Σύντομη επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας οικογενειακού δικαίου, μέρος δεύτερο

ΕφΑθηνών 5887/2018

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε επί του ευαίσθητου ζητήματος της μεταθανάτιας τεχνητής γονιμοποίησης και με την απόφαση του υπερέβη την στενή γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1457 περ. β., σύμφωνα με την οποία η τεχνητή γονιμοποίηση μετά το θάνατο του συζύγου επιτρέπεται μόνο εάν ο τελευταίος είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο σε αυτή. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να επιτραπεί στην αιτούσα, με την παροχή της αιτούμενης άδειας, να προβεί σε τεχνητή (εξωσωματική) γονιμοποίηση μετά το θάνατο του συζύγου της, παρά το γεγονός ότι η συναίνεση του τελευταίου δεν είχε δοθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο άρθρο άρθρο 1457 ΑΚ, αλλά είχε ρητά και εγγράφως εκφραστεί στο έντυπο συγκατάθεσης για κρυοσυντήρηση σπέρματος της Μονάδας Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «…Λαμβανομένων τούτων υπόψη και συγκεκριμένα: α) του θανάτου του συζύγου, β) της αποδεδειγμένης προϋπάρχουσας ασθένειας του συζύγου με κίνδυνο στειρότητας ή κίνδυνο θανάτου, γ) της διακαούς διάθεσης του ζεύγους για απόκτηση τέκνων, δ) της ύπαρξης έγγραφης συναίνεσης του ζεύγους στην κρυοσυντήρηση και κατάψυξη του σπέρματος του συζύγου ακόμη και μετά το θάνατό του, για χρησιμοποίηση σε εξωσωματική γονιμοποίηση με το γεννητικό υλικό της συζύγου, που τέθηκε ενυπόγραφα από τους συζύγους σε προδιατυπωμένο έντυπο του Κέντρου Εξωσωματικής Αθηνών, ενώπιον της μάρτυρος και αρμόδιας υπαλλήλου του Κέντρου ……… και ε) της έλλειψης νομικών γνώσεων των συζύγων, αβίαστα συνάγεται ότι η αληθής βούληση του θανόντος συζύγου της αιτούσας και της ίδιας, ήταν η χρησιμοποίηση των μη αναλωθέντων κρυοσυντηρημένων σπερμάτων του να γίνει και μετά το θάνατό του, οποτεδήποτε ζητηθεί απ’ αυτήν για εξωσωματική γονιμοποίηση με το δικό της γεννητικό υλικό, η δε μη ύπαρξη συμβολαιογραφικού εγγράφου οφείλεται σε δικαιολογημένη άγνοιά τους, προϋπόθεση, την οποία, αν γνώριζαν, είναι βέβαιο ότι θα είχαν τηρήσει…»

ΜΠρΑθηνών 5759/2017 (Ασφ. Μ)

Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκε ότι ο καθ’ ου η αίτηση εμφανίζεται συχνά στον τόπο εργασίας της αιτούσας – πρώην συντροφου του, αλλά και στην κατοικία της, υβρίζοντας αυτήν, καθώς και ότι εμφανίζει εκρήξεις θυμού, τις οποίες μάλιστα εκδηλώνει ενίοτε και ενώπιον του ανηλίκου τέκνου τους. Ανέκυψε επομένως, σύμφωνα με τη δικανική κρίση, επείγουσα ανάγκη προσωρινής ρυθμίσεως της καταστάσεως με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο απαγόρευσε προσωρινά στον καθ’ ου η αίτηση, να προσβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αιτούσα στην προσωπικότητά της καθώς και να την παρενοχλεί στο χώρο της κατοικίας, όσο και στο χώρο της εργασίας της.

ΜΠρΛιβαδιάς 61/2017

Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος – πατέρα με τις ανήλικες θυγατέρες του, ηλικίας 16 και 13 ετών, παρότι εκείνες κατά την επικοινωνία τους με το Δικαστή εξέφρασαν άρνηση να επικοινωνούν μαζί του, χωρίς όμως να του καταλογίζουν αρνητική συμπεριφορά απέναντί τους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο αιτών είναι καλός και υπεύθυνος πατέρας και ενδιαφέρεται για την οικογένεια και τα τέκνα του, και απέδωσε την αρνητική στάση των ανηλίκων τέκνων απέναντι στο πρόσωπό του, στον ψυχολογικό πόλεμο που έχει ανοίξει και εξακολουθεί να μαίνεται μεταξύ των διαδίκων, στην δικαστική διαμάχη από το καλοκαίρι του 2016 την οποία παρακολουθούν τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και με την παρουσία τους στο δικαστήριο, σε συνδυασμό με τον κλειστό χαρακτήρα του αιτούντος. Ειδικότερα, έγιναν δεκτά τα εξής: «…οι ανήλικες θυγατέρες τους, που έχουν ταυτιστεί και λόγω του φύλου τους με την καθ’ ης μητέρα τους, με την οποία έχουν καλή επικοινωνία και της συμπαραστέκονται, απομακρύνθηκαν ψυχικά από τον πατέρα τους, τον οποίο αρνούνται να δουν επειδή τον θεωρούν υπαίτιο για τις μεταξύ τους σχέσεις. Να σημειωθεί ότι ο αιτών είναι υπεύθυνος και καλός πατέρας που ενδιαφέρεται για την οικογένειά του και τα παιδιά του, ωστόσο δεν έχει καταφέρει εν μέσω των προφορικών – συναισθηματικών του προβλημάτων ιδίως στη σχέση του με την καθ’ ης, να βρει δίαυλο επικοινωνίας με τις ανήλικες θυγατέρες τους, οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι είναι ώριμα και συγκροτημένα παιδιά για την ηλικία τους και με καλές επιδόσεις στο σχολείο τους. Παρότι οι τελευταίες εξέφρασαν την άρνησή τους να επικοινωνούν με τον πατέρα τους, δεν είχαν να του καταλογίσουν παρά μόνο την αδυναμία του να «επικοινωνήσει» μαζί τους και να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του γι’ αυτές. Ωστόσο κατά την κρίση του δικαστηρίου η επικοινωνία με τον αιτούντα πατέρα τους θα επηρεάσει θετικά την ομαλή ψυχοπνευματική τους ανάπτυξη και την προσωπικότητά τους και ως εκ τούτου κατά την κρίση του δικαστηρίου πρέπει να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος με τις θυγατέρες του γιατί είναι προς το συμφέρον αυτών. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του…».

Επιπροσθέτως, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι υπήρξε συμβολή του αιτούντος κατά ποσοστό 76% στην αύξηση της περιουσίας της καθ’ ης – εν διαστάσει συζύγου του, που προήλθε από την απόκτηση της κοινής συζυγικής οικίας αποκλειστικά στο όνομά της, και του χορηγήθηκε άδειας εγγραφής δεύτερης προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της καθ’ ης. Στο σκεπτικό της απόφασης σημειώνονται τα εξής: «…Η αξίωση εκ της ΑΚ 1400 πριν από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου αλλά και πριν την παρέλευση τριετίας από το χρόνο διάστασης των συζύγων είναι δικαίωμα το οποίο πηγάζει απευθείας από το νόμο και όχι από δικαιοπραξία και συνεπώς κατά νομική ακριβολογία δεν πρόκειται για δικαίωμα υπό αίρεση δικαίου, το οποίο πριν την αμετάκλητη λύση του γάμου ή την παρέλευση τριετίας από τη διάσταση των συζύγων είναι ανολοκλήρωτο, ατελές και συνεπώς μη δικαστικώς επιδιώξιμο. Έτσι κατ’ αποτέλεσμα πριν συντελεσθούν τα γεγονότα αυτά ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αίρεση δικαίωμα οπότε δεν είναι δυνατόν ο μέλλων δικαιούχος σύζυγος να εγείρει σχετική αγωγή ούτε και με την επίκληση της ΚΠολΔ. Ωστόσο υφίσταται δικαίωμα προσδοκίας το οποίο προστατεύεται και προσωρινώς (βλ. Γεωργίου Ασφαλιστικά Μέτρα II Ερμηνεία κατ’ άρθρο 682 ΚπολΔ σελ 38- 39)…»

ΜΠρΒόλου 147/2018 (Ασφ. Μ.)

