, η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε κατοικία. Στις πολυκατοικίες, που αποτελούνται από δύο διαμερίσματα και πάνω, επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε διαμέρισμα με την προϋπόθεση ότι αυτά: α) διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους ή τον κάτοχό τους, β) δεν παραμένουν μόνιμα στις βεράντες ή στους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος, γ) η παραμονή στα διαμερίσματα πολυκατοικιών τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων ευζωίας, των υγειονομικών διατάξεων και των αστυνομικών διατάξεων περί κοινής ησυχίας και δ) έχουν ελεγχθεί ηλεκτρονικά, έχουν σημανθεί, καταγραφεί και φέρουν βιβλιάριο υγείας. Δεν μπορεί να απαγορευθεί η διατήρηση ζώων συντροφιάς με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου. Με τον ίδιο κανονισμό μπορεί να περιορίζεται ο μέγιστος αριθμός των ζώων, που επιτρέπονται, στα δύο (2) ζώα ανά διαμέρισμα.

Επιτρέπεται η διατήρηση ζώων συντροφιάς, που έχουν σημανθεί και καταχωρισθεί νομίμως και φέρουν βιβλιάριο υγείας, στις μονοκατοικίες με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καλής μεταχείρισης και ευζωίας των ζώων, καθώς και οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας.

Απαγορεύεται η διατήρηση και παραμονή ζώων συντροφιάς σε κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας. Επιτρέπεται όμως στην πυλωτή, στην ταράτσα, στον ακάλυπτο χώρο και στον κήπο εφόσον υφίσταται η ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών.

Οι ανωτέρω αριθμητικοί περιορισμοί ισχύουν μόνο για σκύλους και γάτες. Για τα λοιπά ζώα συντροφιάς, πρέπει να τηρούνται οι όροι της παραγράφου 2.

Απαγόρευση της κακοποίηση των ζώων

Το άρθρο 16 του ν.4039/2012 είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς με αυτή απαγορεύεται κάθε είδους κακοποίηση ζώων. Με την επιφύλαξη ειδικά προβλεπόμενων περιπτώσεων της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 απαγορεύεται ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ’ αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός. Η στείρωση του ζώου καθώς και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δεν θεωρείται ακρωτηριασμός.

Για την παραβίαση του άρθρου αυτού απειλούνται βαρύτατες ποινικές κυρώσεις, τις οποίες εξετάζουμε σε διαφορετικό σημείο.

Τραυματισμός συντροφιάς σε τροχαίο ατύχημα

Σε περίπτωση τραυματισμού ζώου συντροφιάς σε τροχαίο ατύχημα, ο υπαίτιος της πράξης αυτής, υποχρεούται να ειδοποιήσει άμεσα τον οικείο Δήμο, προκειμένου να παρασχεθεί στο τραυματισμένο ζώο η απαραίτητη κτηνιατρική φροντίδα.

Προσωρινή ή οριστική αφαίρεση των ζώων συντροφιάς

Στο άρθρο 19 προβλέπεται πως με εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα αφαιρείται προσωρινά ή οριστικά το ζώο συντροφιάς ή ζώο άλλης κατηγορίας από την κατοχή του παραβάτη των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 περιπτώσεις α’, β’ και γ’ και του άρθρου 16 και το ζώο παραδίνεται στο καταφύγιο αδέσποτων ζώων του αρμόδιου Δήμου ή σε ενδιαφερόμενη φιλοζωική εταιρεία ή σωματείο. Αν η μεταχείριση του ζώου είναι ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση και προκάλεσε ιδιαίτερο πόνο ή φόβο στο ζώο, η αφαίρεση είναι οριστική. Ο εισαγγελέας μπορεί επίσης με διάταξή του να απαγορεύσει την απόκτηση άλλου ζώου από τον παραβάτη.

Ποινικές κυρώσεις

Στο άρθρο 20 προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων του εν λόγω νόμου. Έτσι μεταξύ άλλων:

Οι παραβάτες των διατάξεων των περιπτώσεων γ’ (τήρηση κανόνων ευζωίας) και ε’ (απαγόρευση εγκατάλειψης) της παραγράφου 1 του άρθρου 5, καθώς και της παραγράφου α’ του άρθρου 16 (κακοποίηση ζώων) τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.»

