Προσδιορισμός εισοδημάτων του υποχρέου για την καταβολή διατροφής

Η υπ’ αριθμ. 12945/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έθεσε με ιδιαίτερα συνοπτικό και εύληπτο τρόπο ορισμένα από τα κριτήρια που αξιοποιεί η νομολογία για να προσδιορίσει τα εισοδήματα του υπoχρέου για την καταβολή διατροφής, όταν υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη αφανών εσόδων του. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένων δε υπόψη της θέσης, της φήμης και σταθερής πελατείας της προαναφερόμενης επιχείρησής του, στην οποία απασχολείται πλην των τριών συνιδιοκτητών της και προσωπικό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) α) ανταποκρίνεται στην εξόφληση των κάθε είδους φορολογικών, ασφαλιστικών και εν γένει οικονομικών υποχρεώσεών του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι διατηρεί οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή τρίτους, β) προέβη όλως πρόσφατα στην αγορά δίκυκλης μοτοσικλέτας, μεγάλου κυβισμού, η εμπορική αξία της οποίας, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ανέρχεται σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, ακόμη και μεταχειρισμένη, και δη εντός μίας χρονιάς, κατά την οποία, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο μάρτυρα και λογιστή του τα ετήσια έσοδά του αναμένονται κάτω του ποσού των 3.700,00 ευρώ, και γ) μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2016, αλλά και τα δύο προηγούμενα έτη, προέβαινε σε καταβολή διατροφής για τον ανήλικο υιό του ποσού 340,00 ευρώ, χωρίς, μάλιστα, να υποχρεώνεται προς τούτο με δικαστική απόφαση για το τελευταίο έτος, αναλώνοντας το σύνολο σχεδόν του μηνιαίου εισοδήματος του, χωρίς να αποδειχθεί ότι υποβλήθηκε αντίστοιχα σε οποιεσδήποτε στερήσεις, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο εναγόμενος (υπό στοιχείο α` αγωγής) αποκερδαίνει από τη συμμετοχή του στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία καθαρό ποσό μη υπολειπόμενο των 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δοθέντος ότι οι προσφερόμενες από την ανωτέρω επιχείρηση υπηρεσίες παροχής γευμάτων συνιστούν υπηρεσίες που δεν έχουν πληγεί σημαντικά, ιδίως όταν χαρακτηρίζονται από ποιότητα, όπως εν προκειμένω, αφού αφορούν στην κάλυψη της πρώτιστης ανάγκης διατροφής, ώστε ακόμη και η δυσμενής υφιστάμενη, γενικευμένη οικονομική συγκυρία δεν δύναται να επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό τον τρόπο άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας, ώστε γα περιορίσει το εισόδημα που αποκερδαίνει από την άσκηση της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας σε ποσό μικρότερο του προαναφερόμενου, ενόψει και του ότι η εν λόγω επιχείρηση εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια της συγκυρίας αυτής.

Ο αυστηρός και ο «καλός» γονέας

Στο οικογενειακό δίκαιο η επιθυμία των ανηλίκων τέκνων, όπως αυτή εκφράζεται κατά την προσωπική τους επικοινωνία με τον Δικαστή, διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην έκβαση των δικών για την ανάθεση της επιμέλειάς τους. Η επιθυμία των τέκνων, όμως, δεν είναι ο μοναδικός καθοριστικός παράγοντας για τον προσδιορισμό του βέλτιστου συμφέροντός τους και σταθμίζεται από το Δικαστήριο με μέτρο την ωριμότητά τους και τις συνθήκες του περιβάλλοντός τους. Ακολουθεί το σχετικό ενδιαφέρον απόσπασμα από την υπ’ αριθμ 1303/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ):