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αιτών ζήτησε να ρυθμιστεί προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι κατά τους τελευταίους δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες έχει διακοπεί η προσωπική επικοινωνία του αιτούντος με τα τέκνα του, τα οποία έχουν αποξενωθεί από τον πατέρα τους και οι ψυχικοί και συναισθηματικοί δεσμοί τους με αυτόν έχουν διαρραγεί, όπως τούτο διαπιστώθηκε και κατά την επικοινωνία του συγκροτούντος το Δικαστήριο τούτο Δικαστή με τα ανήλικα τέκνα. Υπ’ αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, που κατ’ άρθρο 682 § 1 ΚΠολΔ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αφού από τη διακοπή της επικοινωνίας του αιτούντος με τα τέκνα του παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα (18 και πλέον μηνών), χωρίς ο αιτών να επιδιώξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι η αδικαιολόγητη και μακράς διάρκειας καθυστέρηση άσκησης της υποδηλώνει έλλειψη επείγουσας περίπτωσης (βλ. ΜΠρΘεσ 3086/2016, ΜΠρΠειρ 323/2015 και 2150/2014 τ.ν.π. ΔΣΑ, ΜΠρΡοδ 1447/2007 τ.ν.π. ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε την ανταίτηση της καθής η αίτηση – μητέρας των ανηλίκων τέκνων, την οποία άσκησε προφορικώς στο ακροατήριο, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, και με την οποία ζήτησε, υπό την ιδιότητά της ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, δηλαδή ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτών, να της επιδικαστεί προσωρινά διατροφή για λογαριασμό τους. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης σημειώνεται ότι «…στις δίκες επικοινωνίας ανηλίκων, ενάγοντες ή εναγόμενοι (αιτούντες ή καθών) δεν είναι οι ανήλικοι, αφού δεν είναι αυτοί υποκείμενα του επιδίκου δικαιώματος, αλλά ατομικά εκείνοι, οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το εν λόγω δικαίωμα επικοινωνίας, δηλαδή οι γονείς συνήθως των ανηλίκων. Επομένως, στην παραπάνω αίτηση περί επικοινωνίας του αιτούντος με τα ανήλικα τέκνα του, διάδικοι είναι ατομικά ο αιτών πατέρας τους και η καθής μητέρα τους. Στην υπό κρίση ανταίτηση όμως της καθής κατά του αιτούντος περί επιδικάσεως προσωρινής διατροφής για τα ανήλικα τέκνα τους, υπό την ιδιότητα αυτής ως έχουσας την επιμέλεια αυτών, ήτοι ως νομίμου εκπροσώπου τους, διάδικοι είναι τα ανήλικα τέκνα, τα οποία απλώς εκπροσωπούνται από την καθής – ανταιτούσα, και ο αιτών – καθού η ανταίτηση…» Συνεπώς, το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω ανταίτηση ως απαράδεκτη, διότι δεν υφίσταται η επιβαλλόμενη ταυτότητα προσώπων αιτήσεως και ανταιτήσεως για την άσκηση της τελευταίας.(Δ. Κράνης, Ζητήματα ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ΝοΒ 2015, ιδίως σελ. 1435-1436, όπου και παραπομπές στη νομολογία και θεωρία).

ΜΠρΑθηνών 3424/2018 (Ασφ. Μ.)

Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε επί της αιτήσεως του μη έχοντος την επιμέλεια πατέρα του ανηλίκου τέκνου, για παράδοση του διαβατηρίου του τελευταίου, κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, προκειμένου να μεταβεί κατά το διάστημα της επικοινωνίας του με το τέκνο στο εξωτερικό για ταξίδι αναψυχής. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών έχει προγραμματίσει ταξίδι στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Euro Disney – Disneyland, μαζί με την ανήλικη κόρη του, κατά τις θερινές διακοπές και δη κατά την περίοδο από 17 Αυγούστου έως 1 Σεπτεμβρίου του έτους 2018, ήτοι σε ημέρες κατά τις οποίες έχει δικαίωμα, με βάση την υπ’ αριθμ. 466/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι : “…Δεν συντρέχει κανένας απολύτως κίνδυνος για το ανήλικο τέκνο από τη μετάβασή του με τον πατέρα του στην πόλη του Παρισιού, προκειμένου να επισκεφθεί τον ως άνω προορισμό, ο οποίος, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί πόλο έλξης πολλών παιδιών στην ηλικία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Άλλωστε, δεν πιθανολογήθηκε ότι υπάρχει οποιαδήποτε απαγόρευση στον αιτούντα πατέρα να μεταβεί με το ανήλικο τέκνο του στο εξωτερικό, ενώ με την ως άνω απόφαση με την οποία ορίσθηκε το δικαίωμα επικοινωνίας δεν ορίσθηκε κάποιος συγκεκριμένος τόπος ως τόπος όπου θα πραγματοποιείται η εν λόγω επικοινωνία. Σε κάθε δε περίπτωση αποτελεί δικαίωμα του δικαιούχου της επικοινωνίας γονέα να εκτελέσει αυτήν σε οποιονδήποτε τόπο, εφόσον τούτο δεν είναι αντίθετο προς το συμφέρον του τέκνου και δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος γι’ αυτό, γεγονότα τα οποία δεν πιθανολογήθηκαν εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω…’’ Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και της συντρέχουσας επείγουσας περίπτωσης, το Δικαστήριο υποχρέωσε την καθ’ ης η αίτηση μητέρα του ανήλικου τέκνου να παραδώσει προσωρινά στον αιτούντα το διαβατήριο του ανηλίκου τέκνου τους, προκειμένου το τελευταίο να μεταβεί με τον αιτούντα πατέρα του, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 17ης Αυγούστου και 1ης Σεπτεμβρίου, στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Euro Disney – Disneyland, ενώ υποχρέωσε τον αιτούντα, κατά την παράδοση του τέκνου στην οικία της καθ’ ης η αίτηση μητέρας του, κατά το ανωτέρω καταληκτικό χρονικό σημείο, να της παραδώσει και το διαβατήριο.

Σημειώνεται, όμως, πως στην υπ’ αριθμ. 3888/2018 ΜΠρ (Ασφ.Μ.) Αθηνών το αίτημα του αιτούντος-πατέρα να λάβει μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων άδεια να μεταβεί στην Αίγυπτο με την θυγατέρα του προκειμένου η τελευταία να αποκτήσει επαφή με τους λοιπούς συγγενείς του και τον πολιτισμό της Αιγύπτου απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε πως τα επικαλούμενα γεγονότα δεν θεμελιώνουν επείγουσα περίπτωση.

ΜΠρΛαμίας 295/2017 (Ασφ. Μ.)

Το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων, αγοριού 7 ετών και κοριτσιού 4 ετών, στον πατέρα τους, επειδή η μητέρα τους νοσηλεύθηκε και διαγνώσθηκε με ψυχωσική διαταραχή και σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, όταν της είχε ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια, παρεμπόδιζε συστηματικά την επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα. Ειδικότερα το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων αγαπά και επιθυμεί να τα φροντίσει, δεν είναι σε θέση να διακρίνει το συμφέρον αυτών, με αποτέλεσμα να παρατείνει έκρυθμες καταστάσεις και σε πολλές περιπτώσεις να χρησιμοποιεί τα ανήλικα ως μέσο για να εκτονώσει την προσωπική οργή, που τρέφει για τον σε διάσταση σύζυγο της και πατέρα των ανήλικων (αιτούντα). Περαιτέρω, εκτιμώντας ότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων δεν περιέλαβε στην αίτησή της αίτημα επικοινωνίας της με αυτά, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος ανάθεσης της επιμέλειας τους στην ίδια, και ότι το Δικαστήριο μπορεί να προβεί και αυτεπαγγέλτως στη ρύθμιση της επικοινωνίας σε κάθε απόφαση σχετιζόμενη με την άσκηση της γονικής μέριμνας, δηλαδή ακόμη και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα εκ μέρους των γονέων, εφόσον η ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους αναγόμενους στο συμφέρον του τέκνου (Πουλιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρο 1520 αρ. 7, ΜονΠρΘεσ 45731/2006, ΤΝΠ Νόμος), το Δικαστήριο ρύθμισε προσωρινά το δικαίωμα της επικοινωνίας της μητέρας των ανηλίκων τέκνων με αυτά, κρίνοντας ότι «…θα αποβεί επωφελής και σύμφωνη με το συμφέρον αυτών, ώστε να διατηρήσουν τη σχέση τους με τη μητέρα τους, αλλά παράλληλα να προστατευτούν από ακραίες καταστάσεις, όπως αυτές που έχουν συμβεί στο κοντινό παρελθόν…».-

