Ζητήματα  οικογενειακού δικαίου – πρακτικός οδηγός 2021-2022

Όποιος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση οικογενειακού δικαίου καλείται να αντιμετωπίσει εκτός από τα διάφορα νομικά ζητήματα και ορισμένα πρακτικά προβλήματα, που είναι συχνά πρωτόγνωρα, βαθύτατα προσωπικά και με μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο. Για τον λόγο αυτόν είναι σημαντικό να κρατά κανείς την ψυχραιμία του, να λαμβάνει έμπειρη καθοδήγηση και να πράττει εγκαίρως όσα είναι αναγκαία για την επιτυχημένη έκβαση της υποθέσεώς του. Το κείμενο που ακολουθεί δεν περιέχει νομικές συμβουλές, αλλά μια εμπειρική περιγραφή της καταστάσεως με την οποία έρχεται, συνήθως, αντιμέτωπος, όποιος εμπλέκεται σε μια υπόθεση οικογενειακής φύσης.

 Στοιχεία επικοινωνίας

logo

Το γραφείο μας διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση προκειμένου να προβαίνει στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση οικογενειακών διαφορών. Με σεβασμό προς του εντολείς μας ξεκινάμε πάντα επιδεικνύοντας συμβιβαστικό πνεύμα και επιδιώκοντας την βέλτιστη λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Διαθέτουμε, όμως, και την ετοιμότητα να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και αξιοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα κάθε είδους φαινόμενα αδιαλλαξίας, εκβιασμών και κακοποίησης. Έχοντας, μάλιστα, ασχοληθεί με αρκετές και συχνά περίπλοκες υποθέσεις διαζυγίων, διατροφών, ενδοοικογενειακής βίας και αγωγών για συμμετοχή στα αποκτήματα έχουμε αναπτύξει μεγάλη ευαισθησία σε υποθέσεις οικονομικής κακοποίησης.

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Παρακάτω, παρατίθενται σε χωριστές ενότητες ορισμένες από τις σημαντικότερες  προβληματικές στον τομέα του οικογενειακού δικαίου.

Α. Πρακτικός οδηγός επιβίωσης σε υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου

Η εμπειρία μας σε τέτοιου είδους υποθέσεις μας έχει διδάξει ότι τα σημεία κλειδιά, που μπορούν να είναι καθοριστικά για την αίσια έκβαση μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου, είναι τα εξής:

  • Ασφάλεια

Όταν έχουν λάβει χώρα περιστατικά κακοποίησης, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, προκειμένου οι ενεργούμενες νομικές ενέργειες να μην οδηγήσουν σε κάποιο επικίνδυνο ξέσπασμα του άλλου μέρους. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχει οποιαδήποτε απειλή ή βίαιη συμπεριφορά, θα πρέπει να καλείται άμεσα η αστυνομία και να ζητείται η καταγραφή του επεισοδίου στο βιβλίο συμβάντων του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος.

  • Ψυχολογία

Ο ψυχολογικός παράγοντας είναι εξαιρετικά σημαντικός στις υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου, αφού πρόκειται, συνήθως, για έναν αγώνα αντοχής. Το διακύβευμα είναι υψηλό, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι κάποιες φορές δυσκίνητο και οι αντίδικοι συχνά εκτοξεύουν ύβρεις και απειλές σε εκείνον, που τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να υπάρχουν κάποια πρόσωπα του ευρύτερου συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος, τα οποία έχουν επίγνωση της καταστάσεως και είναι πρόθυμα να επέμβουν υποστηρικτικά.

Ειδικά για τις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο η γραμμή SOS 15900, την οποία στελεχώνουν ψυχολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, που παρέχουν άμεση βοήθεια σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας. Λειτουργούν, ακόμα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας ξενώνες προσωρινής φιλοξενίας για τα θύματα έμφυλης βίας και τα παιδιά τους.

  • Εύρεση και διαφύλαξη εγγράφων

Από την στιγμή, που καταστεί σαφές πως μια οικογενειακή διαφορά πρόκειται να οδηγηθεί στις δικαστικές αίθουσες, είναι απαραίτητη η έναρξη συλλογής των εγγράφων εκείνων, που είναι κρίσιμα για την απόδειξη των επίδικων ισχυρισμών (πχ ενδεχόμενες παλαιότερες καταγγελίες στην αστυνομία, τραπεζικά και δημόσια έγγραφα). Δυστυχώς, είναι συχνό το φαινόμενο οι αντίδικοι στις οικογενειακές διαφορές να προσπαθούν να εξαφανίσουν τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου ο προσφεύγων στην δικαιοσύνη να βρεθεί σε κατάσταση αποδεικτικής αδυναμίας.

Χρήσιμο, επίσης, είναι να συλλέγονται κάποια δημόσια έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με την προσωπική, οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος και να γίνεται μια συνοπτική καταγραφή του ιστορικού της υποθέσεως, όσο δύσκολο κι αν είναι να εκθέτει κανείς τις ευαίσθητες αυτές πτυχές της προσωπικής του ζωής.

  • Εξασφάλιση μαρτύρων

Η ύπαρξη μαρτύρων σε οικογενειακές υποθέσεις είναι πολύτιμη, ιδίως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συχνά οι καλύτεροι μάρτυρες είναι στενοί συγγενείς του αιτούντος, οι οποίοι εξαιτίας της ιδιότητάς τους είναι και άμεσα ενημερωμένοι για τα επίδικα ζητήματα.

Οι μάρτυρες πρέπει να ειδοποιούνται εγκαίρως, ώστε να είναι χρονικά διαθέσιμοι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και κατάλληλα προετοιμασμένοι, έτσι ώστε να μην “τα χάσουν” από την ενδεχόμενη πίεση των αντιδίκων, αλλά και από το άγχος, που δημιουργείται αναγκαστικά από την παρουσία στις δικαστικές αίθουσες.

Επειδή, τέλος, οι μάρτυρες είναι, συχνά, διστακτικοί να εμπλακούν σε οικογενειακές υποθέσεις, απαιτείται υπομονή και μετριοπάθεια στην προσέγγισή τους.

  • Προετοιμασία και έγκαιρη επικοινωνία με δικηγόρο

Παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση, που συνοδεύει αναπόφευκτα κάθε υπόθεση οικογενειακού δικαίου, είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι παρορμητικές ενέργειες, καθώς ενδέχεται μια καλοπροαίρετη αυθόρμητη ενέργεια να έχει δυσμενείς συνέπειες κατά την δικαστική εκτίμηση της υποθέσεως. Ειδικά, μάλιστα, όταν η αντιδικία αφορά και στην επιμέλεια ανηλίκων τέκνων οι δικαστικές αρχές αξιολογούν ιδιαίτερα θετικά μια συνολικά ψύχραιμη στάση εκ μέρους του διαδίκου.

Κομμάτι της ψύχραιμης αυτής αντιμετώπισης αποτελεί και η έγκαιρη λήψη νομικών συμβουλών, αφού η προετοιμασία μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου απαιτεί χρόνο. Ειδικά, μάλιστα, όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσπάθεια του αντιδίκου του να επιτύχει τον δικαστικό αιφνιδιασμό του ζητώντας, λόγου χάρη, την έκδοση προσωρινής διαταγής, τότε η επικοινωνία του με τον νομικό του σύμβουλο θα πρέπει να είναι άμεση.

  • Έγκαιρη προσφυγή στη δικαιοσύνη

Όπως θα αναφέρουμε αναλυτικότερα παρακάτω, η καθυστέρηση στην εκδίκαση οικογενειακών υποθέσεων -ειδικά από τα δικαστήρια των Αθηνών- έχει προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στους θεσμούς των «ασφαλιστικών μέτρων» και της «προσωρινής διαταγής». Πρόκειται για διαδικασίες ταχύτατης εκδίκασης των οικογενειακών υποθέσεων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις προσφέρουν σημαντικές λύσεις. Έχουν, όμως, ως προαπαιτούμενό τους την ύπαρξη «κατεπείγοντος». Αυτό σημαίνει πως ο δικαστής πρέπει να πειστεί πως συντρέχει μια επείγουσα περίπτωση, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Έτσι, όσο περισσότερο καθυστερεί κανείς να απευθυνθεί στη δικαιοσύνη τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζει να απορριφθεί η αίτησή του για χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων και προσωρινής διαταγής λόγω «ελλείψεως κατεπείγοντος».

Για παράδειγμα η αίτηση για τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινής διαταγής μπορεί να απορριφθεί αν κριθεί πως μια κατάσταση έχει παγιωθεί ή αν έχει περάσει πολύς χρόνος από τα περιστατικά, που αναφέρονται στην αίτηση.

Αυτά είναι κατά την γνώμη μας τα θεμέλια για τον επιτυχή χειρισμό μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου στα αρχικά της στάδια.

Πρέπει όμως στα παραπάνω να προσθέσουμε και ένα έβδομο, μεταγενέστερο βήμα, που είναι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.

Στο πεδίο του οικογενειακού δικαίου είναι, δυστυχώς, συνηθισμένο ο «νικητής» μιας δικαστικής διαμάχης να δέχεται πιέσεις ή εκβιασμούς ώστε να μην εκτελέσει την δικαστική απόφαση. Το να υποκύψει, όμως, κανείς σε τέτοιου είδους πιέσεις δημιουργεί περισσότερα προβλήματα μακροπρόθεσμα, καθώς αδυνατίζει τη θέση εκείνου, που δεν εκτελεί την απόφαση, και δεν συμβάλει στην οριστική διευθέτηση του προβλήματος.

