Η εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων

Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει στην παρούσα μελέτη είναι η εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων κατηγορίας, διαδικασία η οποία ρυθμίζεται προεχόντως από το άρθρο 226Α ΚΠΔ. Το άρθρο αυτό εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό την επιρροή πλήθους διεθνών νομικών κειμένων, τα οποία δεν αφομοιώθηκαν πάντοτε με επιτυχία από τον Έλληνα νομοθέτη.

Συνοπτικά, στις 2 Σεπτεμβρίου 1990 ξεκίνησε η εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού του Ο.Η.Ε., η οποία κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 2101/1992. Στις 18 Ιανουαρίου 2002 τέθηκε σε ισχύ το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, το οποίο κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 3625/2007.

Στο άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου αυτού καταγράφεται πως τα Κράτη Μέρη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των παιδιών-θυμάτων μεταξύ άλλων: αναγνωρίζοντας την ευπάθεια των παιδιών-θυμάτων και προσαρμόζοντας τις διαδικασίες για την αναγνώριση των ιδιαίτερων αναγκών τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ιδιαίτερες ανάγκες τους ως μαρτύρων, ενημερώνοντας τα παιδιά-θύματα για τα δικαιώματά τους, τον ρόλο τους και το πλαίσιο, τον χρόνο και την πρόοδο της διαδικασίας και την έκβαση των υποθέσεών τους, προστατεύοντας, ως αρμόζει, την ιδιωτική ζωή και την ταυτότητα των παιδιών-θυμάτων. Τονίζεται, όμως, παράλληλα πως καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να θίγει ή να είναι ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη.

Με βάση τα παραπάνω ο Έλληνας νομοθέτης έκρινε πως ήταν επιβεβλημένο να προβεί σε ριζικές αλλαγές στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι με το τρίτο άρθρο του νόμου 3625/2007 προστέθηκε το άρθρο 226Α για πρώτη φορά στον ΚΠΔ, ενώ έγιναν και άλλες τροποποιήσεις στην ημεδαπή νομοθεσία προκειμένου να ληφθούν μέτρα προστασίας των ανηλίκων.

Το 2007 υπεγράφη από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Lanzarote η Σύμβαση για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης. Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 3727/2008, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 226Α ΚΠΔ, αφού η χώρα μας ανέλαβε συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τον τρόπο διεξαγωγής των συνεντεύξεων με ανηλίκους.

Λίγα χρόνια αργότερα η Οδηγία 2012/29/ΕΕ συστηματοποίησε τους κανόνες για την προστασία των θυμάτων κατά την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας1 και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 4267/2014, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 226Α του ΚΠΔ. Επειδή, όμως, κρίθηκε πως η εφαρμογή των προστατευτικών για τα ανήλικα θύματα προβλέψεων της Οδηγίας δεν εφαρμόστηκε στην πράξη2 με την αναμενόμενη επιτυχία ο Έλληνας νομοθέτης επανήλθε ψηφίζοντας τον νόμο 4478/2017, ο οποίος μεταξύ άλλων τροποποίησε εκ νέου το άρθρο 226Α ΚΠΔ φιλοδοξώντας να αποτρέψει την περαιτέρω θυματοποίηση των παιδιών κατά τη διερεύνηση των σε βάρος τους διαπραχθέντων ποινικών αδικημάτων.

Μετά, λοιπόν, από την πλέον πρόσφατη τροποποίησή του, η οποία έλαβε χώρα με τον ν. 4478/2017 το άρθρο 226Α ΚΠΔ έχει ως εξής:

«1. Κατά την εξέταση ως µάρτυρα του ανήλικου θύµατος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παράγραφος 4, 323Β εδάφιο α΄, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349, 351, 351Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και στα άρθρα 29 παράγραφοι 5 και 6 και 30 του ν. 4251/ 2014 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγµατογνώµων, ειδικά εκπαιδευµένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυµάτων ή που περιλαµβάνεται στον πίνακα πραγµατογνωµόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν, χωρίς να εφαρµόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Η εξέταση ως µάρτυρα του ανήλικου θύµατος διενεργείται υποχρεωτικά στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυµάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασµένους και προσαρµοσµένους για το σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και µε όσο το δυνατόν περιορισµένο αριθµό συνεντεύξεων.

2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιµάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόµενος προς τούτο µε τους προανακριτικούς υπαλλήλους και µε τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιµοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές µεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και συντάσσει γραπτή έκθεση µε τις διαπιστώσεις, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταµένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου. Κατά την εξέταση ο ανήλικος µπορεί να συνοδεύεται από τον νόµιµο εκπρόσωπό του, εκτός αν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού µε αιτιολογηµένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως, σε περίπτωση σύγκρουσης συµφερόντων ή ανάµειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώµενη πράξη.

3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας.

4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως.

5. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του ανηλίκου γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές.

6. Η διάταξη του άρθρου 239 §2 εφαρμόζεται ανάλογα και επί ανηλίκων θυμάτων των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και από κοινωνικούς λειτουργούς δήμων ή νομαρχιών.».

Οι βασικές ρυθμίσεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ

Βασικός στόχος του άρθρου 226Α ΚΠΔ είναι η προστασία του ανηλίκου- θύματος σεξουαλικής κακοποίησης και η εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από συναισθήματα κατάθεσης3. Όπως προκύπτει και από το Κεφ. Α1 παρ. 4 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3625/2007 η παρουσία παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου κατά την εξέταση του παιδιού έχει ως σκοπό τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και ασφάλειας4, προκειμένου το ανήλικο θύμα να καταθέσει χωρίς να αισθάνεται κίνδυνο, φόβο και απομόνωση. Η ακολουθούμενη διαδικασία, λοιπόν, στοχεύει στην εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα κατάθεσης των ανηλίκων θυμάτων5, αλλά και στην αποτροπή του περαιτέρω ηθικού τραυματισμού του φερόμενου ως παθόντος ανηλίκου6.

Όσον αφορά στην παρουσία τρίτων προσώπων, κατά τη διάρκεια αποκλειστικά της εξέτασης -και όχι της προετοιμασίας7– του ανηλίκου, η παράγραφος δύο του άρθρου 226Α ΚΠΔ επιτρέπει την παρουσία του κηδεμόνα του ανήλικου θύματος εκτός κι αν με απόφαση του ανακριτή αυτό απαγορευτεί για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ανάμιξη του κηδεμόνα στην υπόθεση ή η ύπαρξη μιας κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων. Η ρύθμιση αυτή, αν και σε πρώτη ανάγνωση φαντάζει εύλογη, είναι προβληματική, καθώς οι κηδεμόνες των ανηλίκων είναι εξαιρετικά πιθανόν να έχουν ήδη ακούσει μια πρώτη αφήγηση των γεγονότων από τoν ανήλικο, με αποτέλεσμα έστω και άθελα τους να έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες, που θα εμποδίσουν την απολύτως ελεύθερη εξιστόρηση των γεγονότων από τον ανήλικο. Για τον λόγο αυτό έχει υποστηριχθεί πως θα ήταν προτιμότερο οι ανήλικοι να εξετάζονται χωρίς την παρουσία άλλων προσώπων και ειδικά των προσώπων εκείνων, τα οποία εκ του ρόλου τους έχουν εξουσία επάνω τους8. Η συγκεκριμένη, όμως, νομοθετική επιλογή αποτέλεσε διεθνή υποχρέωση της χώρας μας9.

Αντίθετα, η παρουσία του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου κατά την διαδικασία της εξέτασης αποκλείεται σε κάθε περίπτωση. Η απαγόρευση αυτή προκύπτει ευθέως από την γενική διάταξη του άρθρου 97 παρ.1 ΚΠΔ, από την οποία προβλέπεται εξαίρεση μονάχα στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 219 ΚΠΔ10. Επιπλέον αποκλείεται και η δυνατότητα διορισμού τεχνικού συμβούλου εκ μέρους του κατηγορουμένου. Η απαγόρευση αυτή, όπως δέχεται και η νομολογία11, προκύπτει ρητά από το γράμμα του άρθρου 226Α σύμφωνα με το οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 204-208 ΚΠΔ περί πραγματογνωμοσύνης.

Παρότι, δηλαδή, στο ίδιο το άρθρο γίνεται χρήση του όρου πραγματογνωμοσύνη γίνεται, επίσης, ρητή μνεία πως οι διατάξεις των άρθρων 204-208 Κ.Π.Δ. δεν εφαρμόζονται. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ειδική διαδικασία, διαφοροποιημένη από τις συνήθεις ρυθμίσεις του ΚΠΔ. Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, ότι το προϊόν της εργασίας του πραγματογνώμονα χαρακτηρίζεται από τον νομοθέτη ως “έκθεση” και όχι ως γνωμοδότηση, όπως στο άρθρο 198 ΚΠΔ.

