Η δικαστική μεσολάβηση του άρθρου 214Β ΚΠολΔ

Στο άρθρο 214Β του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4055/2012, προβλέπεται ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης στις διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση, ως εναλλακτική μορφή επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, έχει ως σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας προς όφελος και των δύο μερών και έχει το πλεονέκτημα ότι το πρακτικό που συντάσσεται αποτελεί τίτλο εκτελεστό και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4055/2015, στο άρθρο 7, αναφέρονται τα εξής, όσον αφορά στον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης:

«Η διαμεσολάβηση είναι η διαδικασία, κατά την οποία τα μέρη, µε τη βοήθεια ενός ανεξάρτητου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, προσδιορίζουν τα θέματα της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή τους και επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους.

Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση ανήκει στη πρωτοβουλία των μερών και αποτελεί µία µη δεσμευτική, καθαρά ιδιωτική, μέθοδο επίλυσης των διαφορών.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις εισάγεται ένας νέος θεσμός εξώδικης επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, η δικαστική μεσολάβηση. Ο νέος αυτός τρόπος επίλυσης διαφορών δεν αναπτύσσεται «ανταγωνιστικά» αλλά παράλληλα προς τις λοιπές εναλλακτικές μορφές. Με την παράλληλη θεσμοθέτηση δικαστικής μεσολάβησης παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να επιτύχουν αποτελεσματικότερη επίλυση των διαφορών τους, χωρίς προσφυγή στη δικαστηριακή διαδικασία. Η ανάθεση καθηκόντων μεσολαβητή σε δικαστή καλύπτει τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα μεσολάβησης. Έτσι εμπεδώνεται καλύτερα η εμπιστοσύνη των πολιτών στους εξώδικους τρόπους επίλυσης διαφορών και καθίσταται ευχερέστερη η προσφυγή τους σε αυτούς, µε τελικό αποτέλεσμα την ευρύτερη κατά το δυνατόν επιτυχία των τρόπων τούτων και την αντίστοιχη ελάφρυνση των δικαστηρίων, ώστε να ασχολούνται µε τις υποθέσεις εκείνες που πράγματι χρειάζονται δικαστική διερεύνηση και απόφαση.»

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 214Β ΚπολΔ, η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση είναι προαιρετική και μπορεί να γίνει τόσο πριν από την άσκηση της αγωγής όσο και κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. Επίσης στην παρ. 2 ορίζεται ότι: «Σε κάθε πρωτοδικείο και εφετείο ορίζονται, για δύο έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για ένα επιπλέον έτος, ένας ή περισσότεροι από τους υπηρετούντες προέδρους πρωτοδικών και εφετών ή από τους αρχαιότερους πρωτοδίκες και εφέτες, ως μεσολαβητές μερικής ή πλήρους απασχόλησης.»

Όπως προκύπτει από την παρ. 3 εδ. α’ του άρθρου 214Β ΚπολΔ, ο δικαστής που έχει ορισθεί στο Εφετείο ή στο Πρωτοδικείο ως μεσολαβητής, έχει χωριστές και κοινές ακροάσεις και συναντήσεις με τα μέρη και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς.

Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β‘ του ως άνω άρθρου: «…Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, να προσφεύγει στον κατά τόπον αρμόδιο δικαστή μεσολαβητή υποβάλλοντας γραπτώς το αίτημα του.»

Επομένως, η προσφυγή, και όταν υποβάλλεται πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν απαιτείται να γίνεται από κοινού, αλλά αρκεί και από μόνο το δικαιούχο, ενώ μπορεί να προκληθεί στο στάδιο αυτό και από μόνο τον υπόχρεο (βλ. Π. Μάζη, Η νέα αναθεώρηση του ΚΠολΔ με τον ν. 4055/2012 και το πρόβλημα της καθυστέρησης των δικών, ΕλλΔνη 2013. σελ. 38-39).

Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 214Β ΚΠολΔ προβλέπεται ότι: «Το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα, αν συμφωνούν τα μέρη, να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν του εξαμήνου.»

Στην παρ. 5 του άρθρου 214Β ΚπολΔ προβλέπεται ότι στην περίπτωση που τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον μεσολαβητή, τα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και το πρωτότυπό του κατατίθεται στην γραμματεία του Πρωτοδικείου όπου έλαβε χώρα η μεσολάβηση. Το πρακτικό μεσολάβησης, από την κατάθεση του στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την κατάθεση, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Δημοσίου, το ύψος και η αναπροσαρμογή του οποίου καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου, κατά την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης θα πρέπει να μην παραβιάζεται το απόρρητο, εκτός αν συμφωνήσουν διαφορετικά τα μέρη. Μάλιστα, πριν την έναρξη της διαδικασίας, όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας.

Επομένως, εφόσον στη διαδικασία της μεσολάβησης διασφαλίζεται το απόρρητο, τα μέρη μπορούν να αποφύγουν τη δημοσιότητα, η οποία υποχρεωτικά επιβάλλεται, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για τις συνεδριάσεις κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία, και την οποία συχνά τα μέρη επιθυμούν να αποφύγουν, είτε προς προστασία της φήμης και της αξιοπιστίας της επιχείρησής τους, είτε σε άλλης φύσης διαφορές, όπως είναι οι οικογενειακές διαφορές. (βλ. Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Δικαστική Διαμεσολαβήτρια, Δικαστική Μεσολάβηση – άρθρο 214Β ΚΠολΔ).

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Βασικά σημεία της σύγχρονης νομοθεσίας περί εμπορικών μισθώσεων

Με το άρθ. 13 του ν. 4242/2014 (ΦΕΚ 50 Α/28.2.2014) επήλθαν σημαντικές αλλαγές στις ρυθμίσεις των εμπορικών μισθώσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 34/1995.