Εννοείται πως είναι διαφορετικό ζήτημα η επίτευξη ενός ειλικρινούς συμβιβασμού, ο οποίος, αν επικυρωθεί μέσω μιας δικαστικής απόφασης, μπορεί να καλύψει αμφότερα τα μέρη και να λήξει την αντιδικία.

Β. Συνήθη προβλήματα ανακύπτοντα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις

Β.1. Κακοποίηση και ψυχολογική πίεση για την συνέχιση τοξικών σχέσεων

Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουμε κάποιον, ο οποίος βρίσκεται ή βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μία τοξική ή κακοποιητική σχέση. Στις περιπτώσεις αυτές από το μυαλό όλων όσοι λειτουργούμε ως εξωτερικοί παρατηρητές περνά η εξής ερώτηση: “Για ποιον λόγο αυτός ο άνθρωπος δεν δίνει ένα τέλος; Πώς είναι δυνατόν ένας αξιοπρεπής και θαρραλέος άνθρωπος να ανέχεται τέτοιου είδους αντιμετώπιση;”

Ένας σκέλος του προβλήματος έχει να κάνει με την ψυχολογία του θύματος της κακοποίησης, το οποίο ζώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα νοσηρό περιβάλλον ξεκινά να εσωτερικεύει τα αρνητικά σχόλια, που δέχεται, να θεωρεί πως δεν υπάρχει διέξοδος από την κατάσταση, την οποία βιώνει, και να πιστεύει πως το ίδιο ευθύνεται για την κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί και αναπαράγεται. Η παραπάνω κατάσταση επιτείνεται, φυσικά, όταν υπάρχει ο φόβος μιας βίαιης αντίδρασης εκ μέρους του άλλου προσώπου και όταν έχουν δημιουργηθεί δεσμά συναισθηματικής ή οικονομικής εξάρτησης.

Ένα άλλο σκέλος έγκειται στα κοινωνικά στερεότυπα, που ακόμα και σήμερα δημιουργούν ισχυρές πιέσεις, ειδικά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες βρίσκονται σε έναν γάμο ή μια σχέση. Πράγματι, πολύ συχνά, ακόμα και τα θύματα σφοδρής ενδοοικογενειακής βίας, δέχονται πιέσεις να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στην σχέση τους” και “να μην διαλύσουν το σπίτι και την οικογένειά τους”. Ο μύθος, μάλιστα, αυτός, ότι, δηλαδή, ένα διαζύγιο ή ένας χωρισμός θα επιφέρουν “διάλυση της οικογένειας” υπό την έννοια ότι θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα ανήλικα τέκνα της οικογενείας είναι, ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα διαδεδομένος στην ελληνική κοινωνία.

Η αλήθεια είναι, όμως, πως δύο γονείς διαζευγμένοι ή χωρισμένοι μπορούν κάλλιστα να έχουν άριστη συνεννόηση μεταξύ τους, να επικοινωνούν με τα τέκνα τους και να συνάπτουν μαζί τους βαθιές σχέσεις αγάπης, ενώ υπάρχουν και ειδικοί, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν τους ανηλίκους να ανταπεξέλθουν στις νέες συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής χωρίς να τραυματιστούν ψυχικά.

Αντίθετα, είναι δεδομένο πως, όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον βίας και κακοποίησης, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να αναπτύξουν αισθήματα ανησυχίας και έντονου άγχους, αυτοενοχοποίησης, φόβου για το μέλλον και να εμφανίσουν διαταραχές της ψυχικής και συναισθηματικής τους υγείας. Επιπλέον, διαπαιδαγωγούνται με στρεβλά πρότυπα μαθαίνοντας πως η κακοποίηση των αγαπημένων τους προσώπων είναι μια κατάσταση φυσιολογική και πως αποτελεί έναν αποδεκτό τρόπο συμπεριφοράς.

Η απομάκρυνση, λοιπόν, από μια τοξική και κακοποιητική σχέση δεν είναι μονάχα μια πράξη εξαιρετικού θάρρους, που απελευθερώνει το ίδιο το θύμα της κακοποίησης, αλλά και μία κίνηση φροντίδας απέναντι στα ανήλικα τέκνα του.

Β.2. Μια σύγχρονη πρόκληση: Η οικονομική κακοποίηση

Η βία που ασκείται εντός της οικογένειας δεν περιορίζεται, ως γνωστόν, στην φυσική επίθεση (σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), αλλά περιλαμβάνει και συμπεριφορές, όπως είναι η ψυχολογική – συναισθηματική βία και η οικονομική αποστέρηση. Η οικονομική αποστέρηση είναι μια μορφή ελέγχου, η οποία έχει ως σκοπό να παγιδεύσει το πρόσωπο που την υφίσταται σε μια σχέση κακοποίησης. Πρόκειται δηλαδή για μία εξαιρετικά αποτελεσματική μορφή ελέγχου, αφού επιτυγχάνεται η αποδυνάμωση και η απομόνωση του θύματος της κακοποίησης, το οποίο αισθάνεται πως στερείται κάθε ευκαιρίας διαφυγής.

Η οικονομική αποστέρηση χρησιμοποιείται αρκετά συχνά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες ασχολούνται με τα οικιακά και δεν έχουν δική τους, ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το θύμα της κακοποίησης αναγκάζεται είτε να παρακαλά προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα χρήματα για την κάλυψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών είτε να ζει με τον φόβο ότι αναστατώνοντας τον θύτη της κακοποίησης, θα μειώσει την ικανότητα του να εργάζεται και να εξασφαλίζει το οικογενειακό εισόδημα.

Θύματα οικονομικής αποστέρησης, όμως, είναι συχνά και πρόσωπα, τα οποία εργάζονται και έχουν ανεξάρτητες πηγές εισοδήματος. Στις περιπτώσεις αυτές ο θύτης της κακοποίησης τους στερεί πρωταρχικά την ικανότητα διαχείρισης των χρημάτων αυτών, όπως και των οικογενειακών εισοδημάτων. Έτσι, το θύμα της κακοποίησης αδυνατεί να λαμβάνει αποφάσεις ως ελεύθερο και ενήλικο άτομο και αναγκάζεται να καταφεύγεις σε παζαρέματα, κολακείες και ατέρμονες συζητήσεις ακόμα και για τις πλέον στοιχειώδεις οικονομικές αποφάσεις.

Επιπλέον, επειδή οι οικογενειακές αποταμιεύσεις βρίσκονται υπό τον έλεγχο του προσώπου, που ασκεί την κακοποίηση, το θύμα της κακοποίησης έχει συχνά μεγάλες πρακτικές δυσκολίες στην εξεύρεση διεξόδου. Ειδικά, μάλιστα, όταν υπάρχουν και ανήλικα τεκνά, ο φόβος πως ένα διαζύγιο θα μειώσει το βιοτικό τους επίπεδο είναι συχνά καθηλωτικός.

Δυστυχώς, τα παραπάνω φαινόμενα έχουν μεγάλη έκταση στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία και πρέπει να τονιστεί ότι αφορούν και οικογένειες, που στον κοινό νου χαρακτηρίζονται ως υπεράνω υποψίας. Έτσι δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ο ένας εκ των δύο συζύγων, ο οποίος είναι και θύτης σωματικής και ψυχολογικής βίας, να μην εκπληρώνει τις συζυγικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, κατορθώνοντας να αποταμιεύσει σημαντικά ποσά, τα οποία τοκίζονται και πολλαπλασιάζονται.

Τα ποσά αυτά, τα οποία προέρχονται από τις κοινές οικογενειακές οικονομίες, τοποθετούνται στην συνέχεια στο τραπεζικό σύστημα προς το συμφέρον τάχα της οικογένειας και με σκοπό την φροντίδα των τέκνων, αλλά και των ίδιων των συζύγων. Μόλις, όμως, το θύμα της κακοποίησης, ξεκινά τις προσπάθειές του να διακόψει την έγγαμη συμβίωσή, ο θύτης οικειοποιείται όλες τις οικογενειακές αποταμιεύσεις επιδιώκοντας να εξοντώσει οικονομικά το θύμα του, να το αναγκάσει να επιστρέψει κοντά του και να το εκδικηθεί για την απόφασή του. Το σχέδιο αυτό, μάλιστα, συχνά το έχει έντεχνα προετοιμάσει, φροντίζοντας να αδειάσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, όλους τους κοινούς οικογενειακούς λογαριασμούς και να τοποθετήσει όλες τις οικογενειακές οικονομίες σε λογαριασμούς, που ελέγχονται αποκλειστικά από εκείνον.

Εν προκειμένω η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία έγκειται στην επιτηδειότητα ορισμένων θυτών κακοποίησης, οι οποίοι χρησιμοποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και διάφορα τεχνάσματα προκείμενου να συγκαλύψουν τα ίχνη τους. Ως παράδειγμα αναφέρεται το άνοιγμα πολλών διαφορετικών λογαριασμών, το ξαφνικό τους κλείσιμο και το άνοιγμα νέων στη θέση τους με μηδενικό υπόλοιπο, η χρήση πλαστών εξουσιοδοτήσεων για το άνοιγμα και το κλείσιμο προθεσμιακών καταθέσεων και η χρήση άλλων συγγενών ως παρένθετων προσώπων ή συνδικαιούχων. Σε κάθε περίπτωση γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση στο θύμα.

B.3. Διαφωνία ως προς τον καθορισμό της επιμέλειας και της διατροφής

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξεύρεση του γονέα εκείνου που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλόλητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλόλητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάστασή τους.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Όσον αφορά στο μέτρο της διατροφής, αυτό προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Για τον προσδιορισμό της διατροφής χρήσιμη ενδέχεται να είναι η γνωστοποίηση από τις Δ.Ο.Υ. των σχετικών με την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς διατροφή προσώπων πληροφοριών.