Οι παραβάτες της διάταξης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 (αφαίρεση του μέσου ηλεκτρονικής σήμανσης από τον ιδιοκτήτη του ζώου συντροφιάς ή από άλλο πρόσωπο), καθώς και η κλοπή οποιουδήποτε ζώου συντροφιάς τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών και χρηματική ποινή μέχρι τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ενώ η κλοπή κυνηγετικού σκύλου ή σκύλου βοήθειας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ.

Διοικητικές κυρώσεις και πρόστιμα

Στο άρθρο 21 του 4039/2012 προβλέπεται ένα πλήθος περιπτώσεων, στις οποίες επιβάλλονται διοικητικά πρόστιμα για παράβαση διατάξεων του νόμου. Παρακάτω ακολουθούν οι περιπτώσεις εκείνες, που κρίθηκαν ως συνηθέστερες και σχετιζόμενες με τις υπόλοιπες αναπτύξεις:

ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟ
Μη εφαρμογή από τον ιδιοκτήτη,  τον  κάτοχο ή τον υπεύθυνο των ζώων, των κανόνων προστασίας και καλής μεταχείρισής τους  και μη τήρηση, από μέρους τους, των ειδικών  απαιτήσεων της περ. β του άρθρου 1, ώστε να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της ύπαρξής τους. 5.000 έως 15.000 ευρώ.
Παράλειψη εμπρόθεσμης σήμανσης και καταγραφής του ζώου συντροφιάς ή δήλωσης της απώλειας του ζώου συντροφιάς. 300 ευρώ
Παράλειψη τήρησης των κανόνων ευζωίας του ζώου συντροφιάς ή της  κτηνιατρικής εξέτασης του ζώου. 300 ευρώ
Μη κατοχή  ενημερωμένου βιβλιαρίου υγείας καθώς  και  μη κατοχή ενημερωμένου και θεωρημένου διαβατηρίου σε περίπτωση ταξιδιού στο εξωτερικό ή σε κάθε αλλαγή του ιδιοκτήτη ή του προσωρινού του κατόχου. 300 ευρώ
Εγκατάλειψη του ζώου χωρίς τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 5 παρ.1 περ. β και ε και αποφυγή στείρωσης χωρίς την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 5 παρ.1 περ. ζ. 300 ευρώ
Απουσία εν ισχύ αντιλυσσικού εμβολιασμού και μη τοποθέτηση της μεταλλικής κονκάρδας ή παράλειψη άμεσου καθαρισμού του περιβάλλοντος από τα περιττώματα του ζώου. 100 ευρώ
Παράλειψη τήρησης των κανόνων για τον ασφαλή περίπατο του σκύλου ή πρόκληση ζημιάς από σκύλο ή παράλειψη λήψης μέτρων πρόληψης της εξόδου του σκύλου από την ιδιοκτησία του κυρίου, κατόχου, συνοδού, φύλακα. 300 ευρώ
Δημοσίευση ή/και τοιχοκόλληση αγγελίας για ζώα συντροφιάς προς υιοθεσία ή δωρεάν παραχώρηση ή πώληση σε έντυπο, φυλλάδιο ή ιστοσελίδα χωρίς αναφορά του  αριθμού ηλεκτρονικής σήμανσής τους ή της μητέρας τους αν είναι ηλικίας μέχρι 60 ημερών. 300 ευρώ
Αφαίρεση του μέσου  ηλεκτρονικής σήμανσης από τον ιδιοκτήτη ή άλλο πρόσωπο ή τον κτηνίατρο. 3.000 ευρώ και αφαίρεση άδειας επαγγέλματος του κτηνιάτρου
Παράλειψη τήρησης των κανόνων ευζωίας, των υγειονομικών διατάξεων και των  αστυνομικών διατάξεων περί κοινής ησυχίας για ζώα συντροφιάς που διατηρούνται σε μονοκατοικίες και διαμερίσματα. Διατήρηση περισσότερων από 2 ζώων συντροφιάς σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, όπου ο κανονισμός απαγορεύει τη διατήρηση ζώων συντροφιάς. 300 ευρώ ανά ζώο
Διατήρηση και παραμονή ζώου σε κοινόχρηστο χώρο ή σε κήπο πολυκατοικίας. 300 ευρώ ανά ζώο
Μεταφορά ζώου συντροφιάς σε μέσο μαζικής μεταφοράς χωρίς τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 10 παρ.3. 300 ευρώ ανά ζώο
Κακοποίηση, βασανισμός, κακή ή βάναυση μεταχείριση ζώου καθώς και πώληση, εμπορία  και παρουσίαση-  διακίνηση μέσω Διαδικτύου οποιουδήποτε οπτικοακουστικού υλικού, στο οποίο απεικονίζεται  κάθε είδους σεξουαλική συνεύρεση με ζώα καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας ή θανάτωση μικρών ζώων με σκοπό το κέρδος και τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν ή συμμετέχουν σε αυτά. 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό
Εγκατάλειψη τραυματισμένου ζώου μετά από τροχαίο ατύχημα. 300 υρώ