ΜΠρΠατρών 526/2018

Το Δικαστήριο ρύθμισε με την συγκεκριμένη απόφαση το δικαίωμα επικοινωνίας της ενάγουσας με το ανήλικο εγγόνι της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η εναγομένη ως αποκλειστικώς ασκούσα εκ του νόμου τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, κατοικεί μαζί μ’ αυτό στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α., ενώ διαμένουν, όταν επιστρέφουν στην Ελλάδα, στην ευρισκόμενη στην Πάτρα πατρική της οικία. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο πατέρας του ανήλικου τέκνου έχει προβεί στην εκούσια αναγνώριση του ως πατέρας αυτού, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εξομοιούται προς τέκνο γεννημένο εντός γάμου. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ελληνικής ιθαγένειας και κατοικούσα στην Πεύκη Αττικής ενάγουσα, ως γιαγιά της πατρικής γραμμής του ανήλικου τέκνου, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας αυτής με τον ανήλικο εγγονό της, η οποία συμβάλλει στην ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας του τελευταίου. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «…Το συμφέρον της ομαλής ψυχικής και συναισθηματικής ανάπτυξης του προμνημονευθέντος ανήλικου τέκνου περιλαμβάνει εν άλλοις λόγοις την επικοινωνία με τη γιαγιά της πατρικής του γραμμής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αποξενωθούν καινά μην καταστεί επαχθής για την ψυχική υγεία του τέκνου η απομάκρυνση του από εκείνη, που το αγαπά. Αποβαίνει έτσι άνευ αντικειμένου η υποχρεωτική επικοινωνία του δικάζοντος Δικαστηρίου με το προειρημένο ανήλικο τέκνο, προκειμένου το τελευταίο να εκφρασθεί σχετικά και να ληφθεί υπόψη η γνώμη του (ά. 612 ΚΠολΔ), ενώ δε συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αποκλεισμού της εν θέματι επικοινωνίας…»

ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθηνών 8255/2018

Η εν λόγω απόφαση δέχτηκε ότι το γεγονός ότι η καθής η αίτηση-μητέρα των ανηλίκων τέκνων διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό, δεν επαρκούσε για να διαμορφώσει το Δικαστήριο τη δικανική πεποίθηση περί ακαταλληλότητας της για την άσκηση της επιμέλειας τους, εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι εξαιτίας του εν λόγω γεγονότος παραμελούσε τη φροντίδα και την ανατροφή των τέκνων. Έτσι μετά μετά την έκδοση συναινετικού διαζυγίου έλαβε χώρα εκ νέου ανάθεση της επιμέλειας ανηλίκων (προπηνιακής ηλικίας) τέκνων στη σύζυγο, η οποία μετεγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καβάλα, ενώ ο τόπος διαμονής του πατέρα είναι η Αθήνα.

Επιπλέον, το Δικαστήριο ρύθμισε το διακαίωμα επικοινωνίας των ανήλικων τέκνων με τον αιτούντα-παρτέρα τους, κρίνοντας ότι τα ανήλικα τέκνα, λόγω της πολύ μικρής ηλικίας που βρίσκονται, θα υποστούν έντονη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία κατά τις συνεχείς μεταβάσεις τους από την Καβάλα, όπου διαμένουν με την μητέρα τους, στην Αθήνα, όπου διαμένει ο αιτών, κάθε πρώτη και τρίτη Παρασκευή εκάστου μηνός. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επικοινωνία του αιτούντος με τα εν λόγω τέκνα του θα διεξάγεται προσωρινά κατά τις ημέρες αυτές, με έξοδα και δαπάνες της καθής η αίτηση, είτε στην Αθήνα, είτε στην Καβάλα, όπου αυτός (αιτών) θα μεταβαίνει για το σκοπό αυτό, προκειμένου να αποφευχθούν οι συνεχείς μετακινήσεις των τέκνων.

ΤρΕφ Δυτικής Μακεδονίας 2/2017

Η αγορά διαμερίσματος με χρήματα του συντρόφου προσώπου, που βρίσκεται σε ελεύθερη ένωση (συζεί, δηλαδή, χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης με άλλο πρόσωπο), μπορεί να θεωρηθεί πως συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην συγκεκριμένη υπόθεση κρίθηκε ότι, λόγω του μεταξύ τους δεσμού εμπιστοσύνης, η ενάγουσα πίστευε βάσιμα ότι παρέχοντας τα χρήματα στον σύντροφό της θα εξασφαλιζόταν η συμβίωση και η διαμονή τους εφ’ όρου ζωής ως ζευγάρι στο διαμέρισμα αυτό, κατά δε την ημέρα του θανάτου του συντρόφου της έληξε η νόμιμη αιτία, για την οποία δόθηκαν τα χρήματα.

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Σύντομη επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας οικογενειακού δικαίου

ΜΠρΑθ 4809/2017 (Ασφ. Μ)

Στο σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης σημειώνεται ότι στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών και έτσι το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών (άρθρ. 347, 690 § 1, 691 § 1 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 950/2009 ΝοΒ 2009, 2179, ΑΠ 499/2007 ΝοΒ 2007, 1652), οι δε ένορκες βεβαιώσεις είναι παραδεκτές και χωρίς την κλήτευση ακόμα του αντιδίκου (βλ. ΑΠ 12/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 881/2013 ΝοΒ 2013, 61).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων στην μητέρα τους, παρότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και της έχει αναγνωρισθεί αναπηρία 80% για ασφαλιστικούς λόγους, διότι κρίθηκε ότι διατηρεί ικανή σωματική λειτουργικότητα, ενώ η επιμέλεια απαιτεί πρωτίστως την ψυχική, συναισθηματική και πνευματική συμμετοχή των γονέων. Συνακόλουθα απέρριψε το αίτημα του αιτούντος –πατέρα των ανηλίκων τέκνων, για την προσωρινή αφαίρεση της επιμέλειας από την αιτούσα, εξαιτίας της σωματικής αναπηρίας της, και την περαιτέρω ανάθεση της σε εκείνον, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι ο ίδιος απουσιάζει αρκετές ημέρες κάθε μήνα στην Αγγλία για επαγγελματικούς λόγους και συνεπώς εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε τις ημέρες αυτές να ανταποκριθεί στην άσκηση της επιμέλειας των τέκνων.

Τέλος, το Δικαστήριο επιδίκασε διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων, συνυπολογίζοντας τα δίδακτρα για τη φοίτησή τους σε ξενόγλωσσο ιδιωτικό σχολείο. Ειδικότερα, έκρινε ότι: «…Τα τέκνα των διαδίκων δεν έχουν εισοδήματα από περιουσία (πλην του παραπάνω ενοικίου που εισπράττει η αιτούσα και δαπανά για τη διατροφή τους), ενώ λόγω της ηλικίας τους και των αναγκών της εκπαίδευσης τους δεν μπορούν φυσικά να εργαστούν και επομένως έχουν αξίωση διατροφής απέναντι στους γονείς τους, καθένας από τους οποίους ενέχεται ανάλογα με τις δυνάμεις του. Τα τέκνα είναι μαθητές σε ιδιωτικό σχολείο και τα δίδακτρα για τη φοίτηση τους ανέρχονται, επιμεριζόμενα ανά μήνα, στο ποσό περίπου των 1.100 ευρώ για το καθένα. Κατά τα λοιπά οι δαπάνες συντήρησης και ανατροφής των τέκνων είναι οι συνήθεις παιδιών της αντίστοιχης ηλικίας και βιοτικού επιπέδου. Δεν κρίνεται απαραίτητη η συνεχής απασχόληση οικιακής βοηθού από την αιτούσα και η καταβολή για το λόγο αυτό αντίστοιχης μηνιαίας αμοιβής (ποσού μεταξύ 600 και 700 ευρώ), αφού η αιτούσα δεν εργάζεται και μπορεί, με τη βοήθεια και των συγγενικών της προσώπων (γονέων της που διαμένουν με εκείνη, καθώς και της αδελφής της), να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικίας της και στη φροντίδα των τέκνων…».