Έτσι, η δυνατότητα του κατηγορουμένου να θέτει ερωτήσεις στον ανήλικο περιορίζεται μονάχα στην περίπτωση της παραγράφου πέντε του άρθρου 226Α ΚΠΔ12. Σύμφωνα με αυτή, αφού η υπόθεση έχει εισαχθεί στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την συμπληρωματική εξέταση του ανηλίκου, στον οποίον θα τεθούν πρόσθετες ερωτήσεις μέσω του ανακριτικού υπαλλήλου. Η ικανοποίηση, όμως, του αιτήματος αυτού βρίσκεται, σαφώς, στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Με βάση τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη, ο μοναδικός τρόπος για να ελεγχθεί η αμεροληψία και η επιστημονική ορθότητα της εξέτασης του ανήλικου είναι η καταγραφή της σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Μέχρι την τροποποίηση, που επέφερε ο νόμος 4478/2017, η διαδικασία αυτή ετίθετο ως δυνατότητα και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος καλείτο να εμπιστευτεί τυφλά την έγγραφη αποτύπωση της κατάθεσης του ανηλίκου, η οποία γίνεται με ευθύνη των ανακριτικών οργάνων.

Επισημαίνεται, πάντως, πως η παράγραφος 4 του άρθρου 226Α ΚΠΔ δεν τροποποιήθηκε, όπως ήταν απαραίτητο, προκειμένου να προβλέπει ρητά πως και η προβολή της βιντεοσκοπημένης κατάθεσης του ανηλίκου στο ακροατήριο είναι υποχρεωτική. Τέτοια, όμως, είναι η ενδεδειγμένη ερμηνεία της εν λόγω παραγράφου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η νομοθετική πρόβλεψη περί υποχρεωτικής βιντεοσκόπησης της κατάθεσης του ανηλίκου θα ήταν άνευ νοήματος.

Εξάλλου, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η αναπαραγωγή κατά την διάρκεια της δίκης της βιντεοσκοπημένης εξέτασης του μάρτυρα θεωρείται πως επιτρέπει στο δικαστήριο και στον κατηγορούμενο να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του μάρτυρα και να σχηματίσουν την δική τους άποψη για την αξιοπιστία του. Η άποψη αυτή πέρα από τις αποφάσεις D.T. v. The Netherlands13, Rosin v. Estonia14 και González Nájera v. Spain15, εντοπίζεται και σε άλλες πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ16, οι οποίες δεν σχετίζονται με την εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων, οι οποίοι είναι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης.

Όσον αφορά στον αριθμό των διενεργούμενων συνεντεύξεων με τον ανήλικο επισημαίνεται από τη νομολογία πως πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη μέριμνα από τον ανακριτή, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε επιπλέον εξέταση του ανηλίκου, που φέρεται ως θύμα, προκειμένου να αποφεύγεται η περαιτέρω θυματοποίησή του και η πρόκληση δυσμενών συνεπειών στην ψυχοσύνθεσή του17. Αυτό επιτάσσει, άλλωστε, και η σύμφωνη με το δίκαιο της Ε.Ε. ερμηνεία των νόμων, αφού η αποφυγή περιττών εξετάσεων του ανηλίκου αποτελεί ξεκάθαρο σκοπό της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως περιττή μια επιπλέον εξέταση, εφόσον είναι αναγκαία για την αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας18.

Τέλος, ο ρόλος των προσώπων, που θα εξετάσουν τον ανήλικο μάρτυρα είναι εξαιρετικά σημαντικός, καθώς η ενδεχόμενη έλλειψη επαγγελματισμού και κατάρτισης εκ μέρους τους ενδέχεται όχι μόνο να επιβαρύνουν συναισθηματικά τον ανήλικο, αλλά να καθοδηγήσουν την κατάθεσή του19 και να υπονομεύσουν την αξιοπιστία της. Και στον τομέα αυτό είναι άκρως σημαντική η μεταρρύθμιση, που επέφερε ο νόμος 4478/2017, αφού πλέον η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται διά του παρισταµένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου, ο οποίος φέρει σαφώς περισσότερα εχέγγυα για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας και την αποφυγή καθοδηγητικών ερωτήσεων και γενικότερα της χρήσης ακατάλληλων μεθόδων.

Η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ

Αρκετές από τις επιλογές του Έλληνα νομοθέτη δεν βρίσκονται σε αρμονία με την σχετική, πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συνοπτικά, αναφέρεται πως μια σημαντική παραδοχή του ΕΔΔΑ, η οποία εμφανίστηκε τόσο στην υπόθεση Vronchenko v. Estonia20 όσο και στην υπόθεση Rosin v. Estonia21, είναι πως εφόσον οι εθνικές αρχές ήταν σε θέση να διαπιστώσουν πως ο ανήλικος μάρτυρας δεν θα μπορεί να εξεταστεί στο ακροατήριο, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε ο κατηγορούμενος να έχει την ευκαιρία να τον εξετάσει στην προδικασία.

Μάλιστα, προ της αποφάσεως Al-Khawaja and Tahery22 το ΕΔΔΑ είχε νομολογήσει πως ο ανήλικος μάρτυρας θα έπρεπε να είχε εξεταστεί με έναν τρόπο, που να αποτελεί το λειτουργικό ισοδύναμο της κλασικής εξέτασης μαρτύρων23. Μετά την απόφαση Al-Khawaja and Tahery, όμως, το ΕΔΔΑ σε σειρά αποφάσεών του έκανε δεκτό πως είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά οι ανέλεγκτες μαρτυρικές καταθέσεις των ανηλίκων μαρτύρων, εφόσον λαμβάνονται επαρκή αντισταθμιστικά μέτρα για την διασφάλιση της αξιοπιστίας τους και συγκεκριμένα αν οι ανήλικοι έχουν εξεταστεί από ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι έχουν αποφανθεί επί της αξιοπιστίας τους24.

Η νομολογία αυτή, η οποία ερμηνεύει το δικαίωμα εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας αυστηρά λειτουργικά, δεν έχει ακόμα επικρατήσει ολοκληρωτικά25. Ακόμα, όμως, κι αν επικρατήσει, πρέπει να επισημανθεί πως η διαδικασία στην οποία αναφέρεται το ΕΔΔΑ ουδεμία σχέση έχει με την διαδικασία, που ακολουθείται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 226Α ΚΠΔ, αφού καθ’ ημάς δεν προβλέπεται κάποια διαδικασία ελέγχου της αξιοπιστίας του ανηλίκου.

Κριτική και προτάσεις

Σύμφωνα με τον Γ. Τριανταφύλλου ο βασικός ποιοτικός δείκτης μιας δικαστικής απόφασης καθορίζεται από την τήρηση αφενός της αρχής της αμεσότητας και αφετέρου της αρχής της υπεράσπισης, της δυνατότητας, δηλαδή, του κατηγορουμένου να αντιπαρατεθεί με όλα τα αποδεικτικά μέσο στο ακροατήριο26.

Εκκινώντας από την βάση αυτή, επισημαίνουμε πως η βασική κριτική που ασκείται στις διατάξεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ αφορά στον υπερβολικό περιορισμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος δεν έχει σε κανένα στάδιο της ποινικής δίκης την ευκαιρία να εξετάσει τον ανήλικο μάρτυρα, ενώ ακόμα και ο συνήγορος του δεν έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί την εξέταση του ανηλίκου και να υποβάλει συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ερωτήσεις, όταν αυτό είναι αναγκαίο27. Εξάλλου, η πρόβλεψη για την δυνατότητα συμπληρωματικής εξέτασης δεν επιλύει το πρόβλημα, αφού η αποδοχή ή μη του αιτήματος βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Χαρακτηριστική είναι η σχετική έκθεση που συνέταξε η Β’ Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής (τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων) επί του νόμου 3625/2007, με το οποίο, όπως αναφέραμε ανωτέρω, εισήχθη το άρθρο 226Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα διατυπώνεται η άποψη πως σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η αίτηση του κατηγορουμένου για εξέταση του μάρτυρα είναι δυνατόν να προκύψουν ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 6 §3 εδ. Δ της ΕΣΔΑ.

Σε επίπεδο θεωρίας ο Χαραλαμπάκης επισημαίνει πως με τον αποκλεισμό της δυνατότητας εξέτασης του ανηλίκου προκύπτουν μεγάλες δυσχέρειες στην προσπάθεια για την ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, καθώς χωρίς τις εκατέρωθεν παρεμβάσεις και παρατηρήσεις δεν είναι δυνατόν να σχηματιστεί ασφαλής εικόνα για τα ερευνώμενα γεγονότα28. Επίσης, υποστηρίζει ότι υπάρχουν ηπιότερα μέσα προκειμένου να προστατευτούν ψυχικά οι ανήλικοι μάρτυρες, όπως η διεξαγωγή της δίκης κεκλεισμένων των θυρών και η υποβολή των ερωτήσεων σε αυτούς μόνο διά του προεδρεύοντος29.

