Ne bis in idem: Η περίπτωση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων

Το προηγούμενο έτος το γραφείο μας απασχολήθηκε έντονα με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει, πως «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».

Ένα από τα ζητήματα, που αντιμετωπίσαμε νομολογιακά, αφορά στην αντιμετώπιση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων. Συγκεκριμένα, τέθηκε το ζήτημα αν η μια οριστική και μη υποκείμενη σε αναθεώρηση αλλοδαπή εισαγγελική διάταξη συνιστά “αθώωση με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου”.

Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η απόρριψη της έγκλησης ως μη νόμιμης ή ανεπίδεκτης δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον η απορριπτική διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 κάθε νέα καταγγελία κατά του ίδιου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωσή τους, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης της ποινικής δίωξης και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της άσκησης ποινικής δίωξης (Μπουρόπουλος ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 66, ΑΠ1995/2004 ΠΧ ΝΕ 730, 2004/2002 αδημ. Σκέψη, Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 91).

Η διάταξη αυτή αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον Εισαγγελέα, παράγει οιονεί δεδικασμένο και δεν καλύπτεται από την αρχή ne bis in idem, υπάρχει δε η δυνατότητα ανάσυρσής της όταν προκύπτει η ανάγκη διερεύνησης νέων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της (ΠλημΑΘ 2774/2014, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1995/2004 ΠοινΧρ 2005,730).

Επίσης αναφέρεται στο εν λόγω Βούλευμα πως “υφίσταται πράγματι ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου, πλην όμως, εν προκειμένω, κατετέθησαν από τους εγκαλούντες στις δικαστικές αρχές της χώρας μας νέα στοιχεία, που δεν είχαν ληφθεί υπόψιν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της Ρουμανίας, τα οποία δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης και οδήγησαν, κατ’ άρθ. 47 παρ. 3 και 43 παρ. 5 στην ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και στην άσκηση της υπό κρίση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δικονομική δυνατότητα που δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων μας (βλ. ad hoc ΣυμβΠλημΑΘ 2774/2014).”

Έτσι, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, όπου προβλήθηκε την πλευρά της υπεράσπισης (εν περιλήψει) η κάτωθι επιχειρηματολογία:

  • Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 1/2011 απόφασή Του (Α’ Τακτική Ποινική Ολομέλεια) έκρινε, ότι «η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικότερης αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, που περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 69Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο «Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις», που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Και είναι μεν αληθές, ότι με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 69Α ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να λαμβάνουν μέτρα, που αφορούν «τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών, για να εξασφαλίζεται η αναγνώριση, σε ολόκληρη την Ένωση, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών», αλλά για το ειδικότερο θέμα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στον ισόκυρο, κατά τα προλεχθέντα, με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Χάρτη, δεν απαιτείται προφανώς η θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών, αφού η διάταξη του άρθρου 50 του τελευταίου (του Χάρτη) είναι σαφής και πλήρης και αμέσως εφαρμόσιμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από το άρθρο 51 §1 του Χάρτη, οι δε προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να συναχθούν από την αυτόνομη ερμηνεία της».

  • Στην απόφαση υπ’ αρίθμ, C-398/12 του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, στην παρ. 40, πως: «Εν προκειμένω, η δυνατότητα επαναλήψεως της ανακριτικής διαδικασίας λόγω νέων αποδείξεων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 246 έως 248 ΚΠΔ [ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναφέρεται στο βελγικό δίκαιο, όπως προκύπτει και από τις παραγράφους 9-13], δεν μπορεί να αναιρέσει τον αμετάκλητο χαρακτήρα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί, βεβαίως, «έκτακτο ένδικο μέσο», υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά συνεπάγεται την κατ’ εξαίρεση κίνηση, βάσει διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, μιας χωριστής διαδικασίας και όχι την απλή συνέχιση της διαδικασίας που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Εξάλλου, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την επανάληψη της διαδικασίας είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη».