ΜΠρΑθ 4673/2017 (Ασφ.Μ)

Με τη συγκεκριμένη απόφαση το Δικαστήριο αποφάσισε, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων, ότι η ανάθεση της προσωρινής αποκλειστικής επιμέλειας τους έπρεπε να γίνει στην αιτούσα-μητέρα τους, η οποία πιθανολογήθηκε ότι ανατρέφει καλά τα παιδιά της, διαχειρίζεται ορθώς τα ζητήματα που τα απασχολούν και βρίσκεται ψυχικά και συναισθηματικά κοντά τους. Όσον αφορά στο ζήτημα της συμμετοχής της αιτούσας στην «ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ» και της απασχόλησης της με αυτήν, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι προκαλεί κάποια αναστάτωση στα παιδιά, ούτε ότι αυτή παραβαίνει τα καθήκοντα της ως μητέρα. Επίσης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο αιτών –πατέρας τους, ουδέποτε έθεσε θέμα για την ακαταλληλότητα της αιτούσας να αναλάβει την επιμέλεια των ανηλίκων, ούτε πιθανολογήθηκε ότι κινδυνεύει η ψυχοσωματική τους ανάπτυξη εξαιτίας της, ενόψει και του ότι ο αιτών έρχεται σε επαφή με αυτά πολύ συχνά, από την έναρξη της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Τέλος, το Δικαστήριο παραχώρησε προσωρινά τη χρήση της οικογενειακής οικίας, αποκλειστικής κυριότητας του πατέρα μαζί με τα έπιπλα και τα σκεύη που βρίσκονται σε αυτήν, στην αιτούσα-μητέρα προκειμένου να διαμείνει με τα τρία ανήλικα τέκνα των διαδίκων.

ΜΠρΠατρών 225/2018(Ασφ.Μ.)

Με την συγκεκριμένη απόφαση ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια ανήλικου τέκνου, γεννημένου εκτός γάμου και εκουσίως αναγνωρισθέντος από τον πατέρα του, σε αυτόν.

Από τη διάταξη 1515 ΑΚ προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από τον φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475-1476 του ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από τη μητέρα, ενώ στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός, αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας. Ειδικότερα, ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα: α) αυτοδικαίως, αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας λόγω θανάτου ή κηρύξεως της σε αφάνεια ή ένεκεν εκπτώσεως της, κατ’ άρθρο 1510 παρ. 3 του ΑΚ, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς (ανικανότητα ή περιορισμένη ικανότητα της για δικαιοπραξία) ή πραγματικούς λόγους (αποδημία της ή βαριά ασθένεια της), οπότε την αναπληρώνει ο ίδιος στην άσκηση της, β) σε κάθε άλλη περίπτωση με δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ιδίου του πατέρα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Η δικαστική δε αυτή απόφαση μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας είτε αποκλειστικά στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα, είτε από κοινού σ’ αυτόν και τη μητέρα, είτε να κατανείμει μεταξύ αυτών τις λειτουργίες της (Γεωργιάδη -Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 1515, αριθ. 6-7).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το αληθινό συμφέρον του τέκνου των διαδίκων, το οποίο και αποτελεί απόλυτο κριτήριο προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων στο πρόσωπο εκείνου του γονέα, ο οποίος θα μπορεί να εξασφαλίσει την εν γένει ανάπτυξη αυτής και τη διατήρηση της σταθερότητας και συνέχειας στις συνθήκες ανάπτυξης της, έκρινε ότι ο αιτών –πατέρας- διαθέτει όλα εκείνα τα προσόντα που απαιτούνται, ούτως ώστε να ανταποκριθεί με επιτυχία στο λειτουργικό του έργο, καθόσον είναι στοργικός, εμφορείται από υπέρμετρα αισθήματα αγάπης προς το τέκνο του και άρα, πρέπει να ανατεθεί αποκλειστικά σ’ αυτόν η άσκηση της επιμέλειας της ανωτέρω ανήλικης, συντρέχουσας επείγουσας περίπτωσης ρύθμισης του θέματος της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ως προς τις λοιπές εκφάνσεις της άσκησης του δικαιώματος γονικής μέριμνας (διοίκηση της περιουσίας, εκπροσώπηση δικαστική ή εξώδικη), αυτές πρέπει προσωρινά να ασκούνται από κοινού από αμφότερους τους διαδίκους-γονείς, ώστε αφενός για να μην αποξενωθεί πλήρως η ανήλικη από την μητρική μέριμνα και αφετέρου για να αφυπνισθεί το ενδιαφέρον της καθ’ ης μητέρας και να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να έχει ουσιαστική επαφή με την ανήλικη θυγατέρα της ώστε να συμμετέχει σε σημαντικές αποφάσεις της ζωής της.

ΜονΕφΠατρών 137/2019

H εν λόγω απόφαση έκρινε επί του ζητήματος του δικαιώματος επικοινωνίας των απώτερων ανιόντων με το ανήλικο τέκνο. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατά τη διατύπωση του άρθρου 1520 παρ. 2 Α.Κ, οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι απώτεροι ανιόντες του ανήλικου τέκνου (παππούς και γιαγιά) έχουν ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα, που πηγάζει ευθέως από το νόμο, προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο (εγγονό), ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του ενός γονέα, που είναι παιδί τους. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα με το ανήλικο τέκνο, είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσης τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ότι η εναγομένη-μητέρα του ανήλικου τέκνου παρεμπόδιζε την επικοινωνία του με την γιαγιά του-ενάγουσα, ενώ το συμφέρον του τέκνου επέβαλε να μην αποξενωθεί ψυχικά από την πατρική του οικογένεια, και εν τέλει ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας της γιαγιάς του-ενάγουσας με το ανήλικο τέκνο. Περαιτέρω, στην απόφαση αναφέρεται ότι η ελληνική ιθαγένεια θεμελιώνει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων ακόμα και όταν οι γονείς ή το τέκνο δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα.

ΜΠρ Αθ 1066/2018 (Ασφ.Μ.)

 Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μέτρο για τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής των ανήλικων τέκνων αποτελεί το επίπεδο ζωής τους, όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί. Ειδικότερα, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στον αιτούντα-πατέρα, και υποχρέωσε την μητέρα τους να καταβάλλει μηνιαία διατροφή τέτοιου ύψους, ώστε να μην είναι δυνατό να αντιληφθούν τα ανήλικα τέκνα τη μεταβολή της επιμέλειας από τον περιορισμό των παροχών που μέχρι τότε απολάμβαναν πλουσιοπάροχα, κρίνοντας ότι η ζωή τους θα πρέπει να είναι από υλικής απόψεως εξίσου ευτυχισμένη όπως και πρότερον. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων είναι οικονομικά ισχυρότερη και ότι δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει η δική της διατροφή.

