Συστήματα βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας

«Όταν οι πράξεις επεξεργασίας ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να ευθύνεται για τη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου σχετικά με την προστασία των δεδομένων, ώστε να αξιολογήσει, ιδίως, την προέλευση, τη φύση, την πιθανότητα και τη σοβαρότητα του εν λόγω κινδύνου».

Η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (ΕΑΠΔ) είναι μια διαδικασία που περιγράφει την επεξεργασία των δεδομένων, αξιολογεί την αναγκαιότητα και την αναλογικότητά της και συνδράμει στη διαχείριση των κινδύνων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων.

Η εκτίμηση αντικτύπου αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την πλήρωση της υποχρέωσης λογοδοσίας, καθώς παρέχει συνδρομή στους υπεύθυνους επεξεργασίας για να αποδεικνύουν ότι έχουν ληφθεί τα ενδεδειγμένα μέτρα. Η εκτίμηση αντικτύπου, δηλαδή, είναι μια διαδικασία εμπέδωσης και απόδειξης της συμμόρφωσης.

Βάσει του GDPR, η παράλειψη διενέργειας εκτίμησης αντικτύπου σε επεξεργασία που υπόκειται σε απαίτηση διενέργειας εκτίμηση αντικτύπου ή η διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου με εσφαλμένο τρόπο μπορούν να επιφέρουν διοικητικό πρόστιμο ύψους έως 10 εκατ. ευρώ ή, σε περίπτωση επιχείρησης, έως 2 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο.

Τα ελάχιστα στοιχεία μιας έκθεσης αντικτύπου σύμφωνα με τον GDPR είναι:

  • H συστηματική περιγραφή των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας και των σκοπών της επεξεργασίας, περιλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας,
  • H εκτίμηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας των πράξεων επεξεργασίας σε συνάρτηση με τους σκοπούς,
  • H εκτίμηση των κινδύνων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και
  • Tα προβλεπόμενα μέτρα αντιμετώπισης των κινδύνων, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων, των μέτρων και μηχανισμών ασφάλειας, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων και άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων·

Εκτίμηση αντικτύπου και συστήματα βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας

Η λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας διέπεται από ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις, αφού μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στα δικαιώματα των εργαζομένων της επιχείρησης όσο και των συναλλασσομένων με την επιχείρηση. Κατά το μέρος, που δεν έρχεται σε αντίθεση με τον GDPR εξακολουθεί να έχει εφαρμογή η υπ’ αρίθμ. 1/2011 Οδηγίας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ).

Σύμφωνα με το άρθρο 7 της εν λόγω Οδηγίας το σύστημα βιντεοεπιτήρησης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων εργασίας, εκτός από ειδικές εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας. Υπενθυμίζεται πως μετά μετά τις 25 Μαΐου 2018 δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση γνωστοποίησης βιντεοεπιτήρησης στην Αρχή.

Το μόνο μέσο, λοιπόν, που διαθέτει ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκειμένου να αποδείξει την σύννομη δράση του και την συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις του GDPR είναι η εκπόνηση εκτίμησης αντικτύπου. Σημειώνεται, μάλιστα, πως η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιδείξει μεγάλη αυστηρότητα απέναντι σε συστήματα βιντεοεπιτήρησης, τα οποία λειτουργούν παρανόμως. Με την απόφαση της υπ’ αρίθμ. 41/2018, η οποία εκδόθηκε στις 9-5-2018, ήτοι πριν από την εφαρμογή του GDPR, η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 50.000 ευρώ σε δικηγορική εταιρία, για την λειτουργία παρανόμου συστήματος βινετοεπιτήρης.

Yπαναχώρηση από σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας, σε περίπτωση υπαγωγής στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Η υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (εκουσία δικαιοδοσία) εξέτασε το ζήτημα της υπαναχώρησης του πωλητή από σύμβαση πώλησης με παρακράτηση κυριότητας, στην περίπτωση που ο αγοραστής έχει υπαχθεί με προσωρινή διαταγή στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (Ν. 3869/2010). Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση αυτή, η υπαναχώρηση από την σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη, διότι η χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή έχει ως συνέπεια την απαγόρευση κάθε μεταβολής της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος-αγοραστή καθώς και κάθε αλλοίωση ή μείωση της περιουσίας του, στην έννοια της οποίας εμπίπτει και το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος κυριότητας.

Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 660/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου (εκουσία δικαιοδοσία).

«…Εν προκειμένω, με την υπ’αριθμ. 00047288 σύμβαση χορήγησης δανείου χρηματοδότησης αγοράς αυτοκινήτου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του αιτούντος ως αγοραστή, της πωλήτριας επιχείρησης ………………….. και της δεύτερης καθ’ης ως πιστώτριας, ο αιτών αγόρασε το κατωτέρω αναφερόμενο δίκυκλο όχημα από την πωλήτρια επιχείρηση έναντι τιμήματος ύψους 4.000€, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλει στην πωλήτρια επιχείρηση η δεύτερη καθ’ης – πιστώτρια τράπεζα. Επιπλέον, ως αναλύεται και ανωτέρω, μετά την καταβολή της χρηματοδότησης στον πωλητή, συμφωνήθηκε ρητώς η μεταβίβαση όλης της έννομης σχέσης της πώλησης από την πωλήτρια επιχείρηση στη δεύτερη καθ’ης, το δε όχημα παραδόθηκε στον αγοραστή-αιτούντα μόνο κατά την κατοχή και χρήση του, υπό τον όρο παρακράτησης της κυριότητας και νομής του μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί σε 84 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης αποπληρωμής των δόσεων, η πιστώτρια τράπεζα θα είχε το δικαίωμα αφενός να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης και να αξιώσει την παράδοση του ανωτέρω οχήματος και αφετέρου να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, της δε καταγγελίας έχουσας ως συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του δανείου, ήτοι και οι μελλοντικές δόσεις του, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι το μέρος του δανείου που θα είχε αποπληρωθεί μέχρι την αφαίρεση του οχήματος θα θεωρείται μίσθωμα για τη χρήση του και αποζημίωση για τη φθορά του οχήματος (ιδ. όρους 1.7, 1.9 και 1.10 συμβάσεως). Η δεύτερη καθ’ ης μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αίτηση αίτησης, ήτοι μέχρι την 21-4-2015 δεν είχε υπαναχωρήσει από την ανωτέρω σύμβαση πώλησης, υπαναχώρησε δε την 18.9.2018, ήτοι μία μέρα πριν την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως, επιδίδοντας στον αιτούντα τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2406/18-9-2018 αγωγή της, με την οποία κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση και υπαναχώρησε από τη σύμβαση πωλήσεως (ιδ. προσκομιζόμενη αγωγή και υπ’αριθμ. 7057Β/18-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μαρίας Παππά). Η υπαναχώρηση ωστόσο αυτή είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην επί της υπό κρίση αιτήσεως χορηγηθείσα από 12.9.2016 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Ιλίου, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αιτούντος και κάθε αλλοίωση ή μείωση αυτής. Δεδομένου ότι το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης δικαιώματος κυριότητας του ως άνω οχήματος συνιστά περιουσιακό στοιχείο του αιτούντος, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω περί δυνατότητας ελέγχου της υπαναχωρήσεως ως καταχρηστικής κατ’άρθρο 281 ΑΚ στα πλαίσια της παρούσης, η δεύτερη καθ’ης, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος, θα μετέχει κανονικά στη ρύθμιση και υποχρεούται να αποδεχθεί την εκπλήρωση της σύμβασης, όπως αυτή θα διαμορφωθεί ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού, καθώς και τον τρόπο και χρόνο πληρωμής του από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν.3869/2010. Περαιτέρω, το κατωτέρω αναφερόμενο δίκυκλο όχημα θα εξαιρεθεί από την εκποίηση, καθώς ο αιτών έχει απλή κατοχή και χρήση αυτού και, ως εκ τούτου, το παραπάνω αναφερόμενο όχημα δεν αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο (βλ. και την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας στην οποία εμφαίνεται η παρακράτηση κυριότητας), πλην όμως σε περίπτωση τήρησης της παρούσας ρυθμίσεως θα καταστεί στο μέλλον κύριος και νομέας αυτού, ως αναλύεται και ανωτέρω…»

Η εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων

Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει στην παρούσα μελέτη είναι η εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων κατηγορίας, διαδικασία η οποία ρυθμίζεται προεχόντως από το άρθρο 226Α ΚΠΔ. Το άρθρο αυτό εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό την επιρροή πλήθους διεθνών νομικών κειμένων, τα οποία δεν αφομοιώθηκαν πάντοτε με επιτυχία από τον Έλληνα νομοθέτη.

Συνοπτικά, στις 2 Σεπτεμβρίου 1990 ξεκίνησε η εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού του Ο.Η.Ε., η οποία κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 2101/1992. Στις 18 Ιανουαρίου 2002 τέθηκε σε ισχύ το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, το οποίο κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 3625/2007.

Στο άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου αυτού καταγράφεται πως τα Κράτη Μέρη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των παιδιών-θυμάτων μεταξύ άλλων: αναγνωρίζοντας την ευπάθεια των παιδιών-θυμάτων και προσαρμόζοντας τις διαδικασίες για την αναγνώριση των ιδιαίτερων αναγκών τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ιδιαίτερες ανάγκες τους ως μαρτύρων, ενημερώνοντας τα παιδιά-θύματα για τα δικαιώματά τους, τον ρόλο τους και το πλαίσιο, τον χρόνο και την πρόοδο της διαδικασίας και την έκβαση των υποθέσεών τους, προστατεύοντας, ως αρμόζει, την ιδιωτική ζωή και την ταυτότητα των παιδιών-θυμάτων. Τονίζεται, όμως, παράλληλα πως καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να θίγει ή να είναι ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη.

Με βάση τα παραπάνω ο Έλληνας νομοθέτης έκρινε πως ήταν επιβεβλημένο να προβεί σε ριζικές αλλαγές στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι με το τρίτο άρθρο του νόμου 3625/2007 προστέθηκε το άρθρο 226Α για πρώτη φορά στον ΚΠΔ, ενώ έγιναν και άλλες τροποποιήσεις στην ημεδαπή νομοθεσία προκειμένου να ληφθούν μέτρα προστασίας των ανηλίκων.

Το 2007 υπεγράφη από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Lanzarote η Σύμβαση για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης. Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 3727/2008, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 226Α ΚΠΔ, αφού η χώρα μας ανέλαβε συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τον τρόπο διεξαγωγής των συνεντεύξεων με ανηλίκους.

Λίγα χρόνια αργότερα η Οδηγία 2012/29/ΕΕ συστηματοποίησε τους κανόνες για την προστασία των θυμάτων κατά την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας1 και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 4267/2014, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 226Α του ΚΠΔ. Επειδή, όμως, κρίθηκε πως η εφαρμογή των προστατευτικών για τα ανήλικα θύματα προβλέψεων της Οδηγίας δεν εφαρμόστηκε στην πράξη2 με την αναμενόμενη επιτυχία ο Έλληνας νομοθέτης επανήλθε ψηφίζοντας τον νόμο 4478/2017, ο οποίος μεταξύ άλλων τροποποίησε εκ νέου το άρθρο 226Α ΚΠΔ φιλοδοξώντας να αποτρέψει την περαιτέρω θυματοποίηση των παιδιών κατά τη διερεύνηση των σε βάρος τους διαπραχθέντων ποινικών αδικημάτων.

Μετά, λοιπόν, από την πλέον πρόσφατη τροποποίησή του, η οποία έλαβε χώρα με τον ν. 4478/2017 το άρθρο 226Α ΚΠΔ έχει ως εξής:

«1. Κατά την εξέταση ως µάρτυρα του ανήλικου θύµατος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παράγραφος 4, 323Β εδάφιο α΄, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349, 351, 351Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και στα άρθρα 29 παράγραφοι 5 και 6 και 30 του ν. 4251/ 2014 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγµατογνώµων, ειδικά εκπαιδευµένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυµάτων ή που περιλαµβάνεται στον πίνακα πραγµατογνωµόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν, χωρίς να εφαρµόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Η εξέταση ως µάρτυρα του ανήλικου θύµατος διενεργείται υποχρεωτικά στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυµάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασµένους και προσαρµοσµένους για το σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και µε όσο το δυνατόν περιορισµένο αριθµό συνεντεύξεων.

2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιµάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόµενος προς τούτο µε τους προανακριτικούς υπαλλήλους και µε τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιµοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές µεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και συντάσσει γραπτή έκθεση µε τις διαπιστώσεις, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταµένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου. Κατά την εξέταση ο ανήλικος µπορεί να συνοδεύεται από τον νόµιµο εκπρόσωπό του, εκτός αν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού µε αιτιολογηµένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως, σε περίπτωση σύγκρουσης συµφερόντων ή ανάµειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώµενη πράξη.

3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας.

4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως.

5. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του ανηλίκου γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές.

6. Η διάταξη του άρθρου 239 §2 εφαρμόζεται ανάλογα και επί ανηλίκων θυμάτων των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και από κοινωνικούς λειτουργούς δήμων ή νομαρχιών.».

Οι βασικές ρυθμίσεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ

Βασικός στόχος του άρθρου 226Α ΚΠΔ είναι η προστασία του ανηλίκου- θύματος σεξουαλικής κακοποίησης και η εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από συναισθήματα κατάθεσης3. Όπως προκύπτει και από το Κεφ. Α1 παρ. 4 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3625/2007 η παρουσία παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου κατά την εξέταση του παιδιού έχει ως σκοπό τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και ασφάλειας4, προκειμένου το ανήλικο θύμα να καταθέσει χωρίς να αισθάνεται κίνδυνο, φόβο και απομόνωση. Η ακολουθούμενη διαδικασία, λοιπόν, στοχεύει στην εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα κατάθεσης των ανηλίκων θυμάτων5, αλλά και στην αποτροπή του περαιτέρω ηθικού τραυματισμού του φερόμενου ως παθόντος ανηλίκου6.

Όσον αφορά στην παρουσία τρίτων προσώπων, κατά τη διάρκεια αποκλειστικά της εξέτασης -και όχι της προετοιμασίας7– του ανηλίκου, η παράγραφος δύο του άρθρου 226Α ΚΠΔ επιτρέπει την παρουσία του κηδεμόνα του ανήλικου θύματος εκτός κι αν με απόφαση του ανακριτή αυτό απαγορευτεί για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ανάμιξη του κηδεμόνα στην υπόθεση ή η ύπαρξη μιας κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων. Η ρύθμιση αυτή, αν και σε πρώτη ανάγνωση φαντάζει εύλογη, είναι προβληματική, καθώς οι κηδεμόνες των ανηλίκων είναι εξαιρετικά πιθανόν να έχουν ήδη ακούσει μια πρώτη αφήγηση των γεγονότων από τoν ανήλικο, με αποτέλεσμα έστω και άθελα τους να έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες, που θα εμποδίσουν την απολύτως ελεύθερη εξιστόρηση των γεγονότων από τον ανήλικο. Για τον λόγο αυτό έχει υποστηριχθεί πως θα ήταν προτιμότερο οι ανήλικοι να εξετάζονται χωρίς την παρουσία άλλων προσώπων και ειδικά των προσώπων εκείνων, τα οποία εκ του ρόλου τους έχουν εξουσία επάνω τους8. Η συγκεκριμένη, όμως, νομοθετική επιλογή αποτέλεσε διεθνή υποχρέωση της χώρας μας9.

Αντίθετα, η παρουσία του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου κατά την διαδικασία της εξέτασης αποκλείεται σε κάθε περίπτωση. Η απαγόρευση αυτή προκύπτει ευθέως από την γενική διάταξη του άρθρου 97 παρ.1 ΚΠΔ, από την οποία προβλέπεται εξαίρεση μονάχα στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 219 ΚΠΔ10. Επιπλέον αποκλείεται και η δυνατότητα διορισμού τεχνικού συμβούλου εκ μέρους του κατηγορουμένου. Η απαγόρευση αυτή, όπως δέχεται και η νομολογία11, προκύπτει ρητά από το γράμμα του άρθρου 226Α σύμφωνα με το οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 204-208 ΚΠΔ περί πραγματογνωμοσύνης.

Παρότι, δηλαδή, στο ίδιο το άρθρο γίνεται χρήση του όρου πραγματογνωμοσύνη γίνεται, επίσης, ρητή μνεία πως οι διατάξεις των άρθρων 204-208 Κ.Π.Δ. δεν εφαρμόζονται. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ειδική διαδικασία, διαφοροποιημένη από τις συνήθεις ρυθμίσεις του ΚΠΔ. Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, ότι το προϊόν της εργασίας του πραγματογνώμονα χαρακτηρίζεται από τον νομοθέτη ως “έκθεση” και όχι ως γνωμοδότηση, όπως στο άρθρο 198 ΚΠΔ.

Έτσι, η δυνατότητα του κατηγορουμένου να θέτει ερωτήσεις στον ανήλικο περιορίζεται μονάχα στην περίπτωση της παραγράφου πέντε του άρθρου 226Α ΚΠΔ12. Σύμφωνα με αυτή, αφού η υπόθεση έχει εισαχθεί στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την συμπληρωματική εξέταση του ανηλίκου, στον οποίον θα τεθούν πρόσθετες ερωτήσεις μέσω του ανακριτικού υπαλλήλου. Η ικανοποίηση, όμως, του αιτήματος αυτού βρίσκεται, σαφώς, στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Με βάση τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη, ο μοναδικός τρόπος για να ελεγχθεί η αμεροληψία και η επιστημονική ορθότητα της εξέτασης του ανήλικου είναι η καταγραφή της σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Μέχρι την τροποποίηση, που επέφερε ο νόμος 4478/2017, η διαδικασία αυτή ετίθετο ως δυνατότητα και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος καλείτο να εμπιστευτεί τυφλά την έγγραφη αποτύπωση της κατάθεσης του ανηλίκου, η οποία γίνεται με ευθύνη των ανακριτικών οργάνων.

Επισημαίνεται, πάντως, πως η παράγραφος 4 του άρθρου 226Α ΚΠΔ δεν τροποποιήθηκε, όπως ήταν απαραίτητο, προκειμένου να προβλέπει ρητά πως και η προβολή της βιντεοσκοπημένης κατάθεσης του ανηλίκου στο ακροατήριο είναι υποχρεωτική. Τέτοια, όμως, είναι η ενδεδειγμένη ερμηνεία της εν λόγω παραγράφου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η νομοθετική πρόβλεψη περί υποχρεωτικής βιντεοσκόπησης της κατάθεσης του ανηλίκου θα ήταν άνευ νοήματος.

Εξάλλου, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η αναπαραγωγή κατά την διάρκεια της δίκης της βιντεοσκοπημένης εξέτασης του μάρτυρα θεωρείται πως επιτρέπει στο δικαστήριο και στον κατηγορούμενο να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του μάρτυρα και να σχηματίσουν την δική τους άποψη για την αξιοπιστία του. Η άποψη αυτή πέρα από τις αποφάσεις D.T. v. The Netherlands13, Rosin v. Estonia14 και González Nájera v. Spain15, εντοπίζεται και σε άλλες πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ16, οι οποίες δεν σχετίζονται με την εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων, οι οποίοι είναι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης.

Όσον αφορά στον αριθμό των διενεργούμενων συνεντεύξεων με τον ανήλικο επισημαίνεται από τη νομολογία πως πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη μέριμνα από τον ανακριτή, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε επιπλέον εξέταση του ανηλίκου, που φέρεται ως θύμα, προκειμένου να αποφεύγεται η περαιτέρω θυματοποίησή του και η πρόκληση δυσμενών συνεπειών στην ψυχοσύνθεσή του17. Αυτό επιτάσσει, άλλωστε, και η σύμφωνη με το δίκαιο της Ε.Ε. ερμηνεία των νόμων, αφού η αποφυγή περιττών εξετάσεων του ανηλίκου αποτελεί ξεκάθαρο σκοπό της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως περιττή μια επιπλέον εξέταση, εφόσον είναι αναγκαία για την αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας18.

Τέλος, ο ρόλος των προσώπων, που θα εξετάσουν τον ανήλικο μάρτυρα είναι εξαιρετικά σημαντικός, καθώς η ενδεχόμενη έλλειψη επαγγελματισμού και κατάρτισης εκ μέρους τους ενδέχεται όχι μόνο να επιβαρύνουν συναισθηματικά τον ανήλικο, αλλά να καθοδηγήσουν την κατάθεσή του19 και να υπονομεύσουν την αξιοπιστία της. Και στον τομέα αυτό είναι άκρως σημαντική η μεταρρύθμιση, που επέφερε ο νόμος 4478/2017, αφού πλέον η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται διά του παρισταµένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου, ο οποίος φέρει σαφώς περισσότερα εχέγγυα για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας και την αποφυγή καθοδηγητικών ερωτήσεων και γενικότερα της χρήσης ακατάλληλων μεθόδων.

Η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ

Αρκετές από τις επιλογές του Έλληνα νομοθέτη δεν βρίσκονται σε αρμονία με την σχετική, πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συνοπτικά, αναφέρεται πως μια σημαντική παραδοχή του ΕΔΔΑ, η οποία εμφανίστηκε τόσο στην υπόθεση Vronchenko v. Estonia20 όσο και στην υπόθεση Rosin v. Estonia21, είναι πως εφόσον οι εθνικές αρχές ήταν σε θέση να διαπιστώσουν πως ο ανήλικος μάρτυρας δεν θα μπορεί να εξεταστεί στο ακροατήριο, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε ο κατηγορούμενος να έχει την ευκαιρία να τον εξετάσει στην προδικασία.

Μάλιστα, προ της αποφάσεως Al-Khawaja and Tahery22 το ΕΔΔΑ είχε νομολογήσει πως ο ανήλικος μάρτυρας θα έπρεπε να είχε εξεταστεί με έναν τρόπο, που να αποτελεί το λειτουργικό ισοδύναμο της κλασικής εξέτασης μαρτύρων23. Μετά την απόφαση Al-Khawaja and Tahery, όμως, το ΕΔΔΑ σε σειρά αποφάσεών του έκανε δεκτό πως είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά οι ανέλεγκτες μαρτυρικές καταθέσεις των ανηλίκων μαρτύρων, εφόσον λαμβάνονται επαρκή αντισταθμιστικά μέτρα για την διασφάλιση της αξιοπιστίας τους και συγκεκριμένα αν οι ανήλικοι έχουν εξεταστεί από ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι έχουν αποφανθεί επί της αξιοπιστίας τους24.

Η νομολογία αυτή, η οποία ερμηνεύει το δικαίωμα εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας αυστηρά λειτουργικά, δεν έχει ακόμα επικρατήσει ολοκληρωτικά25. Ακόμα, όμως, κι αν επικρατήσει, πρέπει να επισημανθεί πως η διαδικασία στην οποία αναφέρεται το ΕΔΔΑ ουδεμία σχέση έχει με την διαδικασία, που ακολουθείται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 226Α ΚΠΔ, αφού καθ’ ημάς δεν προβλέπεται κάποια διαδικασία ελέγχου της αξιοπιστίας του ανηλίκου.

Κριτική και προτάσεις

Σύμφωνα με τον Γ. Τριανταφύλλου ο βασικός ποιοτικός δείκτης μιας δικαστικής απόφασης καθορίζεται από την τήρηση αφενός της αρχής της αμεσότητας και αφετέρου της αρχής της υπεράσπισης, της δυνατότητας, δηλαδή, του κατηγορουμένου να αντιπαρατεθεί με όλα τα αποδεικτικά μέσο στο ακροατήριο26.

Εκκινώντας από την βάση αυτή, επισημαίνουμε πως η βασική κριτική που ασκείται στις διατάξεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ αφορά στον υπερβολικό περιορισμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος δεν έχει σε κανένα στάδιο της ποινικής δίκης την ευκαιρία να εξετάσει τον ανήλικο μάρτυρα, ενώ ακόμα και ο συνήγορος του δεν έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί την εξέταση του ανηλίκου και να υποβάλει συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ερωτήσεις, όταν αυτό είναι αναγκαίο27. Εξάλλου, η πρόβλεψη για την δυνατότητα συμπληρωματικής εξέτασης δεν επιλύει το πρόβλημα, αφού η αποδοχή ή μη του αιτήματος βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Χαρακτηριστική είναι η σχετική έκθεση που συνέταξε η Β’ Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής (τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων) επί του νόμου 3625/2007, με το οποίο, όπως αναφέραμε ανωτέρω, εισήχθη το άρθρο 226Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα διατυπώνεται η άποψη πως σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η αίτηση του κατηγορουμένου για εξέταση του μάρτυρα είναι δυνατόν να προκύψουν ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 6 §3 εδ. Δ της ΕΣΔΑ.

Σε επίπεδο θεωρίας ο Χαραλαμπάκης επισημαίνει πως με τον αποκλεισμό της δυνατότητας εξέτασης του ανηλίκου προκύπτουν μεγάλες δυσχέρειες στην προσπάθεια για την ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, καθώς χωρίς τις εκατέρωθεν παρεμβάσεις και παρατηρήσεις δεν είναι δυνατόν να σχηματιστεί ασφαλής εικόνα για τα ερευνώμενα γεγονότα28. Επίσης, υποστηρίζει ότι υπάρχουν ηπιότερα μέσα προκειμένου να προστατευτούν ψυχικά οι ανήλικοι μάρτυρες, όπως η διεξαγωγή της δίκης κεκλεισμένων των θυρών και η υποβολή των ερωτήσεων σε αυτούς μόνο διά του προεδρεύοντος29.

Η Διονυσοπούλου θεωρεί την συγκεκριμένη διάταξη αντίθετη με την νομολογία του ΕΔΔΑ30. Ομοίως, ασυμβίβαστη με την νομολογία του ΕΔΔΑ χαρακτηρίζεται η διάταξη και από τον Γιανακούρα31. Ο Χριστόπουλος εστιάζει την κριτική του στον αποκλεισμό όχι μόνο του κατηγορουμένου, αλλά και του συνηγόρου του από την εξέταση του ανηλίκου μάρτυρα32, ενώ ο Α. Τριανταφύλλου αναφέρει πως η απαγόρευση διορισμού τεχνικού συμβούλου οδηγεί σε δυσανάλογο περιορισμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων33.

Καταγράφεται, πάντως, πως μέρος της θεωρίας φαίνεται να έχει υιοθετήσει την άποψη πως η εισαγωγή του άρθρου 226Α στον ΚΠΔ με την συγκεκριμένη του μορφή αποτελούσε υποχρέωση της χώρας μας προερχόμενη από διεθνείς συμβάσεις34. Ουδέποτε, όμως, ανέλαβε ο Έλληνας νομοθέτης την υποχρέωση να απαγορεύσει την εξέταση του ανήλικου μάρτυρα από τον κατηγορούμενο με κάθε μέσο, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.

Με βάση όλα τα παραπάνω το άρθρο 226Α ΚΠΔ θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να δίνεται η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να συμμετέχει στην εξέταση του ανηλίκου μάρτυρα, μέσω του συνηγόρου ή του τεχνικού του συμβούλου, προκειμένου αφενός να διασφαλίζεται η ορθότητα και αντικειμενικότητα της διαδικασίας και αφετέρου να προβάλλεται αποτελεσματικά η θέση της υπεράσπισης μέσω και της αμφισβήτησης των αντίθετων προς αυτή ισχυρισμών. Με τον τρόπο αυτό ο περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάζει τον ανήλικο μάρτυρα θα εξισορροπείται αποτελεσματικά, αφού θα έχει στην διάθεσή του μια πραγματικά λειτουργικά ισοδύναμη δυνατότητα.

Επιπλέον, είναι απαραίτητο το δικάζον δικαστήριο και ο κατηγορούμενος να έχουν πρόσβαση στο ακριβές περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα, ώστε αφενός να παρατηρούν τις πάσης φύσεως αντιδράσεις του και αφετέρου να ελέγχουν αν τέθηκαν στον ανήλικο καθοδηγητικές ερωτήσεις και αν παρερμηνεύτηκαν ή αποτυπώθηκαν εσφαλμένα τα λόγια και οι ενέργειές του.

Επομένως, η υποχρεωτική βιντεοσκόπηση και προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου μάρτυρα είναι επιβεβλημένη τόσο ως ασφαλιστική δικλείδα υπέρ του κατηγορουμένου για την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών όσο και ως, μερική έστω, ικανοποίηση των επιταγών, που απορρέουν από την αρχή της αμεσότητας.

1 Η εν λόγω Οδηγία αντικατέστησε την Απόφαση-Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ.

2 Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται πως οι διατάξεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ για την προστασία των ανηλίκων είχαν παραμείνει «ανεφάρμοστες» στην πράξη. Η διαπίστωση αυτή προκαλεί απορία εξαιτίας της γενικής διατύπωσης, αφού είναι γνωστό πως το άρθρο 226Α ΚΠΔ για την εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων εφαρμόστηκε στην πράξη, ενώ υπάρχει και σχετική νομολογία.

3 ΕφΑθ(ΜΟΔ) 83/2009 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

4 Βλ. την εισηγητική έκθεση του νόμου 3625/2007 σχετικά.

5 ΑΠ 928/2012 (ΤΝΠ ΔΣΑ).

6 ΜΟΕΑθ 381-383, 410-413 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

7 Κατά την προετοιμασία του ανηλίκου για την εξέταση του ως μάρτυρα δεν μπορεί αυτός να συνοδεύεται από κανέναν, διότι η παρουσία άλλου ατόμου κατά το χρόνο διεξαγωγής της διαδικασίας αυτής καταστρατηγεί τον σκοπό του νόμου, επιφέροντας τα αντίθετα αποτελέσματα, εξ ου και ρητά αποκλείστηκε η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 204-208 ΚΠΔ περί των τεχνικών συμβούλων. Βλ. σχετικά ΕφΔωδ 8/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

8 S.l. Ceci, D.F. Ross, M.P. Toglia, Perspectives on Children’s Testimony, Springer-Verlag New York Inc., 1989, σελ. 195.

9 Συγκεκριμένα με την Σύμβαση του Lanzarote ο εθνικός νομοθέτης υποχρεώθηκε ρητά να επιτρέπει στον ανήλικο μάρτυρα να συνοδεύεται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του κατά την διαρκεια της εξέτασής του.

10 «Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 219.»

11 ΣυμβΠλημμΡοδ 222/2012 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

12 Σημειώνεται πως η εν λόγω νομοθετική επιλογή δεν αποτέλεσε απόρροια των διεθνών δεσμεύσεων, που έχει αναλάβει η χώρα μας, καθώς από την μελέτη των σχετικών νομικών κειμένων προκύπτει πως σε καμία περίπτωση δεν απαγορεύεται η έμμεση εξέταση του ανηλίκου από τον κατηγορούμενο, μέσω τρίτων προσώπων.

13 D.T. v. The Netherlands, Application no. 25307/10, παρ. 50.

14 Rosin v. Estonia, Application no. 26540/08, παρ. 62.

15 González Nájera, Application no. 61047/13, παρ. 54.

16 Case of Chmura v. Poland, Application no. 18475/05, παρ. 50.

17 Διάταξη Ανακριτή ΠλημμΡεθ 158/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

18 Σύμφωνα με την Σύμβαση του Lanzarote o αριθμός των συνεντεύξεων είναι όσο το δυνατό πιο περιορισμένος και όσο ακριβώς χρειάζεται για το σκοπό των ποινικών διαδικασιών. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν απαγορεύεται η επανάληψή τους, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την διερεύνηση της ουσιαστικής αλήθειας.

19 Καθοδηγητική είναι η ερώτηση, η οποία ενδεικνύει εμμέσως την επιθυμητή απάντηση ή λαμβάνει ως δεδομένα τα γεγονότα, για την διαλεύκανση των οποίων εξετάζεται ευθύς εξαρχής ο μάρτυρας. Η εξέταση με την χρήση καθοδηγητικών ερωτήσεων μπορεί να οδηγήσει είτε στην δημιουργία ψευδών αναμνήσεων είτε ψευδών λεπτομερειών εντός πραγματικών αναμνήσεων, βλ. Edith Greene, Kirk Heilbrun, William H. Fortune, Michael T. Nietzel, Wrightsman’s Psychology and the Legal System 6th Edition, Thomson Wadsworth, 2007, σελ. 407.

20 Vronchenko v. Estonia, Application no. 59632/09, παρ. 65.

21 Rosin v. Estonia, ο.π., παρ. 57-60.

22 Al-Khawaja and Tahery v. the United Kingdom, Grand Chamber, Applications nos. 26766/05 and 22228/06.

23 Μεταξύ άλλων Bocos-Cuesta v. the Netherlands, Application no. 54789/00, παρ. 71.

24 D.T. v. The Netherlands, ο.π., παρ. 50-52, Vronchenko v. Estonia, ο.π., παρ. 64, Rosin v. Estonia, ο.π., παρ. 61.

25 Η αντίληψη αυτή φάνηκε να τροποποιείται στην υπόθεση González Nájera (ο.π., παρ. 49, 56), καθώς στην συγκεκριμένη υπόθεση η αξιολόγηση της κατάθεσης των ανηλίκων από ειδικούς δεν τέθηκε ως το κυρίαρχο σημείο για την διαπίστωση ή μη παράβασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Επειδή, όμως, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραίτηση του προσφεύγοντος από το δικαίωμά του προς εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων κατηγορίας, δεν μας επιτρέπεται να εξάγουμε απολύτως ασφαλή συμπεράσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με την πλέον πρόσφατη απόφαση Przydział v. Poland (Application no. 15487/08, παρ. 52) καθώς η κατάθεση της ανήλικης δεν αποτέλεσε εν προκειμένω ούτε το μοναδικό ούτε το αποφασιστικό αποδεικτικό μέσο και επομένως η απόρριψη της σχετικής προσφυγής ως απαράδεκτης ήταν πλήρως αναμενόμενη με βάση την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ.

26 Τριανταφύλλου Γεώργιος, Αρχή της αμεσότητας και προσωπική απόδειξη, ΠοινΧρον ΜΕ, σελ. 410.

27 Παπαδημητράκης Γεώργιος, Η αντιμετώπιση των ανηλίκων θυμάτων στην αγγλική ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1014.

28 Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, Ποινικός Λόγος 2007, σελ. 829. και Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, ΠοινΧρον 2011, σελ. 565 επ.

29 Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, ΠοινΧρον 2011, σελ. 565 επ.

30 Διονυσοπούλου Αθανασία, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου στην εξέταση μαρτύρων κατηγορίας, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 208.

31 Γιανακούρας Π. σε Κοτσαλής Λεωνίδας, Ευρωπαική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ποινικό Δίκαιο: Ερμηνεία των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη 2014, σελ. 684.

32 Χριστόπουλος Παναγιώτης, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας κατά το άρθρο 6 παρ.3δ’ της ΕΣΔΑ, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1299.

33 Τριανταφύλλου Αναστάσιος, Ζητήματα μαρτυρικής απόδειξης στην ποινική δίκη, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας 2014, σελ. 256.

34 Καρράς Αργύριος, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Συστηματική Ερμηνεία και Μεθοδολογική κατ’ άρθρο Ανάπτυξη, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 442.

Αίτηση στον ΕισΑΠ για άσκηση αναίρεσης κατά αθωωτικών αποφάσεων

Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα. Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2521/1997, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογραφή της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει τη παραγραφή της ποινής. Η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ. αναστέλλεται κατά τον μήνα Αύγουστο.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσβάλλεται με έφεση, εντός ενός μήνα από τότε που η ανέκκλητη (τελεσίδικη) απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 170/2017).

Περαιτέρω, αναγνωρίζεται το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να υποβάλλει αίτηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση σε περίπτωση που αθωωτική απόφαση βαρύνεται με νομικά σφάλματα.

Ωστόσο, συμβαίνει στην πράξη να απορρίπτονται σχετικές αιτήσεις κατά αποφάσεων πρωτοβαθμίων δικαστηρίων με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος άσκησης αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά συγκεκριμένης απόφασης, λόγω παρέλευσης της νόμιμης προς τούτο προθεσμίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ήτοι αυτής του διμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης έως την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο.

Η συγκεκριμένη άποψη αναπτύσσεται στην υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας γίνεται επίκληση όσον αφορά την απόρριψη της αίτησης μας, αναφέρει στο σκεπτικό της όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα τα εξής : “Κατά τη διάταξη του άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠοινΔ «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (αρ. 483 παρ. 3)» δηλαδή εντός μηνός από την δημοσίευση τους αν αυτές είναι πρωτοβάθμιες. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και όπως τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 3 προστέθηκαν με το άρθρο 10 του Ν. 4274/2014, και ορίζει ότι «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής», προκύπτει ότι η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει μετά την ισχύ της πιο πάνω διατάξεως της παρ. 3, όχι από τη δημοσίευσή της, αλλά από την καταχώρησή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο του Δικαστηρίου, ενώ αν ουδόλως καταχωρηθεί, η αναίρεση είναι πάντα εμπρόθεσμη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά αποφάσεων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που προσβάλλονται με έφεση: α) εντός μηνός από την δημοσίευσή τους ή β) εντός μηνός από την καταχώρηση τους στο ειδικό βιβλίο μετά από δική του πρωτοβουλία, που πρέπει να εκδηλώνεται εντός δύο μηνών από την δημοσίευση τους. Σε περίπτωση που η απόφαση καταχωρηθεί στο παραπάνω βιβλίο εντός διμήνου με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικαστηρίου που την εξέδωσε τότε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατ’ αυτής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώρηση αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον οποιασδήποτε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ερμηνεύει το σχετικό άρθρο με τρόπο που θέτει μια προϋπόθεση του παραδεκτού, που ουσιαστικά αποκλείει και παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη.

Ειδικότερα, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, προστατεύεται ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, αυτό της πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη υπάρχει και στην περίπτωση της υπερβολικής τυπολατρίας, η οποία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων, που μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο, όπως είναι οι αυστηρές ερμηνείες προθεσμιών και διαδικαστικών κανόνων.

Συμπερασματικά, η ερμηνεία του άρθρου 473 παράγραφος 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως προϋπόθεσης του παραδεκτού είναι λανθασμένη, καθώς είναι σαφές ότι η προθεσμία που ορίζει η διάταξη είναι ενδεικτική και δεν θέτει δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά από αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης όσο και από την σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ερμηνεία. Επομένως η προσέγγιση του Αρείου Πάγου, όπως εκφράστηκε με την υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του αποτελεί κατά την κρίση μας υπερβολικό φορμαλισμό και τυπολατρία και σε συνδυασμό με τις αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις του συστήματος, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της καθυστέρησης της καθαρογραφής των αποφάσεων, οδηγεί στην στέρηση και την παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Ελευθερία Αγγελούδη

Συρροή λόγων διαζυγίου

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (μεταξύ άλλων ΑΠ 1563/2002), από τις διατάξεις του άρθρου 1439 ΑΚ σε συσχετισμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1-2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν συνάγεται, ότι επί συρροής των ως άνω λόγων διαζυγίου ισχύει προτεραιότητα διερευνήσεως και παραδοχής του για συγκεκριμένη χρονική διάσταση λόγου διαζυγίου, δοθέντος μάλιστα και του ότι δεν αποκλείεται η παραδοχή του από την παρ.1 του άρθρου 1439 του ΑΚ λόγου να εξυπηρετεί ηθικό συμφέρον του ενάγοντος.-

 Εξάλλου, αν και κατά τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1439 του ΑΚ, η λύση του γάμου για κάποιον από τους λόγους, που προβλέπονται από αυτές, δεν εξαρτάται από την υπαιτιότητα κανενός από τους διαδίκους συζύγους, είναι προφανές ότι καθένας από αυτούς έχει ηθικό τουλάχιστον έννομο συμφέρον να λυθεί ο γάμος τους για το λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του άλλου, δεδομένου ότι ο γάμος είναι κοινωνικός θεσμός κατ’ εξοχήν ηθικός.-

 Πέραν τούτου, ο νομοθέτης κάνει στο άρθρο 1439 ΑΚ ειδική μνεία στην περίπτωση άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, προβλέποντας ρητά πως αποτελεί τεκμήριο ισχυρού κλονισμού. Η εν λόγω ρύθμιση προηγείται, μάλιστα, της αναφοράς του νομοθέτη στην διετή διάσταση, κάτι που είναι σύμφωνο, τόσο με τις ειδικές νομοθετικές προβλέψεις περί της άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, όσο και με την συνταγματική προστασία των εννόμων αγαθών.-

 Και πραγματικά θα ήταν μη ανεκτό σε ένα κράτος δικαίου να λύεται ένας γάμος, όπου σημειώθηκαν σοβαρότατα και αποδεδειγμένα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, για οποιονδήποτε άλλο λόγο.-

 Η αιτιολογία μιας τέτοιας απόφασης θα αποτελούσε βαθύτατη προσβολή στην τιμή και στην υπόληψη του θύματος της ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο θα υφίστατο δευτερογενή θυματοποίηση, εφόσον οι δικαστικές αρχές του αρνούνταν το δικαίωμα ουσιαστικής ακροάσεως και αναγνώριζαν την λύση του γάμου του, με αυτόν που το κακοποίησε, για λόγους τυπικούς.-

Κανονισμός ορθής χρήσης και λειτουργίας του εξοπλισμού πληροφορικής από τους εργαζόμενους (34/2018 ΑΠΔΠΧ)

Στην απόφαση υπ’ αρίθμ. 34/2018 η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέτασε καταγγελία εργαζομένου σύμφωνα με την οποία η εργοδότριά του εταιρία ερεύνησε τον εταιρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, που του είχε παραχωρηθεί προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του, και εν συνεχεία αφαίρεσε τον σκληρό δίσκο προς περαιτέρω έλεγχο του προς ανάκτηση διαγραφέντων αρχείων, χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερωθεί σχετικά ή χωρίς να έχει ληφθεί η συγκατάθεσή του.

Εξαιρετικής σημασίας κρίνεται το παρακάτω απόσπασμα της αποφάσεως αυτής, αφού η Αρχή απευθύνει γενικού περιεχομένου συστάσεις προς τις επιχειρήσεις για την κατάρτιση και εφαρμογή εσωτερικού Κανονισμού για την ορθή χρήση και τη λειτουργία του εξοπλισμού και του δικτύου πληροφορικής και επικοινωνιών από τους εργαζόμενους. Συγκεκριμένα η Αρχή:

Απευθύνει στην εταιρία (…) σύσταση να μεριμνήσει για την κατάρτιση και εφαρμογή εσωτερικού Κανονισμού για την ορθή χρήση και τη λειτουργία του εξοπλισμού και του δικτύου πληροφορικής και επικοινωνιών από τους εργαζόμενους (υποκείμενα των δεδομένων), στο περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει ανάμεσα σε άλλα να περιλαμβάνεται:

Ι. Πολιτική Αποδεκτής Χρήσης των εταιρικών ηλεκτρονικών υπολογιστών (ή άλλου συναφούς εξοπλισμού), του εταιρικού δίκτυο επικοινωνιών (ή άλλης συναφούς υποδομής) και των εταιρικών λογαριασμών ηλεκτρονικής αλληλογραφίας καθώς και τις σχετικές προϋποθέσεις, όρους και διαδικασίες. Σε περίπτωση απαγόρευσης χρήσης του εταιρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή για προσωπική χρήση από τους εργαζόμενους, να εξετασθεί η δυνατότητα παραχώρησης της χρήσης ψηφιακού αποθηκευτικού χώρου για προσωπική χρήση, στον οποίο δεν θα είναι επιτρεπτή η πρόσβαση του εργοδότη.

ΙΙ. Πολιτική πρόσβασης και ελέγχου των εταιρικών ηλεκτρονικών υπολογιστών (ή άλλου συναφούς εξοπλισμού) που χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι στην οποία να περιγράφονται κατ’ ελάχιστον:

i. οι συναφείς σκοποί (δικαιολογητικοί λόγοι) πρόσβασης και ελέγχου, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας,

ii. η φύση και η έκταση του ελέγχου,

iii. η διαδικασία, ο τρόπος και οι όροι πρόσβασης και ελέγχου τόσο σε περίπτωση παρουσίας, όσο και τυχόν απουσίας του εργαζομένου,

iv. οι διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν την πρόσβαση και τον έλεγχο, ιδίως αναφορικά με την διασφάλιση και απόδειξη της ορθότητας και αντικειμενικότητας του καθώς και την παρουσία ή απουσία του εργαζομένου,

v. ο τρόπος ενημέρωσης του εργαζομένου για τα ευρήματα του ελέγχου,

vi. η διαδικασία που ακολουθείται μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου με την οποία τυχόν διενεργείται επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επί των ευρημάτων προς επίτευξη των σκοπών του ελέγχου καθώς και η σχετική ενημέρωση του εργαζομένου,

vii. διαδικασία και προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της πρόσβασης και ελέγχου του συνόλου των αποθηκευμένων αρχείων, δεδομένων και πληροφοριών με την υιοθέτηση άλλης, λιγότερο επαχθούς, μεθόδου,

viii. η προηγούμενη ενημέρωση των εργαζομένων για το ενδεχόμενο πρόσβασης και ελέγχου στους εταιρικούς υπολογιστές (ή σε άλλη συναφή εξοπλισμό) που χρησιμοποιούν καθώς και τις περιπτώσεις εξαίρεσης από την υποχρέωση ενημέρωσης, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας,

ix. η προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία δυνατότητα προσφυγής των εργαζομένων σε έννομη προστασία.

Συναπόφαση γονέων για την κατοικία, την εκπαίδευση και ζητήματα υγείας ανηλίκου τέκνου.

Αναρτούμε παρακάτω μια σημαντική, πρόσφατη απόφαση του γραφείου μας στην οποία, παρότι η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου ανατέθηκε στην μητέρα του, έγινε δεκτό ότι για τα ζητήματα της μόρφωσης και της εκπαίδευσης, της υγείας και της περίθαλψης αλλά και του καθορισμού της κατοικίας του θα συναποφασίζουν και θα φροντίζουν από κοινού και οι δύο γονείς.

Επίσης, έγινε δεκτό ότι μέρος της καταβληθείσας διατροφής θα πρέπει να συμψηφιστεί με το αγοραίο μίσθωμα του ιδιόκτητου διαμερίσματος, που ο πατέρας παραχώρησε κατά χρήση στην μητέρα και το ανήλικο τέκνο του, προκειμένου το τελευταίο να κατοικεί κοντά στον ίδιο, αλλά και στο σχολείο, που φοιτά.

Ακολουθεί η υπ’ αρίθμ. 3944/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών:

σάρωση0001σάρωση0002σάρωση0003σάρωση0004σάρωση0005σάρωση0006

Περισσότερα για το ζήτημα της κοινής επιμέλειας μπορείτε να διαβάσετε εδώ: Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή «συνεπιμέλειας»