Κατά την επικοινωνία του Δικαστηρίου τούτου με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων διαπιστώθηκε ότι αυτά είναι ιδιαίτερα ευγενικά, έξυπνα και διαθέτουν την ανάλογη για την ηλικία τους ωριμότητα, αφού ήδη διανύουν το 15° , το 13° και το 8° έτος της ηλικίας τους αντίστοιχα. Εξέφρασαν την αγάπη που τρέφουν στον ίδιο βαθμό και για τους δύο γονείς τους, ενώ ανέφεραν για τη μητέρα τους κυρίως τη λήψη σωφρονιστικών μέτρων σε βάρος τους όταν δεν διαβάζουν, εξέφρασαν δε ρητά την επιθυμία τους να ακολουθήσουν τον πατέρα τους στην Κύπρο και να διαμείνουν μαζί του για το λόγο ότι ο πατέρας τους δεν είναι τόσο πιεστικός μαζί τους όταν δεν κάνουν τα μαθήματά τους και τους αφήνει να περνούν περισσότερο χρόνο στο διαδίκτυο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε ιδίως από τα δύο μεγαλύτερα παιδιά. Η παραπάνω βούληση των ανηλίκων, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας και της ωριμότητάς τους, εκτιμάται ότι δεν αναπτύχθηκε φυσιολογικά και αβίαστα, αλλά είναι απότοκη, αφ` ενός μεν της συνεχούς επίβλεψης της μητέρας τους στα σχολικά τους καθήκοντα και της καθημερινής παρουσίας της στη ζωή τους, αφ` ετέρου δε του επηρεασμού τους από τον εναγόμενο πατέρα τους, ο οποίος στις ολιγάριθμες επισκέψεις του και την επικοινωνία που έχει με αυτά από τότε που εγκαταστάθηκε στη Κύπρο τους παρέχει ακριβά δώρα (χάρισε πρόσφατα φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές στα δύο μεγαλύτερα τέκνα τους) παρουσιαζόμενος ως ο «καλός» πατέρας.

Aποποίηση κληρονομίας που έγινε μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος

Όλως προσφάτως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 191/2019 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, η οποία σχετίζεται και με το ζήτημα της αποποίησης κληρονομίας. Σύμφωνα με την γνωμοδότηση αυτή η αποποίηση κληρονομίας που έγινε από κληρονόμο μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από το θάνατο του κληρονομούμενου δεν την καθιστά άνευ ετέρου εκπρόθεσμη και τον αποποιηθέντα κληρονόμο πλασματικό κληρονόμο. Το εν λόγω ζήτημα (το εμπρόθεσμο ή μη αποποίησης της κληρονομίας) ερευνάται είτε από τη Διοίκηση, κατά τη διαδικασία των άρθρων 61 και 62 του ν. 4182/2013, είτε από τα Δικαστήρια.

Το πλήρες κείμενο της γνωμοδότησης βρίσκεται προσβάσιμο εδώ.

Εγλήματα κατά της τιμής και κατά της δικαιοσύνης υπό τον νέο Ποινικό Κώδικα

Εγκλήματα κατά της τιμής

Με το νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019) επήλθαν τροποποιήσεις στις διατάξεις εκείνες που ποινικοποιούν τα εγκλήματα κατά της τιμής. Συγκεκριμένα στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ σημειώνονται τα εξής:

«Η κατάστρωση των εγκληµάτων κατά της τιµής ακολουθεί στα βασικά της σηµεία τις διατυπώσεις του ισχύοντος Π.Κ., οι οποίες έχουν πλούσια θεωρητική και νοµολογιακή επεξεργασία. Παράλληλα επιδιώχθηκε ο εξορθολογισµός ορισµένων διατάξεων προς δύο κατευθύνσεις α) την κατάργηση διατάξεων που είτε δεν εµπεριέχουν πλέον ουσιαστικό άδικο είτε αποτελούσαν «έκτακτες» νοµοθετικές ρυθµίσεις που διασπούσαν την συνοχή του Π.Κ. και β) την τυποποίηση νέων εγκληµάτων και την πρόβλεψη επιβαρυντικών περιστάσεων. Ειδικότερα : 1 . Στα εγκλήµατα κατά της τιµής α) καταργείται το άρθρο 361Α Π.Κ. (απρόκλητη έµπρακτη εξύβριση), το οποίο ουσιαστικά αποτελεί «έκτακτη νοµοθετική ρύθµιση», που διασπά την βασική παραδοχή της προσωπικής προσβολής της τιµής και της κατ’ έγκληση δίωξής της και δηµιούργησε πολλά ερµηνευτικά προβλήµατα κατά την εφαρµογή του και β) καταργείται το άρθρο 364 Π.Κ. (δυσφήµηση ανώνυµης εταιρείας) λόγω έλλειψης ουσιαστικού ποινικού αδίκου και της δυνατότητας αυτοτελούς επιδίωξης αστικών αξιώσεων λόγω αδικοπραξίας. 2. Καταργείται το άρθρο 361Β Π.Κ. (που είχε προστεθεί µε το άρθρο 29 του Ν 4356/2015 ) µε το οποίο τιµωρείται ως ρατσιστική διάκριση «ο αποκλεισµός οποιουδήποτε ανθρώπου από µη συναλλακτική παροχή αγαθών ή υπηρεσιών εξαιτίας καταφρόνησης λόγω των χαρακτηριστικών που θεµελιώνουν το ρατσιστικό έγκληµα καθώς και η δηµόσια αναγγελία τέτοιας διακρίνουσας παροχής που αποκλείει τα πιο πάνω πρόσωπα εξαιτίας των ιδίων λόγων», αφενός µεν γιατί η συστηµατική ένταξή του στα εγκλήµατα κατά της τιµής ως αυτοτελούς πράξης ρατσιστικής διάκρισης χωρίς οποιονδήποτε άλλο συσχετισµό µε τα λοιπά εγκλήµατα ρατσιστικής βίας κ.λπ. δηµιουργεί σοβαρά ερµηνευτικά προβλήµατα αφετέρου δε το στοιχείο του ρατσιστικού χαρακτήρα οποιουδήποτε εγκλήµατος, εντάχθηκε στη διάταξη του άρθρου 82Α. Προβλέπεται επιβαρυντική περίσταση στα εγκλήµατα των άρθρων 361, 362 και 363 Π.Κ. αν η πράξη τελείται δηµόσια µε οποιονδήποτε τρόπο ή µέσω του διαδικτύου λόγω επίτασης της προσβολής του προστατευόµενου αγαθού. 4. Απλοποιείται η διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 Π.Κ. ως προς την διατύπωσή της καθώς η υπάρχουσα διάταξη δηµιούργησε σοβαρά ερµηνευτικά προβλήµατα.».

Σύμφωνα με το άρθρο 362 του νέου Ποινικό Κώδικα: «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή».

Παρατηρούμε ότι με το νέο ΠΚ προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 362, το οποίο προβλέπει επιβαρυντική περίσταση, αν η πράξη της δυσφήμησης τελείται δηµόσια µε οποιονδήποτε τρόπο ή µέσω του διαδικτύου. Σημειώνεται επίσης, ότι το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται στο νέο ΠΚ για το αδίκημα της δυσφήμησης είναι ευνοϊκότερο σε σχέση με το προισχύσαν, που προέβλεπε ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, ενώ όριζε και τη δυνατότητα σωρευτικής επιβολής των δύο ποινών.

Όσον αφορά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης,  το άρθρο 363 ΠΚ του νέου Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι: «Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή».

Και στην περίπτωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης προστέθηκε εδάφιο β’, για την δημόσια με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου τέλεση του αδικήματος. Επίσης, και στην περίπτωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η διάταξη είναι ευνοϊκότερη από την προισχύουσα, που απειλούσε τον υπαίτιο με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ μαζί με τη φυλάκιση μπορούσε να επιβληθεί και χρηματική ποινή, υπήρχε δε και η δυνατότητα επιβολής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, με τον νέο Ποινικό Κώδικα επήλθε σημαντική τροποποίηση στο άρθρο 366, το οποίο προβλέπει ότι: «1. Αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη, εκτός εάν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον. 2. Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης. Θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική. 3. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η δυσφήμηση ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.».