ΜΠρΑθ 1064/2018

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια των ανήλικων τέκνων στον πατέρα τους, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν την προσωπική επικοινωνία του δικαστή με τα ανήλικα τέκνα. Ειδικότερα, η ανήλικη κόρη των διαδίκων δήλωσε κατά την προσωπική της επικοινωνία με το Δικαστή, ότι θα προτιμούσε να μένει και με τους δύο γονείς της εναλλάξ, ένα µήνα µε τον ένα και ένα µε τον άλλο, ενώ ο ανήλικος υιός τους δήλωσε ότι επιθυµεί να ζήσει µε τον πατέρα του-, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να μετακομίσει με την μητέρα του σε καινούριο σπίτι, να αλλάξει σχολείο και να χάσει την επαφή του με τους φίλους του. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα ανήλικα τέκνα, σε περίπτωση που θα ζήσουν µε την µητέρα τους, θα πρέπει να συµβιώσουν µε τον πατριό τους, πράγµα που µπορεί να διαταράξει τον ψυχισµό τους και να έχει ως αποτέλεσµα, λόγω της ιδιοσυστασίας του χαρακτήρα του, µεταγενέστερες δυσµενείς εκδηλώσεις. Ενόψει των ανωτέρω και µε γνώµονα το αληθινό συµφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρόλο που η καθ’ ης δεν παραµέλησε τα καθήκοντά της έναντι αυτών, η άσκηση της επιµέλειας των ανηλίκων, έπρεπε να ανατεθεί προσωρινά στον αιτούντα πατέρα τους.

ΜΠρΑθ 3129/2018

Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι σε περίπτωση χρήσης ή εξάρτησης του ενάγοντος –πατέρα- των ανηλίκων τέκνων από ναρκωτικές ουσίες τίθεται το ζήτημα ως προς την καταλληλόλητα του σχετικά με την υπεύθυνη και προσήκουσα, προς το συμφέρον των τέκνων του, άσκηση και σε ποια έκταση του δικαιώματος της επικοινωνίας με αυτά. Ενόψει των αντικρουόμενων ισχυρισμών των διαδίκων επί του θέματος, και προκειμένου το Δικαστήριο να αχθεί σε ορθή κρίση ως προς το κρίσιμο θέμα της επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του, έκρινε απολύτως αναγκαία τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης σε αυτόν, διότι απαιτείται ειδική γνώση επιστήμης και τέχνης για την εξακρίβωση της χρήσης ή μη από τον ενάγοντα ναρκωτικών ουσιών ή της εξάρτησης του από αυτές, και σε περίπτωση διαπίστωσης από τον πραγματογνώμονα χρήσης ή εξάρτησης από ναρκωτική ουσία, την επίδραση αυτής (χρήσης ή εξάρτησης) στην ικανότητα του ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του προς το συμφέρον τους και χωρίς οποιοδήποτε κίνδυνο για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη.

Επίσης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι «…κατά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην Α2Β ΟΙΚ/3982/87 απόφαση Υπ. Υγείας Πρόνοιας-Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η δε έκθεση πρέπει να διατυπωθεί σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω απόφαση. Ήτοι, πρέπει να προηγηθεί της πραγματογνωμοσύνης και να ληφθεί υπόψη σε αυτήν εργαστηριακός και κλινικός έλεγχος του ενάγοντος, σύμφωνα με την ως άνω υπουργική απόφαση, και ιδίως ΩΡΛ του εξέταση για τη διαπίστωση συνοδών ευρημάτων που μαρτυρούν την ενδορρινική χρήση κοκαΐνης δια ρινικής εισρόφησης. Στο δε εργαστηριακό έλεγχο μπορεί, κατά την κρίση του πραγματογνώμονα, να χρησιμοποιηθεί και η μέθοδος της τοξικολογικής ανάλυσης δειγμάτων τριχών του ενάγοντος, η οποία δεν προβλέπεται στην ως άνω υπουργική απόφαση αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί υποβοηθητικά των αναλύσεων του αίματος και των ούρων (βιολογικών υλικών) [βλ. σκέψη της με αριθ. 19/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, στη ΑΠ 994/2011, ΤΝΠ Ισοκράτης)…»

Η συνέχεια εδώ.

Ασκούμενη Δικηγόρος,

Ελευθερία Αγγελούδη

Παραχώρησης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο για λόγους επιείκειας

Η υπ’ αριθμ. 397/2016 απόφαση του Μονομελους Πρωτοδικείου Κω εξέτασε το ζήτημα της παραχώρησης της οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, για λόγους επιείκειας, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ιδιοκτήτης αυτής. Παρατίθενται κατωτέρω τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης:

«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσης του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στα πλαίσια της εξουσίας του για προστασία της οικογένειας σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, έχει το δικαίωμα να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, στον ένα από τους συζύγους. Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατό να επιβάλλουν κατά περίπτωση η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς το σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο (ΑΠ 1880/2008 Nomos, ΑΠ 1630/2002 ΝοΒ 2003, 1209, ΑΠ 792/2000 ΕλλΔνη 41, 1648, ΕφΑθ 5040/2010 ΕλλΔνη 2013, 480, ΕφΘεσ 2416/1996 Αρμ 1996.1222, ΕφΘεσ 320/1995 ΕλλΔνη 37, 358). Η δικαστική απόφαση, εξάλλου, που ρυθμίζει τη χρήση της οικογενειακής στέγης ισχύει όσο διαρκεί η διάσταση των συζύγων και παραμένουν αμετάβλητα τα πραγματικά περιστατικά που την υπαγόρευσαν. Η μεταβολή των πραγματικών περιστατικών επιτρέπει την αναθεώρηση της απόφασης και την έκδοση νέας (ΕφΑθ 1073/2006 ΕλλΔνη 2007, 609, ΕφΑθ 9076/2003 ΕλλΔνη 45, 895), ενώ, εάν δε ζητηθεί η αναθεώρηση, η απόφαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως όταν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος…»

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο αιτών ζήτησε να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, η παραχώρηση σε αυτόν προσωρινά της αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας, ιδιοκτησίας της συζύγου του, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση λόγω ειδικών συνθηκών, που αφορούσαν στο πρόσωπό του.

Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι «…Ενόψει όλων των παραπάνω πιθανολογούμενων παραδοχών, ιδίως των νέων συνθηκών ζωής των διαδίκων μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, της μειωμένης οικονομικής κατάστασης του αιτούντος και της προσωρινής αδυναμίας του να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες, επιπλέον δε, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα τέκνα των διαδίκων είναι σήμερα ηλικία 22 και 17 ετών αντίστοιχα και διαμένουν μόνιμα, όπως προεκτέθηκε, στην Αθήνα, η δε παραμονή του πατέρα τους στην άνω οικία δεν εμποδίζει την μετάβαση των ιδίων, όπως και της καθ` ης, στην Κω και την ευχερή και απρόσκοπτη (λόγω και της ευρυχωρίας της ως άνω οικίας) διαμονή τους στην οικία αυτή, το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγοι επιεικείας επιβάλλουν, ενόψει και των ειδικών συνθηκών κάθε διαδίκου, να παραχωρηθεί προσωρινά στον αιτούντα η χρήση της οικογενειακής στέγης…»

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Μετεγκατάσταση μητέρας στο εξωτερικό

Την υπ’ αριθμ. 4374/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) απασχόλησε το ζήτημα της μετεγκατάστασης στην αλλοδαπή, μητέρας η οποία ασκούσε μέχρι πρότινος την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, και το δικαίωμα του πατέρα να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας του από την μητέρα και την ανάθεσή της σε αυτόν. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην ανωτέρω απόφαση: 

«Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 § 1, 1511 § 1, 1513 § 1 εδ. πρώτο, 1514 και 1518 § 1 του ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα:… Ως κατευθυντήρια γραμμή και βασικό κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων στον έναν από τους γονείς τους, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως αυτής είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον έναν ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου (ΑΠ 537/ 2012 ΝοΒ 2012. 2359). Επίσης για την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε κάποιον γονέα λαμβάνονται υπόψη η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξής του (βλ. ΑΠ 425/1990, ΕλλΔνη 31. 997, ΕφΑθ 9281/1986, ΕλλΔνη 28. 1276, ΕφΑθ 1151/1986, ΕλλΔνη 27. 153) και οι δεσμοί του με τρίτα πρόσωπα (και πέρα από τους συγγενείς του) ή πράγματα. […]Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα τού ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι, έως τότε, δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης των τέκνων χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, εκτός αν συντρέχει ειδικός λόγος. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα, η πνευματική ανάπτυξη, η παιδαγωγική καταλληλότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας (βλ. ΑΠ 952/2007, ΕλλΔνη 50. 1666[…] Για την κρισιολόγηση των στοιχείων, που οδηγούν στο σκοπό αυτό, πρέπει να μη λαμβάνονται υπόψη οι τυχόν υπέρτερες οικονομικές δυνάμεις του ενός γονέα, να μη γίνεται επιλογή του γονέα με βάση το φύλο, τη γλώσσα, την ιθαγένεια, τις όποιες πεποιθήσεις του, να μην είναι καθοριστικό στοιχείο επιλογής ή απορρίψεώς του το γεγονός ότι πιθανόν είναι υπαίτιος της διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως (βλ. ΑΠ 1019/1994, ΕΕΝ 62. 615, ΑΠ 4140/1991, ΝοΒ 39. 1104, ΑΠ 728/ 1999, ΕλλΔνη 22. 324, ΑΠ 1968/1988, ΝοΒ 37. 1044, ΑΠ 283/1986, 180/1986, ΕλλΔνη 1986. 1288, 496), εφόσον ο κακός σύζυγος δεν είναι απαραιτήτως και κακός γονέας […] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1518 § 1 του ΑΚ η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει, πέραν των ανωτέρω αναφερομένων, και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Τέλος, στο άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης της 25.10.1980, η οποία κυρώθηκε με το ν. 2102/1992, ορίζεται ότι: «Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το «δικαίωμα επιμέλειας» περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του, β) το «δικαίωμα επικοινωνίας» περιλαμβάνει το δικαίωμα να μεταφέρει κάποιος το παιδί για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου, έχει δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του, στα πλαίσια δε αυτού του δικαιώματος μπορεί να απομακρύνει το τέκνο από την Ελλάδα και να το εγκαταστήσει σε άλλη χώρα της επιλογής του (βλ. ΕφΘ 485/1999 Αρμ 2001. 480). Στην περίπτωση αυτή, ο άλλος γονέας έχει δικαίωμα, στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο, να το μεταφέρει στην Ελλάδα (όπου είναι ο τόπος της δικής του διαμονής) για ορισμένο χρονικό διάστημα, η διάρκεια του οποίου θα ορισθεί από το δικαστήριο με τη ρυθμίζουσα την άσκηση του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας δικαστική απόφαση(Γνμδ ΕισΑΠ1/1999,ΝοΒ48,272.) Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά του τέκνου από τον γονέα που έχει την επιμέλειά του στο εξωτερικό μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα του άλλου γονέα να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας και την ανάθεσή της σε αυτόν στα πλαίσια του συμφέροντος του τέκνου (1511 ΑΚ) […]