  • Σύμφωνα με τον Τζαννετή (Τζαννετής Αριστομένης, Περιορισμένο εθνικό και απεριόριστο ευρωπαϊκό δεδικασμένο: Με αφορμή την απόφαση Μ. του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5.6.2014, C-398/12, ΠοινΧρον 2015, σελ. 166), «Το εάν ένα αποδεικτικό είναι «νέο» ή διαφορετικό σε σχέση με τα ήδη ληφθέντα υπόψη μπορεί να κριθεί αξιόπιστα μόνο υπό την οπτική γωνία του Κράτους που έχει εκδώσει την πρώτη απόφαση. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος εκτίθεται στον κίνδυνο απεριόριστων νέων διώξεων σε καθένα από τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη, στα οποία αποκτώνται μεταγενεστέρως νέες αποδείξεις. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και αν αποβλέψουμε στην κατοχυρωμένη μέσω του άρθρου 50 του Χάρτη ελευθερία κινήσεως εντός του χώρου της ΕΕ, η οποία θα περιοριζόταν ανεπίτρεπτα αν ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να παραμένει εντός των συνόρων της χώρας που εξέδωσε την απόφαση που αναστέλλει τη δίωξη λόγω ανεπάρκειας των ενδείξεων ενοχής, φοβούμενος την υπαγωγή του στην ποινική δικαιοδοσία ενός άλλου Κράτους.

(…)

Ελλείψει δικαιοδοσίας τα λοιπά Κράτη οφείλουν απλώς να διαβιβάζουν στο πλαίσιο της διαρκώς ενισχυόμενης διακρατικής συνεργασίας τα νέα στοιχεία, που τυχόν συγκεντρώνουν, στο κράτος που έχει επιληφθεί πρώτο και μόνο αυτό μπορεί εφεξής να αξιολογήσει αν τα διαβιβαζόμενα στοιχεία είναι πράγματι νέα και αν επί τη βάσει αυτών πρέπει να συνεχισθεί η ανασταλείσα ποινική διαδικασία».

  • Tο υπ’ αρίθμ. 2774/2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, του οποίου είχε γίνει επίκληση στο υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διαφέρει ουσιωδώς από την κρινόμενη περίπτωση, αφενός, επειδή δεν προκύπτει, πως η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε στα ίδια πραγματικά περιστατικά, και αφετέρου, επειδή η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε σε ουσιωδώς διαφορετικά εγκλήματα, τα οποία στέφονταν κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εν λόγω βούλευμα, «…από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι στον προσφεύγοντα είχε υποβληθεί έγκληση για το αδίκημα του άρθρου 299 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο Τμήμα 26 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που αφορά στα αδικήματα κατά του ανταγωνισμού (άρθρα 298 έως 302), φέρει τίτλο «ενεργητική και παθητική δωροδοκία σε εμπορικές υποθέσεις», αφορά στη δωροδοκία υπαλλήλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που πλήττουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και διώκεται κατ` έγκληση (άρθρο 301 παρ. 1), εκτός εάν η Εισαγγελία κρίνει απαραίτητη για το δημόσιο συμφέρον την αυτεπάγγελτη δίωξη, κάτι που δεν προκύπτει από την υπό κρίση διάταξη ότι συνέβη. Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει από την ως άνω εισαγγελική διάταξη ότι η διενεργηθείσα έρευνα από τον Εισαγγελέα του Κίελου αφορά στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά για τα οποία κατηγορείται ο προσφεύγων στην Ελλάδα, το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος του, στη Γερμανία, αφορά σε τελείως διαφορετικό αδίκημα από την παθητική δωροδοκία που του αποδίδεται, στην Ελλάδα, φέροντας την ιδιότητα του υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή δωροδοκία μάλιστα προβλέπεται από τα άρθρα 331 έως 335 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, που βρίσκονται στο 30ο Τμήμα αυτού και αφορά στα αδικήματα περί την υπηρεσία, που διώκονται αυτεπάγγελτα. Επομένως, με τα αδικήματα αυτά (των άρθρων 299 και 331 επ. του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα) πλήττονται διαφορετικά έννομα αγαθά, υφίσταται μεταξύ τους αληθινή κατ` ιδέαν συρροή και δεν κωλύεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην Ελλάδα κατά του κατηγορούμενου για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, που αφορά σε εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία ακόμη και αν είχε εκδοθεί απαλλακτική απόφαση κατ` αυτού για το αδίκημα της εμπορικής δωροδοκίας που στρέφεται κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που έχει τεθεί στο αρχείο με διάταξη η ποινική δικογραφία σε βάρος του. Και τούτο διότι, στην περίπτωση της κατ` ιδέαν συρροής, κατά την οποία με την αυτή ενέργεια του δράστη τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και συνεπώς δεν κωλύει τη νέα δίωξη για την κατ` ιδέαν προς την πρώτη αληθώς συρρέουσα και μη κριθείσα άλλη αξιόποινη πράξη, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξεως απετέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΑΠ Ολ 1110/1982 ΠοινΧρ 1983, 379, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1246/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 19/2007 ΠοινΧρ 2007, 915). Άλλωστε, ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε να διωχθεί στη Γερμανία για το γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα που έχει τελέσει ως υπάλληλος στην Ελλάδα σε Βάρος του Ελληνικού Δημοσίου». Τα παραπάνω, όπως είναι προφανές, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή που υπάρχει ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου.