Β.4. Ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης

Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για την κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος.

Πρόκειται για μια ρύθμιση, η οποία κατεξοχήν εξυπηρετεί το να μην αλλάξουν περιβάλλον τα ανήλικα τέκνα σε περίπτωση διάστασης των γονέων τους. Εφαρμόζεται, όμως, και σε περιπτώσεις συζύγων χωρίς ανήλικα τέκνα, όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας.

Β.5. Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή “συνεπιμέλειας” μέχρι πρότινος

Η απολύτως κρατούσα πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ των γονέων ήταν, μέχρι πρότινος, η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στον έναν εκ των δύο γονέων. Η συγκεκριμένη λύση ήταν προβληματική στον βαθμό που μπορούσε να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη αποξένωση των ανηλίκων τέκνων από τον έναν γονέα, κάτι που τραυματίζει ψυχικά ολόκληρη την οικογένεια. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος να αισθάνεται ο ένας εκ των δύο γονέων αδικημένος και εξ αφορμής του γεγονότος αυτού να μετατραπούν οι οικογενειακές σχέσεις σε αντικείμενο φανατισμένης αντιδικίας και μίσους.

Εξαιτίας των παραπάνω προτάθηκε με σοβαρά επιχειρήματα η πρόταξη της κοινής επιμέλειας ή συνεπιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Η λύση αυτή είναι πράγματι κατάλληλη, όταν υπάρχουν σχέσεις ομαλής συνεργασίας μεταξύ των γονέων και όταν οι συνθήκες διαβίωσής τους επιτρέπουν την τακτική και απρόσκοπτη μεταξύ τους συνεννόηση για τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους. Η ευρεία εφαρμογή της, όμως, απαιτεί μια αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να γίνει κατανοητό πως δύο άνθρωποι, που ως ζευγάρι αποδείχτηκαν ασύμβατοι και ενδεχομένως κακή επιρροή ο ένας για τον άλλον, μπορούν, αλλά και πρέπει να είναι καλοί και συνεννοήσιμοι γονείς.

 Β.6. Ο νέος νόμος και η συνεπιμέλεια

Ο νόμος 4800/2021 ορίζει, καταρχήν, τη συνέχιση της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο. Οι γονείς, όμως, έχουν το δικαίωμα να προβούν σε διαφορετική ρύθμιση, αν συμφωνούν.

Σε περίπτωση διαφωνίας, μη τήρησης των συμφωνηθέντων ή αδιαφορίας από τον έναν γονέα υπάρχει, ασφαλώς, το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου αλλά και τη γνώμη του ίδιου του ανηλίκου (ανάλογα με την ωριμότητά του) μπορεί:

  • Nα κατανείμει (σε χρονικούς ή λειτουργικούς συνδυασμούς) την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων.
  • Να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής στα κατ’ ιδίαν θέματα, όπου υπάρχουν διαφωνίες.
  • Να αναθέσει συνολικά την άσκηση της γονικής μέριμνας στον έναν γονέα.

Σε καμία περίπτωση, λοιπόν, η συνεπιμέλεια (ή η εναλλασσόμενη κατοικία) δεν κατέστη υποχρεωτική. Αντίθετα, η καταλληλόλητα της συγκεκριμένης λύσης (η οποία δεν αποκλείει την ενδεχόμενη υποχρέωση για καταβολή διατροφής!) εξετάζεται κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε επιμέρους υπόθεσης.

Ο νομοθέτης, όμως, προέβη σε τρεις ιδιαίτερα σημαντικές ρυθμίσεις, που έχουν ως στόχο τη διατήρηση των δεσμών του ανηλίκου τέκνου με αμφότερους τους γονείς τους:

Συναπόφαση σε σημαντικές αποφάσεις

Ορίζεται ρητά πως όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού.

Μαχητό τεκμήριο επικοινωνίας του 1/3 του συνολικού χρόνου του παιδιού

Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο 1/3 του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου.

Φραγμός στην αλλαγή διαμονής του παιδιού

Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται έγγραφη συμφωνία των γονέων ή δικαστική απόφαση.

Β.7. Η νέα ρύθμιση για τα τέκνα, που γεννήθηκαν εκτός γάμου

Σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του προγενέστερου δικαίου η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στη μητέρα του. Όταν το τέκνο, όμως, αναγνωρίζεται εκούσια ή δικαστικά με αγωγή που άσκησε ο πατέρας, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, την οποία ασκεί από κοινού με τη μητέρα.

Πρόκειται για μια νομοθετική μεταρρύθμιση, η οποία ήταν απολύτως δικαιολογημένη, καθώς υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ο πατέρας ήταν «φορέας» της γονικής μέριμνας, αλλά δεν την ασκούσε ουσιαστικά. Πρακτικά, δηλαδή, δεν ήταν κατοχυρωμένος εκτός κι αν προσέφευγε στα δικαστήρια. Επρόκειτο για μια άδικη και αναχρονιστική ρύθμιση.

Β.8. Επικοινωνία μεταξύ γονέων και τέκνων μέσω βιντεοκλήσης

Σε πρόσφατες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε προγράμματα, όπως το skype, τα οποία επιτρέπουν την οπτική επαφή μεταξύ των χρηστών τους έχοντας για τον λόγο αυτό ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κλασική τηλεφωνική επικοινωνία. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας με την χρήση των καταλλήλων προγραμμάτων σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες.

Επιπλέον, ορίζεται πως ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, θα πρέπει να φροντίζει ώστε εκείνο να βρίσκεται τις συγκεκριμένες ώρες και ημέρες σε κατάλληλο χώρο με πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.ο.κ.  Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η ωριμότητα του ανηλίκου προκειμένου να γίνεται ορθή και ασφαλής χρήση των απαραιτήτων ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικού υπολογιστή, tablet ή κινητού).

Συμπερασματικά, η επικοινωνία με τη χρήση τεχνολογικών μέσων θεωρείται από την πρόσφατη νομολογία ως ένα μέτρο, το οποίο μπορεί να συμβάλει στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ γονέων και ανηλίκων τέκνων, χωρίς να αντικαθιστά την φυσική μεταξύ τους επαφή. Σε περιπτώσεις, όμως, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών η φυσική επαφή είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδύνατη, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Γ. Προσφυγή στην δικαιοσύνη: προσωρινή διαταγή και δικαστικός αιφνιδιασμός

Η βραδύτητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης καθιστά συχνά αναγκαία την αναζήτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Στα δικαστήρια, όμως, ειδικά των αστικών κέντρων, ο προσδιορισμός της συζήτησης των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και η έκδοση αποφάσεων επί αυτών,  λαμβάνουν χώρα ορισμένους μήνες μετά την αίτηση.

Για τον λόγο αυτό συνηθίζεται στις αιτήσεις για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων να περιλαμβάνεται και αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής με σκοπό την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί των αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων. Για παράδειγμα με προσωρινή διαταγή μπορεί να ρυθμιστεί προσωρινά η επιμέλεια ενός ανηλίκου τέκνου, η διατροφή του, αλλά και η παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στον γονέα εκείνο, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου.

Η κοινωνική αναγκαιότητα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι δεδομένη, καθώς  το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία προϋποθέτει ότι πρέπει να υφίστανται τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση σοβαρών και άλλως αναπότρεπτων κινδύνων.

Από την άλλη, όμως, επισημαίνεται πως μια δικαστική κρίση, η οποία λαμβάνεται ταχύτατα και, συχνά, χωρίς την ακρόαση μαρτύρων ή την ενδελεχή μελέτη εγγράφων, δεν φέρει τα απαραίτητα εχέγγυα ορθότητας. Επιπλέον, ενδέχεται να γίνει κατάχρηση του θεσμού από τον αιτούντα, που αποσκοπεί στον δικαστικό αιφνιδιασμό του αντιδίκου του και στην δημιουργία τετελεσμένων.

Πράγματι πολλές φορές ο καθ’ ού η αίτηση για χορήγηση προσωρινής διαταγής κλητεύεται προ ελαχίστων ημερών ή και ωρών για να εμφανιστεί στο γραφείο του αρμοδίου Δικαστή και έχει ελάχιστο χρόνο προκειμένου να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά μέσα και να προετοιμάσει την άμυνά του.

Νομικές δυνατότητες άμυνας υπάρχουν κατά του καταχρηστικού δικαστικού αιφνιδιασμού, αλλά είναι απαραίτητο και οι ίδιοι οι Δικαστές να έχουν συνείδηση της ευθύνης τους και να με προσοχή να εξετάζουν τις αιτήσεις, που έρχονται ενώπιον τους, προκειμένου να χορηγούν προσωρινή διαταγή μονάχα στις περιπτώσεις εκείνες, που υφίσταται ένας πραγματικός κίνδυνος, αλλά και επαρκή στοιχεία για την πιθανολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του αιτούντος. Η κατάσταση είναι σαφώς βελτιωμένη στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και σε αυτές ο μεγάλος φόρτος εργασίας των δικαστηρίων και η ταχύτητα της διαδικασίας μπορούν να οδηγήσουν σε σφάλματα, αν η προετοιμασία δεν είναι απολύτως άρτια.

Δ. Διαζύγιο και περιουσιακές σχέσεις συζύγων

Δ.1. Συναινετικό διαζύγιο

Το συναινετικό διαζύγιο είναι ο πλέον γρήγορος και οικονομικός τρόπος για τη λύση της έγγαμης συμβίωσης, εφόσον υπάρχει σχετική έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η οποία, αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, θα πρέπει υποχρεωτικά να ρυθμίζει την επιμέλεια, την επικοινωνία με αυτά και τη διατροφή τους.