«…Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, κατά τον θρησκευτικό τύπο, στις … στην Πολιτεία Κηφισιάς από τον οποίο απέκτησαν στις … ένα τέκνο, την Α.Φ.Δ.** Κατόπιν προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την έγγαμη συμβίωση, οι διάδικοι προέβησαν συναινετικά σε λύση του γάμου τους με την με αριθμό …/2010 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, εκδοθείσα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας. Δυνάμει του από 14.01.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο επικυρώθηκε με την παραπάνω απόφαση, οι διάδικοι συμφώνησαν να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης θυγατέρας τους στην καθ’ ης η αίτηση ενώ ρυθμίστηκε η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος με την ανήλικη. Κατά τα έτη που ακολούθησαν, οι διάδικοι, με γνώμονα το συμφέρον της ανήλικης διατήρησαν αρμονικές σχέσεις. Ειδικότερα, ο αιτών καταβάλλει αδιαλείπτως το ποσό των 350 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ως συνεισφορά του ιδίου στις ανάγκες διατροφής της ανήλικης, ενώ επιπλέον καλύπτει και άλλα έξοδα του, όπως το ήμισυ των ιατρικών, σχολικών και εξωσχολικών της δαπανών, καθώς και εξ ολοκλήρου τα ασφάλιστρα για τη σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης νοσοκομειακής περίθαλψης. Η δε καθ’ ης η αίτηση, ως ασκούσα την επιμέλεια της ανήλικης, ουδέποτε παρεμπόδισε την επικοινωνία αυτής με τον αιτούντα-πατέρα της, αντιθέτως μάλιστα την ενθάρρυνε, και έτσι το δικαίωμα επικοινωνίας ασκείται τακτικά και πέραν των συμφωνηθέντων με το παραπάνω αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η ανήλικη να έχει αναπτύξει στενούς δεσμούς αγάπης με αμφότερους τους γονείς της, έχοντας δε μεγαλώσει σε ένα ήρεμο περιβάλλον, αναπτύχθηκε σε μία ολοκληρωμένη και ώριμη, για την ηλικία της, προσωπικότητα, χωρίς να έχει επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της το διαζύγιο των γονέων της. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης η αίτηση νυμφεύθηκε με τον Αυστραλό υπήκοο και κάτοικο Σύδνευ Αυστραλίας, Α.Μ.**, αποφάσισε δε να εγκατασταθεί, μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στην παραπάνω πόλη, προκειμένου να συνοικήσει εκεί με το νέο σύζυγό της. Στην απόφασή της αυτή γνωστοποίησε στον αιτούντα, με την από 10.02.2016 εξώδικη πρόσκλησή της, δια της οποίας τον καλούσε να ρυθμίσουν τα σχετικά με την επικοινωνία αυτού με την ανήλικη, ενόψει της παραπάνω επικείμενης μετεγκατάστασης. Πιθανολογήθηκε εξάλλου ότι ο αιτών ουδόλως συμφώνησε με την απόφαση αυτή της καθ’ ης, καθώς θεώρησε ότι δια της παραπάνω μετεγκατάστασης το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του δεν θα ασκείται ουσιαστικά, ακολούθησαν δε συναντήσεις και εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις προκειμένου να διευθετηθούν τα σχετικά ζητήματα, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, ο αιτών άσκησε την υπό κρίση αίτηση, αιτούμενος να ανατεθεί σε αυτόν η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Η επιλογή αυτή του αιτούντος παρά τα περί του αντιθέτου επικαλούμενα από την καθ’ ης δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς ουδόλως ως αντιφατική μπορεί να χαρακτηριστεί η συμπεριφορά του, συνιστάμενη αφενός στην ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου στην αίτηση για ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας της ανήλικης, δεδομένου ότι αυτή εκπορεύεται από την αληθινή ανησυχία του για το μέλλον της ανήλικης και της σχέσης του με αυτή. Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καθ’ ης προτίθεται, από το Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, να εγκατασταθεί στην οικία του νέου της συζύγου στο Σύδνεϋ Αυστραλίας, όπου ήδη έχει ανεύρει εργασία. Ο τελευταίος ζει με τα δύο ανήλικα άρρενα τέκνα του, προερχόμενα από προηγούμενο γάμο του, ηλικίας περίπου έντεκα και εννέα ετών. Η γνωριμία, εξάλλου, της καθ’ ης η αίτηση με τον παραπάνω αναφερόμενο νέο σύζυγό της, στα πλαίσια απλών κοινωνικών επαφών, είναι πολυετής, πλην όμως ουδόλως διευκρινίστηκε το χρονικό σημείο έναρξης της ερωτικής της σχέσης με αυτόν, η οποία είχε ως κατάληξη τον γάμο, καθώς ούτε η μάρτυρας της καθ’ ης κατέθεσε περί τούτου με σαφήνεια, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι η ίδια έμαθε για τη σχέση προ 1,5 έτους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν έχει κανέναν άλλο δεσμό με την χώρα αυτή (Αυστραλία), καθώς δεν κατοικεί εκεί κανένα συγγενικό ή φιλικό της πρόσωπο. Σο ανήλικο τέκνο των διαδίκων έχει γνωρίσει το νέο σύζυγο της καθ’ ης-μητέρας της, καθώς και τα τέκνα αυτού, πλην όμως η γνωριμία τους περιορίζεται σε ολιγοήμερες επαφές, κατά τη διάρκεια ταξιδιών που η καθ’ ης με την ανήλικη έκαναν στην Αυστραλία και στο Ντουμπάι, καθώς και σε πρόσφατες διακοπές του νέου συζύγου της καθ’ ης με τα ανήλικα τέκνα του στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων και ο νέος σύζυγος της καθ’ ης και τα ανήλικα τέκνα του δεν ομιλούν την ίδια γλώσσα, καθώς αφενός μεν η πρώτη δεν ομιλεί επαρκώς την αγγλική γλώσσα, αφετέρου δε οι λοιποί δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα. Από όλα τα ανωτέρω πιθανολογήθηκαν τα εξής: Η καθ’ ης η αίτηση προτίθεται να εγκατασταθεί, μαζί με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, σε ένα ουσιαστικά άγνωστο για αμφότερες περιβάλλον, και δη σε μία χώρα που απέχει ουσιωδώς τόσο χιλιομετρικά, όσο και ουσιαστικά από την Ελλάδα. Στη χώρα αυτή η ανήλικη θα πρέπεινα προσαρμοστεί σε συνθήκες συμβίωσης με έναν άνδρα, το σύζυγο της καθ’ ης, και δύο ανήλικα αγόρια, τους οποίους ελάχιστα γνωρίζει και με τους οποίους θα έχει, εκ των πραγμάτων, μικρή δυνατότητα επικοινωνίας. Παράλληλα, θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, στα πλαίσια του οποίου θα αντιμετωπίσει, εκ της μη γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, και τουλάχιστον για το αρχικό χρονικό διάστημα, δυσχέρειες και εμπόδια στη μαθησιακή της εξέλιξη και πρόοδο. Σο τελευταίο αναπόφευκτα θα συμβεί, όσα μέτρα και αν ληφθούν εκ των προτέρων από την καθ’ ης, με την υποβοήθησή της στην εκμάθηση της γλώσσας, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη και η διαφορετικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος της Αυστραλίας από αυτό της Ελλάδας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων κατά το επερχόμενο σχολικό έτος θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της Γ” τάξης του δημοτικού, βρίσκεται συνεπώς σε κρίσιμο σημείο για εκπαιδευτική της εξέλιξη. Πλέον των ανωτέρω, η ανήλικη θα αναγκαστεί να αποκοπεί βίαια από το οικείο και συγγενικό της περιβάλλον. Ειδικότερα, πέραν της τακτικής επαφής της με τον αιτούντα-πατέρα τηςη ανήλικη θα απωλέσει τη συχνή επαφή, που έως τώρα είχε, με τους παππούδες και γιαγιάδες της, τους θείους της, αλλά και με τους φίλους και συμμαθητές της. Η δια ζώσης επαφή εξάλλου, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την τηλεφωνική επικοινωνία, ούτε όμως και από την οπτικοακουστική επικοινωνία μέσω διαδικτύου (skype). Επιπλέον, δεν θα είναι δυνατή η συχνή μετάβαση της ανήλικης στην Ελλάδα, τόσο εξαιτίας της απόστασης, όσο και εξαιτίας της αλλαγής ημισφαιρίου, δεδομένου ότι η Αυστραλία βρίσκεται στο νότιο ημισφαίριο, και όσων αυτό συνεπάγεται, όπως είναι η διαφοροποίηση των εποχών, ο αποσυγχρονισμός της ζώνης ώρας και η επίδραση των ανωτέρω στον ανθρώπινο οργανισμό για το χρονικό διάστημα που απαιτείται να μεσολαβήσει μέχρι την προσαρμογή. Τέλος πρέπει να επισημανθεί ότι η εγκατάσταση της ανήλικης στην Αυστραλία, με σκοπό τη συμβίωση της ίδιας και της καθ’ ης η αίτηση-μητέρας της με το σύζυγο της τελευταίας και την οικογένειά του, ουδόλως παρέχει τα εχέγγυα σταθερότητας. Τούτο, δε, ιδίως ενόψει της βραχείας διάρκειας της σχέσης της καθ’ ης με το νέο της σύζυγο, η οποία μάλιστα ήταν, ενόψει των διαφορετικών έως τώρα τόπων κατοικίας τους, εξ αποστάσεως σε συνδυασμό με την επικείμενη συγκατοίκηση δύο ουσιαστικά οικογενειών, με διαφορετικές συνήθειες και τρόπο ζωής και τις δυσχέρειες που αυτή ενέχει. Πιθανολογήθηκε εξάλλου ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων διατηρεί άριστες σχέσεις με τον αιτούντα-πατέρα της με τον οποίο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε έως τώρα τακτική επικοινωνία, με συχνές διανυκτερεύσεις στην οικία του, που βρίσκεται στην Αθήνα. Ο αιτών μπορεί να διασφαλίσει ένα σταθερό και άνετο περιβάλλον διαβίωσης για την ανήλικη. Ειδικότερα, ο ίδιος έχει σταθερή κατοικία, την οποία δεν έχει μεταβάλλει από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την καθ’ ης και σταθερή απασχόληση, καθώς τυγχάνει δημόσιος υπάλληλος, εργαζόμενος στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με σταθερό ωράριο εργασίας και ικανοποιητικές αποδοχές, λαμβάνοντας περίπου 1.700 ευρώ ως μισθό. Εξάλλου, φροντίζει ο ίδιος για τις διατροφικές ανάγκες της ανήλικης, επιδεικνύει μεγάλη φροντίδα για την καθαριότητα και υγιεινή του σπιτιού του, προκειμένου να διασφαλίζεται η άνετη διαβίωσή της, ενώ ασχολείται ουσιαστικά μαζί της, κατά τον ελεύθερο χρόνο της.Επιπλέον, ενόψει του ότι το ωράριο εργασίας του λήγει στις 15:00, ο αιτών έχει ελεύθερα τα απογεύματά του, ώστε να μπορεί ο ίδιος να ασχοληθεί με την υποβοήθηση της ανήλικης στη σχολική της μελέτη, καθώς και με τις υπόλοιπες εξωσχολικές της δραστηριότητες. Στο έργο του δε αυτό, θα έχει την αμέριστη συμπαράσταση και αρωγή από τους γονείς του, παππούδες της ανήλικης, οι οποίοι κατοικούν εντός Αττικής και συγκεκριμένα στο Β.Κ.**. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενόψει της κατοικίας της ανήλικης εντός της πόλης των Αθηνών, θα έχει ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους παππούδες της μητρικής γραμμής, καθώς και με το συγγενικό της περιβάλλον. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο αιτών-πατέρας της ανήλικης με τις ενέργειές του και την όλη στάση του δείχνει, πέρα από την αγάπη και στοργή του στο τέκνο του, ότι έχει τα εχέγγυα εκείνα που μπορούν να βοηθήσουν το παιδί στη σωστή του πνευματική, σωματική και ψυχική ανάπτυξη. Εξάλλου, και η ανήλικη, κατά την επικοινωνία που είχε με τη δικαστή του δικαστηρίου αυτού, εξέφρασε την επιθυμία να διαμείνει με τον πατέρα της τον οποία αγαπά εξίσου με τη μητέρα της χωρίς η επιθυμία της αυτή να μεταβάλλεται από την απώλεια της καθημερινής της επαφής με τη μητέρα της εξαιτίας της μετεγκατάστασης αυτής, κατά τα ανωτέρω, στην Αυστραλία. Κατ’ ακολουθία λοιπόν των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη και του προφανούς συμφέροντος του τέκνου, το οποίο, όπως προκύπτει από τις σχετικές για τη γονική μέριμνα διατάξεις (άρθρο 1510 επ. ΑΚ), αναγορεύεται ως το μοναδικό κριτήριο για κάθε απόφαση του Δικαστηρίου, που αφορά την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή του τρόπου άσκησής της (ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1728/1999), επιβάλλει τη διαμονή της ανήλικης στην Ελλάδα, εντός του περιβάλλοντος που η ίδια έχει από τη γέννησή της συνηθίσει, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στη ζωή της ανάμεσα στα πρόσωπα που αγαπά, και γι’ αυτό θα πρέπει η αποκλειστική επιμέλεια αυτής να ανατεθεί στον αιτούντα πατέρα της…».