Όσον αφορά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο άρθρο 366 ΠΚ, στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, αναφέρεται ότι: «α. Δεν απαγορεύεται πλέον η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος, αλλά η πράξη µένει ατιµώρητη αν το γεγονός είναι αληθινό, εκτός αν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δηµόσιο συµφέρον. β. Το γεγονός θεωρείται αληθινό αν αφορά πράξη για την οποία έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση (αµετάκλητη). γ. Αν το γεγονός είναι αληθινό, η δυσφήµηση τιµωρείται µόνον αν προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης.».

Ως προς το αδίκημα της εξύβρισης, το άρθρο 361 του νέου Ποινικού Κώδικα, προβλέπει ότι: «1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. 2. Η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 308 έχει και σε αυτή την περίπτωση εφαρμογή». Σημειώνεται ότι στο αδίκημα της εξύβρισης, η ποινή της χρηματικής ποινής δεν µπορεί πλέον να σωρευθεί στην ποινή φυλάκισης και ότι προστέθηκε και στην περίπτωση αυτή εδάφιο β’, σχετικά με την δημόσια ή μέσω διαδικτύου τέλεση της πράξης.

Τέλος, στο άρθρο 367 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα προβλέπονται οι περιπτώσεις που δεν αποτελούν άδικες, κατά τα ανωτέρω, πράξεις και οι οποίες είναι οι εξής: «α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δ) σε ανάλογες περιπτώσεις». Επίσης, στην παρ. 2 του άρθρου 367 ορίζεται, ότι η προηγούμενη διάταξή του δεν εφαρμόζεται: «α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 και β) αν από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε ή δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης.».

Οι αστικές αξιώσεις που πηγάζουν από την προσβολή προσωπικότητας που προήλθε από δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση ή εξύβριση.

Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα [άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού] (βλ. ΑΠ 265 / 2015).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Άλλωστε, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (βλ. ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 265/ 2015).

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθη και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ (βλ. ΑΠ 15/2018). 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361 (βλ. ΑΠ 265/2015).

 Ωστόσο, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’- δ’ ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 – 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κτλ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου [ΑΠ 109/2012], περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (βλ. ΑΠ 265/2015).

Συναφώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η όλως πρόσφατη υπ’ αριθμ. 841/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης

Τα εγκλήματα της ψευδούς κατάθεσης, της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης ή διερμηνείας και της ψευδούς καταμήνυσης.

Το άρθρο 224 του νέου ΠΚ, στο οποίο τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης, προβλέπει ότι: «1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή. 2. Όποιος εμφανίζεται ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση και αρνείται να δώσει τη μαρτυρία του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν ο υπαίτιος τέλεσε τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, χωρίς να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή.».

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ: «Στο άρθρο 224 του νέου ΠΚ έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προισχύοντος Π.Κ. για την ψευδορκία και την ψευδή ανώµοτη κατάθεση. Η διάκριση των δύο περιπτώσεων (ένορκη ή ανώµοτη κατάθεση) δεν είναι πλέον κρίσιµη και οι ποινές έχουν εξοµοιωθεί, αφού γίνεται γενικώς δεκτό, ότι ο όρκος δεν επηρεάζει πλέον την «ετοιµότητα» ψευδών καταθέσεων.».

Περαιτέρω, στο άρθρο 226 παρ. 1 προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή για τους πραγματογνώμονες ή διερμηνείς που εν γνώσει τους εκθέτουν ψέματα ή αποκρύπτουν την αλήθεια. Επίσης προστέθηκε παράγραφος 2 στο άρθρο 226, σύμφωνα με την οποία: «Το δικαστήριο επιβάλλει επιπροσθέτως απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος για χρονικό διάστημα από ένα έως δύο έτη, η οποία αρχίζει μόλις η απόφαση γίνει αμετάκλητη.». Σημειώνεται ότι κατά την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ: «…απειλούνται αυξηµένες κυρώσεις για τις ψευδείς καταθέσεις πραγµατογνωµόνων ή διερµηνέων στα δικαστήρια, διότι η ψευδής πραγµατογνωµοσύνη ή διερµηνεία εκθέτει σε σηµαντικό βαθµό την έκδοση ορθών δικαστικών αποφάσεων. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται υποχρεωτικά και η παρεπόµενη ποινή της απαγόρευσης άσκησης επαγγέλµατος.».