Πλέον εκδίδεται ενώπιον συμβολαιογράφου με αποτέλεσμα να αποτελεί μια ταχύτατη διαδικασία. Η έγγραφη συμφωνία των συζύγων αρχικά έπρεπε να υπογραφεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Ήδη η σχετική διαδικασία (βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής) γίνεται στα ΚΕΠ, ενώ στο προσεχές μέλλον προβλέπεται η λειτουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας μέσω taxisnet.

Δ.2. Διαζύγιο με αντιδικία

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη.

Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

Δ.3. Διατροφή μεταξύ εν διαστάσει συζύγων

Οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας. Όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούται και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Ενώ, όμως, όταν υπάρχει συμβίωση, οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται, όταν διακόπτεται η συμβίωση χωρεί ένα είδους συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, υπό την έννοια ότι δικαιούχος είναι τελικά μόνο εκείνος ο σύζυγος, ο οποίος όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς.

Δ.4. Αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα

Σύμφωνα με τον νόμο, αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται, ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Έτσι, η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων και γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ως αύξηση νοείται η διαφορά που υπάρχει στη συνολική περιουσιακή κατάσταση του άλλου κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ο σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε, μπορεί να προβάλει ισχυρισμούς περί ανυπαρξίας συμβολής, μονάχα αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν.

Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει, είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, παραχώρηση ακινήτου), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που ο σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική του συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, όταν οι υπηρεσίες αυτές είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες.

Δ.5. Αγωγή για την απόδοση των αναληφθέντων από κοινό λογαριασμό

Μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού είναι δυνατόν να υπάρχουν διαφορετικών μορφών εσωτερικές σχέσεις. Για παράδειγμα είναι δυνατόν η προσθήκη συνδικαιούχου να γίνεται με χαριστική πρόθεση προς αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο συνδικαιούχος μπορεί να προβεί ελεύθερα σε τραπεζικές αναλήψεις και μεταφορές.

Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση οι συνδικαιούχοι να έχουν μια διαφορετική συμφωνία μεταξύ τους. Για παράδειγμα μπορεί να έχει συμφωνηθεί ότι τα 2/3 των χρημάτων (ή οποιαδήποτε άλλη ποσότητα χρημάτων) ανήκουν αποκλειστικά σε έναν εξ αυτών. Συμβαίνει, επίσης, ο συνδικαιούχος να προστίθεται μονάχα για τη διευκόλυνση του αρχικού δικαιούχου με τη συμφωνία πως θα προβαίνει σε αναλήψεις και μεταφορές μονάχα για λογαριασμό και προς εξυπηρέτηση του τελευταίου.

Οι συγκεκριμένες συμφωνίες ισχύουν μονάχα μεταξύ των συνδικαιούχων και δεν δεσμεύουν την τράπεζα (αφού είναι συμφωνίες ενοχικού χαρακτήρα!). Μεταξύ, όμως, των συνδικαιούχων είναι ισχυρές και εφόσον παραβιαστούν μπορεί να ασκηθεί αγωγή προκειμένου να επιστραφούν τα χρήματα, των οποίων έγινε ανάληψη παρά την εσωτερική συμφωνία. Έτσι, υπάρχει το λεγόμενο «δικαίωμα αναγωγής» κατά του συνδικαιούχου, ο οποίος έλαβε μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης από την αναλογία, που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση.

Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αφενός χρονικό, αφού οι σχετικές αγωγές αργούν να δικαστούν, και αφετέρου αποδεικτικό, αφού η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων σπανίως αποτυπώνεται σε κάποια γραπτή συμφωνία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικτικής αδυναμίας ή σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας ο νόμος ορίζει ότι τεκμαίρεται πως ο κάθε συνδικαιούχος δικαιούνται να αναλάβει εξίσου το περιεχόμενο του κατατεθειμένου ποσού. Αυτό σημαίνει πως όποιος επικαλείται διαφορετική αναλογία ή πλήρη έλλειψη δικαιώματος αναγωγής οφείλει να την αποδείξει.

Ένα συχνό παράδειγμα στο οποίο δημιουργείται πρόβλημα στην πράξη είναι η προσθήκη κάποιου νεαρού συγγενή ως συνδικαιούχου από ηλικιωμένα πρόσωπα με σκοπό να διευκολύνονται οι συναλλαγές τους και διάφορες γραφειοκρατικές εργασίες. Στην περίπτωση αυτή είναι καλό, τουλάχιστον, να δημιουργείται ένας νέος λογαριασμός, όπου δεν θα συγκεντρώνεται μεγάλος μέρος των αποταμιεύσεων, αλλά μονάχα εκείνα τα ποσά που είναι απαραίτητα για τις τρέχουσες ανάγκες.

Δ.6. Οι τραπεζικές θυρίζες

Οι τραπεζικές θυρίδες μισθώνονται μονάχα σε ένα πρόσωπο (πελάτη της τράπεζας), ο οποίος έχει την κατοχή της αποκλειστικά. Ο μισθωτής της θυρίδας, όμως, μπορεί να ορίζει συνδικαιούχους ή αντιπροσώπους/πληρεξουσίους, οι οποίοι έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενο της θυρίδας όσο ο μισθωτής βρίσκεται εν ζωή.

Ο αντιπρόσωπος θα πρέπει κάθε φορά να επιδεικνύει το πληρεξούσιο που έχει λάβει από τον μισθωτή της θυρίδας. Οι τράπεζες, όμως, εκ των προτέρων αποποιούνται κάθε ευθύνη είτε για την πλαστογράφηση της υπογραφής του μισθωτή είτε για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας, η οποία έγινε χωρίς να ενημερωθούν.

Στην πράξη επισημαίνουμε πως επειδή το περιεχόμενο της θυρίδας είναι μυστικό είναι πολύ δύσκολο οι ενέργειες των συνδικαιούχων ή πληρεξουσίων να ελεγχθούν και να ασκηθούν σχετικές αξιώσεις εναντίον τους δικαστικά, αν υπάρξει ανάγκη.

Αντί επιλόγου

Συνοψίζοντας, λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η ενδελεχής συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, η ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης και η έγκαιρη επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο είναι κομβικής σημασίας για την υπεράσπιση των συμφερόντων σας σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Σε περίπτωση που χρειάζεστε νομική καθοδήγηση, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Συρροή λόγων διαζυγίου

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (μεταξύ άλλων ΑΠ 1563/2002), από τις διατάξεις του άρθρου 1439 ΑΚ σε συσχετισμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1-2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν συνάγεται, ότι επί συρροής των ως άνω λόγων διαζυγίου ισχύει προτεραιότητα διερευνήσεως και παραδοχής του για συγκεκριμένη χρονική διάσταση λόγου διαζυγίου, δοθέντος μάλιστα και του ότι δεν αποκλείεται η παραδοχή του από την παρ.1 του άρθρου 1439 του ΑΚ λόγου να εξυπηρετεί ηθικό συμφέρον του ενάγοντος.-

 Εξάλλου, αν και κατά τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1439 του ΑΚ, η λύση του γάμου για κάποιον από τους λόγους, που προβλέπονται από αυτές, δεν εξαρτάται από την υπαιτιότητα κανενός από τους διαδίκους συζύγους, είναι προφανές ότι καθένας από αυτούς έχει ηθικό τουλάχιστον έννομο συμφέρον να λυθεί ο γάμος τους για το λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του άλλου, δεδομένου ότι ο γάμος είναι κοινωνικός θεσμός κατ’ εξοχήν ηθικός.-

 Πέραν τούτου, ο νομοθέτης κάνει στο άρθρο 1439 ΑΚ ειδική μνεία στην περίπτωση άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, προβλέποντας ρητά πως αποτελεί τεκμήριο ισχυρού κλονισμού. Η εν λόγω ρύθμιση προηγείται, μάλιστα, της αναφοράς του νομοθέτη στην διετή διάσταση, κάτι που είναι σύμφωνο, τόσο με τις ειδικές νομοθετικές προβλέψεις περί της άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, όσο και με την συνταγματική προστασία των εννόμων αγαθών.-

 Και πραγματικά θα ήταν μη ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου να λύεται ένας γάμος, όπου σημειώθηκαν σοβαρότατα και αποδεδειγμένα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, για οποιονδήποτε άλλο λόγο.-

 Η αιτιολογία μιας τέτοιας απόφασης θα αποτελούσε βαθύτατη προσβολή στην τιμή και στην υπόληψη του θύματος της ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα υφίστατο δευτερογενή θυματοποίηση, εφόσον οι δικαστικές αρχές του αρνούνταν το δικαίωμα ουσιαστικής ακροάσεως και αναγνώριζαν την λύση του γάμου του, με αυτόν που το κακοποίησε, για λόγους τυπικούς.-

Επικοινωνία γονέων και τέκνων μέσω βιντεοκλήσης

Με αφορμή την απόφαση 127/2017 του ΜπρΑθ, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων με τον γονέα, που δεν έχει την επιμέλειά τους, μέσω προγραμμάτων ειδικού λογισμικού.

Το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προβλέπει πως κάθε πρόσωπο δικαιούται σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής.

Σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. μ.α. υπόθεση ΦΟΥΡΚΙΩΤΗΣ κατά της Ελλάδος) αν και το άρθρο 8 στοχεύει κατά κύριο λόγο να προφυλάξει τον ιδιώτη κατά των αυθαιρέτων παρεμβάσεων των δημοσίων εξουσιών, δεν αρκείται στο να διατάξει το Κράτος να απέχει από τέτοιες παρεμβάσεις: σε αυτήν την μάλλον αρνητική δέσμευση μπορούν να προστεθούν θετικές υποχρεώσεις σύμφυτες με έναν πραγματικό σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Αυτές μπορούν να συνεπάγονται την υιοθέτηση μέτρων που στοχεύουν στον σεβασμό της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, μέχρι και τις σχέσεις των ιδιωτών μεταξύ τους.

Σε περιπτώσεις, που εμπλέκονται ανήλικα τέκνα, τα συμφέροντά τους πρέπει να αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα για την λήψη της οποιασδήποτε αποφάσεως. Και το συμφέρον των γονέων, όμως, να απολαμβάνουν τακτικής επικοινωνίας με τα τέκνα τους, παραμένει ένας σημαντικός παράγοντας στην ισορροπία των διαφόρων συμφερόντων που εμπλέκονται.

Επισημαίνεται, επίσης, πως σε υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την οικογενειακή ζωή, η διάρρηξη της επαφής με ένα πολύ μικρό παιδί μπορεί να οδηγήσει σε μία αυξανόμενη αλλοίωση της σχέσης του με τον γονέα του. Οι προοπτικές μιας οικογενειακής ένωσης θα εξασθενίσουν σταδιακά και θα καταλήξουν στο να εκμηδενιστούν εφόσον δεν επιτραπεί στους βιολογικούς γονείς και στα τέκνα να συναντούνται ή εφόσον συναντούνται τόσο αραιά που κανείς φυσιολογικός δεσμός δεν θα έχει πιθανότητες να δημιουργηθεί μεταξύ τους.

Με βάση τα παραπάνω καθίσταται σαφές πως το δικαίωμα της επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους (εφόσον δεν απειλείται η ψυχοσωματική υγεία των τελευταίων) αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο προστατεύεται από την ΕΣΔΑ.

Οι πρόσφατες, λοιπόν, αποφάσεις των ημεδαπών δικαστηρίων, όπως η 127/2017 του ΜπρΑθ, είναι βήματα αξιέπαινα, καθώς λαμβάνουν υπόψη την σύγχρονη τεχνολογική εξέλιξη και ρυθμίζουν το ζήτημα της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων με τον γονέα, που δεν έχει την επιμέλειά τους, μέσω προγραμμάτων ειδικού λογισμικού. Με τον τρόπο αυτό διευρύνουν και προστατεύουν ουσιαστικά το δικαίωμα επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους.

Στην προαναφερθείσα, αλλά και σε άλλες συναφείς αποφάσεις, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε προγράμματα, όπως το skype, τα οποία επιτρέπουν την οπτική επαφή μεταξύ των χρηστών τους έχοντας για τον λόγο αυτό ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κλασική τηλεφωνική επικοινωνία. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας με την χρήση των καταλλήλων προγραμμάτων σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες.

Επιπλέον, ορίζεται πως ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, θα πρέπει να φροντίζει ώστε εκείνο να βρίσκεται τις συγκεκριμένες ώρες και ημέρες σε κατάλληλο χώρο με πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.ο.κ.  Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η ωριμότητα του ανηλίκου προκειμένου να γίνεται ορθή και ασφαλής χρήση των απαραιτήτων ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικού υπολογιστή, tablet ή κινητού).

Συμπερασματικά, η επικοινωνία με τη χρήση τεχνολογικών μέσων θεωρείται από την πρόσφατη νομολογία ως ένα μέτρο, το οποίο μπορεί να συμβάλει στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ γονέων και ανηλίκων τέκνων, χωρίς να αντικαθιστά την φυσική μεταξύ τους επαφή. Σε περιπτώσεις, όμως, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών (διαμονή στο εξωτερικό λ.χ.) η φυσική επαφή είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδύνατη, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Για περισσότερα ζητήματα οικογενειακού δικαίου πατήστε εδώ.

Διατροφή ανηλίκων τέκνων

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ και σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π. 1384/2008, Α.Π. 416/2007). Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις (Α.Π. 377/1993).

Διατροφή μεταξύ συζύγων

Διατροφή μεταξύ εν διαστάσει συζύγων

Όπως δέχεται η σύγχρονη και ορθή νομολογία από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. συνάγεται ότι : α) οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν (συμβάλλουν) από κοινού, ο καθένας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας, β) η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την εργασία τους, γ) στην υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρεώσεως προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση και δ) όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε δεν υπάρχει «κοινός οίκος» ούτε «οικογενειακές ανάγκες» , παύει μεν η υποχρέωση συνεισφοράς, διότι δεν είναι νοητή, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, προκαταβαλλομένη κάθε μήνα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούται και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, με τη διαφορά ότι ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται αλλά εκπληρώνονται αθροιστικώς, όταν διακόπτεται η συμβίωση χωρεί ένα είδους συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι ο δικαιούχος είναι τελικά μόνο εκείνος ο σύζυγος ο οποίος υπό τους όρους της εγγάμου συμβιώσεως όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή (σε χρήμα) η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς, χωρίς τη συνδρομή της αδυναμίας του προς διατροφή, διότι η αδυναμία δεν αποτελεί προϋπόθεση παροχής της διατροφής.

 Συνεπώς, ο μετέχων βάσει της οικονομικής του δυνατότητας στα βάρη του γάμου με ποσό μικρότερο του ποσού συμμετοχής του άλλου συζύγου, θα δικαιούται, σε περίπτωση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως, διατροφής από τον τελευταίο, αφού κατά τη διάρκεια του γάμου απολάμβανε αυτός μέρος από τα εισοδήματα του άλλου.

Διατροφή μεταξύ διαζευγμένων συζύγων

Αντίθετα με τα παραπάνω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ` αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία και το ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτουμένη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών.

Εξάλλου, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ` αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου.

Γονική μέριμνα και επιμέλεια ανηλίκων τέκνων

Σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των τέκνων στον έναν εκ των δύο γονέων σε περίπτωση διαζυγίου ή διακοπή της μεταξύ τους έγγαμης συμβίωσης η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει καταλήξει σε σημαντικά πορίσματα, τα κυριότερα εκ των οποίων παρουσιάζονται παρακάτω:

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Για την εξεύρεση του γονέα εκείνου που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Αρνητικά λαμβάνεται υπόψη η κλονισμένη ψυχική υγεία ενός γονέα, ακόμα κι αν βρίσκεται σε ύφεση, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί μια έξαρση ή υποτροπή στο μέλλον.

Από το συνδυασμό, επίσης, των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας – επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς ΑΠ 1218/2006).

Επίσης, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.

Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1910/2005).

Τονίζεται πως όταν η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί και στους δύο γονείς, όπως είναι ο κανόνας, αλλά η επιμέλεια του έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα από τους γονείς, τότε αυτός έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα τρέχοντα και καθημερινά ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με την επιμέλεια του τέκνου, όχι όμως για τα σοβαρά ζητήματα, ως προς τα οποία η λήψη αποφάσεων εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας, με συνέπεια να είναι απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, να αποφασίζουν αυτοί από κοινού για τη διευθέτηση τέτοιων (σοβαρών) ζητημάτων. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η ονοματοδοσία. Αν τυχόν διαφωνούν οι γονείς μεταξύ τους ως προς τη διευθέτηση τέτοιων ζητημάτων, θα αποφασίσει το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 1512 Α.Κ.

Ο Κανονισμός 2201/2003 και η διεθνής δικαιοδοσία στις οικογενειακές διαφορές

Με τον Κανονισμό 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος ισχύει από την 1.8.2004 άμεσα στα κράτη και εφαρμόζεται από την 1.3.2005, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν και το διαζύγιο, επέρχεται αυτεπάγγελτη υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου των τελευταίων.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Kανονισμού δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται:

  • η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή

  • η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή, ή

  • η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή

  • σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή

  • η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή

  • η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία υποχωρεί έναντι του κοινοτικού δικαίου. Ετσι, η ελληνική ιθαγένεια του ενός από τους συζύγους δεν είναι πλέον επαρκές κριτήριο για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων ως προς τον άλλο σύζυγο, που συμβαίνει να είναι αλλοδαπός και να έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα άλλο κράτος μέλος. Προκειμένου να εναχθεί ο άλλος σύζυγος ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις δικαιοδοτικές βάσεις που αναφέρονται παραπάνω, θα πρέπει ο ενάγων σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει είτε ότι είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής, είτε ότι είναι έλληνας υπήκοος και είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής.

Σύμφωνα με την νομολογία η ρύθμιση αυτή, σε αντίθεση προς το γενικό κριτήριο καθορισμού της δικαιοδοσίας με βάση τη συνήθη διαμονή του εναγομένου, εισάγει εύνοια ως προς τον ενάγοντα. Η εύνοια δικαιολογείται από το γεγονός που εμφανίζεται συχνά σε γάμους μεταξύ προσώπων διαφορετικής υπηκοότητας, όπου, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και την κατάργηση της κοινής διαμονής, ο ένας από τους συζύγους μεταβαίνει σε κάποια άλλη χώρα, ή επιστρέφει στα όρια της χώρας από την οποία κατάγεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, θεωρείται εύλογο το να δοθεί στο σύζυγο αυτό η δυνατότητα εναγωγής του ετέρου ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο έχει μεταβεί, ή του οποίου είναι υπήκοος, με την προϋπόθεση ότι η εγκατάστασή του στο κράτος αυτό έχει τα στοιχεία της συνήθους διαμονής και εμφανίζει μια ελάχιστη χρονική διάρκεια.

Ως συνήθης διαμονή νοείται ο τόπος όπου το πρόσωπο έχει ορίσει, με σταθερό τρόπο, το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των ενδιαφερόντων του. Για τον προσδιορισμό του τόπου αυτού πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πραγματικά στοιχεία που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση και μπορούν να θεωρηθούν ως συστατικά της δημιουργίας συνήθους διαμονής. Και αντίστροφα, δεν είναι νοητή η δημιουργία (νέας) συνήθους διαμονής στον τόπο μεταβάσεως ή καταγωγής, όταν ο σύνδεσμος με τον τόπο αυτόν εξακολουθεί να παραμένει ευκαιριακός και δεν ενέχει πρόθεση καταργήσεως της προηγούμενης συνήθους διαμονής.

Επίσης, σχετικά με την ζητήματα γονικής μέριμνας το άρθρο 8 ορίζει πως:

Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής.

Απόκλιση από την ρύθμιση αυτή ισχύει σε περιπτώσεις διεθνούς απαγωγής.

Σημείωση: Τα αρμόδια δικαστήρια, δυνάμει του Kανονισμού 2201/2003, είναι γενικώς αρμόδια να επιλαμβάνονται και θεμάτων υποχρεώσεων διατροφής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 παράγραφος 2 του Κανονισμού 44/2001.

Όταν δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω Κανονισμός τυγχάνουν εφαρμογής τα παρακάτω άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:

Άρθρο 592

Κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού:

1. Οι γαμικές διαφορές αφορούν: α) το διαζύγιο, β) την ακύρωση γάμου, γ) την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου, δ) τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν, εκτός από τις υπαγόμενες στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι διαφορές που προκύπτουν από το ν. 3719/2008 για την ελεύθερη συμβίωση.

2. Οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων αφορούν: α) την προσβολή της πατρότητας, β) την προσβολή της μητρότητας, γ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη η εκούσια αναγνώριση ενός τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του ή η εξομοίωσή του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ε) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη υιοθεσία ή τη λύση της, στ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει επιτροπεία.

Άρθρο 601

1. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1, αν ο ένας από τους συζύγους είναι Ελληνας, και αν ακόμη δεν έχει ούτε είχε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα ή αν ήταν κατά την τέλεση του γάμου Ελληνας και απέβαλε λόγω του γάμου την ελληνική ιθαγένεια.

2. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 2, αν ο πατέρας ή η μητέρα ή το τέκνο είναι Ελληνες και αν ακόμη δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα.

3. Αν δεν υπάρχει δικαστήριο κατά τόπον αρμόδιο για να δικάσει τις διαφορές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του κράτους.

Άρθρο 605

1. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 1, αν και οι δύο σύζυγοι κατά το χρόνο που ασκείται η αγωγή είναι αλλοδαποί, ή αν κατά το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας και των δύο συζύγων, ή κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του ενός από αυτούς δεν αναγνωρίζεται η δικαιοδοσία άλλου κράτους για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών. Τα ελληνικά δικαστήρια, ωστόσο, έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αγωγές διαζυγίου, όταν ο γάμος είναι έγκυρος κατά το ελληνικό δίκαιο, αλλά ανυπόστατος ή άκυρος κατά το δίκαιο της ιθαγένειας και των δύο ή του ενός συζύγου.

Όσον αφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο στις παραπάνω περιπτώσεις βλέπε εφαρμοστέο δίκαιο σε διεθνείς οικογενειακές διαφορές.

Συναινετικό διαζύγιο

Το συναινετικό διαζύγιο είναι ο πλέον γρήγορος και οικονομικός τρόπος για την λύση της έγγαμης συμβίωσης, εφόσον υπάρχει σχετική έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η οποία, αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, θα πρέπει να ρυθμίζει την επιμέλεια, την επικοινωνία με αυτά και την διατροφή τους.

Πλέον εκδίδεται ενώπιον συμβολαιογράφου με αποτέλεσμα να αποτελεί μια ταχύτατη διαδικασία.

Το γραφείο μας μπορεί να αναλάβει υποθέσεις συναινετικών διαζυγίων, ενώ παράλληλα  διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία και ειδίκευση προκειμένου να προβαίνει στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση οικογενειακών διαφορών πάσης φύσεως.

Επικοινωνήστε μαζί μας όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Η οικονομική κακοποίηση

Η βία που ασκείται εντός της οικογένειας δεν περιορίζεται, ως γνωστόν, στην φυσική επίθεση (σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), αλλά περιλαμβάνει και συμπεριφορές, όπως είναι η ψυχολογική/συναισθηματική βία και η οικονομική αποστέρηση. Η οικονομική αποστέρηση είναι μια μορφή ελέγχου, η οποία έχει ως σκοπό να παγιδεύσει το πρόσωπο που την υφίσταται σε μια σχέση κακοποίησης. Πρόκειται δηλαδή για μία εξαιρετικά αποτελεσματική μορφή ελέγχου, αφού επιτυγχάνει την αποδυνάμωση και την απομόνωση του θύματος της κακοποίησης, το οποίο αισθάνεται πως στερείται κάθε ευκαιρίας διαφυγής.

Η οικονομική αποστέρηση χρησιμοποιείται αρκετά συχνά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες ασχολούνται με τα οικιακά και δεν έχουν δική τους, ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το θύμα της κακοποίησης αναγκάζεται είτε να παρακαλά προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα χρήματα για την κάλυψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών είτε να ζει με τον φόβο ότι αναστατώνοντας τον θύτη της κακοποίησης, θα μειώσει την ικανότητα του να εργάζεται και να εξασφαλίζει το οικογενειακό εισόδημα.

Θύματα οικονομικής αποστέρησης, όμως, είναι συχνά και πρόσωπα, τα οποία εργάζονται και έχουν ανεξάρτητες πηγές εισοδήματος. Στις περιπτώσεις αυτές ο θύτης της κακοποίησης τους στερεί πρωταρχικά την ικανότητα διαχείρισης των χρημάτων αυτών, όπως και των οικογενειακών εισοδημάτων. Έτσι το θύμα της κακοποίησης αδυνατεί να λαμβάνει αποφάσεις ως ελεύθερο και ενήλικο άτομο και αναγκάζεται να καταφεύγεις σε παζαρέματα, κολακείες και ατέρμονες συζητήσεις ακόμα και για τις πλέον στοιχειώδεις οικονομικές αποφάσεις.

Επιπλέον, επειδή οι οικογενειακές αποταμιεύσεις βρίσκονται υπό τον έλεγχο του προσώπου, που ασκεί την κακοποίηση, το θύμα της κακοποίησης έχει συχνά μεγάλες πρακτικές δυσκολίες στην εξεύρεση διεξόδου. Ειδικά, μάλιστα, όταν υπάρχουν και ανήλικα τεκνά, ο φόβος πως ένα διαζύγιο θα μειώσει το βιοτικό τους επίπεδο είναι συχνά καθηλωτικός.

Δυστυχώς τα παραπάνω φαινόμενα έχουν μεγάλη έκταση στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία και πρέπει να τονιστεί ότι αφορούν και οικογένειες, που στον κοινό νου χαρακτηρίζονται ως υπεράνω υποψίας. Έτσι δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ο ένας εκ των δύο συζύγων, ο οποίος είναι και θύτης σωματικής και ψυχολογικής βίας, να μην εκπληρώνει τις συζυγικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, κατορθώνοντας να αποταμιεύσει σημαντικά ποσά, τα οποία τοκίζονται και πολλαπλασιάζονται.

Τα ποσά αυτά, τα οποία προέρχονται από τις κοινές οικογενειακές οικονομίες, τοποθετούνται στην συνέχεια στο τραπεζικό σύστημα προς το συμφέρον τάχα της οικογένειας και με σκοπό την φροντίδα των τέκνων, αλλά και των ίδιων των συζύγων. Μόλις, όμως, το θύμα της κακοποίησης , ξεκινά τις προσπάθειές του να διακόψει την έγγαμη συμβίωσή, ο θύτης οικειοποιείται όλες τις οικογενειακές αποταμιεύσεις, επιδιώκοντας να εξοντώσει οικονομικά το θύμα του, να το αναγκάσει να επιστρέψει κοντά του και να το εκδικηθεί για την απόφασή του. Το σχέδιό αυτό, μάλιστα, συχνά το έχει έντεχνα προετοιμάσει, φροντίζοντας να αδειάσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, όλους τους κοινούς οικογενειακούς λογαριασμούς και να τοποθετήσει όλες τις οικογενειακές οικονομίες σε λογαριασμούς, που ελέγχονται αποκλειστικά από εκείνον.

Η αντιμετώπιση κάθε φαινομένου κακοποίησης απαιτεί την δράση ευαισθητοποιημένων και κατάλληλα ενημερωμένων δημοσίων λειτουργών και επαγγελματιών. Ως προς ορισμένες πτυχές της νομικής αντιμετώπισης της οικονομικής κακοποίησης ακολουθούν σύντομα ορισμένες παρατηρήσεις:

Αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα:

Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται, ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις πάγιες παραδοχές της νομολογίας του Αρείου Πάγου, αλλά και την αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής του νόμου 1329/1983:

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος.

Η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου, στα περιουσιακά, δηλαδή, στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλον κατά τη διάρκεια του γάμου, είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται, όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις.  Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει ισχυρισμούς περί ανυπαρξίας συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, μονάχα αν επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση.

Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει, είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ). Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, όταν οι υπηρεσίες αυτές, των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία, είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π.287/2011, 625/2011).

Στην πράξη εμφανίζονται συχνά δυσκολίες σχετικές με τον ακριβή προσδιορισμό της περιουσίας του εναγομένου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος. Ειδικότερα η αποτίμηση της αξίας των οικιακών εργασιών, της ιδιοκατοίκησης και της παροχής άλλου είδους υπηρεσιών και διευκολύνσεων απαιτεί ειδίκευση και εμπειρία.

Αγωγή για την απόδοση των αναληφθέντων από κοινό λογαριασμό

Σύμφωνα με την νομολογία από το άρθρο 1 του ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό», όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ του ν.δ. 118/1973, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε κοινό ανοικτό λογαριασμό τράπεζας στο όνομα δύο ή περισσοτέρων είναι εκείνη που περιέχει τον όρο, ότι μπορεί να γίνει χρήση, δηλαδή ανάληψη από τον κοινό αυτό λογαριασμό, από έναν ή περισσότερους από εκείνους στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, γιατί βάση της καταθέσεως αυτής η κυριότητα περιέρχεται μεν στην Τράπεζα, σύμφωνα με τα άρθρα 806 και 830 του ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. της 17-7-/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών» (Ολ.ΑΠ 1092/1991), αλλά καθένας από εκείνους, στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, δικαιούται κατ’ αρχήν να απαιτήσει και να αναλάβει εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπρόσωπος άλλου, κατ’ άρθρο 211 ΑΚ, το σύνολο ή μέρος της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων, οπότε γίνεται κύριος των αναληφθέντων χρημάτων και είναι αδιάφορο σε ποιον πράγματι από τους καταθέτες ανήκαν τα χρήματα, όπως αδιάφορη είναι και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία μόνο ενοχικές αξιώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 του ΑΚ προκύπτει, ότι κατά του αναλαβόντος τα χρήματα από τον κοινό λογαριασμό ο μη αναλαβών έχει αξίωση, λόγω της δημιουργούμενης ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, ποσού ίσου προς το ήμισυ της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ’ ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 977 εδ. α’, 211 και 1034 του ΑΚ συνάγεται, ότι παράδοση της νομής, για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος, συντελείται και με την προαντιφώνηση της νομής του, όταν στα πλαίσια συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος, ως αντιπρόσωπος του εντολέα του για ενέργεια νομικών πράξεων διαχειρίσεως της περιουσίας του τελευταίου, αποκτά από κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους τα κατατεθέντα χρήματα, εξ ιδίου μεν δικαίου όσον αφορά τη σχέση με τη θεματοφύλακα τράπεζα, αλλά δυνάμει της έννομης σχέσης εντολής γεννάται αμέσως υποχρέωσή του να παραδώσει την με αντιφώνηση νομής κατοχή των χρημάτων από τον ίδιο προς τον αντιπροσωπευόμενο αληθινό νομέα και κύριο τούτων.

Εν προκειμένω η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία έγκειται στην επιτηδειότητα ορισμένων θυτών κακοποίησης, οι οποίοι χρησιμοποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και διάφορα τεχνάσματα προκείμενου να συγκαλύψουν τα ίχνη τους. Ως παράδειγμα αναφέρεται το άνοιγμα πολλών διαφορετικών λογαριασμών, το ξαφνικό τους κλείσιμο και το άνοιγμα νέων στη θέση τους με μηδενικό υπόλοιπο, η χρήση πλαστών εξουσιοδοτήσεων για το άνοιγμα και το κλείσιμο προθεσμιακών καταθέσεων και η χρήση άλλων συγγενών ως παρένθετων προσώπων ή συνδικαιούχων. Σε κάθε περίπτωση γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση στο θύμα, αλλά και στον νομικό του παραστάτη, που δεν διαθέτει σχετική εμπειρία.

Ειδικά ζητήματα

Η ρύπανση του περιβάλλοντος ως προσβολή της προσωπικότητας

Από τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ συνάγεται ότι, για την θεμελίωση της αξιώσεως προς προστασία της προσωπικότητας προσώπου, απαιτείται η πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα και επάγεται μείωση της προσωπικότητας του προσώπου να είναι παράνομη. Στην προσωπικότητα περιλαμβάνονται όλα τα αγαθά τα οποία συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτό, δηλαδή η σωματική, η ψυχική και η κοινωνική ατομικότητα του ανθρώπου (Σταθόπουλου Γεωργιάδη ΑΚ Γενικές Αρχές, άρθρο 57, σελ 99), ειδικότερα δε η καθαριότητα, η μη ρύπανση, η διατήρηση και η προστασία του περιβάλλοντος, του οποίου η προστασία είναι αναγκαία για τον άνθρωπο. Η αναγωγή του φυσικού περιβάλλοντος σε αυτοτελώς προστατευόμενο κοινόχρηστο αγαθό καθιερώνει κοινωνικό δικαίωμα επί του περιβάλλοντος, και η παράνομη παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης των περιβαλλοντικών αγαθών συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του παρεμποδισμένου, η οποία παρέχει σε αυτόν τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ αξιώσεις για άρση της προσβολής και παύσης αυτής στο μέλλον, καθώς και, αν υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1731/2006).

Επιπλέον, με την καθιέρωση πράγματος ως κοινοχρήστου το άτομο αποκτά εξουσία χρήσης, η οποία δεν είναι άμεση εξουσία επ’ αυτού αλλά απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας αυτού ιδιωτικού δικαιώματος. Με βάση τα παραπάνω κρίθηκε στην Εφ.Λαρίσης 189/2015 πως στην περίπτωση παραβίαση απαγορευτικών δημοτικών αποφάσεων σχετικά με τη βόσκηση χοίρων και αγριόχοιρων σε χώρο ελεύθερης βοσκής ζώων δημοτών, με αποτέλεσμα οι αγριόχοιροι να προκαλούν καταστροφή της βλάστησης που αποτελεί την τροφή των άλλων ζώων, υπάρχει παράνομη προσβολή του δικαιώματος προσωπικότητας των λοιπών κτηνοτρόφων ως δημοτών.

Άγρια και ήμερα ζώα

Το άρθρο 1076 ΑΚ ορίζει: «Κινητό πράγμα γίνεται αδέσποτο, αν ο κύριος εγκαταλείψει τη νομή του με σκοπό να παραιτηθεί από την κυριότητα.»

Το άρθρο 1077 ορίζει: «Τα άγρια ζώα είναι αδέσποτα, εφόσον βρίσκονται στη φυσική τους ελευθερία. Αγρια ζώα μέσα σε περίφρακτο χώρο και ψάρια μέσα σε ιχθυοτροφείο ή σε άλλα περίκλειστα ιδιόκτητα νερά δεν είναι αδέσποτα. Αγριο ζώο που πιάστηκε γίνεται αδέσποτο αν ξαναποκτήσει την ελευθερία του και ο κύριός του δεν πάρει μέτρα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για την καταδίωξή του. Τιθασευμένο ζώο γίνεται αδέσποτο, αν χάσει τη συνήθεια της επιστροφής.»

Σύμφωνα με την νομολογία το επίθετο «άγριος» δεν χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια του επικίνδυνου. Άγριο είναι το ζώο που από τη φύση του διαφεύγει την εξουσίαση εκ μέρους του ανθρώπου. Αντίθετη έννοια είναι το ήμερο ζώο, το οποίο από τη φύση του βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του ανθρώπου. Είδος ήμερου ζώου είναι το κατοικίδιο για το οποίο εφαρμόζεται η ΑΚ 1076.

Ένα ενδιαφέρον ζήτημα ποινικής ευθύνης είναι το εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 100 Ν. 3030/54 «Περί Αγροφυλακής» όστις διά ζώων ή πτηνών καταστρέφει ή βλάπτει εκ προθέσεως παντός είδους ξένον (εν λόγω ή εν μέρει) ή κοινόχρηστον ακίνητον ή κινητόν αγροτικόν κτήμα άνευ της προηγουμένης συγκαταθέσεως του έχοντος δικαίωμα τιμωρείται διά κρατήσεως μέχρι 3 μηνών ή διά προστίμου, ασχέτως του ποσού της εκ της πράξεως ταύτης ζημίας. Εάν η εν τη προηγουμένη παραγράφω πράξις εγένετο εξ αμελείας επιβάλλεται πρόστιμον ή κράτησις.

Με το άρθρο αυτό σκοπείται η τιμωρία του δράστη που βρίσκεται σε κάποιας μορφής άμεση εξουσίαση των ζώων, δηλαδή του κατόχου – εποπτεύοντος αυτά κατά το χρόνο της ζημίας. Αντιθέτως έχει κριθεί νομολογιακά ότι δεν υπέχει ποινική ευθύνη εκείνος που προμηθεύεται και αφήνει στην φυσική τους ελευθερία ορισμένα από τη φύση τους άγρια ζώα (όπως τα αγριογούρουνα), τα οποία μετά την απελευθέρωσή τους γίνονται αδέσποτα.

Η φιλοζωία ως… αιτία διαζυγίου

Στην  9296/2014 Μον. Πρωτ. Θεσσαλονίκης κρίθηκε πως έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή διαζυγίου και να λυθεί ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος, λόγω ισχυρού κλονισμού που οφείλεται σε λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εναγομένης καθώς η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης θα ήταν αφόρητη για τον ενάγοντα σύζυγο. Βασική αιτία των παραπάνω ήταν η πλήρης παραμέληση των οικογενειακών υποχρεώσεων της εναγομένης εξαιτίας του πάθους της για την φροντίδα αδέσποτων ζώων, που ξεπέρασε κατά πολύ την φιλοζωία και οδηγήθηκε στην αρρωστημένη υπερβολή. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“…η εναγομένη δεν αρκέστηκε στη διατήρηση στον αύλειο χώρο της οικίας της των παραπάνω ζώων που φιλοξενούσε, αλλά επιδίωκε σταθερά να φροντίζει όλα τα αδέσποτα ζώα της περιοχής, για τα οποία προετοίμαζε γεύματα τα οποία διένεμε καθημερινά. Η εξακολουθητική αυτή συμπεριφορά της εναγόμενης, υπήρξε η αιτία για να διατυπωθούν παράπονα από άλλους κατοίκους της περιοχής, καθώς η δραστηριοποίησή της προκαλούσε τη δυσαρέσκειά τους, ενόψει του ότι πολλές φορές, στην συνεχή προσπάθειά της να φροντίσει τα ζώα, ενοχλούσε τους περιοίκους και έτσι προκαλούνταν μεταξύ τους εντάσεις. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι ενέργειές της ξεκίνησαν από την αγάπη που είχε προς τα ζώα (λόγος που την ώθησε να γίνει μέλος του φιλοζωικού συλλόγου της περιοχής), η προσκόλλησή της σε αυτά, οδήγησε στην επίδειξη πλήρους αδιαφορίας προς το σύζυγό της, καθώς καθημερινά ασχολείτο μόνο με τις ανάγκες των αδέσποτων ζώων που επιθυμούσε να φροντίζει, παραμελώντας ταυτόχρονα όλες τις υποχρεώσεις της, ως σύζυγος. Η παραπάνω επιδεικτική έλλειψη ενδιαφέροντος και συντροφικότητας εκ μέρους της εναγομένης αλλά και η παραμέληση όλων των κανόνων υγιεινής στην οικία των διαδίκων, είχε δημιουργήσει κλίμα έντασης και απαξίωσης μέσα στην οικογένεια, που τραυμάτιζε την ψυχολογική ηρεμία, και την αξιοπρέπεια του συζύγου της. Η ως άνω κατάσταση μεταξύ των διαδίκων επιδεινωνόταν, καθώς η εναγόμενη, από το 2008 και για το διάστημα του ενός έτους που ακολούθησε, ασχολείτο μόνο με τις δικές της ανάγκες και επιθυμίες, ενεργώντας ως μονάδα και όχι ως μέλος μιας οικογένειας…”

Ηθική βλάβη από την θανάτωση κατοικίδιου ζώου

Σε περίπτωση που από παράνομη και υπαίτια πράξη τρίτου, όπως για παράδειγμα από αμελή οδήγηση, προκληθεί ο θάνατος κατοικίδιου ζώου τότε, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του νόμου (932 Α.Κ.) οφείλεται αποζημίωση, καθώς όλα τα μέλη της οικογένειας αναπτύσσουν συναισθηματικό δεσμό με τα κατοικίδιο που φιλοξενούν και φροντίζουν και επομένως ο θάνατός του τους προκαλεί ηθική βλάβη. Έτσι έκρινε και το Εφετείο Αθηνών με την 157/2010 απόφαση του, που αφορά την πρόκληση θανάτου σκύλου από τροχαίο ατύχημα.

Παρατηρήσεις για τον ν. 1300/1982

Ο ν. 1300/1982 περιλαμβάνει μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας. Συμφώνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982 «Μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας» με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δραχμών τιμωρείται η κλοπή ίππων, όνων, ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 372 παρ. 1 του Ποιν. Κώδικα, συνάγεται σαφώς, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου πράξεως της ζωοκλοπής, η οποία είναι ιδιώνυμο έγκλημα και έχει νομική αυτοτέλεια σε σχέση προς το βασικό έγκλημα της κλοπής, λαμβάνει δε κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται από δύο ή περισσότερα άτομα κατά συναυτουργία (αρθρ. 45 ΠΚ), απαιτείται η αφαίρεση ζώου από τα παραπάνω αναφερόμενα ή κυψέλης μελισσών ή του περιεχομένου της από τη φυσική κατοχή άλλου χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου που έχει το δικαίωμα κυριότητας τους με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως από το δράστη.  (ΑΠ 1261/2011)

Περαιτέρω στο άρθρο 2 του ιδίου νομοθετήματος απαριθμούνται ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, η ζωοκλοπή ή η ζωοκτονία τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.

Παρενθετικά αναφέρεται πως η ιχθυοκλοπή, όπως εν γένει η ζωοκλοπή, συνιστά ιδιώνυμο έγκλημα, επί του οποίου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που θεσπίζουν διακεκριμένες ή ηπιότερες περιπτώσεις κλοπής και τιμωρείται με βάση το άρ. 17 παρ. του ν.δ. 420/1970.

Επιστρέφοντας στην εξέταση του Ν. 1300/1982, τονίζεται πως δεν προστατεύονται με τον νόμο αυτόν τα αδέσποτα ζώα. Ειδικά ως προς τη ζωοκτονία προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι, πέραν από την ύπαρξη (ζωή) του ζώου, και η ιδιοκτησία επ’ αυτού, ως εκ τούτου δε οι περιγραφόμενες στον σχετικό νόμο προσβολές της ζωής αυτού στοιχειοθετούν και το έγκλημα της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ως αντικείμενα δε φθοράς ξένης ιδιοκτησίας θεωρούνται και τα ζώα που δεν υπάγονται στην έννοια του άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1300/1982 αλλά ανήκουν σε κάποιον ιδιοκτήτη, κάτι εύλογο, αφού σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία του ιδιοκτήτη των αναφερομένων σε αυτόν ζώων. Έτσι έχει νομολογηθεί πως αν η αφαίρεση του ζώου (ζωοκλοπή) προηγήθηκε της θανάτωσής του, στοιχειοθετείται μόνο το έγκλημα της ζωοκλοπής, δεδομένου ότι όταν ο δράστης θεμελιώνει μία νέα παράνομη κατοχή, έχει ολοκληρωθεί το αδίκημα της κλοπής, η δε μεταγενέστερη θανάτωση του κλαπέντος ζώου δεν μπορεί να οδηγήσει στην στοιχειοθέτηση και άλλης αξιόποινης πράξης, επειδή ο δράστης συμπεριφέρεται πλέον ως κύριος.

Νομολογία σχετική με την κλοπή μελισσών

Σχετικά με την αφαίρεση κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους πρέπει να τονιστεί ότι ο νομοθέτης όταν προσδιορίζει ως αντικείμενο ζωοκλοπής τις κυψέλες μελισσών ή το περιεχόμενό τους αναφέρεται πάντοτε στην αφαίρεση τόσο του σμήνους όσο του ξύλινου κιβωτίου στο όποιο έχει εγκατασταθεί το σμήνος σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται, όπως επίσης και την αφαίρεση πλαισίων κηρύθρας-μελιού μαζί με την βασίλισσα, τον γόνο τις προνύμφες και τις νύμφες έστω και αν δεν έχουν εξελιχθεί σε τέλεια έντομα ή την αφαίρεση ολόκληρου σμήνους. (ΑΠ 1958 / 2008)

Επίσης, είναι σημαντικό πως σύμφωνα με το άρθρ. 4 της υπ’ αριθμ. 370910/2001 Υπ. Αποφάσεως «…Σε περίπτωση αγοραπωλησίας μελισσοσμηνών με τις κυψέλες, η παλαιά πυροσφράγιση διατηρείται στην κυψέλη και επί πλέον αναγράφεται και ο κωδικός αριθμός του κατόχου». Με την ρύθμιση αυτή επιλύονται συχνά οι αποδεικτικές δυσχέρειες της παραπάνω αξιόποινης πράξης.

Η πολιτική αγωγή στην Ζωοκλοπή και στην Ζωοκτονία

Με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1300/1982 ορίζεται ότι: «Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και απώλεια του δικαιώματος για χρηματική ικανοποίηση τιμωρείται ο κάτοχος ζώου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καταγγέλλει στην αρμόδια Αρχή μέσα σε 24 ώρες από τη διαπίστωσή της τη ζωοκλοπή ή ζωοκτονία που έγινε σε βάρος του».

Με την διάταξη αυτή ο νομοθέτης απειλεί όχι απλώς με την απώλεια του δικαιώματος χρηματικής ικανοποίησης (και άρα και παράστασης πολιτικής αγωγής), αλλά και με ποινικές κυρώσεις τα φερόμενα ως θύματα ζωοκλοπής και ζωοκτονίας, που δεν προβαίνουν σε άμεση καταγγελία στις αρχές. Η νομοθετική αυτή επιλογή φαίνεται να απηχεί ξεπερασμένες αντιλήψεις δυσπιστίας σχετικές με την αθέμιτη συνδιαλλαγή με τους δράστες των εγκλημάτων αυτών ή με τον κίνδυνο αυτοδικίας.

Σε κάθε περίπτωση ενδιαφέρον παρουσιάζει η  θέση του Αρείου Πάγου στην ΑΠ 1410/2013, σύμφωνα με την οποία η μη τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων από το θύμα δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα εφόσον ο κατηγορούμενος “δεν επρότεινε την εκ της απωλείας του δικαιώματος σχετική ένσταση μη παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος (…) έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσίαν αυτεπαγγέλτου ενεργείας, αλλά μόνο κατ’ένσταση του υποχρέου ενεργεί.”

Πρόκειται για μία θέση που δημιουργεί θεωρητικούς προβληματισμούς (βλ. Τσακάλης Ιωάννης, Και πάλι για την επίδραση της παραγραφής της αστικής αξίωσης στην παράσταση πολιτικής αγωγής, ΠοινΧρον 2014, σελ. 557), αλλά η ανάπτυξη της εκφεύγει του αντικειμένου της σύντομης αυτής ανάπτυξης.

Υπουργική Απόφαση Υ1β/2000/1995

Αξίζει μια εξαιρετικά σύντομη αναφορά πως η απαγόρευση διατήρησης οικόσιτων ζώων και πτηνών χωρίς άδεια σε πόλεις άνω των 5.000 κατοίκων ή σε τόπους με τουριστικό ενδιαφέρον εδράζεται στο άρθρο 15 της Υπουργικής Απόφασης Υ1β/2000/1995 και βέβαια αφορά και την συνήθη περίπτωση των κοτετσιών.