Η Διονυσοπούλου θεωρεί την συγκεκριμένη διάταξη αντίθετη με την νομολογία του ΕΔΔΑ30. Ομοίως, ασυμβίβαστη με την νομολογία του ΕΔΔΑ χαρακτηρίζεται η διάταξη και από τον Γιανακούρα31. Ο Χριστόπουλος εστιάζει την κριτική του στον αποκλεισμό όχι μόνο του κατηγορουμένου, αλλά και του συνηγόρου του από την εξέταση του ανηλίκου μάρτυρα32, ενώ ο Α. Τριανταφύλλου αναφέρει πως η απαγόρευση διορισμού τεχνικού συμβούλου οδηγεί σε δυσανάλογο περιορισμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων33.

Καταγράφεται, πάντως, πως μέρος της θεωρίας φαίνεται να έχει υιοθετήσει την άποψη πως η εισαγωγή του άρθρου 226Α στον ΚΠΔ με την συγκεκριμένη του μορφή αποτελούσε υποχρέωση της χώρας μας προερχόμενη από διεθνείς συμβάσεις34. Ουδέποτε, όμως, ανέλαβε ο Έλληνας νομοθέτης την υποχρέωση να απαγορεύσει την εξέταση του ανήλικου μάρτυρα από τον κατηγορούμενο με κάθε μέσο, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.

Με βάση όλα τα παραπάνω το άρθρο 226Α ΚΠΔ θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να δίνεται η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να συμμετέχει στην εξέταση του ανηλίκου μάρτυρα, μέσω του συνηγόρου ή του τεχνικού του συμβούλου, προκειμένου αφενός να διασφαλίζεται η ορθότητα και αντικειμενικότητα της διαδικασίας και αφετέρου να προβάλλεται αποτελεσματικά η θέση της υπεράσπισης μέσω και της αμφισβήτησης των αντίθετων προς αυτή ισχυρισμών. Με τον τρόπο αυτό ο περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάζει τον ανήλικο μάρτυρα θα εξισορροπείται αποτελεσματικά, αφού θα έχει στην διάθεσή του μια πραγματικά λειτουργικά ισοδύναμη δυνατότητα.

Επιπλέον, είναι απαραίτητο το δικάζον δικαστήριο και ο κατηγορούμενος να έχουν πρόσβαση στο ακριβές περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα, ώστε αφενός να παρατηρούν τις πάσης φύσεως αντιδράσεις του και αφετέρου να ελέγχουν αν τέθηκαν στον ανήλικο καθοδηγητικές ερωτήσεις και αν παρερμηνεύτηκαν ή αποτυπώθηκαν εσφαλμένα τα λόγια και οι ενέργειές του.

Επομένως, η υποχρεωτική βιντεοσκόπηση και προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου μάρτυρα είναι επιβεβλημένη τόσο ως ασφαλιστική δικλείδα υπέρ του κατηγορουμένου για την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών όσο και ως, μερική έστω, ικανοποίηση των επιταγών, που απορρέουν από την αρχή της αμεσότητας.

1 Η εν λόγω Οδηγία αντικατέστησε την Απόφαση-Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ.

2 Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται πως οι διατάξεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ για την προστασία των ανηλίκων είχαν παραμείνει «ανεφάρμοστες» στην πράξη. Η διαπίστωση αυτή προκαλεί απορία εξαιτίας της γενικής διατύπωσης, αφού είναι γνωστό πως το άρθρο 226Α ΚΠΔ για την εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων εφαρμόστηκε στην πράξη, ενώ υπάρχει και σχετική νομολογία.

3 ΕφΑθ(ΜΟΔ) 83/2009 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

4 Βλ. την εισηγητική έκθεση του νόμου 3625/2007 σχετικά.

5 ΑΠ 928/2012 (ΤΝΠ ΔΣΑ).

6 ΜΟΕΑθ 381-383, 410-413 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

7 Κατά την προετοιμασία του ανηλίκου για την εξέταση του ως μάρτυρα δεν μπορεί αυτός να συνοδεύεται από κανέναν, διότι η παρουσία άλλου ατόμου κατά το χρόνο διεξαγωγής της διαδικασίας αυτής καταστρατηγεί τον σκοπό του νόμου, επιφέροντας τα αντίθετα αποτελέσματα, εξ ου και ρητά αποκλείστηκε η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 204-208 ΚΠΔ περί των τεχνικών συμβούλων. Βλ. σχετικά ΕφΔωδ 8/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

8 S.l. Ceci, D.F. Ross, M.P. Toglia, Perspectives on Children’s Testimony, Springer-Verlag New York Inc., 1989, σελ. 195.

9 Συγκεκριμένα με την Σύμβαση του Lanzarote ο εθνικός νομοθέτης υποχρεώθηκε ρητά να επιτρέπει στον ανήλικο μάρτυρα να συνοδεύεται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του κατά την διαρκεια της εξέτασής του.

10 «Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 219.»

11 ΣυμβΠλημμΡοδ 222/2012 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

12 Σημειώνεται πως η εν λόγω νομοθετική επιλογή δεν αποτέλεσε απόρροια των διεθνών δεσμεύσεων, που έχει αναλάβει η χώρα μας, καθώς από την μελέτη των σχετικών νομικών κειμένων προκύπτει πως σε καμία περίπτωση δεν απαγορεύεται η έμμεση εξέταση του ανηλίκου από τον κατηγορούμενο, μέσω τρίτων προσώπων.

13 D.T. v. The Netherlands, Application no. 25307/10, παρ. 50.

14 Rosin v. Estonia, Application no. 26540/08, παρ. 62.

15 González Nájera, Application no. 61047/13, παρ. 54.

16 Case of Chmura v. Poland, Application no. 18475/05, παρ. 50.

17 Διάταξη Ανακριτή ΠλημμΡεθ 158/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

18 Σύμφωνα με την Σύμβαση του Lanzarote o αριθμός των συνεντεύξεων είναι όσο το δυνατό πιο περιορισμένος και όσο ακριβώς χρειάζεται για το σκοπό των ποινικών διαδικασιών. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν απαγορεύεται η επανάληψή τους, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την διερεύνηση της ουσιαστικής αλήθειας.

19 Καθοδηγητική είναι η ερώτηση, η οποία ενδεικνύει εμμέσως την επιθυμητή απάντηση ή λαμβάνει ως δεδομένα τα γεγονότα, για την διαλεύκανση των οποίων εξετάζεται ευθύς εξαρχής ο μάρτυρας. Η εξέταση με την χρήση καθοδηγητικών ερωτήσεων μπορεί να οδηγήσει είτε στην δημιουργία ψευδών αναμνήσεων είτε ψευδών λεπτομερειών εντός πραγματικών αναμνήσεων, βλ. Edith Greene, Kirk Heilbrun, William H. Fortune, Michael T. Nietzel, Wrightsman’s Psychology and the Legal System 6th Edition, Thomson Wadsworth, 2007, σελ. 407.

20 Vronchenko v. Estonia, Application no. 59632/09, παρ. 65.

21 Rosin v. Estonia, ο.π., παρ. 57-60.

22 Al-Khawaja and Tahery v. the United Kingdom, Grand Chamber, Applications nos. 26766/05 and 22228/06.

23 Μεταξύ άλλων Bocos-Cuesta v. the Netherlands, Application no. 54789/00, παρ. 71.

24 D.T. v. The Netherlands, ο.π., παρ. 50-52, Vronchenko v. Estonia, ο.π., παρ. 64, Rosin v. Estonia, ο.π., παρ. 61.

25 Η αντίληψη αυτή φάνηκε να τροποποιείται στην υπόθεση González Nájera (ο.π., παρ. 49, 56), καθώς στην συγκεκριμένη υπόθεση η αξιολόγηση της κατάθεσης των ανηλίκων από ειδικούς δεν τέθηκε ως το κυρίαρχο σημείο για την διαπίστωση ή μη παράβασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Επειδή, όμως, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραίτηση του προσφεύγοντος από το δικαίωμά του προς εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων κατηγορίας, δεν μας επιτρέπεται να εξάγουμε απολύτως ασφαλή συμπεράσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με την πλέον πρόσφατη απόφαση Przydział v. Poland (Application no. 15487/08, παρ. 52) καθώς η κατάθεση της ανήλικης δεν αποτέλεσε εν προκειμένω ούτε το μοναδικό ούτε το αποφασιστικό αποδεικτικό μέσο και επομένως η απόρριψη της σχετικής προσφυγής ως απαράδεκτης ήταν πλήρως αναμενόμενη με βάση την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ.

26 Τριανταφύλλου Γεώργιος, Αρχή της αμεσότητας και προσωπική απόδειξη, ΠοινΧρον ΜΕ, σελ. 410.