Ειδικά θέματα περί διοικητικών κυρώσεων

Στο άρθρο 21 του 4039/2012 προβλέπεται ένα πλήθος περιπτώσεων, στις οποίες επιβάλλονται διοικητικά πρόστιμα για παράβαση διατάξεων του νόμου και, επιπλέον, δίνονται σημαντικές διευκρινίσεις σχετικά με την βεβαίωση, την αμφισβήτηση και την είσπραξη των προστίμων.

Συγκεκριμένα κατά τη διαπίστωση της παράβασης βεβαιώνεται επί τόπου από το αρμόδιο όργανο το προβλεπόμενο διοικητικό πρόστιμο και αντίγραφο της βεβαίωσης της παράβασης αποστέλλεται στην κτηνιατρική υπηρεσία του κατά τόπον αρμόδιου Δήμου και όπου αυτή δεν έχει συσταθεί στο Γραφείο Γεωργικής Ανάπτυξης του Δήμου ή στη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, για την επιβολή του βεβαιωθέντος προστίμου.

Ο παραβάτης έχει δικαίωμα να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών στον Προϊστάμενο της κτηνιατρικής υπηρεσίας του κατά τόπον αρμόδιου Δήμου και όπου αυτή δεν έχει συσταθεί στον Προϊστάμενο του Γραφείου Γεωργικής Ανάπτυξης του κατά τόπον αρμόδιου Δήμου, ή στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας προκειμένου να προβάλει τις αντιρρήσεις του. Η απόφαση, με την οποία εξετάζονται οι αντιρρήσεις, πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη με αναφορά στα συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία.

Αν δεν προβληθούν αντιρρήσεις ή αν απορριφθούν επικυρώνεται το διοικητικό πρόστιμο από τον Προϊστάμενο της Αρχής και καταβάλλεται κατά το ήμισυ μέσα σε δέκα ημέρες από τη βεβαίωση της παράβασης. Αν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, το διοικητικό πρόστιμο καταβάλλεται στον δικαιούχο Ο.Τ.Α. χωρίς έκπτωση, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη βεβαίωσή του.

Τα πρόστιμα από τις διοικητικές παραβάσεις, που δεν καταβλήθηκαν εντός της προθεσμίας των δύο (2) μηνών, βεβαιώνονται μετά την πάροδο του ανωτέρω διμήνου υποχρεωτικά εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών από τον οικείο Ο.Τ.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας του παραβάτη.

Σημαντικό είναι, επίσης, ότι σε περίπτωση διαρκούς παράβασης, αρμόδια υπηρεσία, που τη βεβαιώνει, ορίζει εύλογο χρόνο για την άρση της και αν ο παραβάτης δεν συμμορφωθεί επιβάλλει νέο πρόστιμο μετά από κάθε νέα βεβαίωση της παράβασης.

Εγκύκλιος 1/2013 του εισαγγελέα του ΑΠ » Αποσαφήνιση ζητημάτων που έχουν εγερθεί από την εφαρμογή του Ν. 4039/2012 περί προστασίας ζώων.»

Στην εγκύκλιο 1/2013 του εισαγγελέα του ΑΠ εντοπίζονται κατά την γνώμη μας τέσσερα σημαντικά στοιχεία:

α) Διευκρινίζεται ότι στην έννοια της κακοποίησης περιλαμβάνονται ενδεικτικά, η έλλειψη καταλύματος, το ακατάλληλο κατάλυμα ή τα στενά κλουβιά, η μόνιμη αλυσόδεση, η ακατάλληλη τροφή, η μόνιμη παραμονή σε μπαλκόνια, ταράτσες, η έλλειψη νερού ή νερού μη κατάλληλου, χώροι μη στεγνοί και καθαροί, προστατευόμενοι από τις καιρικές συνθήκες, η έλλειψη φροντίδας για κτηνιατρική περίθαλψη σε περίπτωση ασθενειών τους, αλλά και τον τακτικό εμβολιασμό και την αποπαρασίτωσή τους, η έλλειψη καθημερινής άσκησης και περιπάτου.