Επιπλέον, καταργήθηκε το άρθρο 228 του προισχύσαντος ΠΚ, σχετικά με το οποίο, στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ αναφέρονται τα εξής: «Το άρθρο 228 καταργείται για δύο λόγους. Σε ό,τι αφορά την πρώτη παράγραφο του άρθρου, εκείνος που παρασύρει έναν άλλο να δώσει από πλάνη ψευδή όρκο είναι σε κάθε περίπτωση ηθικός αυτουργός του εγκλήµατος σε ένα σύστηµα περιορισµένης αντικειµενικής εξάρτησης, ώστε να µην υπάρχει περιθώριο εφαρµογής της συγκεκριµένης διάταξης. Σε ό,τι αφορά την δεύτερη παράγραφο του άρθρου, η προσπάθεια κατάπεισης δεν µπορεί να αντιµετωπίζεται µε τρόπο διαφορετικό από εκείνον που προβλέπεται για κάθε πρόκληση σε τέλεση εγκλήµατος, στο άρθρο 186.».

Σύμφωνα με το άρθρο 229 του νέου ΠΚ: «1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. 3. Το δικαστήριο με αίτηση του παθόντος μπορεί να του επιτρέψει να δημοσιεύσει την απόφαση με έξοδα του καταδικασθέντος. Το δικαίωμα αυτό παύει να υπάρχει αν η δημοσίευση δεν γίνει μέσα σε έξι μήνες από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο.». Όσον αφορά το άρθρο 229, η αιτιολογική έκθεση αναφέρει πως: «Στο άρθρο 229 τυποποιείται το έγκληµα της ψευδούς καταμήνυσής. Σηµαντική αλλαγή στο έγκληµα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Σήµερα η ψευδής καταµήνυση τιµωρείται µόνο όταν ο δράστης την τελεί µε σκοπό καταδίωξης του καταγγελλόµενου προσώπου. Καθώς όµως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νοµιµότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δηµιουργεί άµεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εµφανίζεται περιττή.».

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Αστικές μισθώσεις ακινήτων

Με το ν. 1703/1987 ρυθμίστηκαν οι μισθώσεις κατοικιών και ειδικότερα οι μισθώσεις μόνο αστικών ακινήτων που χρησιμοποιούνταν ως κύρια κατοικία, δηλαδή ως κέντρο των βιοτικών σχέσεων του μισθωτή. Ο νόμος αυτός έπαυσε να ισχύει στις 30.6.1997 (βλ. άρθρα 10 παρ. 2 ν. 1703/1987 και 1 παρ. 1 ν.2235/1994). Μετά τη λήξη του ν. 1703/87 και τη συνακόλουθη κατάργηση της προστασίας των μισθώσεων της άνω κατηγορίας, οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ενώ αποκλείεται η εφαρμογή του ν. 1703/87 ακόμη και για τις μισθώσεις που είχαν καταρτιστεί υπό την ισχύ του νόμου αυτού και υπάγονταν στις προστατευτικές διατάξεις του. Κατ’ εξαίρεση όμως η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1703/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2235/94, εξακολουθεί να ισχύει (βλ. ΑΠ 605/2007).

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1703/87 : «Η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για τρία (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά την 1.7.1997. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο…».

Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1703/1987 είναι ειδική, εξαιρετική, δημόσιας τάξης και αναγκαστικού δικαίου, γι’ αυτό αν η συμφωνημένη χρονική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη της τριετίας, η μίσθωση ισχύει για τρία (3) έτη, ενώ αν συμφωνήθηκε διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, ισχύει η συμφωνημένη μεγαλύτερη διάρκεια. Η ρύθμιση είναι δεσμευτική για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη (εκμισθωτή και μισθωτή) (βλ. ΑΠ 650/2007).