  • Στην υπ’ αρίθμ. C-261/09 του ΔΕΕ στις παρ. 38 και 39 αναφέρεται ρητά πως: «Συναφώς, δεν μπορεί να επαφίεται στην κρίση των δικαστικών αρχών κάθε κράτους μέλους να ερμηνεύσουν βάσει του εθνικού τους δικαίου την έννοια των «ίδιων πράξεων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου. Πράγματι, από την απαίτηση ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης προκύπτει ότι, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την ως άνω έννοια, αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozłowski, Συλλογή 2008, σ. I-6041, σκέψεις 41 και 42). Αποτελεί επομένως αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία, λόγω της ιδιότητάς της αυτής, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως οποιουδήποτε δικαστηρίου έχει επιληφθεί σχετικής διαφοράς, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον τίτλο VII του πρωτοκόλλου αριθ. 36 της ΣΛΕΕ, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

Πρέπει να επισημανθεί ότι και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ περιέχεται η αντίστοιχη έννοια των «ίδιων πραγματικών περιστατικών». Στο πλαίσιο αυτό, ο εν λόγω όρος ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι αφορούσε μόνο το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και περιελάμβανε ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος (βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2006, C- 436/04, Van Esbroeck, Συλλογή 2006, σ. I-2333, σκέψεις 27, 32 και 36, καθώς και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-150/05, Van Straaten, Συλλογή 2006, σ. I-9327, σκέψεις 41, 47 και 48)».

  • Στην παρ. 33 της υπ’ αρίθμ. C-467/04 αποφάσεως του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, πως «Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, που κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αμετάκλητης αποφάσεως συμβαλλομένου κράτους που εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως και με την οποία κατηγορούμενος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη».

  • Επισημαίνεται πως εξαιτίας των παραπάνω δημιουργείται και απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ’ ΚΠΔ, αφού παραβιάζονται διατάξεις, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Άλλωστε, η μη δίωξη του κατηγορουμένου για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο, συνιστά υπερασπιστικό του δικαίωμα, το οποίο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».-

  • Μάλιστα, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-ΕΔΔΑ, στην απόφασή του Sergey Zolotukhin v. Russia (Μείζονα Σύνθεση, 14939/03, 10 Φεβρουαρίου 2009, παρ. 79) συγκαταλέγει το άρθρο 50 του Χάρτη στα διεθνή κείμενα, που θεμελιώνουν την αρχή ne bis in idem και θεμελιώνουν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Εξάλλου, ως γνωστόν το δεδικασμένο αποτελεί «αρνητική δικονομική προϋπόθεση» για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Το παραπάνω προκύπτει ρητά από το άρθρο 310 παρ. 1 εδάφιο γ’, σύμφωνα με το οποίο «στην περίπτωση που συντρέχει δεδικασμένο ή δεν υπάρχει η έγκληση, η αίτηση ή η άδεια που απαιτείται για τη δίωξη (άρθρ. 55), το Συμβούλιο κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη». Επομένως, είναι σαφές, πως εν προκειμένω δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1β’ ΚΠΔ, αφού παραβίαζονται διατάξεις που αφορούν στην «κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα» (ίδετε Λυμπερόπουλος Λ., Η ανίσχυρη διαδικαστική πράξη, 2008, σελ. 80-81).-

Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω επιχειρηματολογία η υπ’ αριθμ. 1665/2019 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δικαίωσε τον κατηγορούμενο κρίνοντας τα εξής:

Το προαναφερθέν άρθρο 50 του Χάρτη μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, τυγχάνει εφαρμογής και επί αποφάσεων μίας δημόσιας αρχής που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός της οικείας έννομης τάξεως, όπως είναι η Εισαγγελία συμβαλλόμενου κράτους, με τις οποίες παύει αμετάκλητα η ποινική δίωξη σε ένα κράτος μέλος, έστω και αν αυτές λαμβάνονται χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου και δεν έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης. Τούτο διότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή διακηρύσσεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, σε διαδικασίες που οδηγούν εξάλειψη της δυνατότητας άσκησης δίωξης και διεξήχθησαν σε άλλο κράτος μέλος χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να μην απαιτεί ούτε η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους παρόμοια παρέμβαση Δικαστηρίου (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 11ης Φεβρουάριου 2003, υπόθεση C-187 και C-385/01, σκέψεις 28, 34 και 38, ιστοσελίδα curia.europa.eu). Προκειμένου να κριθεί αν μία διάταξη αποτελεί απόφαση με την οποία κάποιος δικάζεται αμετάκλητα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, πρέπει να εξακριβώνεται αν η διάταξη αυτή εκδόθηκε κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, οπ.π.). Τέλος, η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας λόγω νεώτερων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, υπόθεση C-398/12, ιστοσελίδα curia.europa.eu).

Κωνσταντίνος Πικραμένος

Μ.Δ.Ε. Ποινικού Δικαίου

Τα ιδεολογικά θεμέλια του δικαίου της Ε.Ε.

Εισαγωγή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε ως οργανισμός που είχε ως κυρίαρχο στόχο την ελεύθερη κίνηση προσώπων και αγαθών και μονάχα δευτερευόντως ενδιαφερόταν για ζητήματα που άπτονται του ποινικού δικαίου. Σύντομα, όμως, κατέστη φανερό ότι προκειμένου να επιτευχθεί ο παραπάνω οικονομικός στόχος ήταν απαραίτητη η σε ενωσιακό επίπεδο συνεργασία των κρατών- μελών στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων, που με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έλαβε τη μορφή του τρίτου πυλώνα της Ε.Ε., ενώ ακολούθησε η δημιουργία του Χώρου Ειρήνης Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Χ.Ε.Α.Δ), με τη συνθήκη του Άμστερνταμ.

Στο πλαίσιο του λεγόμενου διακυβερνητικού συστήματος οι σχετικές πρωτοβουλίες προέρχονταν από τα Κράτη μέλη και προκειμένου να λάβουν την μορφή της Απόφασης- Πλαισίου απαιτούνταν ομοφωνία, ενώ στη συνέχεια απαιτούνταν και η μεταφορά των συμφωνηθέντων στην εθνική νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους έτσι ώστε να επιτευχθεί νομική δεσμευτικότητα.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας για την Ευρωπαϊκή Ένωση άλλαξε δραστικά το τοπίο. Οι τρεις πυλώνες καταργήθηκαν, το ποινικό δίκαιο εντάχθηκε στην συνήθη νομοθετική διαδικασία (άρθρο 294 ΣΛΕΕ) και το πρότυπο της διακυβερνητικού συστήματος εγκαταλείφθηκε δίνοντας τη θέση του σε ένα «μεταεθνικό πρότυπο συλλειτουργίας» ή αλλιώς «συνεργατικό μοντέλο θεσμοθέτησης».

Η εξουσιοδότηση των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς ποινική νομοθέτηση διευρύνθηκε, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις ενισχύθηκε όπως και η αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, ενώ έγιναν σημαντικές προσπάθειες προκειμένου να περισταλεί το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα κατά τη θέσπιση ποινικών κανόνων. Σημαντική είναι επίσης η δυνατότητα προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ και η αναγνώριση της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. ως ισόκυρης με τις Συνθήκες.

Μετά την σύντομη αυτή εισαγωγή θα εξετάσουμε εκτενέστερα το ιδεολογικό υπόβαθρο  από το οποίο αντλεί νομιμοποίηση το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Μια παρατήρηση που έχει γίνει από μεγάλο μέρος της θεωρίας για τους ποινικούς κανόνες της Ε.Ε. είναι πως αυτοί αντί να εδράζονται σε ένα λογικά δομημένο σύστημα αρχών υπακούουν κυρίαρχα στην ανάγκη για καταπολέμηση της εγκληματικότητας με κάθε τρόπο, δίνοντας μάλιστα ιδιαίτερα έμφαση στην πρόληψη. Από την ίδια, μάλιστα, την περιγραφή των στοιχείων, που προσδιορίζουν το Χώρο Ελευθερίας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης στο άρθρο 67 ΣΛΕΕ διαπιστώνεται η ιδιαίτερη έμφαση στο στοιχείο της ασφάλειας. Η ασφάλεια, όμως, δεν αποτελεί έννομο αγαθό καθεαυτή και δεν αναφέρεται ως τέτοια στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., αλλά απότοκο της προστασίας συγκεκριμένων έννομων αγαθών.