β) Τονίζεται πως η κακοποίηση ζώων συνιστά ένα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα για το οποίο δεν προσαπαιτείται η καταβολή του παραβόλου των 100 ευρώ, ως ισχύει για τα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, αλλά και η τήρηση της αυτοφώρου διαδικασίας, κρίνεται αναγκαία για τον κολασμό του εγκλήματος αυτού που έχει βαρύνουσα εγκληματική απαξία. (Σχετική η υπ αρ. 71377/12/396322, από 30-32012, εγκύκλιος, του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προς τις αστυνομικές αρχές της χώρας.)

γ) Διευκρινίζεται πως η παροχή τροφής και νερού σε αδέσποτα ζώα δεν παραβιάζει τις διατάξεις του ν.4039/2012, καθώς είναι μέσα στο πνεύμα σεβασμού κάθε έμβιας ύπαρξης για δικαίωμα στη ζωή, πρέπει όμως να τηρούνται συνθήκες καθαριότητας, η έλλειψη της οποίας ασφαλώς δημιουργεί ευθύνη.

δ) Γίνεται, τέλος, λόγος για το πολύ σημαντικό ζήτημα της αντιμετώπισης των εγκλημάτων σε βάρος των ζώων στα πλαίσια, ιδίως, του αυτοφώρου, όταν αυτό τελείται μέσω του διαδικτύου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας, με την παραγγελία του για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ιδίως μέσω της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ, παραγγέλλει την ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης να παράσχει τα στοιχεία του χρήστη, διεύθυνση κ.τ.λ., καθώς θεωρείται πως τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας (ip address) δεν υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επικοινωνία ή ανταπόκριση μεταξύ προσώπων, καθιερώνει την προστασία της επικοινωνίας με την έννοια της ανταλλαγής διανοημάτων, ειδήσεων, γνωμών και ειδικότερα αυτής που γίνεται εντός πλαισίων οικειότητας και ιδιωτικής επικοινωνίας, όπως έχει κρίνει η Ολ. ΑΠ 1/2001.

Εγκύκλιος 4/2014 του εισαγγελέα του ΑΠ

Με την εγκύκλιο 4/2014 του εισαγγελέα του ΑΠ δεν δίνεται ουσιαστικά κάποια νέα ερμηνεία διατάξεων του ν. 4039/2012, αλλά παραγγελία στους εισαγγελείς πρωτοδικών για άμεση εξέταση των καταγγελιών και εφαρμογή αυτοφώρου για το έγκλημα της κακοποίησης ζώων, όπως τυποποιείται στο άρθρο 16 του ν. 4039/2012.

Νομολογία για κακοποίηση ζώων

Μετά από τις εγκυκλίους του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά και την πίεση της κοινής γνώμης έχουν υπάρξει τα τελευταία χρόνια αρκετές καταδίκες σε βάρος όσων κακοποιούν ζώα συντροφιάς. Επειδή, όμως, οι ποινές που απειλεί το νόμο είναι βαριές σε ορισμένες οριακές περιπτώσεις τα δικαστήρια φαίνεται ότι εξαντλούν την επιείκεια τους. Μια τέτοια περίπτωση φαίνεται πως είναι και η υπ. αρίθμ’ 436/2016 του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης.

Στην συγκεκριμένη απόφαση εκρίθη η περίπτωση ενός ιδιοκτήτη σκύλων, ο οποίος τους άφησε για αρκετή ώρα σε κυτίο εντός του οχήματός του, το οποίο ήταν ιδιαίτερα ζεστό, προκειμένου να πραγματοποιήσει επίσκεψη στα πεθερικά του. Σύμφωνα με το δικαστήριο δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες άφησε τα δύο σκυλιά εντός του κυτίου δεν ήταν οι κατάλληλες καθόσον επρόκειτο για μεσημβρινές ώρες στην καρδιά του θέρους με υψηλή θερμοκρασία, αφού και ο ίδιος παραδέχθηκε πως είχε ζέστη. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κακοποίησης των δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς κατά το άρθρο 16 περ. α’ του Ν. 4039/2012, ως προς τα αντικειμενικά της στοιχεία.

Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του υπό κρίση αδικήματος της κακοποίησης δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς, απαιτείται δόλος του δράστη, έστω και ενδεχόμενος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέληση, ή έστω στην αποδοχή πραγμάτωσης των περιστατικών που συνιστούν την πράξη αυτή, δηλαδή την κακοποίηση δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκρινε πως ο κατηγορούμενος δεν άφησε τα σκυλιά εκτεθειμένα στις ακατάλληλες συνθήκες από πρόθεση, καθώς το γεγονός της σύντομης επίσκεψης στα πεθερικά του σε συνδυασμό με το ότι το όχημα του ήταν σταθμευμένο σε σκιά και το ότι το κυτίο μεταφοράς των σκυλιών αεριζόταν και το ότι ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος ότι είχαν νερό τα σκυλιά, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν δόλο του κατηγορουμένου αλλά επιδεικνύουν περισσότερο μια αμελή συμπεριφορά από την πλευρά του κατηγορουμένου.

Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ζώων συντροφιάς

Με τον ν. 2017/1992 έγινε κύρωση της «Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ζώων συντροφιάς”. Σύμφωνα με το προοίμιο της το κείμενό της συντάχθηκε αναγνωρίζοντας ότι το άτομο έχει μια ηθική δέσμευση να σέβεται όλα τα ζωντανά δημιουργήματα και διατηρώντας το πνεύμα των ιδιαίτερων δεσμών που υπάρχουν μεταξύ του ανθρώπου και των ζώων συντροφιάς, τα οποία συμβάλλουν στην αύξηση της ποιότητας ζωής και έχουν αξία για το κοινωνικό σύνολο.

Με τον άρθρο 20 παρ.4α του ν.4039/2012 ορίστηκε ότι οι παραβάτες των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 7, 9, 10 και 11 του ν. 2017/1992 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Τα άρθρα 3,4,7 και 9 έχουν ως εξής:

Άρθρο 3 (Βασικές αρχές για τη φυσική κατάσταση των ζώων)

  1. Κανείς δεν πρέπει να κάνει άσκοπα ένα ζώο συντροφιάς να πονά, να υποφέρει ή να αγωνιά.
  2. Κανείς δεν πρέπει να εγκαταλείπει ένα ζώο συντροφιάς.

Άρθρο 4 (Κατοχή)

  1. Κάθε άτομο, που έχει ένα ζώο συντροφιάς ή έχει δεχθεί να ασχοληθεί μ’ αυτό πρέπει να είναι υπεύθυνο για την υγεία και τη φυσική κατάστασή του.
  2. Κάθε άτομο, που έχει ένα ζώο συντροφιάς ή ασχολείται μ’ αυτό, πρέπει να του παρέχει τις εγκαταστάσεις, τις φροντίδες και την προσοχή, που λαμβάνουν υπόψη τους τις συνήθειές του, σύμφωνα με το είδος και τη φυλή του. Και κυρίως: α) να του παρέχει σε επαρκή ποσότητα, την τροφή και το νερό που χρειάζεται, β) να του παρέχει τις κατάλληλες δυνατότητες άσκησης, γ) να λαμβάνει όλα τα λογικά μέτρα για να μην το αφήσει να δραπετεύσει.
  3. Ένα ζώο δεν πρέπει να κρατείται σαν ζώο συντροφιάς εφόσον: α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, που αναφέρονται στην παραπάνω παράγραφο 2, ή εφόσον,β) παρότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, το ζώο δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην αιχμαλωσία.

Άρθρο 7 (Εκγύμναση)

Κανένα ζώο δεν πρέπει να γυμνάζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θίγεται η υγεία και η ευεξία του, κυρίως, πιέζοντάς το να ξεπεράσει τις ικανότητές του ή τη φυσική του δύναμη ή χρησιμοποιώντας τεχνητά μέσα που το πληγώνουν ή το κάνουν άσκοπα να πονά, να υποφέρει ή να αγωνιά.