27 Παπαδημητράκης Γεώργιος, Η αντιμετώπιση των ανηλίκων θυμάτων στην αγγλική ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1014.

28 Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, Ποινικός Λόγος 2007, σελ. 829. και Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, ΠοινΧρον 2011, σελ. 565 επ.

29 Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, ΠοινΧρον 2011, σελ. 565 επ.

30 Διονυσοπούλου Αθανασία, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου στην εξέταση μαρτύρων κατηγορίας, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 208.

31 Γιανακούρας Π. σε Κοτσαλής Λεωνίδας, Ευρωπαική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ποινικό Δίκαιο: Ερμηνεία των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη 2014, σελ. 684.

32 Χριστόπουλος Παναγιώτης, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας κατά το άρθρο 6 παρ.3δ’ της ΕΣΔΑ, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1299.

33 Τριανταφύλλου Αναστάσιος, Ζητήματα μαρτυρικής απόδειξης στην ποινική δίκη, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας 2014, σελ. 256.

34 Καρράς Αργύριος, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Συστηματική Ερμηνεία και Μεθοδολογική κατ’ άρθρο Ανάπτυξη, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 442.

Αίτηση στον ΕισΑΠ για άσκηση αναίρεσης κατά αθωωτικών αποφάσεων

Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα. Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2521/1997, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογραφή της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει τη παραγραφή της ποινής. Η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ. αναστέλλεται κατά τον μήνα Αύγουστο.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσβάλλεται με έφεση, εντός ενός μήνα από τότε που η ανέκκλητη (τελεσίδικη) απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 170/2017).

Περαιτέρω, αναγνωρίζεται το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να υποβάλλει αίτηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση σε περίπτωση που αθωωτική απόφαση βαρύνεται με νομικά σφάλματα.

Ωστόσο, συμβαίνει στην πράξη να απορρίπτονται σχετικές αιτήσεις κατά αποφάσεων πρωτοβαθμίων δικαστηρίων με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος άσκησης αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά συγκεκριμένης απόφασης, λόγω παρέλευσης της νόμιμης προς τούτο προθεσμίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ήτοι αυτής του διμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης έως την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο.

Η συγκεκριμένη άποψη αναπτύσσεται στην υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας γίνεται επίκληση όσον αφορά την απόρριψη της αίτησης μας, αναφέρει στο σκεπτικό της όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα τα εξής : “Κατά τη διάταξη του άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠοινΔ «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (αρ. 483 παρ. 3)» δηλαδή εντός μηνός από την δημοσίευση τους αν αυτές είναι πρωτοβάθμιες. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και όπως τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 3 προστέθηκαν με το άρθρο 10 του Ν. 4274/2014, και ορίζει ότι «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής», προκύπτει ότι η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει μετά την ισχύ της πιο πάνω διατάξεως της παρ. 3, όχι από τη δημοσίευσή της, αλλά από την καταχώρησή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο του Δικαστηρίου, ενώ αν ουδόλως καταχωρηθεί, η αναίρεση είναι πάντα εμπρόθεσμη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά αποφάσεων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που προσβάλλονται με έφεση: α) εντός μηνός από την δημοσίευσή τους ή β) εντός μηνός από την καταχώρηση τους στο ειδικό βιβλίο μετά από δική του πρωτοβουλία, που πρέπει να εκδηλώνεται εντός δύο μηνών από την δημοσίευση τους. Σε περίπτωση που η απόφαση καταχωρηθεί στο παραπάνω βιβλίο εντός διμήνου με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικαστηρίου που την εξέδωσε τότε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατ’ αυτής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώρηση αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον οποιασδήποτε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ερμηνεύει το σχετικό άρθρο με τρόπο που θέτει μια προϋπόθεση του παραδεκτού, που ουσιαστικά αποκλείει και παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη.

Ειδικότερα, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, προστατεύεται ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, αυτό της πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη υπάρχει και στην περίπτωση της υπερβολικής τυπολατρίας, η οποία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων, που μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο, όπως είναι οι αυστηρές ερμηνείες προθεσμιών και διαδικαστικών κανόνων.

Συμπερασματικά, η ερμηνεία του άρθρου 473 παράγραφος 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως προϋπόθεσης του παραδεκτού είναι λανθασμένη, καθώς είναι σαφές ότι η προθεσμία που ορίζει η διάταξη είναι ενδεικτική και δεν θέτει δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά από αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης όσο και από την σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ερμηνεία. Επομένως η προσέγγιση του Αρείου Πάγου, όπως εκφράστηκε με την υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του αποτελεί κατά την κρίση μας υπερβολικό φορμαλισμό και τυπολατρία και σε συνδυασμό με τις αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις του συστήματος, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της καθυστέρησης της καθαρογραφής των αποφάσεων, οδηγεί στην στέρηση και την παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Ελευθερία Αγγελούδη

Συρροή λόγων διαζυγίου

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (μεταξύ άλλων ΑΠ 1563/2002), από τις διατάξεις του άρθρου 1439 ΑΚ σε συσχετισμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1-2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν συνάγεται, ότι επί συρροής των ως άνω λόγων διαζυγίου ισχύει προτεραιότητα διερευνήσεως και παραδοχής του για συγκεκριμένη χρονική διάσταση λόγου διαζυγίου, δοθέντος μάλιστα και του ότι δεν αποκλείεται η παραδοχή του από την παρ.1 του άρθρου 1439 του ΑΚ λόγου να εξυπηρετεί ηθικό συμφέρον του ενάγοντος.-

 Εξάλλου, αν και κατά τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1439 του ΑΚ, η λύση του γάμου για κάποιον από τους λόγους, που προβλέπονται από αυτές, δεν εξαρτάται από την υπαιτιότητα κανενός από τους διαδίκους συζύγους, είναι προφανές ότι καθένας από αυτούς έχει ηθικό τουλάχιστον έννομο συμφέρον να λυθεί ο γάμος τους για το λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του άλλου, δεδομένου ότι ο γάμος είναι κοινωνικός θεσμός κατ’ εξοχήν ηθικός.-

 Πέραν τούτου, ο νομοθέτης κάνει στο άρθρο 1439 ΑΚ ειδική μνεία στην περίπτωση άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, προβλέποντας ρητά πως αποτελεί τεκμήριο ισχυρού κλονισμού. Η εν λόγω ρύθμιση προηγείται, μάλιστα, της αναφοράς του νομοθέτη στην διετή διάσταση, κάτι που είναι σύμφωνο, τόσο με τις ειδικές νομοθετικές προβλέψεις περί της άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, όσο και με την συνταγματική προστασία των εννόμων αγαθών.-

 Και πραγματικά θα ήταν μη ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου να λύεται ένας γάμος, όπου σημειώθηκαν σοβαρότατα και αποδεδειγμένα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, για οποιονδήποτε άλλο λόγο.-

 Η αιτιολογία μιας τέτοιας απόφασης θα αποτελούσε βαθύτατη προσβολή στην τιμή και στην υπόληψη του θύματος της ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα υφίστατο δευτερογενή θυματοποίηση, εφόσον οι δικαστικές αρχές του αρνούνταν το δικαίωμα ουσιαστικής ακροάσεως και αναγνώριζαν την λύση του γάμου του, με αυτόν που το κακοποίησε, για λόγους τυπικούς.-

Κανονισμός ορθής χρήσης και λειτουργίας του εξοπλισμού πληροφορικής από τους εργαζόμενους (34/2018 ΑΠΔΠΧ)

Στην απόφαση υπ’ αρίθμ. 34/2018 η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέτασε καταγγελία εργαζομένου σύμφωνα με την οποία η εργοδότριά του εταιρία ερεύνησε τον εταιρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, που του είχε παραχωρηθεί προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του, και εν συνεχεία αφαίρεσε τον σκληρό δίσκο προς περαιτέρω έλεγχο του προς ανάκτηση διαγραφέντων αρχείων, χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερωθεί σχετικά ή χωρίς να έχει ληφθεί η συγκατάθεσή του.