Η εξέλιξη αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τα ατομικά δικαιώματα και δημιουργεί την ανάγκη για την αναζήτηση των θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου και την ανάπτυξη μιας ποινικής δογματικής, η οποία θα εγγυάται την ενδοσυστηματική συνοχή των παραγόμενων νομικών κανόνων, αλλά και την σταθερή τους προσήλωση στον σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ανάγκη για ουσιαστική νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου

Ως γνωστόν με τη Συνθήκη της Λισαβόνας έγινε προσπάθεια να αμβλυνθεί το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα. Προκειμένου, όμως, ένας κανόνας του ποινικού δικαίου να είναι ουσιαστικά νομιμοποιημένος θα πρέπει όχι μόνο να προέρχεται από δημοκρατικώς νομιμοποιημένα νομοθετικά όργανα, αλλά και να θεσπίζεται σε αρμονία με τις γενικές αρχές του δικαίου. Και ενώ με τη συνθήκη της Λισαβόνας αναγνωρίζονται ρητά οι αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας, η ανάπτυξη μιας πλήρους ποινικής θεωρίας σε επίπεδο Ε.Ε. παραμένει το ζητούμενο.

Μέχρι στιγμής οι πολυάριθμες ρυθμίσεις στο πεδίο του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου δεν εκφράζουν μια ενιαία αντίληψη, αλλά αντίθετα επιδιώκουν ευκαιριακά να αντιμετωπίζουν τα εκάστοτε ανακύπτοντα προβλήματα προασπίζοντας μονόπλευρα ορισμένα συμφέροντα, όπως η εσωτερική ασφάλεια, η καταστολή ορισμένων πράξεων με ιδιαίτερα μεγάλη κοινωνικοηθική απαξία και η προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. Γι’ αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζονται, μάλιστα, ως σύνολο κανόνων. Η συνοχή, όμως, των κανόνων δικαίου είναι απαραίτητη όχι μόνο για να διαθέτουν πειστικότητα και σοβαρότητα, αλλά και προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί το εάν συμβαδίζουν με τις γενικές αρχές του δικαίου.

Αναγκαίο είναι, λοιπόν, είναι να ενταχθούν σε ένα σύστημα ώστε να βρίσκονται σε αρμονία όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, από τις οποίες αντλούν και την ουσιαστική τους νομιμοποίηση. Βασικοί άξονες μια τέτοιας ερμηνευτικής προσέγγισης θα μπορούσε να είναι η αναζήτηση κοινών τόπων ανάμεσα στα κράτη- μέλη με τα διαφορετικά τους εθνικά συστήματα, οι βασικές αρχές της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ, η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των θεωρητικών του ευρωπαϊκού δικαίου και των ποινικολόγων και η αξιοποίηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Αισιόδοξη εξέλιξη στην πορεία για την ουσιαστική νομιμοποίηση των ευρωπαϊκών ποινικών κανόνων αποτελεί το γεγονός πως σε μια αναφορά της Επιτροπής το 2011 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εγκληματική Πολιτική και το μέλλον αυτής τονίστηκε η ανάγκη για μια πιο ενδοσυστηματικώς συνεπή και συνεκτική («coherent and consistent») κατεύθυνση. Σύμφωνα με τον A. Klip η παραπάνω παραδοχή συνιστά τρανή απόδειξη πως η μέχρι τώρα πολιτική της Ε.Ε. στον τομέα του ποινικού δικαίου έπασχε σοβαρότατα στους παραπάνω τομείς.

Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει τη σημασία που έχει η αρχή της επικουρικότητας, αλλά και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τομέα του ποινικού δικαίου. Προκειμένου να διαφυλαχθούν τα παραπάνω προτάσσονται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, που οδηγούν στη χρήση του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο ο ενωσιακός νομοθέτης θα πρέπει να ερευνά μήπως υπάρχουν πιο ήπια μέσα από την θέσπιση ποινικών κανόνων, που να είναι επαρκή. Αν η απάντηση είναι αρνητική μπορεί μεν να θεσπίζει ποινικούς κανόνες, αλλά θα πρέπει: α) να υιοθετεί ελάχιστους («minimum») αλλά επαρκώς σαφείς και ορισμένους κανόνες β) να επιλέγει την συγκεκριμένη ποινική κύρωση με βάση τα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας γ) να λαμβάνει υπόψη του συγκεκριμένα στοιχεία για τη φύση και τα αποτελέσματα της εκάστοτε ρυθμιζόμενης περίπτωσης και δ) να επιλέγει αποτελεσματικές ποινικές κυρώσεις.

Δυστυχώς, όμως, στο παρελθόν τόσο η Επιτροπή όσο και το ΔΕΚ έδειξαν να δέχονται πως αυταπόδεικτα η θέσπιση ποινικών κανόνων είναι μια αποτελεσματική λύση καθεαυτή. Η σκέψη αυτή είναι, βέβαια, λανθασμένη, γιατί όπως τόνισε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας το ποινικό δίκαιο δεν είναι ένα τεχνικό εργαλείο τόνωσης της αποτελεσματικότητας της διεθνούς συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, αλλά ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου, που σχετίζεται με μια ιδιαίτερα ευαίσθητη δημοκρατική πτυχή. Η ανάγκη, πάντως, να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για αποτελεσματικότητα και στη χρήση του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου αναγνωρίζεται εμμέσως από την Επιτροπή, όταν γίνεται λόγος για διερεύνηση συγκεκριμένων στοιχείων («factual evidence») στην κάθε περίπτωση.

Το παραπάνω σκεπτικό για τη χρήση του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου, αλλά και για την αναμενόμενη αποτελεσματικότητά του αντανακλάται και σε πρόσφατες οδηγίες όπως η 2014/57/ΕΕ περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η θέσπιση των διοικητικών κυρώσεων από τα κράτη μέλη έχει έως τώρα αποδειχθεί ανεπαρκής ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους κανόνες για την πρόληψη και την καταπολέμηση των καταχρήσεων αγοράς… Η πρόβλεψη από όλα τα κράτη μέλη ποινικών κυρώσεων τουλάχιστον για τα σοβαρά αδικήματα κατάχρησης αγοράς είναι συνεπώς απαραίτητη για μια αποτελεσματική εφαρμογή της ενωσιακής πολιτικής…»

Ένα ακόμα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής νομιμοποίησης του ποινικού δικαίου είναι πως με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης το 2009 ήρθε στο προσκήνιο η ανάγκη προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο πλαίσιο του προγράμματος της Στοκχόλμης που αφορά την περίοδο 2009-2014 κρίνει ότι προτεραιότητα για τα επόμενα έτη θα είναι η επικέντρωση στα συμφέροντα και τις ανάγκες των πολιτών. «Η πρόκληση θα είναι να εξασφαλισθεί ο σεβασμός των θεμελιωδών ελευθεριών και της ακεραιότητας του προσώπου και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί η ασφάλεια στην Ευρώπη. Είναι εξαιρετικά σημαντικό τα μέτρα επιβολής του νόμου, αφενός, και τα μέτρα διαφύλαξης των ατομικών δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και των κανόνων διεθνούς προστασίας, αφετέρου, να ακολουθούν αρμονικά την ίδια κατεύθυνση και να αλληλοενισχύονται.» Η εξέλιξη αυτή ήταν φυσικά θετική, αλλά στην θεωρία εκφράστηκε κριτική για την δεκαετή καθυστέρηση, αφού ήδη από το 1999 με τα συμπεράσματα δράσης του Συμβουλίου του Τάμπερε, η έμφαση είχε δοθεί αποκλειστικά σχεδόν στο μέγεθος της ασφάλειας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, το σχέδιο συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με πρότυπες διατάξεις προς καθοδήγηση των εργασιών του στον τομέα του ποινικού δικαίου, το οποίο εκδόθηκε το 2009. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως οι ποινικές διατάξεις θα πρέπει να επικεντρώνονται στη συμπεριφορά που θίγει πράγματι ή απειλεί σοβαρά το δικαίωμα ή ουσιώδες συμφέρον που αποτελεί το αντικείμενο προστασίας, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγεται η ποινικοποίηση μιας συμπεριφοράς σε αδικαιολόγητα πρώιμο στάδιο. Η συμπεριφορά που εμπεριέχει απλώς αόριστο κίνδυνο για το προστατευόμενο δικαίωμα ή συμφέρον θα πρέπει να ποινικοποιείται μόνο εφόσον αυτό είναι σκόπιμο λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του δικαιώματος ή συμφέροντος που αποτελεί το αντικείμενο προστασίας.

Οι παρατηρήσεις αυτές του Συμβουλίου είναι ένα εξαιρετικό ερέθισμα για να εξετάσουμε κάποιες σημαντικές αντιλήψεις της θεωρίας σχετικά με το ζήτημα των θεμελιωδών αρχών, που μπορούν να αντληθούν από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τα εθνικά συντάγματα των κρατών- μελών στον τομέα του ποινικού δικαίου.

Καταρχήν, σχετικά με το ζήτημα της ανάγκης ύπαρξης ενός εννόμου αγαθού αξίου προστασίας προκειμένου να θεσπιστεί ένας ποινικός κανόνας, μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αφορά εάν το ευρωπαϊκό δίκαιο πρέπει να υιοθετήσει την «αρχή της βλάβης», όπως αυτή εκφράστηκε από τον J.S. Mill ή εάν μπορεί να περιλαμβάνει πατερναλιστικά στοιχεία. Σημαντικά στοιχεία παρέχουν οι αποφάσεις του ΕυρΔΔΑ, όπως η απόφαση Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, στην οποία επισημαίνεται ότι για να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά ως κοινωνικοηθικά ανυπόφορη είναι σημαντική τόσο η απαξία του αποτελέσματος όσο και η απαξία της συμπεριφοράς.

Έχει, επίσης, επισημανθεί ότι αόριστες έννοιες, όπως η «συλλογική ασφάλεια» και η «ευρωπαϊκή δημόσια τάξη» δεν μπορούν ούτε να παράσχουν ασφαλές κριτήριο ποινικοποίησης ούτε να θεωρηθούν ως προστατευτέα από το ποινικό δίκαιο έννομα αγαθά. Αντίθετα, ο ενωσιακός νομοθέτης οφείλει να προστατεύει τα θεμελιώδη συμφέροντα, τα οποία προέρχονται από το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, εφόσον δεν βρίσκονται σε αντίθεση με τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών- μελών και εφόσον, προσβάλλονται, σε κάποιον σημαντικό βαθμό.

Όσον αφορά στην αρχή της χρήσης του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου επισημαίνεται ότι με αυτή υποδηλώνεται τόσο ένας ποσοτικός, όσο και ένας ποιοτικός περιορισμός. Σε κανονιστικό επίπεδο συνδέεται με την αρχή της αναλογικότητας, αφού το έσχατο μέσο είναι σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και αναγκαίο, εφόσον δεν υπάρχει ηπιότερο. Η αρχή της ultima ratio, όμως, δεν μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε σκοπό, αλλά μονάχα σε πράξεις με ιδιαίτερη κοινονικοηθική απαξία. Μάλιστα, σε κάθε επιμέρους περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώνεται με εμπειρικά στοιχεία πως η ποινική κύρωση συνιστά πραγματικά το έσχατο μέσο.

Η τήρηση της αρχής αυτής στην πράξη έχει αποδειχθεί δύσκολο έργο, καθώς, όπως έχει ήδη τονιστεί τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. συχνά θεωρούν πως η υιοθέτηση ποινικών κυρώσεων είναι η πλέον ταχεία και αποτελεσματική απάντηση σε διάφορα εγκληματικά φαινόμενα. Επί παραδείγματος έχουμε, ήδη, αναφερθεί στην Απόφαση Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ για την τρομοκρατία με την οποία η ποινική προστασία μεταφέρθηκε προς τα εμπρός με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υποστηριχθεί πως έχουν εξαντληθεί όλοι οι ηπιότεροι εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης πριν την επιβολή βαρύτατων ποινικών κυρώσεων. Το ίδιο ισχύει και για συμπεριφορές, οι οποίες είναι συγκριτικά ήσσονος κοινωνικοηθικής απαξίας, όπως η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα και που θα μπορούσαν, ίσως, να αντιμετωπιστούν με διοικητικά μέτρα.

Μεγάλης σημασίας είναι και η αρχή της νομιμότητας, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 49 παρ.1 Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και στο άρθρο 6 παρ. 3 της ΣΕΕ, με την αναγνώριση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, και έχει δυο ειδικότερες εκφάνσεις:

Από τη μία πλευρά επιτάσσει τη σαφή περιγραφή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης που τιμωρείται απαγορεύοντας τις επικίνδυνες για τις ατομικές ελευθερίες αόριστες διατυπώσεις, που, άλλωστε, υπόκεινται στον έλεγχο του ΔΕΕ. Δεδομένου ότι οι οδηγίες της Ε.Ε. με ποινικό περιεχόμενο είναι δεσμευτικές για τα κράτη- μέλη, τα οποία μπορούν να υποστούν ακόμα και κυρώσεις κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ σε περίπτωση μη μεταφοράς, είναι φανερό ότι το περιεχόμενό τους πρέπει να ορίζεται με επαρκή σαφήνεια. έτσι ώστε να εξασφαλίζεται και η προβλεψιμότητα των ποινικών κανόνων από τους πολίτες.

Μια άλλη πτυχή της αρχής της νομιμότητας είναι η απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών νόμων, η οποία θεωρείται γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, που εδράζεται στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών- μελών. Μια εξαίρεση υπέρ των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ορίζεται πλέον ρητά στο άρθρο 49 παρ. 1 της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., όπου ορίζεται η αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης για τον κατηγορούμενο ρύθμισης.

Επισημαίνεται όμως και μια εξαίρεση σε βάρος των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Το ΔΕΚ στην υπόθεση Berlusconi δέχθηκε εμμέσως ότι όταν η υποχρέωση απειλής επαρκώς αποτρεπτικής ποινής εδράζεται σε Κανονισμό, ο εθνικός νόμος στερείται εξουσίας να απειλήσει μεταγενέστερα μια ηπιότερη ποινή, στην περίπτωση δε αυτή το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τον ευνοϊκότερο ποινικό νόμο, ο οποίος θα έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Κανονισμού.

Τέλος, σχετικά με την αρχή της ενοχής αυτή συνάγεται από το άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. στο οποίο κατοχυρώνεται το τεκμήριο της αθωότητας, αλλά και από το άρθρο 1 του Χάρτη, όπου κατοχυρώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αρχή της ενοχής επιτάσσει το σεβασμό του ανθρώπου ως υποκειμένου και την επιβολή σε αυτόν ποινικών κυρώσεων μονάχα όταν διαπιστώνεται μια σαφώς προσδιορισμένη υποκειμενική του ευθύνη για το άδικο, που έθεσε. Ακόμη, όμως, και αν επιβληθεί κάποια ποινή αυτή θα πρέπει να είναι ανάλογη της υποκειμενικής του ευθύνης και όχι μεγαλύτερη.

Σχετικά με το ζήτημα της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων η Ε.Ε. οφείλει να αναγνωρίσει πως το νομικό σύστημα ορισμένων κρατών- μελών, όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, δεν αναγνωρίζει μια τέτοιου είδους ρύθμιση και να εξακολουθήσει να απέχει από την επιβολή υποχρεώσεων ποινικοποίησης της συμπεριφοράς των ποινικών προσώπων. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα ερχόταν σε αφόρητη αντίθεση με τις επιλογές ορισμένων εθνικών ποινικών νομοθετών σχετικά με την αρχή της ενοχής και θα δημιουργούσε σημαντικότατα προβλήματα συνοχής στις πληττόμενες έννομες τάξεις.

Βασική βιβλιογραφία

Δ. Κιούπης , Ρ.-Ε. Παπαδοπούλου , Δ. Μουζάκης, «Το ποινικό δίκαιο μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο & Συνθήκη της Λισσαβώνας, εκδόσεις Σάκκουλας, 2011.

Σπύρος Αθ. Καρανικόλας, «Η επίδραση του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη.», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, ”Κοινοτικό Ποινικό Δίκαιο και Γενικές Αρχές του Κοινοτικού Δικαίου», ΠοινΧρον 2010, σελ. 161-168.

Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, » Το Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας», ΠοινΧρον 2011, σελ. 81-92.