Άρθρο 9 (Διαφημίσεις, θεάματα, εκθέσεις, διαγωνισμοί και παρόμοιες εκδηλώσεις)

  1. Τα ζώα συντροφιάς δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφημίσεις, θεάματα, εκθέσεις, διαγωνισμούς ή παρόμοιες εκδηλώσεις, εκτός αν: α) ο οργανωτής έχει δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε τα ζώα να τύχουν μεταχείρισης όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 και αν β) η υγεία τους και η φυσική τους κατάσταση δεν τίθεται σε κίνδυνο.
  2. Καμία ουσία δεν πρέπει να χορηγείται σε ένα ζώο συντροφιάς; καμία θεραπεία δεν πρέπει να του εφαρμόζεται, ούτε να χρησιμοποιείται καμία μέθοδος με το σκοπό να αυξηθεί ή να ελαττωθεί το φυσικό επίπεδο των ικανοτήτων του: α) κατά τη διάρκεια συναγωνισμού ή . β) σε κάθε άλλη στιγμή, αν αυτό μπορεί να επιφέρει κάποιο κίνδυνο στην υγεία και στην καλή φυσική κατάσταση αυτού του ζώου.

Με τον άρθρο 20 παρ.4α του ν.4039/2012 ορίστηκε ότι οι παραβάτες των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 7, 9, 10 και 11 του ν. 2017/1992 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Τα άρθρα 10 και 11 έχουν ως εξής:

Άρθρο 10 (Χειρουργικές επεμβάσεις)

  1. Οι χειρουργικές επεμβάσεις, που προορίζονται να τροποποιήσουν την εξωτερική εμφάνιση ενός ζώου συντροφιάς ή που προορίζονται για άλλους μη θεραπευτικούς σκοπούς πρέπει να απαγορευτούν και κυρίως: α) το κόψιμο της ουράς β) το κόψιμο των αυτιών γ) η τομή των φωνητικών χορδών δ) η αφαίρεση των νυχιών και των δοντιών.
  2. Δεν πρέπει να επιτραπούν εξαιρέσεις, ως προς αυτήν την απαγόρευση παρά μόνο: α) αν ένας κτηνίατρος κρίνει αναγκαία μία μη θεραπευτική επέμβαση είτε για λόγους κτηνιατρικούς, είτε προς όφελος ενός συγκεκριμένου ζώου β) για να εμποδίσει την αναπαραγωγή.
  3. α. Οι επεμβάσεις κατά τη διάρκεια των οποίων το ζώο θα υποστεί ή θα διακινδυνεύσει να αισθανθεί οδυνηρούς πόνους δεν θα πρέπει να πραγματοποιούνται παρά μόνο με αναισθησία και από έναν κτηνίατρο ή υπό τον έλεγχό του. β) Οι επεμβάσεις, που δεν είναι αναγκαίο να γίνονται με αναισθησία, μπορούν να πραγματοποιούνται από αρμόδιο άτομο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 11 (Θανάτωση)

  1. Μόνον ένας κτηνίατρος ή ένα άλλο αρμόδιο άτομο μπορεί να προβεί στη θανάτωση ενός ζώου συντροφιάς, εκτός από τις επείγουσες περιπτώσεις για να δοθεί τέλος στους πόνους ενός ζώου και εφόσον η βοήθεια ενός κτηνιάτρου ή ενός άλλου αρμόδιου προσώπου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί γρήγορα ή για κάθε άλλη επείγουσα περίπτωση, που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία. Κάθε θανάτωση πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατόν ελάχιστους φυσικούς ή ηθικούς πόνους λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες περιστάσεις. Η εκλεγείσα μέθοδος, εκτός από τις επείγουσες περιπτώσεις, πρέπει: α) είτε να αρχίζει με άμεση απώλεια των αισθήσεων και μετά το θάνατο β) είτε να αρχίζει με την χορήγηση μιας βαθειάς γενικής αναισθησίας που να την ακολουθεί μια διαδικασία, η οποία θα προκαλεί το θάνατο κατά βέβαιο και τελειωτικό τρόπο.

Το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη θανάτωση πρέπει να είναι σίγουρο ότι το ζώο είναι νεκρό προτού αρχίσει η αφαίρεση του δέρματός του.

  1. Οι παρακάτω μέθοδοι θανάτωσης πρέπει να απαγορευτούν: α) ο πνιγμός και άλλες μέθοδοι, που προκαλούν ασφυξία, αν αυτές δεν επιφέρουν τα αποτελέσματα, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στο β εδάφιο β) 1 Χρήση κάθε είδους δηλητηρίου η ναρκωτικού που η δόση και η εφαρμογή δεν μπορούν να ελεγχθούν κατά τρόπο ώστε να πραγματοποιηθούν τα αποτελέσματα, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γ) η ηλεκτρική εκκένωση, εφόσον αυτή δεν γίνεται με την άμεση απώλεια των αισθήσεων.