Έτσι λοιπόν καθ’ όλη τη διάρκεια της τριετίας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μένει στο μίσθιο και υποχρέωση να πληρώνει το μίσθωμα και ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να απαιτήσει από τον μισθωτή να αποχωρήσει πριν την λήξη της τριετίας. Επίσης, ο μισθωτής υποχρεούται, στην περίπτωση που εγκαταλείψει το μίσθιο πριν την παρέλευση της τριετίας, να αποπληρώσει όσα μισθώματα απομένουν μέχρι τη λήξη της τριετούς διάρκειας (βλ. 650/2007 ΑΠ, 1/2017 Ειρ. Ροδ).

Η καταγγελία της μίσθωσης πριν από την πάροδο τριετίας επιτρέπεται σε ειδικές περιπτώσεις τόσο από την πλευρά του εκμισθωτή όσο και από την πλευρά του μισθωτή. Ειδικότερα, ο μεν μισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που: α) δεν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου στο συμφωνημένο χρόνο ή του αφαιρέθηκε στη συνέχεια η συμφωνημένη χρήση (585 ΑΚ), β) υπάρχουν στο μίσθιο πραγματικά ή νομικά ελαττώματα ή όταν εκλείπουν συμφωνημένες ιδιότητες (586 ΑΚ), γ) από τη μίσθωση απειλείται κίνδυνος για την υγεία του μισθωτή ή όσων συνοικούν μαζί του, ακόμη κι αν αυτός γνώριζε την ύπαρξη των επικίνδυνων αυτών συνθηκών (588 ΑΚ). Ο δε εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που: α) ο μισθωτής κάνει κακή χρήση του μισθίου ή χρήση αντίθετη από εκείνη που συμφωνήθηκε ή δεν έχει την πρέπουσα συμπεριφορά προς τους λοιπούς ενοίκους (594 ΑΚ), β) ο μισθωτής δεν καταβάλλει ολόκληρο ή μέρος του μισθώματος και μάλιστα στο χρόνο που οφείλει να το πράξει (597 ΑΚ).

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού, η οποία υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου του 1989 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν.2101/92 (ΦΕΚ Α’ 192) ’’Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού’’, αποτελεί το σημαντικότερο διεθνές κείμενο για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.

Η θεμελιώδης αρχή της Διεθνούς Σύμβασης του Ο.Η.Ε. για τα δικαιώματα του παιδιού είναι η προάσπιση του συμφέροντος του παιδιού, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης προβλέπεται ότι: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά, είτε αυτές λαµβάνονται από δηµοσίους ή ιδιωτικούς οργανισµούς κοινωνικής προστασίας είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νοµοθετικά όργανα, πρέπει να λαµβάνεται πρωτίστως υπόψη το συµφέρον του παιδιού.».

Στο άρθρο 9 παρ. 1 της ως άνω Σύμβασης ορίζεται ότι: «1. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη µεριµνούν ώστε το παιδί να µην αποχωρίζεται από τους γονείς του, παρά τη θέλησή τους, εκτός εάν οι αρµόδιες αρχές αποφασίσουν, µε την επιφύλαξη δικαστικής αναθεώρησης και σύµφωνα µε τους εφαρµοζόµενους νόµους και διαδικασίες, ότι ο χωρισµός αυτός είναι αναγκαίος για το συµφέρον του παιδιού. Μια τέτοια απόφαση µπορεί να είναι αναγκαία σε ειδικές περιπτώσεις, για παράδειγµα όταν οι γονείς κακοµεταχειρίζονται ή παραµελούν το παιδί, ή όταν ζουν χωριστά και πρέπει να ληφθεί απόφαση σχετικά µε τον τόπο διαµονής του παιδιού.».