Εξαιρετικής σημασίας κρίνεται το παρακάτω απόσπασμα της αποφάσεως αυτής, αφού η Αρχή απευθύνει γενικού περιεχομένου συστάσεις προς τις επιχειρήσεις για την κατάρτιση και εφαρμογή εσωτερικού Κανονισμού για την ορθή χρήση και τη λειτουργία του εξοπλισμού και του δικτύου πληροφορικής και επικοινωνιών από τους εργαζόμενους. Συγκεκριμένα η Αρχή:

Απευθύνει στην εταιρία (…) σύσταση να μεριμνήσει για την κατάρτιση και εφαρμογή εσωτερικού Κανονισμού για την ορθή χρήση και τη λειτουργία του εξοπλισμού και του δικτύου πληροφορικής και επικοινωνιών από τους εργαζόμενους (υποκείμενα των δεδομένων), στο περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει ανάμεσα σε άλλα να περιλαμβάνεται:

Ι. Πολιτική Αποδεκτής Χρήσης των εταιρικών ηλεκτρονικών υπολογιστών (ή άλλου συναφούς εξοπλισμού), του εταιρικού δίκτυο επικοινωνιών (ή άλλης συναφούς υποδομής) και των εταιρικών λογαριασμών ηλεκτρονικής αλληλογραφίας καθώς και τις σχετικές προϋποθέσεις, όρους και διαδικασίες. Σε περίπτωση απαγόρευσης χρήσης του εταιρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή για προσωπική χρήση από τους εργαζόμενους, να εξετασθεί η δυνατότητα παραχώρησης της χρήσης ψηφιακού αποθηκευτικού χώρου για προσωπική χρήση, στον οποίο δεν θα είναι επιτρεπτή η πρόσβαση του εργοδότη.

ΙΙ. Πολιτική πρόσβασης και ελέγχου των εταιρικών ηλεκτρονικών υπολογιστών (ή άλλου συναφούς εξοπλισμού) που χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι στην οποία να περιγράφονται κατ’ ελάχιστον:

i. οι συναφείς σκοποί (δικαιολογητικοί λόγοι) πρόσβασης και ελέγχου, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας,

ii. η φύση και η έκταση του ελέγχου,

iii. η διαδικασία, ο τρόπος και οι όροι πρόσβασης και ελέγχου τόσο σε περίπτωση παρουσίας, όσο και τυχόν απουσίας του εργαζομένου,

iv. οι διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν την πρόσβαση και τον έλεγχο, ιδίως αναφορικά με την διασφάλιση και απόδειξη της ορθότητας και αντικειμενικότητας του καθώς και την παρουσία ή απουσία του εργαζομένου,

v. ο τρόπος ενημέρωσης του εργαζομένου για τα ευρήματα του ελέγχου,

vi. η διαδικασία που ακολουθείται μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου με την οποία τυχόν διενεργείται επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επί των ευρημάτων προς επίτευξη των σκοπών του ελέγχου καθώς και η σχετική ενημέρωση του εργαζομένου,

vii. διαδικασία και προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της πρόσβασης και ελέγχου του συνόλου των αποθηκευμένων αρχείων, δεδομένων και πληροφοριών με την υιοθέτηση άλλης, λιγότερο επαχθούς, μεθόδου,

viii. η προηγούμενη ενημέρωση των εργαζομένων για το ενδεχόμενο πρόσβασης και ελέγχου στους εταιρικούς υπολογιστές (ή σε άλλη συναφή εξοπλισμό) που χρησιμοποιούν καθώς και τις περιπτώσεις εξαίρεσης από την υποχρέωση ενημέρωσης, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας,

ix. η προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία δυνατότητα προσφυγής των εργαζομένων σε έννομη προστασία.

Συναπόφαση γονέων για την κατοικία, την εκπαίδευση και ζητήματα υγείας ανηλίκου τέκνου.

Αναρτούμε παρακάτω μια σημαντική, πρόσφατη απόφαση του γραφείου μας στην οποία, παρότι η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου ανατέθηκε στην μητέρα του, έγινε δεκτό ότι για τα ζητήματα της μόρφωσης και της εκπαίδευσης, της υγείας και της περίθαλψης αλλά και του καθορισμού της κατοικίας του θα συναποφασίζουν και θα φροντίζουν από κοινού και οι δύο γονείς.

Επίσης, έγινε δεκτό ότι μέρος της καταβληθείσας διατροφής θα πρέπει να συμψηφιστεί με το αγοραίο μίσθωμα του ιδιόκτητου διαμερίσματος, που ο πατέρας παραχώρησε κατά χρήση στην μητέρα και το ανήλικο τέκνο του, προκειμένου το τελευταίο να κατοικεί κοντά στον ίδιο, αλλά και στο σχολείο, που φοιτά.

Ακολουθεί η υπ’ αρίθμ. 3944/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών:

σάρωση0001σάρωση0002σάρωση0003σάρωση0004σάρωση0005σάρωση0006

Περισσότερα για το ζήτημα της κοινής επιμέλειας μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή «συνεπιμέλειας»

Ποινικές κυρώσεις για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ

Οι ποινικές ποινικές κυρώσεις για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως σήμερα ισχύει, έχουν ως εξής:

Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) μηνών, διοικητικό πρόστιμο χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ και αφαίρεση, επιτόπου, της άδειας ικανότητας οδηγού για εκατόν ογδόντα (180) ημέρες, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 103 του παρόντος Κώδικα, εάν η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του είναι άνω του 1,1 OgA μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή άνω των 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ικανότητας οδηγού επιστρέφεται μετά την παρέλευση του εξαμήνου, μόνο με την προσκόμιση αποδεικτικού καταβολής του διοικητικού προστίμου.

Εάν ο οδηγός οχήματος καταληφθεί να οδηγεί και πάλι υπό την επήρεια οινοπνεύματος εντός δύο (2) ετών από προηγούμενη παράβαση της απαγόρευσης οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του, κατά τη νέα παράβαση, είναι άνω του 1,10 g/l, μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή άνω των 0,60 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εμπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εμπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου, επιβάλλεται για κάθε περαιτέρω παράβαση ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και διοικητικό πρόστιμο δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και επιτόπου αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για πέντε (5) χρόνια, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 103 του παρόντος Κώδικα. Η αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού, στην περίπτωση αυτή, αρχίζει κάθε φορά από τη λήξη του χρόνου της προηγούμενης αφαίρεσης.

Στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια ικανότητας οδηγού επιστρέφεται μετά την παρέλευση του συνολικού χρόνου αφαίρεσης της, μόνο με την προσκόμιση αποδεικτικού καταβολής των διοικητικών προστίμων.

Εάν ο οδηγός καταληφθεί να οδηγεί υπό την επίδραση τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα οδήγησης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων (200,00) ευρώ και με αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα τριών (3) μέχρι έξι (6) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο.

2627/2017 ΣΤΕ

2627/2017 ΣΤΕ (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Η εν λόγω απόφαση αφορά στο προ GDPR νομικό καθεστώς. Είναι, όμως, σημαντική στον βαθμό που σκιαγραφεί την υποχρέωση των ιδιωτικών κλινικών να λαμβάνουν τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων που τηρούν, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζουν και να μπορούν να αποδείξουν τι έχει περιληφθεί στο αρχείο τους, τι έχει παραληφθεί και τι έχει επιστραφεί στον κομιστή.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα,  Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Αθανασίου.

Για να δικάσει την από 1 Οκτωβρίου 2012 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο …………… Αττικής (…………), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χρίστο Βαρδάκα (Α.Μ. 2389), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά της Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής με την επωνυμία «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα», που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Πέτρο Τσαντίλα (Α.Μ. 20211), που τον διόρισε με απόφαση του Προέδρου της.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 131/2012 απόφαση της «Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα».

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Χρ. Μπολόφη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (.., ../2012 ειδικά γραμμάτια).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε παραδεκτώς με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 131/9.8.2012 αποφάσεως της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.). Με την απόφαση αυτή επεβλήθησαν στην αιτούσα εταιρεία, ιδιοκτήτρια ιδιωτικής κλινικής, πρόστιμα ύψους 7.500 ευρώ έκαστο, για παράβαση των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 του  ν. 2472/1997, αντιστοίχως.

3. Επειδή, ειδικότερα, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Η καθ’ ης η αίτηση Αρχή επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν της υπ’ αριθμ. ../27.3.2006 καταγγελίας συγκεκριμένου προσώπου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανωτέρω καταγγελία, μετά από χειρουργική επέμβαση στο χέρι λόγω κατάγματος, στην οποία υποβλήθηκε ο καταγγείλας και, αφού αυτή (επέμβαση), κατά τους ισχυρισμούς του, δεν είχε επιτυχία, ο εν λόγω θέλησε να αποστείλει τον ιατρικό του φάκελο στις ΗΠΑ, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχε δυνατότητα αντιμετώπισης της βλάβης που είχε επέλθει από την αρχική επέμβαση. Για τον λόγο αυτό ο ανωτέρω ζήτησε, με την από 17.1.2006 αίτησή του, από την ιδιωτική κλινική (…………..), της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η αιτούσα εταιρεία, να του χορηγήσει δικά του προσωπικά δεδομένα, δηλαδή το ιατρικό νοσηλείας και την ακτινογραφία, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε προσκομίσει ο ίδιος στην Κλινική, προκειμένου να υποβληθεί στη χειρουργική επέμβαση. Στην αίτησή του αυτή ο εν λόγω δεν έλαβε ποτέ απάντηση από την κλινική και για τον λόγο αυτό υπέβαλε την ανωτέρω καταγγελία στην Αρχή. Η τελευταία, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ../1.12.2006 έγγραφό της, ζήτησε από την Κλινική να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης του εν λόγω καταγγείλαντος, καθώς και να την ενημερώσει για τις ενέργειές της. Κανένα από τα δύο αιτήματα της Αρχής δεν ικανοποιήθηκε, κατόπιν τούτου δε, με την …/3.5.2007 εντολή της Αρχής διενεργήθηκε έλεγχος στην Κλινική, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τηρείται αρχείο για εξωτερικούς ασθενείς, καθώς και αν περιλαμβάνονται σε αυτό και δεδομένα του προσώπου αυτού. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η Κλινική διατηρεί Βιβλίο Εξωτερικών Ασθενών (σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή) που περιλαμβάνει τα ατομικά στοιχεία των ασθενών, τη διάγνωση του ιατρικού προβλήματος, τις εργαστηριακές εξετάσεις (δεν διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο στην περίπτωση του καταγγείλαντος προσώπου) και την οικονομική τακτοποίηση των υποχρεώσεων των ασθενών έναντι της Κλινικής. Ειδικότερα, όσον αφορά την επίμαχη ακτινογραφία, δεν διαπιστώθηκε η προσκόμιση ή η λήψη της από τον εν λόγω ασθενή. Μετά από επίμονη απαίτηση της Αρχής, η Κλινική απέστειλε τελικώς προς αυτήν το υπ’ αριθμ. πρωτ. ../18.6.2007 έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «στα εξωτερικά ιατρεία της Κλινικής τηρείται μόνο βιβλίο Εξωτερικών Ασθενών, το οποίο περιλαμβάνει τα ατομικά στοιχεία του ασθενούς, συμπτωματολογία της ασθένειάς του και απλή μνεία των τυχόν εργαστηριακών ή ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε στην Κλινική…», καθώς και ότι «η Κλινική […] δεν τηρεί αρχείο ούτε καν των διενεργηθεισών εξετάσεων στην Κλινική, πολλώ δε μάλλον εξετάσεων, που ο ασθενής διενήργησε σε άλλο διαγνωστικό …………… , όπως εν προκειμένω, και [τις οποίες] προσκόμισε μαζί του προκειμένου να τις επιδείξει κατά την επίσκεψή του στον θεράποντα ιατρό του». Η Αρχή, αφού έλαβε υπόψη τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά καθώς και τις προφορικές και γραπτές εξηγήσεις της αιτούσας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διαλαμβάνει το εξής σκεπτικό: «Στην υπό κρίση υπόθεση ο υπεύθυνος επεξεργασίας, δηλαδή το … όφειλε να απαντήσει στο αίτημα του προσφεύγοντα σχετικά με την ύπαρξη των δεδομένων του, τόσο αυτών που τηρούσε (….) όσο και αυτών που κατά τους ισχυρισμούς του δεν τηρούσε (προεγχειρητική ακτινογραφία). Ειδικότερα, σχετικά με εκείνα που δεν τηρούσε, δηλαδή την προεγχειρητική ακτινογραφία, το Ιατρικό όφειλε να έχει ρητά καταστήσει γνωστό ότι δεν τηρεί τέτοιου είδους δεδομένα, ικανοποιώντας με αυτόν τον τρόπο το γενικότερο δικαίωμα πληροφόρησης του υποκειμένου των δεδομένων. Ο ισχυρισμός του .. ότι δεν τηρεί τα αιτούμενα δεδομένα δεν συνεπάγεται ότι δεν οφείλει να απαντήσει, έστω αρνητικά, στο υποκείμενο. Επίσης, όσον αφορά στα οργανωτικά μέτρα που τηρεί το Ιατρικό, συμπεραίνεται ότι αυτά δεν είναι επαρκή, αφού δεν δύναται το … στην υπό κρίση υπόθεση να εξηγήσει τι απέγινε η αιτούμενη ακτινογραφία. Μολονότι από τον έλεγχο και τις έγγραφες διαβεβαιώσεις του προκύπτει ότι δεν τηρεί αρχείο με εξετάσεις για τους εξωτερικούς ασθενείς, το … πιθανολογείται σφόδρα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλαβε μέσω του ιατρού του την προεγχειρητική ακτινογραφία και κατ’ αυτήν την έννοια η τελευταία περιελήφθη στο αρχείο του .., προκειμένου να προχωρήσει ο γιατρός στη χειρουργική επέμβαση. Αυτό γιατί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν νοείται να γίνει χειρουργική επέμβαση στο χέρι λόγω κατάγματος χωρίς να υπάρχει ακτινογραφία. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από την από 7.10.2007 απάντηση του χειρουργού ιατρού προς τον ………….. , κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε σε βάρος του ο προσφεύγων, σύμφωνα με την οποία παραδέχεται ο γιατρός ότι έλαβε την προεγχειρητική ακτινογραφία αλλά την επέστρεψε στον προσφεύγοντα. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο είδος δεδομένων (κλινικοεργαστηριακό υλικό) δεν τηρείται για τους εξωτερικούς ασθενείς, δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από το να τηρεί τέτοια οργανωτικά μέτρα που να επιτρέπουν και στον ίδιο αλλά και στα υποκείμενα των δεδομένων να γνωρίζουν τι επεξεργασία έχει λάβει χώρα σε σχέση με τα δεδομένα που ο γιατρός του, έστω και προσωρινά, έλαβε στην κατοχή του από τα υποκείμενα, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, ή ο ίδιος παρήγαγε στην περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας κάνει ο ίδιος τις κλινικοεργαστηριακές εξετάσεις. Αυτή η υποχρέωση γίνεται ακόμα πιο επιτακτική στη περίπτωση που τα δεδομένα περιέρχονται έστω και προσωρινά στο αρχείο του υπευθύνου, όπως στην υπό κρίση υπόθεση. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται επιπλέον η πεποίθηση στον καλόπιστο ασθενή υποκείμενο των δεδομένων ότι τα δεδομένα του – και ιδιαίτερα τα ευαίσθητα – τηρούνται με ασφάλεια στην κλινική ή το εξωτερικό ιατρείο, το οποίο τα παρέλαβε, προκειμένου να προχωρήσει στην ιατρική πράξη. Η προστασία, συνεπώς, των ευαίσθητων δεδομένων του υποκειμένου γίνεται αποτελεσματικότερη όταν μπορεί να αποκλεισθεί η δυνατότητα παράνομης πρόσβασης ή γενικότερα τυχαίας απώλειας». Κατόπιν τούτων, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι, κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2472/1997, το … δεν απήντησε εγγράφως στο αίτημα του προσφεύγοντος σχετικά με τη χορήγηση σε αυτόν της προεγχειρητικής ακτινογραφίας και του ιατρικού του ιστορικού, ενώ το γεγονός ότι το ……. δεν τηρεί τα δεδομένα που του ζήτησε ο προσφεύγων δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωσή του να απαντήσει. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το …., κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, «δεν έχει λάβει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων που τηρεί, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει και να μπορεί να αποδείξει τι έχει περιληφθεί στο αρχείο του, τι έχει παραληφθεί και τι έχει επιστραφεί στον κομιστή του. Τα μέτρα αυτά, μάλιστα, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά, διότι τα δεδομένα που κατά κύριο λόγο το … επεξεργάζεται είναι δεδομένα υγείας, δηλαδή ευαίσθητα και ως τέτοια χρήζουν ιδιαίτερα μεγάλης προστασίας. Συνεπώς, το …. έχει αυξημένη υποχρέωση επιμέλειας κατά την επεξεργασία των δεδομένων που συλλέγει και τηρεί. Αυτή η ιδιαίτερη επιμέλεια που οφείλει να επιδεικνύει ο υπεύθυνος επεξεργασίας κατά την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων αφορά στην επεξεργασία από την έναρξη αυτής, δηλαδή τη συλλογή τέτοιων δεδομένων, μέχρι και το τέλος της επεξεργασίας, όπως είναι, δηλαδή, ενδεικτικά, η καταστροφή ή η χορήγηση αυτών των δεδομένων στον ασθενή – υποκείμενο των δεδομένων. Όφειλε, συνεπώς, το .. να έχει λάβει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα, έτσι ώστε να μπορεί να γνωρίζει το ίδιο και να αποδεικνύει όποτε είναι αναγκαίο ποια η τύχη των ευαίσθητων δεδομένων που περιήλθαν κάποτε στην κατοχή ιατρού ή υπαλλήλου του. Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την οποία ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το … έχει χάσει ευαίσθητα δεδομένα που τον αφορούν, το .. αδυνατεί να αποδείξει ότι η ακτινογραφία για την ορθοπαιδική επέμβαση έχει επιστραφεί στον προσφεύγοντα, γεγονός που επιβεβαιώνει την ελλιπή λήψη, από την πλευρά του …, των κατάλληλων οργανωτικών μέτρων για την ασφάλεια των ιατρικών δεδομένων». Με τις ανωτέρω αιτιολογίες επεβλήθησαν στην αιτούσα εταιρεία με την προσβαλλόμενη απόφαση της Α.Π.Δ.Π.Χ. αφενός πρόστιμο 7.500 ευρώ για παράβαση του άρθρου 12 του ν. 2472/1997, και αφετέρου πρόστιμο, ομοίως 7.500 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 του ιδίου ως άνω νόμου.

4. Επειδή, με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50), ο οποίος εξεδόθη εν όψει και της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 281), ρυθμίσθηκαν τα της προστασίας των φυσικών προσώπων από προσβολές κατά την επεξεργασία προσωπικών τους δεδομένων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 («Ορισμοί») του ως άνω νόμου, ως «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων (περ. α), ενώ, ως «ευαίσθητα δεδομένα» νοούνται τα δεδομένα που αφορούν, πλην άλλων, στην υγεία [περ. β, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο παρ. 3 του ν. 3625/2007 (Α΄ 290)]. Περαιτέρω, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 2, ως «Υποκείμενο των δεδομένων», νοείται το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (περ. γ), ως «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή (περ. δ), ως «Αρχείο» νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο είναι προσιτό με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια [περ. ε, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133)], ως «Υπεύθυνος επεξεργασίας» νοείται οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός (περ. ζ), και ως «Αρχή», η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (περ. ιβ). Στο άρθρο 10, υπό τον τίτλο «Απόρρητο και ασφάλεια της επεξεργασίας», του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι «1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολήν του. 2… 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας…». Στο άρθρο 12 προβλέπεται ότι «1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως. 2. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) … 3. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο επεξεργασίας … 4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εντός δεκαπέντε (15) ημερών ή εάν η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή. …». Στο άρθρο 19 ορίζεται ότι «1. Η Αρχή έχει τις εξής αρμοδιότητες: α) … γ) Απευθύνει συστάσεις και υποδείξεις στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή τους τυχόν εκπροσώπους τους…», ενώ στο άρθρο 21 του ίδιου ως άνω ν. 2472/1997 ορίζονται τα εξής: «1. Η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και από κάθε άλλη ρύθμιση που αφορά την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: α)… β) Πρόστιμο ποσού από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. γ) … 2. Οι υπό στοιχεία β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ διοικητικές κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται πάντοτε ύστερα από ακρόαση του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του. Είναι ανάλογες προς τη βαρύτητα της παράβασης που καταλογίζεται…».

5. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται, κατ` αρχάς, ότι η καθ` ης η αίτηση Αρχή αναρμοδίως επελήφθη της προσφυγής του προαναφερθέντος καταγγείλαντος προσώπου και επέβαλε το ένδικο πρόστιμο σε βάρος της αιτούσας, για παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, αποκλειστική αρμοδιότητα της Αρχής είναι η διαπίστωση της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου από κάποιας μορφής επεξεργασία και όχι η υπόδειξη του είδους και του περιεχομένου των αρχείων που κάθε υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να τηρεί. Τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας, το ειδικότερο περιεχόμενο των ιατρικών αρχείων που οφείλουν να τηρούν οι ιδιωτικές κλινικές, όπως αυτή της αιτούσας, καθορίζεται από τα νομοθετήματα που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία τους, η διαπίστωση δε τυχόν πλημμελειών ή ελλείψεων στην τήρηση των αρχείων αυτών αποτελεί αντικείμενο της αρμοδιότητας των οικείων οργάνων της νομαρχίας που κατά νόμον χορηγούν τις άδειες στις κλινικές, καθώς και των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας. Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, κατά τη ρητή διατύπωση των προπαρατεθέντων άρθρων 19 παρ. 1 περ. γ) και 21 του ν. 2472/1997, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να απευθύνει συστάσεις και υποδείξεις στους υπεύθυνους επεξεργασίας και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες από τον νόμο αυτό κυρώσεις για παραβάσεις των διατάξεων του νόμου αυτού. Εν προκειμένω δε, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε πρόστιμο στην αιτούσα, διότι διαπιστώθηκε ότι, κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, η κλινική της αιτούσας δεν είχε λάβει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα για την καταχώριση σε αρχείο των ιατρικών εξετάσεων των εξωτερικών ασθενών που έχουν διενεργηθεί αλλού, και τις οποίες αυτοί (εξωτερικοί ασθενείς) προσκομίζουν στην Κλινική, έτσι ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει και να αποδείξει ποια δεδομένα έχουν παραληφθεί από αυτήν και ποια έχουν επιστραφεί στους κομιστές τους. Είναι διάφορο δε το ζήτημα αν η αιτούσα υπόκειται ενδεχομένως και σε κυρώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της κλινικής που διατηρεί από τη μη τήρηση ή την πλημμελή τήρηση των ιατρικών αρχείων που υποχρεούται από τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής να τηρεί.

6. Επειδή, περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 12 του ν. 2472/1997 (δικαίωμα πρόσβασης), διότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι το δεδομένο να συνιστά πράγματι περιεχόμενο του αρχείου, δηλαδή να έχει συλλεγεί, καταχωρισθεί και να έχει τύχει επεξεργασίας, εν προκειμένω, όμως, όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση, το επίμαχο δεδομένο (η προεγχειρητική ακτινογραφία) ουδέποτε αποτέλεσε, έστω και προσωρινά, στοιχείο του αρχείου που τηρείται στην κλινική της αιτούσας, αλλά το προσκόμισε ο καταγγείλας, ο οποίος προσήλθε στην κλινική ως εξωτερικός ασθενής, και το παρέλαβε αποκλειστικά ο θεράπων ιατρός του, ο οποίος διατηρεί δικό του ιατρείο εντός του νοσοκομείου, και ο οποίος έχει κατά νόμον υποχρέωση τηρήσεως αρχείου απολύτως διακριτού από το αρχείο που τηρεί η κλινική για τους νοσηλευόμενους σε αυτήν ασθενείς.

7. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2472/1997 δεν κατοχυρώνεται μόνον το δικαίωμα πρόσβασης κάθε προσώπου σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν και τα οποία απετέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας – ως τέτοιας νοουμένης, πλην άλλων, κατά την περ. γ του άρθρου 2 του νόμου αυτού, και της καταχώρισης/αποθήκευσης αυτών- αλλά, κατά τη ρητή της διατύπωση, με την εν λόγω διάταξη κατοχυρώνεται πρωτίστως δικαίωμα του ενδιαφερόμενου στην πληροφόρηση περί του αν δεδομένα που τον αφορούν αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Αντιστοίχως δε ιδρύεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για το αν τα δεδομένα που τον αφορούν έτυχαν επεξεργασίας. Εξ άλλου, το ανωτέρω δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων ασκείται με την υποβολή από αυτό σχετικής αιτήσεως στον υπεύθυνο επεξεργασίας, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2472/1997. Περαιτέρω, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 12 του ν. 2472/1997, κατά της ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως από τον υπεύθυνο επεξεργασίας αιτήσεως του ενδιαφερομένου για την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν, χωρεί – απροθέσμως – προσφυγή ενώπιον της Α.Π.Δ.Π.Χ., η απόφαση δε της Αρχής επί της προσφυγής αποτελεί εκτελεστή πράξη, δεσμευτική για τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος, εφ’ όσον δεν ασκεί τα προβλεπόμενα κατά της πράξεως αυτής ένδικα μέσα, έχει υποχρέωση σε συμμόρφωση (πρβλ. ΣτΕ 3276/2007). Εν όψει των ανωτέρω, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12 του ν. 2472/1997 και με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία επεβλήθη με την προσβαλλόμενη απόφαση στην αιτούσα η ένδικη κύρωση του προστίμου, για τον λόγο ότι η κλινική της αιτούσας, κατά παράβαση της διατάξεως αυτής, δεν απήντησε, ως ώφειλε, στο αίτημα του καταγγείλαντος να πληροφορηθεί αν στα τηρούμενα από αυτήν αρχεία περιελήφθη συγκεκριμένο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορά (προεγχειρητική ακτινογραφία), χωρίς να την απαλλάσσει από την υποχρέωση αυτή ενημερώσεως το γεγονός ότι το επίμαχο δεδομένο δεν είχε παραχθεί στην Κλινική της και, συνεπώς, δεν είχε καταχωρισθεί στο τηρούμενο από αυτήν αρχείο. Συνεπώς, ο παρατιθέμενος στην προηγούμενη σκέψη λόγος ακυρώσεως, ο οποίος εκκινεί από την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή της ανωτέρω διατάξεως (ότι, δηλαδή, το δεδομένο πρέπει να συνιστά πράγματι στοιχείο του τηρούμενου αρχείου), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

8. Επειδή, κατά την έννοια της επίσης προπαρατεθείσης διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 10 του ίδιου ως άνω ν. 2472/1997, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, στο πλαίσιο της υποχρέωσης λήψης των κατάλληλων οργανωτικών και τεχνικών μέτρων για την ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έχει ιδιαίτερο καθήκον τηρήσεως και επιμελούς διαφυλάξεως αρχείου με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τους καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και για την επιτρεπτή και θεμιτή επεξεργασία τους, καθώς και αποφυγής αμελών ενεργειών (τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή ή τυχαία απώλεια κλπ) που έχουν αποτέλεσμα να θίγονται τα σχετικά δικαιώματα των ενδιαφερομένων (βλ. ΣτΕ 749/2005). Εν όψει τούτων, και ως προς τη στοιχειοθέτηση της παράβασης του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997 η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης παρίσταται νόμιμη και επαρκής. Τούτο διότι η κλινική της αιτούσας υπείχε, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, την υποχρέωση λήψης των κατάλληλων οργανωτικών και τεχνικών μέτρων για τη φύλαξη και προστασία των προσωπικών δεδομένων των ασθενών της και μάλιστα αδιακρίτως του αν πρόκειται περί νοσηλευόμενων σε αυτήν ή εξωτερικών ασθενών. Εν προκειμένω, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η κλινική της αιτούσας τηρεί Βιβλίο Εξωτερικών Ασθενών, το οποίο, καθ’ ομολογίαν της, περιλαμβάνει μόνον τα ατομικά στοιχεία του εξωτερικού ασθενούς, τη συμπτωματολογία της ασθένειάς του και απλή μνεία τυχόν κλινικοεργαστηριακών εξετάσεων, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε στην κλινική, όχι δε και των κλινικοεργαστηριακών εξετάσεων, στις οποίες ο εξωτερικός ασθενής είχε υποβληθεί σε άλλη κλινική ή διαγνωστικό κέντρο, και τα αποτελέσματα των οποίων αυτός προσκόμισε κατά την επίσκεψή του στην κλινική, προκειμένου να τα επιδείξει απευθείας στον θεράποντα ιατρό του, που εργάζεται εντός της κλινικής. Η επιλογή, όμως αυτή της τήρησης από την Κλινική αρχείου για τους εξωτερικούς ασθενείς με το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν συνιστά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, μέτρο κατάλληλο για την ασφάλεια και προστασία των δεδομένων αυτών από καταστροφή, τυχαία απώλεια κ.λπ., λαμβανομένης υπόψη και της φύσης τους ως ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων αφορώντων στην υγεία του υποκειμένου τους. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, διότι προϋπόθεση της διάταξης αυτής είναι το δεδομένο να συνιστά πράγματι περιεχόμενο του αρχείου, δηλαδή να έχει συλλεγεί, καταχωρισθεί και να έχει τύχει επεξεργασίας από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, και ότι, ως εκ τούτου, το επίμαχο δεδομένο (η προεγχειρητική ακτινογραφία) δεν εμπίπτει στην κατά νόμον έννοια του «αρχείου», που τηρεί ή οφείλει να τηρεί η Κλινική, καθόσον ουδέποτε αποτέλεσε, έστω και προσωρινά, στοιχείο του αρχείου που αυτή τηρεί, αλλά είχε παραληφθεί αποκλειστικά από τον θεράποντα ιατρό του καταγγείλαντος. Εξ άλλου, η κατά το ανωτέρω άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997 υποχρέωση που υπέχει η Κλινική για τη λήψη των κατάλληλων οργανωτικών μέτρων για την επιμελή τήρηση ιατρικού αρχείου ούτε διαφοροποιείται ανάλογα με το αν πρόκειται περί εσωτερικών ή εξωτερικών ασθενών, ούτε εξαρτάται από τη συμβατική σχέση που τη συνδέει με τους ιατρούς που εργάζονται στον χώρο της. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ότι ο καταγγείλας ήταν εξωτερικός ασθενής, ως προς τον οποίο η Κλινική ουδεμία υποχρέωση υπείχε να τηρεί αρχείο με το ανωτέρω περιεχόμενο, καθώς και ότι η Κλινική δεν συνδέεται με σχέση πρόστησης με τους θεράποντες ιατρούς, ώστε να φέρει ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις των τελευταίων ως προστηθέντων, αλλά λειτουργεί επιχειρηματικά ως «…………….», δηλαδή λειτουργεί μέσω συνεργασιών με τους ιδιώτες ιατρούς, οι οποίοι απλώς χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις της Κλινικής για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την ιδιωτική τους πελατεία, και συνεπώς, υπόχρεοι να τηρούν τέτοιο αρχείο είναι αποκλειστικά οι θεράποντες ιατροί. Περαιτέρω, δεν καθίσταται αντιφατική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του ότι, όπως αβασίμως προβάλλει η αιτούσα, ενώ η Αρχή δέχεται ότι, όσον αφορά την επίμαχη ακτινογραφία, «δεν διαπιστώθηκε η προσκόμιση ή λήψη της από τον προσφεύγοντα», εντούτοις «πιθανολογεί σφόδρα ότι το Ιατρικό παρέλαβε μέσω του ιατρού τη συγκεκριμένη ακτινογραφία». Τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το αναλυτικώς παρατιθέμενο ανωτέρω περιεχόμενό της, αφενός διαλαμβάνει ότι δεν διαπιστώθηκε η προσκόμισή της στην Κλινική από τον ενδιαφερόμενο ασθενή (πράγμα το οποίο, άλλωστε, επιβεβαιώνει και η ίδια η Κλινική, αφού, καθ` ομολογίαν της, δεν τηρεί σχετικό αρχείο για τους εξωτερικούς ασθενείς, με την καταχώριση σε αυτό των εξετάσεων που οι ασθενείς αυτοί διενεργούν αλλού), αφετέρου δε, κατά την κοινή λογική αντίληψη, συνάγει το εύλογο συμπέρασμα ότι αυτή (ακτινογραφία) προσκομίσθηκε και επιδείχθηκε απευθείας στον θεράποντα ιατρό που εργάζεται στην κλινική (πράγμα το οποίο άλλωστε επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο γιατρός), και ο οποίος στη συνέχεια προχώρησε στην χειρουργική επέμβαση, η οποία, κατά την κοινή πείρα, δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί χωρίς την ακτινογραφία. Ούτε, τέλος, ασκεί επιρροή στην κατά τα ανωτέρω υποχρέωση της Κλινικής να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα με την επιμελή τήρηση αρχείου ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι τελικώς η ακτινογραφία επεστράφη στον ενδιαφερόμενο ασθενή από τον ίδιο τον γιατρό.

9. Επειδή, εν όψει του ότι, όπως έγινε δεκτό στις προηγούμενες σκέψεις, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το ανωτέρω αναλυτικώς παρατιθέμενο περιεχόμενο, παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς αμφότερες τις αποδοθείσες στην κλινική της αιτούσας παραβάσεις (:των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 παρ. 1 του  ν. 2472/1997), είναι απορριπτέα τα προβαλλόμενα περί πλάνης περί τα πράγματα και, ειδικότερα, ότι η Αρχή εσφαλμένως υπέλαβε: α/ ότι δεν επεστράφη η ακτινογραφία από τον θεράποντα ιατρό στον ασθενή και ότι αυτή απωλέσθη, και β/ ότι παρελήφθη η ακτινογραφία από την Κλινική μέσω τής έστω και προσωρινής παράδοσής της στον θεράποντα ιατρό.

10. Επειδή, ενόψει της κατά τα ανωτέρω σαφούς εννοίας των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 παρ. 1 του ν. 2472/1997, βάσει των οποίων επεβλήθησαν τα ένδικα πρόστιμα, αβασίμως προβάλλεται με το δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, επιβλήθηκαν οι κυρώσεις αυτές «λόγω του ασαφούς και δυσερμήνευτου των σχετικών διατάξεων». Εξ άλλου, οι επιλεγείσες κυρώσεις των προστίμων, ενόψει της φύσεως και της βαρύτητας των αποδοθεισών στην αιτούσα παραβάσεων, οι οποίες συνδέονται, αντιστοίχως, με τη μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα και με τη μη λήψη κατάλληλων οργανωτικών μέτρων για την προστασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων υγείας, δεν παρίστανται δυσανάλογες. Επομένως, τα προβαλλόμενα ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ των επιβληθεισών κυρώσεων και του επιδιωκόμενου σκοπού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, απαραδέκτως η αιτούσα ισχυρίζεται ότι αρκούσε η επιβολή σε αυτήν απλής συστάσεως, διότι αμφισβητεί την ουσιαστική κρίση της Αρχής ως προς την επιβλητέα κύρωση (πρβλ. ΣτΕ 1368/2008).

11. Επειδή, κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αιτούσα εταιρεία τη δικαστική δαπάνη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.