Η πιο σημαντική αλλαγή που επέφερε ο ν. 4242/2014, αφορά στη διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 4242/2014, ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο.

Επομένως, η συνομολόγηση μίσθωσης για χρονικό διάστημα μικρότερο από τρία έτη μετατρέπεται από το νόμο σε μίσθωση με διάρκεια τριών ετών, ανεξαρτήτως της θέλησης των συμβληθέντων, και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ. 608§1 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνήσουν διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, οπότε ο σχετικός όρος είναι ισχυρός και δεσμεύει τους συμβαλλομένους. Ο μισθωτής δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να καταγγείλει τη μίσθωση λόγω μεταμέλειας, με βάση το άρθ. 43 του π.δ. 34/1995, αφού η διάταξη αυτή δεν ισχύει πλέον για τις νέες μισθώσεις (βλ. Κατράς Ι., Οι εμπορικές μισθώσεις μετά το ν. 4242/2014, σελ. 20-22).

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4242/2014, η καταγγελία των εμπορικών μισθώσεων, από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της. Πρόωρη λύση της σύμβασης επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία, η οποία θα πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Σημειώνεται ότι δεν καταργείται η δυνατότητα της καταγγελίας της μίσθωσης για σπουδαίο λόγο, κατά τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Όσον αφορά την καταγγελία της μίσθωσης για ιδιόχρηση, με τις νέες ρυθμίσεις προβλέπεται ότι: «Η παρ. 1 του άρθρου 16 του π.δ. 34/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Ο εκμισθωτής μπορεί μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, και σε κάθε περίπτωση όχι προτού περάσουν δεκαοκτώ (18) μήνες [ή ως προς τις μισθώσεις του άρθρου 2 του παρόντος εννέα (9) μήνες] από την έναρξη της μίσθωσης, να καταγγείλει τη μίσθωση για την άσκηση στο μίσθιο των δραστηριοτήτων του άρθρου 1 περιπτώσεις α’ έως γ’ ή, ως προς τις μισθώσεις του άρθρου 2, των δραστηριοτήτων κατά το άρθρο αυτό από τον ίδιο, τον κύριο, τα τέκνα ή σύζυγό τους (ιδιόχρηση).».

Επίσης, στην περίπτωση της καταγγελίας της μίσθωσης για ανοικοδόμηση του μισθίου, η παρ. 1 του άρθρου 23 του π.δ. 34/1995 αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Ο εκμισθωτής μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση για ανοικοδόμηση του μισθίου από αυτόν ή τον κύριο του μισθίου: α) Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, εκτός αν ο χρόνος αυτός υπερβαίνει την εξαετία, οπότε η καταγγελία της μίσθωσης μπορεί να γίνει μετά την πάροδο έξι (6) ετών από την έναρξη της μίσθωσης. β) Μετά την πάροδο δεκαοκτώ (18) μηνών από την έναρξη της μίσθωσης σε περίπτωση που ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης είναι μικρότερος από δεκαοκτώ (18) μήνες ή η μίσθωση έχει αόριστη διάρκεια. γ) Μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την έναρξη της μίσθωσης, στις περιπτώσεις του άρθρου 2 του παρόντος, αν ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης είναι μικρότερος από εννέα (9) μήνες ή η μίσθωση έχει αόριστη διάρκεια.».

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 § 2δ του ν. 4242/2014 αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθ. 29 του π.δ. 14/1995 και ορίζεται πλέον ότι ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή ως αποζημίωση, στην μεν περίπτωση της καταγγελίας για ιδιόχρηση, το κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα οκτώ (8) μηνών, στη δε περίπτωση της καταγγελίας λόγω ανοικοδόμησης, το κατά τον χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα έξι (6) μηνών.

Σημειώνεται, επίσης, ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 30 του π.δ. 34/ 1995 αντικαταστάθηκαν ως εξής: «1. Η αποζημίωση κατά την πρώτη παράγραφο του προηγούμενου άρθρου στην καταγγελία για ιδιόχρηση είναι ίση με δεκαπέντε (15) μηνιαία μισθώματα, αν ασκηθεί στο μίσθιο μέσα σε ένα (1) έτος από την απόδοσή του, επιχείρηση όμοια με την ασκούμενη από τον μισθωτή, εκτός αν το μίσθιο από την κατασκευή είναι προορισμένο για την ίδια χρήση. 2. Το δικαστήριο μπορεί να αυξήσει το ποσό της αποζημίωσης μέχρι είκοσι (20) μηνιαία μισθώματα με τις προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου.»

Αλλαγές πραγματοποιήθηκαν και στην παράγραφο 2 του άρθρου 29 του π.δ. 34/ 1995, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση του μισθωτή, να αυξήσει το ποσό αποζημίωσης, στην καταγγελία για ιδιόχρηση, μέχρι δεκαπέντε (15) μηνιαία μισθώματα και στην καταγγελία για ανοικοδόμηση, μέχρι εννέα (9) μηνιαία μισθώματα, αφού εκτιμήσει: «…τις ειδικές συνθήκες και ιδίως τις δαπάνες για τη μεταστέγαση του μισθωτή, το χρόνο που λειτουργεί η επιχείρηση στο μίσθιο, τις τυχόν οφειλόμενες από το μισθωτή αποζημιώσεις στο προσωπικό του από την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, καθώς και τον υπολειπόμενο χρόνο που αυτός είχε το δικαίωμα να παραμείνει στο μίσθιο…».

Τέλος, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 4242/2014 καταργήθηκαν τα άρθρα 60 και 61 του π.δ. 34/1995, που αφορούσαν την υποχρέωση του μισθωτή στην καταβολή αποζημίωσης ως άυλης εμπορικής αξίας λόγω συμπλήρωσης 12ετίας και τις εξαιρέσεις από αυτή.

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Εφαρμοστέο δίκαιο σε διεθνείς οικογενειακές διαφορές

Για το εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό ο Κανονισμός 1259/2010 ορίζει στο άρθρο 8 πως το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους:

α)

της συνήθους διαμονής των συζύγων κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

β)

της τελευταίας συνήθους διαμονής των συζύγων, υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή αυτή δεν έπαυσε να υφίσταται ένα έτος και πλέον πριν από την υποβολή αγωγής στο δικαστήριο και εφόσον ο ένας εκ των συζύγων εξακολουθεί να διαμένει στο συγκεκριμένο κράτος κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

γ)

της ιθαγένειας των δύο συζύγων κατά τον χρόνο υποβολής αγωγής στο δικαστήριο ή, ελλείψει αυτής

δ)

του επιληφθέντος δικαστηρίου.

Όταν δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω Κανονισμός εφαρμόζονται τα παρακάτω άρθρα του Αστικού Κώδικα:

Άρθρο 14 Προσωπικές σχέσεις των συζύγων

Οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί 2. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Άρθρο 15 Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από το δίκαιο που ρυθμίζει τις προσωπικές σχέσεις τους αμέσως μετά την Τέλεση του γάμου.

Άρθρο 18 Σχέσεις γονέων και τέκνου

Οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνου ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους 2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους 3. από το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου.

Εγκύκλιοι αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους.

Εγκύκλιοι αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους.

Στην από 13 -10 -2010 και με αριθ. πρωτ. Φ.7/ 517/ 127893 /Γ1 εγκύκλιο του ΕΝΙΑΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ Π/ΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΠΟΥΔΩΝ Π.Ε. ΚΑΙ Δ.Ε., ΤΜΗΜΑΤΑ Γ’ ΜΑΘΗΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ, η οποία έχει ως θέμα «τα Δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους», αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις Διευθύνσεις μας, σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών-μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι και ο ένας από αυτούς δεν ασκεί την επιμέλειά τους, σας γνωρίζουμε ότι ο Συνήγορος του Πολίτη, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του κατά το άρ. 103 §9 του Συντάγματος και το Ν.3094/2003, σε έγγραφό του με αριθ. πρωτ. 124301/22966/11-8-2010 προς το γραφείο του Ειδικού Γραμματέα Π.Ε. και Δ.Ε. γνωστοποιεί τα ακόλουθα:

α) Στις περιπτώσεις που λόγω διάστασης ή διαζυγίου των γονέων μαθητή, η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του έχει ανατεθεί στον έναν γονέα (που διαμένει μαζί του), η περιστασιακή επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα που δεν μένει μαζί του, αλλά διατηρεί τη γονική μέριμνα αυτού, δεν μπορεί να απαγορευθεί εντός του σχολικού χώρου, κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορεί να απαγορευθεί η είσοδος του γονέα αυτού στο σχολείο. Η επικοινωνία αυτή θα γίνεται με τρόπο ώστε το σχολείο να μην μετατρέπεται σε χώρο άσκησης επικοινωνίας γονέα-μαθητή παρεμποδίζοντας την εκπαιδευτική διαδικασία.

β) Δεδομένου ότι η δικαστική απόφαση περί επικοινωνίας ορίζει μόνο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο γονέας που μένει με το παιδί οφείλει να έχει αυτό στη διάθεση του άλλου γονέα, η επικοινωνία πέραν της ρυθμιζόμενης στη δικαστική απόφαση δεν μπορεί να αποκλείεται παρά μόνο αν ρητά την απαγορεύει η απόφαση, με εξαίρεση της συνδρομής σπουδαίου λόγου (π.χ. παρακώλυση της λειτουργίας της σχολικής μονάδας, άσκηση βίας ή πρόκληση ταραχής) είναι δυνατόν να μην επιτραπεί σε γονέα η είσοδος στο χώρο του σχολείου. Η οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή εντολή του ενός γονέα προς το σχολείο να απαγορεύσει την είσοδο του άλλου ή την επικοινωνία με το τέκνο, εξετάζεται με προσοχή, αλλά δεν είναι υποχρεωτική αφ’ εαυτής.

γ) Η συμμετοχή του γονέα που δεν διαμένει με το παιδί σε εκδηλώσεις, όπως οι σχολικές εορτές, δεν μπορεί επίσης να απαγορευθεί, παρά μόνο για σπουδαίο λόγο (εάν ο γονέας με τις ενέργειες του προκαλεί αναστάτωση της εκδήλωσης ή η παρουσία του δημιουργεί προβλήματα στο τέκνο). Η αντίθετη επιθυμία του άλλου γονέα, από μόνη της, δεν μπορεί να συνιστά σπουδαίο λόγο.

Επισημαίνεται ότι για την περίπτωση που η δικαστική απόφαση θέτει όρους για την υλοποίηση της επικοινωνίας (όπως σε περιπτώσεις που επιβάλλεται η παρουσία του άλλου γονέα ή κοινωνικού λειτουργού), η υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτήν επιβάλλει, προκειμένου να επιτραπεί επικοινωνία στο χώρο του σχολείου, να εξεταστεί από τους εκπαιδευτικούς εάν πληρούνται οι παραπάνω όροι.

δ) Η ενημέρωση του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου επιβάλλεται στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του σχολείου. Κατ’ εξαίρεση, εάν από τον γονέα έχει αφαιρεθεί συνολικά η άσκηση της γονικής μέριμνας, υποχρέωση ενημέρωσής του για το πρόσωπο του τέκνου (επομένως και για τη φοίτησή του) έχει ο άλλος γονέας.

ε) Η συμμετοχή του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του τέκνου-μαθητή (αλλά το υπόλοιπο της γονικής του μέριμνας) στα συλλογικά όργανα της σχολικής κοινότητας (Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων) δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω της μη δικαστικής ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας σε αυτόν, εκτός εάν προβλέπεται η συμμετοχή του ενός μόνο γονέα, οπότε θα προτιμηθεί εκείνος που ασκεί την επιμέλεια.

στ) Η παραλαβή του τέκνου γίνεται από το πρόσωπο που ορίζει ο γονέας που ασκεί την επιμέλειά του. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων που ασκούν από κοινού την επιμέλεια, η παραλαβή θα πρέπει να γίνεται από το πρόσωπο που είχε ορισθεί , πριν προκύψει η διαφωνία τους, έως ότου προσκομισθεί στο σχολείο δικαστική απόφαση, η οποία να επιλύει τη διαφωνία των γονέων.

Μέριμνα του εκπαιδευτικού πρέπει να αποτελεί η προστασία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του παιδιού- μαθητή σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη την άποψη του παιδιού και έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον του, καθώς και την απρόσκοπτη άσκηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χωρίς να ευνοεί τυχόν ανοίκειες ιδιοκτησιακές αντιλήψεις του γονέα που ασκεί την επιμέλεια απέναντι στο παιδί-μαθητή.

Παρακαλούνται όλοι οι εκπαιδευτικοί των Σχολικών μονάδων να ενημερωθούν ενυπόγραφα.»

Περαιτέρω, στην από 30-5-2018 και με Αρ. Πρωτ. 88147/ΓΔ4 εγκύκλιο της ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΣΠΟΥΔΩΝ Π/ΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ Δ.Ε. ΤΜΗΜΑ Β’, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΤΜΗΜΑ Β’, με θέμα: «Διευκρινίσεις σχετικά με το άρθρο 13 της με αρ. πρωτ. 10645/ΓΔ4/22-1-2018 ΥΑ (Β’120)», αναφέρονται τα κατωτέρω:

«Κατόπιν ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στην Υπηρεσία μας και σύμφωνα με το αριθμ. 238695/5894/2018 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με την παρ. 5 του άρθρου 1 3 της με αρ. 10645/ΓΔ4/22-1-2018 (Β’120) Υπουργικής Απόφασης με θέμα «Εγγραφές, μετεγγραφές, φοίτηση και θέματα οργάνωσης της σχολικής ζωής στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», διευκρινίζεται ότι ο γονέας που μετά το διαζύγιο ή τη διάσταση δεν ασκεί την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, αλλά συνασκεί τη γονική μέριμνα αυτού δικαιούται πρόσβαση σε κάθε στοιχείο της σχολικής κατάστασης του/της ανήλικου/ης μαθητή/τριας, καθώς δεν θεωρείται «άλλο πρόσωπο».

Επισημαίνεται η με αρ. Φ7/517/127893/Γ1/13-10-2010 (ΑΔΑ: 4ΙΚΖ9-ΕΚ) εγκύκλιος του ΥΠ.Π.Ε.Θ. εξακολουθεί να ισχύει.».

Άρση διαφωνίας γονέων για την ονοματοδοσία του τέκνου και ορισμός ονόματος αυτού από το δικαστήριο.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 185 /2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τον  Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Γ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’αρ. 5789/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 αρ.3 περ.β, 593 -602, 610 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4335/23-7-2015, που καταλαμβάνει τις αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1η-1-2016, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 ως άνω νόμου), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 518 παρ.2, 591 παρ.1  ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν προκύπτει ούτε επικαλούνται οι διάδικοι ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, πριν την άσκηση της έφεσης. Έχει δε κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3εδ.α του ΚΠολΔ, παράβολο, όπως προκύπτει από την σημείωση του γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κάτωθεν της προαναφερθείσας έκθεσης κατάθεσης της έφεσης, αν και  δεν απαιτείται  στην προκειμένη περίπτωση, καθώς, σύμφωνα με το εδ. στ της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι διαφορές του άρθρου 592 παρ.1 και 3, όπως η ένδικη.

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 παρ.1 Α.Κ, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Κατά δε τα άρθρα 1511 παρ.1 και 1512 του ίδιου Κώδικα, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό ευρεία έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζονται όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1518 παρ.1 Α.Κ, η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Ωσαύτως με το άρθρο 15 του Ν.1438/1984, που αντικατέστησε το άρθρο 25 του Ν.344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» ορίζονται τα εξής: «Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα ή του ενός από αυτούς εφόσον έχει έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Αν ο ένας από τους γονείς δεν υπάρχει ή δεν έχει τη γονική μέριμνα, η δήλωση του ονόματος γίνεται από τον άλλο γονέα. Αν και οι δύο γονείς δεν υπάρχουν ή δεν έχουν γονική μέριμνα, το όνομα καταχωρίζεται με δήλωση αυτού που έχει την επιτροπεία του προσώπου του τέκνου. Η γενόμενη σύμφωνα με τα ανωτέρω δήλωση ονοματοδοσίας δεν ανακαλείται». Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς το ότι η ονοματοδοσία ανηλίκου τέκνου δεν είναι συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος που τελείται άπαξ (Ολ.Α.Π 240/1975, 99/1985) όπως και η συναρτημένη με αυτήν επιλογή του προσώπου του αναδόχου του τέκνου, προκύπτει ότι το δικαίωμα ονοματοδοσίας αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου  λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι όμως ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της γονικής μέριμνας. Συνεπώς και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, είναι απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, να αποφασίσουν αυτοί από κοινού για το όνομα που πρέπει να δοθεί στο τέκνο, σε περίπτωση δε διαφωνίας αυτών, αποφασίζει το δικαστήριο, με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου (A.Π 417/2005, Α.Π 631/2002, Α.Π 1700/2001, Α.Π 947/1996, Α.Π 716/1993, Α.Π 1321/1992, Εφ.Αθ. 3486/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου, αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης, Για να κριθεί τί αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν, βάσει αξιολογικών κριτηρίων, που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής. Η σχετική με το συμφέρον κρίση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά, κατά την υπαγωγή του πραγματικού στη νομική έννοια του συμφέροντος (Α.Π 534/1991, Α.Π 770/1986 ΝοΒ 35,742).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στην πρώτη ως άνω από 1-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……. αγωγή, ζητούσε να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτής και του εναγόμενου – εν διαστάσει συζύγου της, ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το όνομα «…..», ένεκα του ομώνυμου Αγίου , λόγω σχετικού ‘’τάματος’’ της ενάγουσας, πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς αυτό ήδη χρησιμοποιεί το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του και στο οποίο είχε συμφωνήσει ο εναγόμενος προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, άλλως, το διπλό όνομα ‘’…………’’, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ο ενάγων στη δεύτερη ως άνω από 20-6-2017 και με Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης (Ε.Α.Κ) ……….. αγωγή, (εναγόμενος στην πρώτη αγωγή), ζητούσε, επίσης, να αρθεί η διαφωνία μεταξύ αυτού και της εναγόμενης -εν διαστάσει συζύγου του (ενάγουσας στην πρώτη αγωγή), ως προς την πράξη ονοματοδοσίας του ανηλίκου αβάπτιστου άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να δοθεί σε αυτό το κύριο όνομα ‘’…….’’, που είναι το όνομα του πατρός του (ενάγοντος) πράγμα που θα είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθώς είθισται το πρώτο παιδί να λαμβάνει το όνομα του πάππου εκ της πατρικής γραμμής, και στο οποίο είχε συμφωνήσει η εναγόμενη προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με την εκκαλουμένη απόφασή του, (υπ΄αρ. 5789/2017) το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να συμβιβάσει τους διαδίκους, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στα  ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά αυτού, (κατ΄αρθρο 611 ΚΠολΔ), ακολούθως  συνεκδίκασε τις ως άνω δύο (αντίθετες) αγωγές, τις έκρινε ορισμένες και νόμιμες, στηριζόμενες στα άρθρα 1510 επ.του ΑΚ, στη συνέχεια δε, απέρριψε την πρώτη αγωγή (με Ε.Α.Κ …….) ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή τη δεύτερη αγωγή (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη και όρισε ως όνομα του ανήλικου αβάπτιστου άρρενος τέκνου των διαδίκων το ‘’……’’.

Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και εναγόμενη στην δεύτερη – ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη έφεσή της,  για  τους λόγους που εκθέτει σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή. (Σημειωτέον ότι κατά τη εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου δεν ήταν παρόντες ούτε οι διάδικοι, ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως κατ΄άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, οπότε δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του δικαστηρίου, κατ΄άρθρο 611 ΚΠολΔ, προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της ένδικης διαφοράς τους).

Με το Ν.4335/2015, προστέθηκαν οι νέες διατάξεις των άρθρων 421 έως 424 του ΚΠολΔ, με τις οποίες επιφέρονται εκτε­ταμένες μεταβολές στο δίκαιο των ένορκων βεβαιώσεων. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 591 του ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τον ίδιο νόμο, προβλέπουν, τους εξής όρους του υποστα­τού – παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: α) κλήτευση του αντιδίκου με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύ­δει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, β) τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργάσιμων ημερών πριν την προσδιορι­σμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθρο 422 παρ.1 του ΚΠολΔ, το οποίο να διαλαμβάνει την ημερομηνία και ώρα λήψης, το ονο­ματεπώνυμο και τη διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, την αγωγή ή ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύ­θυνση της κατοικίας του μάρτυρα, δ) λήψη μέχρι πέντε ένορκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικο ενώπιον του λειτουργικά και κατά τόπο αρμόδιου οργάνου, ε) ιδιό­τητα μάρτυρα, τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν, στ) ορκοδοσία και ζ) εμπρόθε­σμη υποβολή της ένορκης βεβαίωσης με τις προτάσεις. Αν δεν πληρούται κάποιος από τους ανωτέρω όρους, η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη, στην δε περίπτωση ζ, απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 του ΚΠολΔ και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Οι νέες διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου 9 Ν. 4335/2015. Επίσης, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν.4335/2015, οι ρυθμίσεις των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται αποκλει­στικά επί αγωγών που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη της παρ. 4, κατά τα λοιπά οι ρυθμίσεις του νέου νόμου, εφόσον δεν ορίζεται δια­φορετικά σε επιμέρους διατάξεις, εφαρμόζονται από την 1-1-2016. (βλ. Γιαννόπουλο/Χ.Τριανταφυλλίδη, Οι τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 στον ΚΠολΔ, στο πεδίο του δικαίου της απόδειξης, ΕλλΔνη 2016. 665, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν.4335/2015, σ.34).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αυτού, όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και των µε αρ. ……. ένορκων βεβαιώσεων των ………., αντίστοιχα, ενώπιον της Συµβολαιογράφου Πειραιώς ………, που προσκοµίζει µε επίκληση ο εναγόµενος – ενάγων ήδη εφεσίβλητος, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νοµότυπης κλήτευσης της ενάγουσας – εναγοµένης ήδη εκκαλούσας, όπως προκύπτει από τη µε αρ. ….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιµελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….., αποδεικνύνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:   [Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπ΄αρ. ……… ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………… αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει για πρώτη φορά η εκκαλούσα – ενάγουσα – εναγόμενη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών (κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσης κλήτευσης του αντιδίκου της, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ…….. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……….), διότι δεν αναγράφεται σε αυτές το επάγγελμα των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων, όπως απαιτείται από το νόμο για να είναι υποστατές, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος. Συνακόλουθα δε, ενόψει της μη λήψης υπόψη, από το δικαστήριο τούτο, των παραπάνω ένορκων βεβαιώσεων, δεν τίθεται ζήτημα λήψης υπόψη και των υπ΄αρ. ….. ένορκων βεβαιώσεων των ………, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, (κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσης κλήτευσης της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ΄αρ. ……. έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……….), που προσκόμισε ο εφεσίβλητος, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο και μέσα στην προθεσμία προσθήκης- αντίκρουσης, προς αντίκρουση των όσων αναφέρονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις].

Οι διάδικοι τέλεσαν νόµιµο θρησκευτικό γάµο στις 12-7-2008 στην Αργυρούπολη Αττικής, από τον οποίο απέκτησαν, στις 27-1-2015, ένα άρρεν αβάπτιστο τέκνο, µε τη µέθοδο της εξωσωµατικής γονιµοποίησης, µετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες ετών. Λίγο καιρό, όμως, µετά τη γέννηση του τέκνου τους δημιουργήθηκαν μεταξύ τους συγκρούσεις που οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους (στις 6-3-2015). Έκτοτε δε, η ενάγουσα – εναγοµένη διαµένει µαζί µε το τέκνο στην οικία της, ενώ µε την υπ’ αρ. 50/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της ανατέθηκε οριστικά η επιµέλεια του προσώπου του και ρυθµίστηκε το δικαίωµα επικοινωνίας του εναγοµένου – ενάγοντος  πατέρα του µε αυτό. Λόγω των έντονων αντιπαραθέσεων των διαδίκων, που συνεχίσθηκε και µετά τη διάσπαση της έγγαµης συµβίωσης, αυτοί δεν συμφωνούν ως προς την ονοµατοδοσία του τέκνου τους. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ενόψει ότι μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, (υποβαλλόταν σε εξοσωματική γονιμοποίηση ήδη από το έτος 2010, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά), κατάφερε να μείνει έγκυος, αποφάσισε να ονομάσει το τέκνο τους ‘’…….’’. Κι αυτό διότι, η διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης που τελικά οδήγησε στην εγκυμοσύνη της, έλαβε χώρα πλησίον της ημέρας της εορτής του …….. και συγκεκριμένα η ωοληψία και η μικρογονιμοποίηση των γαμετών έγινε στις 20-5-2014 και η μεταφορά δύο εμβρύων στις 23-5-2015, όπως προκύπτει από τη προσκομιζόμενη βεβαίωση του ιατρού μαιευτήρα – γυναικολόγου του  Κέντρου Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής ‘’…………’’ …… Στην απόφαση αυτή της ενάγουσας, δεν έφερε αντίρρηση αρχικά  ο εναγόμενος. Συμφώνησαν, εντούτοις, να δώσουν στο εν λόγω τέκνο τους και το όνομα ‘’…….’’, το οποίο ήταν το όνομα του πατέρα του εναγόμενου, σύμφωνα και με τα ελληνικά έθιμα. Μετά τη διάσπαση, όμως, της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και των αντιδικιών, έκτοτε, μεταξύ τους, διαφωνούν πλέον στην ονοματοδοσία του τέκνου τους και συγκεκριμένα, η μητέρα του -εκκαλούσα, με την οποία και κατοικεί αυτό, όπως προαναφέρθηκε, το αποκαλεί αποκλειστικά με το όνομα ‘’……..’’ και ο πατέρας του – εφεσίβλητος, όταν έχει επικοινωνία μαζί του, μόνο με το όνομα ‘’……’’. Το γεγονός ότι η αρχική συμφωνία των διαδίκων περιελάμβανε και τα δύο ονόματα, επιβεβαιώνεται εναργώς και από το μήνυμα που έστειλε η εκκαλούσα στον εφεσίβλητο, στις 8-11-2015, από το κινητό τηλέφωνο της μητέρας της, (σε απάντηση προηγηθέντος μηνύματος του εφεσίβλητου προς το δικό της κινητό τηλέφωνο ‘’ Να μας ζήσει ο …….. μας’’), με το εξής περιεχόμενο- απάντηση ‘’ ΜΠΕΡΔΕΥΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ Κ ΝΑ ΔΩΣΕΙΣ Κ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΑΣ. ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ Κ ΠΡΑΞΕΙΣ ΣΩΣΤΑ ΤΟΤΕ ΙΣΩΣ ΝΑ ΤΟΝ ΠΟΥΜΕ Κ ….. ….. Από το μήνυμα αυτό δεν προκύπτει, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος κι έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, να δοθεί στο τέκνο μόνο το όνομα ‘’…….’’, αφού σαφώς αναφέρεται το ‘’Κ’’, δηλ. ‘’ΚΑΙ’’ (…..). Τα  αναφερόμενα από τον μάρτυρα του εφεσίβλητου ……, και τους ως άνω ενόρκως βεβαιούντες, περί κοινής αρχικής απόφασης των διαδίκων να ονομαστεί το τέκνο τους αποκλειστικά ‘’…’’, τα οποία αντικρούονται από την κατάθεση της μάρτυρα της εκκαλούσας ….., η οποία, αντίθετα, αναφέρει ότι η αρχική απόφαση των διαδίκων ήταν να ονομαστεί το τέκνο μόνο ‘’………’’, δεν αποτελούν επαρκή απόδειξη κατά την κρίση του δικαστηρίου, για την μία ή την άλλη εκδοχή.

Πέραν τούτων, το παρόν δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα,  ανεξαρτήτως ποια ήταν η αρχική συμφωνία των διαδίκων – γονέων και των αιτημάτων τους, από τα οποία δεν δεσμεύεται, ότι, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει συνθηκών, είναι προς το συμφέρον του τέκνου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτό να λάβει το διπλό όνομα ‘’. – ….’’. Κι αυτό διότι, από τη μία πλευρά, ‘’Κωνσταντίνος’’ είναι το όνομα, με το οποίο το αποκαλεί η μητέρα του, το περιβάλλον της, αλλά και τα παιδιά κι οι νηπιαγωγοί στον παιδικό σταθμό, όπου φοιτά το εν λόγω τέκνο (όπως προκύπτει από την από 18-1-2018 βεβαίωση της υπεύθυνης του παιδικού σταθμού «…….» στην Αργυρούπολη, …..). Θα είναι δε δύσκολο, ενόψει του ότι το ως άνω τέκνο των διαδίκων, είναι ήδη πλέον πέντε (5) ετών, να αποκοπεί πλήρως από το όνομα αυτό, που έχει συνηθίσει και ταυτίσει με την έως τώρα διαμορφωθείσα προσωπικότητά του, σύμφωνα και με τα πορίσματα της ψυχολογίας (βλ. σχετ. και από 2-2-2018 και 28-11-2018 γνωματεύσεις της κλινικής παιδοψυχολόγου- ψυχοθεραπεύτριας στο  μαιευτήριο ‘’….’’ …. και της συμβούλου ψυχικής υγείας ……., αντίστοιχα). Από την άλλη πλευρά, η λήψη επίσης του ονόματος τού, ήδη αποβιώσαντος, παππού του από την πατρική γραμμή (‘’……’’), προστιθέμενο στο ‘’……’’, θα βοηθήσει το τέκνο, με ήπιο τρόπο, να αποκτήσει ισχυρότερο σύνδεσμο με τον πατέρα του, αλλά και το συγγενικό περιβάλλον αυτού, (πράγμα εξίσου σημαντικό για την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του), και να μην αποκοπούν συναισθηματικά, ενόψει και του γεγονότος ότι δε μένει με αυτόν, αλλά με τη μητέρα του. Ακόμη, το δικαστήριο  κρίνει ότι η λήψη τους ως άνω διπλού ονόματος δεν θα οδηγήσει σε σύγχυση το τέκνο, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην εκκαλουμένη, δεδομένου μάλιστα του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνηθίζεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, να δίνεται διπλό κύριο όνομα. Ειδικά δε για παιδιά, που γεννιούνται μετά από πολλές προσπάθειες, δεν είναι σπάνιο να λαμβάνουν το όνομα ενός Αγίου, εν είδει τάματος, (πολύ δε περισσότερο στην ένδικη περίπτωση, που η ημερομηνία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, η οποία οδήγησε στη γέννηση του τέκνου, συνέπεσε με την εορτή του ως άνω Αγίου), μαζί με το όνομα που είθισται κατά τα ελληνικά έθιμα, ήτοι το όνομα του πάππου από την πατρική γραμμή. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου – εφεσίβλητου, τον οποίο επαναφέρει με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει να ονομασθεί το τέκνο τους ‘’……..’’, στα πλαίσια των μεταξύ τους διαφορών μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους,  ενώ, όπως υποστηρίζει, είχε αρχικά συμφωνήσει να δοθεί στο τέκνο (μόνο) το όνομα ‘’…….’’, εκτός του ότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, αληθή υποτιθέμενα τα υποστηριζόμενα από τον εφεσίβλητο, δεν στοιχειοθετούν, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, διότι το όνομα που θα δοθεί στο τέκνο προσδιορίζεται με κριτήριο το συμφέρον του τέκνου, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατόπιν τούτων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο βαθμό που, κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κατά τους βάσιμους, εν μερει,  περί τούτου λόγους της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, (πρέπει) να γίνει δεκτή η ως άνω πρώτη αγωγή της ενάγουσας (με Ε.Α.Κ ……) και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό της αίτημα και να απορριφθεί η δεύτερη ως άνω αγωγή του ενάγοντος (με Ε.Α.Κ ……..) ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να αρθεί η διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και να ορισθεί ως όνομα αυτού το ‘’………‘’. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μεταξύ τους σχέσης ως συζύγων (αρθρα 179, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε,στ ΚΠολΔ, στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ          

Δικάζει την έφεση κατ΄αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 5789/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών.

Κρατεί. α) την από 1-6-2017 και με Ε.Α.Κ ……. αγωγή και β) την από 20-6-2017 και με Ε.Α.Κ …… αγωγή.

Συνεκδικάζει, επί της ουσίας, τις ως άνω αγωγές.

Απορρίπτει ότι έκρινε ως απορριπτέο.

Δέχεται την ως άνω υπό στοιχ. (α), με ΕΑΚ ………, αγωγή, ως προς το επικουρικό της αίτημα.

Απορρίπτει την ως άνω, υπό στοιχ. (β), με ΕΑΚ …….., αγωγή.

Αίρει τη διαφωνία των διαδίκων ως προς την ονοματοδοσία του άρρενος τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 27-1-2015, και Ορίζει ως όνομα αυτού το ‘’….’’.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα συνολικά μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την απόδοση, στην εκκαλούσα, του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 29  Μαρτίου  2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

               Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                           Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.

 

Οι αρμοδιότητες του Συνηγόρου του Καταναλωτή

Οι αρμοδιότητες του Συνηγόρου του Καταναλωτή, όπως προβλέπονται στο  άρθρο 3, παρ. 1, 2 και 3,  του Ν. 3297/2004 ‘’Συνήγορος του Καταναλωτή-Ρύθμιση Θεμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και άλλες διατάξεις’’ (ΦΕΚ Α΄ 259/23.12.2004), είναι οι κατωτέρω:

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή είναι αρμόδιος για την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών ή ενώσεων καταναλωτών, όπως οι έννοιες των προμηθευτών και των καταναλωτών ή των ενώσεων τους ορίζονται κάθε φορά στο Νόμο. Στο πλαίσιο αυτής της αρμοδιότητας ο Συνήγορος του Καταναλωτή μπορεί να προβαίνει σε συστάσεις και υποδείξεις προς τους προμηθευτές, ιδίως όταν από την επιχειρηματική συμπεριφορά τους θίγεται μεγάλος αριθμός καταναλωτών.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή επιλαμβάνεται των υποθέσεων της αρμοδιότητάς του, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν σχετικής ενυπόγραφης αναφοράς ενός τουλάχιστον των ενδιαφερόμενων μερών. Επίσης, επιλαμβάνεται με όμοιο τρόπο και αιτημάτων των καταναλωτών ή ενώσεων των καταναλωτών, που έχουν απορριφθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που εφαρμόζονται από άλλους καθιερωμένους φορείς εξώδικης ρύθμισης επί μέρους καταναλωτικών διαφορών.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή δεν επιλαμβάνεται υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστικών αρχών.»

Επίσης, στο άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω νόμου, προβλέπεται ότι: «1. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή επιλαμβάνεται κάθε θέματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από παραπομπή σε αυτόν της υπόθεσης από τις επιτροπές της παρ. 4 του άρθρου 3 είτε ύστερα από ενυπόγραφη αναφορά κάθε άμεσα ενδιαφερόμενου φυσικού ή νομικού προσώπου ή ένωσης προσώπων που κατοικούν ή εδρεύουν σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή και οι επιτροπές μπορούν να ζητούν από τα εμπλεκόμενα μέρη τη χορήγηση οποιουδήποτε εγγράφου που έχει σχέση με τη διαφορά και κρίνεται πρόσφορο για τη διευθέτησή της, τηρουμένων των διατάξεων περί απορρήτου και προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.».

Περαιτέρω, όσον αφορά την υποβολή αναφοράς στον Συνήγορο του Καταναλωτή εκ μέρους του ενδιαφερόμενου, στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου προβλέπεται ότι : «2. Η αναφορά υποβάλλεται εντός προθεσμίας ενός (1) έτους, αφότου ο ενδιαφερόμενος έλαβε πλήρη γνώση της βλαπτικής για αυτόν πράξης ή παράλειψης που συνιστά την καταναλωτική διαφορά, και καταχωρείται σε ειδικό μητρώο. Η υποβολή αναφοράς διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261 επ. ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που διεκόπησαν αρχίζουν και πάλι από τη με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση της διαδικασίας διαμεσολάβησης.».

Τέλος, στην παρ. 8 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι : «Αν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις για τέλεση αξιόποινης πράξης από ένα εκ των ενδιαφερόμενων μερών, ο Συνήγορος του Καταναλωτή μπορεί, εφόσον η πράξη διώκεται μετά από έγκληση, να υποδείξει στο άλλο μέρος την προσφυγή του στη δικαιοσύνη. Στην περίπτωση που η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως, ο Συνήγορος του Καταναλωτή ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.».

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ρευματοκλοπή

Ο ΔΕΔΔΗΕ (Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας) τις τελευταίες εβδομάδες έχει στείλει δεκάδες σημειώματα σε ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεων, από τους οποίους ζητά την καταβολή χρηματικών ποσών λόγω «ρευματοκλοπής». Οι οικονομικές και ποινικές συνέπειες της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι σοβαρές, ενώ συχνά οι παραλήπτες των σημειωμάτων αυτών βρίσκονται προ εκπλήξεως είτε διότι εκμίσθωναν την οικία τους σε τρίτα πρόσωπα είτε διότι καμία επέμβαση δεν είχαν πραγματοποιήσει στους μετρητές του ηλεκτρικού τους ρεύματος.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ιδιοκτήτης μπορεί να αμυνθεί προσβάλλοντας το κύρος του διενεργηθέντος ελέγχου ή την καταχρηστική αδράνεια του παρόχου ηλεκτρικού ρεύματος, αν κατηγορείται για πράξεις του απώτερου παρελθόντος. Επιπλέον, αν το ακίνητο είχε παραχωρηθεί σε τρίτους τίθεται το ζήτημα της ταυτότητας των ωφελουμένων οικονομικά προσώπων. Δυστυχώς, ο ιδιοκτήτης βρίσκεται εκ προοιμίου σε μειονεκτική θέση και επομένως η νομική του άμυνα θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη και προσεκτική.

Σε κάθε περίπτωση η μομφή της ρευματοκλοπής είναι βαριά και δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται από τους αρμοδίους φορείς ως ένα εισπρακτικό μέτρο, το οποίο εξαπολύεται απερίσκεπτα κατά δικαίων και αδίκων.

Untitled-1

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com