Επίσης, στην παρ. 3 του άρθρου 9 προβλέπεται ότι: «Τα Συµβαλλόµενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δυο γονείς του ή από τον έναν από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άµεση επαφή µε τους δυο γονείς του, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο µε το συµφέρον του παιδιού.».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το συμφέρον του παιδιού υπερτερεί των δικαιωμάτων που έχουν οι γονείς να διαμένουν και να διατηρούν επαφή και επικοινωνία μαζί του, καθώς επιβάλλεται ο αποχωρισμό του παιδιού από τους γονείς του ή από έναν εξ’ αυτών, όπως και η διακοπή του δικαιώματος επικοινωνίας, στις περιπτώσεις που είναι επιβλαβείς και αντίκεινται στο συμφέρον του.

Περαιτέρω, το άρθρο 10 παρ. 2 της Σύμβασης αναφέρεται στο δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί προσωπικές σχέσεις με τους γονείς ή το γονέα που διαμένει σε διαφορετικό Κράτος μέλος και να μεταβαίνει στο κράτος αυτό, ορίζοντας ότι: «Το παιδί του οποίου οι γονείς διαµένουν σε διαφορετικά Κράτη έχει το δικαίωµα να διατηρεί, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, προσωπικές σχέσεις και τακτική άµεση επαφή µε τους δύο γονείς του. Για το σκοπό αυτόν και σύµφωνα µε την υποχρέωση που βαρύνει τα Συµβαλλόµενα Κράτη δυνάµει της παραγράφου 2 του άρθρου 9, τα Συµβαλλόµενα Κράτη σέβονται το δικαίωµα που έχουν το παιδί και οι γονείς του να εγκαταλείψουν οποιαδήποτε χώρα, συµπεριλαµβανοµένης της χώρας αυτού του ίδιου του Συµβαλλόµενου Κράτους και να επιστρέψουν στη δική τους χώρα. Το δικαίωµα εγκατάλειψης οποιασδήποτε χώρας µπορεί να αποτελέσει αντικείµενο µόνο των περιορισµών που ορίζει ο νόµος και που είναι αναγκαίοι για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δηµόσιας τάξης, της δηµόσιας υγείας και των δηµόσιων ηθών, ή των δικαιωµάτων και των ελευθεριών των άλλων, και που είναι συµβατοί µε τα υπόλοιπα δικαιώµατα που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύµβαση.».

Όσον αφορά τον σεβασμό της βούλησης και της γνώμης του παιδιού και το δικαίωμα ακρόασής του πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης που το αφορά, στο άρθρο 11 της Σύμβασης προβλέπεται ότι: «1. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη εγγυώνται στο παιδί που έχει ικανότητα διάκρισης το δικαίωµα ελεύθερης έκφρασης της γνώµης του σχετικά µε οποιοδήποτε θέµα που το αφορά, λαµβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα µε την ηλικία του και το βαθµό ωριµότητάς του. 2. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άµεσα είτε µέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρµόδιου οργανισµού, κατά τρόπο συµβατό µε τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νοµοθεσίας.».

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Η δικαστική μεσολάβηση του άρθρου 214Β ΚΠολΔ

Στο άρθρο 214Β του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4055/2012, προβλέπεται ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης στις διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση, ως εναλλακτική μορφή επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, έχει ως σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας προς όφελος και των δύο μερών και έχει το πλεονέκτημα ότι το πρακτικό που συντάσσεται αποτελεί τίτλο εκτελεστό και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4055/2015, στο άρθρο 7, αναφέρονται τα εξής, όσον αφορά στον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης:

«Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία, κατά την οποία τα μέρη, µε τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, προσδιορίζουν τα θέματα της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή τους και επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους.

Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση ανήκει στη πρωτοβουλία των μερών και αποτελεί µία µη δεσμευτική, καθαρά ιδιωτική, μέθοδο επίλυσης των διαφορών.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις εισάγεται ένας νέος θεσμός εξώδικης επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, η δικαστική μεσολάβηση. Ο νέος αυτός τρόπος επίλυσης διαφορών δεν αναπτύσσεται «ανταγωνιστικά» αλλά παράλληλα προς τις λοιπές εναλλακτικές μορφές. Με την παράλληλη θεσμοθέτηση δικαστικής μεσολάβησης παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να επιτύχουν αποτελεσματικότερη επίλυση των διαφορών τους, χωρίς προσφυγή στη δικαστηριακή διαδικασία. Η ανάθεση καθηκόντων μεσολαβητή σε δικαστή καλύπτει τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα μεσολάβησης. Έτσι εμπεδώνεται καλύτερα η εμπιστοσύνη των πολιτών στους εξώδικους τρόπους επίλυσης διαφορών και καθίσταται ευχερέστερη η προσφυγή τους σε αυτούς, µε τελικό αποτέλεσμα την ευρύτερη κατά το δυνατόν επιτυχία των τρόπων τούτων και την αντίστοιχη ελάφρυνση των δικαστηρίων, ώστε να ασχολούνται µε τις υποθέσεις εκείνες που πράγματι χρειάζονται δικαστική διερεύνηση και απόφαση.»

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 214Β ΚπολΔ, η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση είναι προαιρετική και μπορεί να γίνει τόσο πριν από την άσκηση της αγωγής όσο και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. Επίσης στην παρ. 2 ορίζεται ότι: «Σε κάθε πρωτοδικείο και εφετείο ορίζονται, για δύο έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για ένα επιπλέον έτος, ένας ή περισσότεροι από τους υπηρετούντες προέδρους πρωτοδικών και εφετών ή από τους αρχαιότερους πρωτοδίκες και εφέτες, ως μεσολαβητές μερικής ή πλήρους απασχόλησης.»

Όπως προκύπτει από την παρ. 3 εδ. α’ του άρθρου 214Β ΚπολΔ, ο δικαστής που έχει ορισθεί στο Εφετείο ή στο Πρωτοδικείο ως μεσολαβητής, έχει χωριστές και κοινές ακροάσεις και συναντήσεις με τα μέρη και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς.

Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β‘ του ως άνω άρθρου: «…Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, να προσφεύγει στον κατά τόπον αρμόδιο δικαστή μεσολαβητή υποβάλλοντας γραπτώς το αίτημα του.»

Επομένως, η προσφυγή, και όταν υποβάλλεται πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν απαιτείται να γίνεται από κοινού, αλλά αρκεί και από μόνο το δικαιούχο, ενώ μπορεί να προκληθεί στο στάδιο αυτό και από μόνο τον υπόχρεο (βλ. Π. Μάζη, Η νέα αναθεώρηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4055/2012 και το πρόβλημα της καθυστέρησης των δικών, ΕλλΔνη 2013. σελ. 38-39).

Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 214Β ΚΠολΔ προβλέπεται ότι: «Το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα, αν συμφωνούν τα μέρη, να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν του εξαμήνου.»

Στην παρ. 5 του άρθρου 214Β ΚπολΔ προβλέπεται ότι στην περίπτωση που τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον μεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και το πρωτότυπό του κατατίθεται στην γραμματεία του Πρωτοδικείου όπου έλαβε χώρα η μεσολάβηση. Το πρακτικό μεσολάβησης, από την κατάθεση του στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την κατάθεση, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Δημοσίου, το ύψος και η αναπροσαρμογή του οποίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου, κατά την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης θα πρέπει να μην παραβιάζεται το απόρρητο, εκτός αν συμφωνήσουν διαφορετικά τα μέρη. Μάλιστα, πριν την έναρξη της διαδικασίας, όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας.

Επομένως, εφόσον στη διαδικασία της μεσολάβησης διασφαλίζεται το απόρρητο, τα μέρη μπορούν να αποφύγουν τη δημοσιότητα, η οποία υποχρεωτικά επιβάλλεται, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για τις συνεδριάσεις κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία, και την οποία συχνά τα μέρη επιθυμούν να αποφύγουν, είτε προς προστασία της φήμης και της αξιοπιστίας της επιχείρησής τους, είτε σε άλλης φύσης διαφορές, όπως είναι οι οικογενειακές διαφορές. (βλ. Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Δικαστική Διαμεσολαβήτρια, Δικαστική Μεσολάβηση – άρθρο 214Β ΚΠολΔ).

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος