Η αντίθεση του ανηλίκου στην επιστροφή του σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980  

Ως γνωστόν σύμφωνα με τη διάταξη του  το άρθρου 12 παρ. 1 και 2  της Διεθνούς  Σύμβασης της Χάγης του 1980 «για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών» (ν. 2102/1992), εφόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα  κατά την έννοια του άρθρου 3 και από τη μετακίνηση ή κατακράτησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον  της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του. Το Δικαστήριο, όμως, μπορεί υπό προϋποθέσεις να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται – στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του.

Καταρχάς, ως προς την έννοια της «αντίθεσης» του ανηλίκου στην επιστροφή του επισημαίνεται διεθνώς πως απαιτείται μια ισχυρή συναισθηματική αντίθεση, η οποία να υπερβαίνει την απλή έκφραση προτίμησης ή συνηθισμένες ευχές.

Για να γίνει αποδεκτό πως υπήρξε αντίθεση θα πρέπει να αποδειχθεί πως το ανήλικο τέκνο επέδειξε ισχυρή άρνηση να επιστρέψει στην χώρα της συνήθους διαμονής του. Θα πρέπει να είναι αμετάπειστο στην άρνηση του και όχι απλώς να σταθμίζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα δύο διαφορετικών χωρών. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται κάτι ισχυρότερο από την απλή έκφραση προτίμησης.

Επιπροσθέτως η διεθνής νομολογία ερμηνεύονται τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 13 της Διεθνούς  Σύμβασης της Χάγης του 1980 έχει αναγνωρίσει ως αναγκαίο να προσδιορίζει αν η ενδεχόμενη αντίθεση του ανηλίκου στην επιστροφή του αποτελεί προϊόν ελεύθερης βούλησης, και όχι συνέπεια αθέμιτων επιρροών και πιέσεων από τον απαγωγέα, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις προσπαθεί να το χειραγωγήσει.

Προκειμένου να ελέγχεται αν η ενδεχόμενη αντίθεση του ανηλίκου είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ή αποτέλεσμα υποβολής από τον γονιό-απαγωγέα είναι σκόπιμο να γίνεται ψυχολογική, πνευματική και συναισθηματική αξιολόγηση από εξειδικευμένο επιστήμονα ψυχικής υγείας.

Εξάλλου, η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του, μόνο όταν το παιδί έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα, που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του.

Αφού εξεταστεί αν ο ανήλικος έχει την απαραίτητη ηλικία και ωριμότητα να εκφράσει αυτόνομα αντίθεση στην επιστροφή του, τότε το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, ή κατ’ εξαίρεση να μη διατάξει, την επιστροφή του, δίνοντας, όμως, μεγάλο βάρος στην ανάγκη επίτευξης των στόχων της Διεθνούς  Σύμβασης της Χάγης του 1980.

Μεγάλο βάρος, πρέπει να δίνεται, επίσης, από τον ευρωπαίο δικαστή στην ανάγκη επίτευξης των στόχων του Κανονισμού 2201/2003, επιπρόσθετα με την επίτευξη των στόχων της Διεθνούς  Σύμβασης της Χάγης του 1980.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι προκειμένου να μην απαξιωθούν οι μηχανισμοί επιστροφής που προβλέπονται στη Σύμβαση, τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να ενεργοποιούν τις εξαιρέσεις της και τη δυνατότητά τους να μην διατάσσουν την επιστροφή ανηλίκων, που κρατούνται παράνομα, μονάχα σε εξαιρετικές περιστάσεις και ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις  της Σύμβασης εξαιρετικά αυστηρά, όπως δηλαδή σκόπευσαν και οι συντάκτες της.