Πώληση μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα

ΕιρΑθ 2230/2020, ΤΠΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ (απόσπασμα)

Από τις διατάξεις έκθεμα των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του νόμου 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που κατάτο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο  κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 499/2017). Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να αξιώσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 540 § 1 αριθ. 1, 2 και 543 ΑΚ, τη διόρθωση του πράγματος ή τη μείωση του τιμήματος, διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ’ αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητας του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ. ΑΚ και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 1544/ 2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 638/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 383/2011 Αρμ. 2011. 945, ΕφΘ 394/ 2009 Αρμ 2010. 1337). Το δικαίωμα μειώσεως του τιμήματος είναι δικαίωμα διαπλαστικό και μπορεί να ασκηθεί είτε δικαστικά με αγωγή ή ένσταση (γνήσια ανατρεπτική), είτε εξώδικα με σχετική μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή, η οποία διαπλάσσει τη νέα έννομη κατάσταση και επιφέρει τα ενοχικά αποτελέσματα της από τη χρονική στιγμή που θα περιέλθει στον πωλητή. Έκτοτε, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, εφόσον το τίμημα κατεβλήθη ολοσχερώς από τον αγοραστή, να επιστρέφει σ’ αυτόν το τμήμα εκείνο του τιμήματος κατά το οποίο μειώθηκε τούτο με την άσκηση του παραπάνω διαπλαστικού δικαιώματος (ΑΠ 574/2005 Αρμ 2006. 67, ΕφΛ 142/2009 ΕπισκΕμπΔικ 2009. 500). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει την ηθική του βλάβη, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο από   πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε. Μόνη η αθέτηση προϋφιοτάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι ωστόσο δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς υπαιτίως ζημία σε άλλον (ΑΠ 1120/2005, ΕφΑΘ 302/2006). Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και αδικοπρακτικής ευθύνης του πωλητή, θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του, όπως συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να δημιουργήσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων (ΑΠ 737/2011, ΕφΑΘ 2561/2015, ΕφΑΘ 5137/2011, ΕφΑΘ 1274/2011 ΕφΠειρ 699/2014).

(…)

Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως η εναγομένη υποσχέθηκε στους αγοραστές την πλήρη και κανονική λειτουργία του άνω αυτοκινήτου, απαλλαγμένου τούτου πραγματικών ελαττωμάτων, που θα μείωναν την αξία και την χρησιμότητα του και ότι αυτό έφερε όλες τις συνομολογημένες ιδιότητες του, με βάση το εργοστάσιο κατασκευής του, τον τύπο του και την όλη λειτουργικότητα του, πιστοποιώντας σε ειδικό βιβλίο της ότι εγγυάται για διάστημα τριών (3) ετών, την ανυπαρξία σκουριάς στο αμάξωμα του οχήματος, το ότι αυτό ήταν ατρακάριοτο, ότι δεν έφερε  καμία μηχανική βλάβη και ότι είχε υποστεί βιολογικό καθαρισμό, με την προϋπόθεση ότι οι αγοραστές προέβαιναν σε τακτές προθεσμίες στη συστηματική, προγραμματισμένη συντήρηση του αυτοκινήτου στα συνεργεία της εναγομένης. Όμως το άνω αυτοκίνητο κατά την πώληση του έφερε πραγματικό ελάττωμα κεκαλυμμένο και δη βλάβη στον κινητήρα του, η οποία εμφανίστηκε τρεις μήνες από το χρόνο της πώλησης του και είχε ως συνέπεια την πρόκληση και περαιτέρω ζημιών του.

Yπαναχώρηση από σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας, σε περίπτωση υπαγωγής στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (εκουσία δικαιοδοσία) εξέτασε το ζήτημα της υπαναχώρησης του πωλητή από σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας, στην περίπτωση που ο αγοραστής έχει υπαχθεί με προσωρινή διαταγή στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (Ν. 3869/2010). Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση αυτή, η υπαναχώρηση από την σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη, διότι η χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή έχει ως συνέπεια την απαγόρευση κάθε μεταβολής της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος-αγοραστή καθώς και κάθε αλλοίωση ή μείωση της περιουσίας του, στην έννοια της οποίας εμπίπτει και το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος κυριότητας.

Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (εκουσία δικαιοδοσία).

«…Εν προκειμένω, με την υπ’αριθμ. 00047288 σύμβαση χορήγησης δανείου χρηματοδότησης αγοράς αυτοκινήτου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του αιτούντος ως αγοραστή, της πωλήτριας επιχείρησης ………………….. και της δεύτερης καθ’ης ως πιστώτριας, ο αιτών αγόρασε το κατωτέρω αναφερόμενο δίκυκλο όχημα από την πωλήτρια επιχείρηση έναντι τιμήματος ύψους 4.000€, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλει στην πωλήτρια επιχείρηση η δεύτερη καθ’ης – πιστώτρια τράπεζα. Επιπλέον, ως αναλύεται και ανωτέρω, μετά την καταβολή της χρηματοδότησης στον πωλητή, συμφωνήθηκε ρητώς η μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης της πώλησης από την πωλήτρια επιχείρηση στη δεύτερη καθ’ης, το δε όχημα παραδόθηκε στον αγοραστή-αιτούντα μόνο κατά την κατοχή και χρήση του, υπό τον όρο παρακράτησης της κυριότητας και νομής του μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 84 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης αποπληρωμής των δόσεων, η πιστώτρια τράπεζα θα είχε το δικαίωμα αφενός να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης και να αξιώσει την παράδοση του ανωτέρω οχήματος και αφετέρου να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, της δε καταγγελίας έχουσας ως συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του δανείου, ήτοι και οι μελλοντικές δόσεις του, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι το μέρος του δανείου που θα είχε αποπληρωθεί μέχρι την αφαίρεση του οχήματος θα θεωρείται μίσθωμα για τη χρήση του και αποζημίωση για τη φθορά του οχήματος (ιδ. όρους 1.7, 1.9 και 1.10 συμβάσεως). Η δεύτερη καθ’ ης μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αίτηση αίτησης, ήτοι μέχρι την 21-4-2015 δεν είχε υπαναχωρήσει από την ανωτέρω σύμβαση πώλησης, υπαναχώρησε δε την 18.9.2018, ήτοι μία μέρα πριν την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως, επιδίδοντας στον αιτούντα τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2406/18-9-2018 αγωγή της, με την οποία κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση και υπαναχώρησε από τη σύμβαση πωλήσεως (ιδ. προσκομιζόμενη αγωγή και υπ’αριθμ. 7057Β/18-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Παππά). Η υπαναχώρηση ωστόσο αυτή είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην επί της υπό κρίση αιτήσεως χορηγηθείσα από 12.9.2016 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Ιλίου, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος και κάθε αλλοίωση ή μείωση αυτής. Δεδομένου ότι το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος κυριότητας του ως άνω οχήματος συνιστά περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω περί δυνατότητας ελέγχου της υπαναχωρήσεως ως καταχρηστικής κατ’άρθρο 281 ΑΚ στα πλαίσια της παρούσης, η δεύτερη καθ’ης, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος, θα μετέχει κανονικά στη ρύθμιση και υποχρεούται να αποδεχθεί την εκπλήρωση της σύμβασης, όπως αυτή θα διαμορφωθεί ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού, καθώς και τον τρόπο και χρόνο πληρωμής του από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν.3869/2010. Περαιτέρω, το κατωτέρω αναφερόμενο δίκυκλο όχημα θα εξαιρεθεί από την εκποίηση, καθώς ο αιτών έχει απλή κατοχή και χρήση αυτού και, ως εκ τούτου, το παραπάνω αναφερόμενο όχημα δεν αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο (βλ. και την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας στην οποία εμφαίνεται η παρακράτηση κυριότητας), πλην όμως σε περίπτωση τήρησης της παρούσας ρυθμίσεως θα καταστεί στο μέλλον κύριος και νομέας αυτού, ως αναλύεται και ανωτέρω…»