Ελευθερία Αγγελούδη,

Ασκούμενη Δικηγόρος

Φιλοσοφικές πεποιθήσεις και επιμέλεια τέκνων: Ζητήματα εμβολιασμού και εκπαίδευσης

Η υπ’ αριθμ. 133/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, εξέτασε μια ιδιαίτερη περίπτωση κακής άσκησης της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων από την μητέρα τους. Συγκεκριμένα η μητέρα, η οποία είχε μετοικήσει από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ελλάδα, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε ένα πρόχειρο παράπηγμα, επιθυμώντας να ζήσει με τα παιδιά της μία φυσική ζωή μακριά από τον πολιτισμό, ενώ ούτε ενέγραψε τα παιδιά της σε σχολείο, ούτε τα εμβολίασε. Το Δικαστήριο, εντοπίζοντας τους κινδύνους αποκοπής από εκπαιδευτικές διαδικασίες και μετάδοσης ασθενειών, διέταξε ασφαλιστικά μέτρα και υποχρέωσε την καθ’ ης εγγράψει τα τέκνα σε σχολείο και να τα εμβολιάσει. Σύμφωνα με τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης:

«…Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3.Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4.(…)». Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, το Σύνταγμα ορίζει την ελάχιστη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η οποία είναι εννεαετής. […] Ο ν.1566/1985 «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 167), ορίζει […] στο άρθρο 3: Η φοίτηση είναι υποχρεωτική στο δημοτικό σχολείο και στο γυμνάσιο, εφόσον ο μαθητής δεν έχει υπερβεί το 16ο έτος της ηλικίας του. Όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου και παραλείπει την εγγραφή ή την εποπτεία του ως προς τη φοίτηση τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα». Σύμφωνα δε με το άρθρο 11 παρ. 2β του ΠΔ 161/2000 «Όταν μαθητής απουσιάζει αδικαιολόγητα και οι γονείς ή ο κηδεμόνας τους δεν επικοινωνούν με το σχολείο, παρ` όλες τις ειδοποιήσεις, αναζητείται η οικογένειά του μέσω της δημοτικής η αστυνομικής αρχής. Στις περιπτώσεις που η αναζήτηση δεν φέρει αποτέλεσμα, αναφέρεται η διακοπή της φοίτησης στον αρμόδιο Προϊστάμενο, στον οποίο υποβάλλονται και τα σχετικά με την αναζήτηση έγγραφα. Ο Προϊστάμενος της Δ/νσης ή του Γραφείου Π.Ε. αναζητεί το μαθητή σε όλα τα σχολεία του νομού. Όταν και αυτή η ενέργεια δεν φέρει αποτέλεσμα ο Προϊστάμενος υποβάλλει σχετική αναφορά στη Δ/νση Σπουδών Π.Ε. του ΥΠ.Ε.Π.Θ. που συνοδεύεται από έκθεση, η οποία περιέχει τα στοιχεία της έρευνας που έγινε. Η αναζήτηση σε όλα τα σχολεία της χώρας γίνεται από τη Δ/νση Σπουδών Π.Ε. του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκ/των».

[…] Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2676/1999 ορίζεται ότι «Στα πλαίσια της ιατρικής περίθαλψης που παρέχουν οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. και το Δημόσιο στους ασφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας τους καθιερώνεται η υποχρεωτική προληπτική ιατρική, με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη μέτρων για την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων. Η προληπτική ιατρική περιλαμβάνει: α. Εμβολιασμούς παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού για την Ελλάδα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας….» Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται η υποχρεωτικότητα της προληπτικής ιατρικής στην οποία εμπεριέχεται και ο εμβολιασμός.

[…] Κατά το συνδυασμό των άρθρων 732 και 735 συνάγεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο μέτρο ικανό να ρυθμίσει μία κατάσταση, χωρίς να δεσμεύεται από την σχετική αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η συμπεριφορά της καθ’ής ενέχει δύο κινδύνους για τα τέκνα που διαβιούν μαζί της. Ειδικότερα, αυτόν της αποκοπής από το σχολείο και τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και του κινδύνου της μετάδοσης ασθενειών σε τρίτους, αλλά και της νόσησης των ιδίων των παιδιών. Οι ανωτέρω δε υποχρεώσεις της καθ’ής, ήτοι να εγγράψει τα παιδιά της σε σχολείο και να τα εμβολιάσει, προσκρούουν σαφώς στις φιλοσοφικές της απόψεις και στο δικαίωμα που έχει αυτή για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, απόψεις που δικαιούται να μεταλαμπαδεύσει και στα παιδιά της, των οποίων έχει την επιμέλεια. Εντούτοις όμως ζώντας εντός μίας κοινωνία που οι υποχρεώσεις των προσώπων που την απαρτίζουν καθορίζεται από ρυθμιστικές του κοινωνικού βίου διατάξεις, στην οποία (κοινωνία) σημειωτέον η ίδια αποφάσισε να ενταχθεί μετοικώντας από το εξωτερικό, οφείλει να ρυθμίσει τη ζωή της σύμφωνα με αυτές. […] Συνεπώς υπό το πρίσμα των αιτιάσεων του αιτούντος ότι η καθ΄ής δεν φροντίζει για την εκπαίδευση των τέκνων τους και για την υγεία τους, κρίνεται ότι πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να εγγράψει τα κάτω των 16 ετών τέκνα της από το ερχόμενο σχολικό έτος 2017-2018 σε εκπαιδευτικό ίδρυμα καθώς επίσης και να προβεί στον εμβολιασμό των τέκνων της με τα προβλεπόμενα ως υποχρεωτικά εμβόλια σε δημόσιο θεραπευτικό ίδρυμα…»

Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό η γνωστή, υπ’ αριθμ. 1424/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εξέτασε παρόμοιο ζήτημα, καθώς έκρινε ως κακή άσκηση της επιμέλειας την επιβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων του γονέα σε ζητήματα σχετικά με την ανατροφή του τέκνου. Ειδικότερα, το δικαστήριο αποφάσισε ότι, αν και δεν πρέπει κατ’ αρχήν να κάνει διάκριση με βάση τη θρησκεία του γονέα, στα πλαίσια της αναζήτησης του συμφέροντος του παιδιού θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων στη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Κρίθηκε έτσι πως:

Ο γονέας που έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου παιδιού του και συγχρόνως είναι αφοσιωμένος στις χιλιαστικές δοξασίες είναι αμφίβολο αν θα γνωστοποιήσει έγκαιρα την ανάγκη μετάγγισης αίματος στο παιδί του, που μπορεί να προκύψει ιδιαίτερα από τραυματισμό του στο παιγνίδι ή σε τροχαίο ατύχημα. Λαμβάνοντας δε υπόψη το ζήλο και την επιμονή της ενάγουσας στις νέες της θρησκευτικές δοξασίες, είναι βέβαιο πως άν διαμένει συνεχώς μαζί της ο ανήλικος γιός της θα ασπασθεί και αυτός τις δοξασίες αυτές, αφού η βούλησή του θα κατευθυνθεί έτσι λόγω της ηλικίας του, δεδομένου ότι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας συνάγεται πως τα άτομα της ηλικίας αυτής που έχουν ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη στερούνται κρίσεως και πείρας και υπόκεινται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων.

Πλαστά πτυχία και απάτη εις βάρος του Δημοσίου

Με αφορμή την πρόσφατη νομική επικαιρότητα και συζήτηση σχετικά με το ζήτημα των πλαστών πτυχίων και της απάτης εις βάρος του Δημοσίου αναρτούμε την υπ’ αριθμ. 946/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία δικηγόρος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ήταν ο εξαιρετικός συνάδελφος κ. Διαμαντής Μπιλιάνης. Συγκεκριμένα έγινε δεκτό πως:

Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, είναι δε αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της ζημίας του παθόντος με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος.

Έγινε, λοιπόν, δεκτό πως η τελεσθείσα απάτη είναι έγκλημα στιγμιαίο, κάτι που έχει ευνοϊκές συνέπειες τόσο ως προς τον χαρακτηρισμό της ως κακουργηματικής ή πλημμεληματικής όσο και ως προς την παραγραφή.

Ολόκληρη η απόφαση είναι προσβάσιμη εδώ.

Ασφαλιστικά μέτρα επίδειξης εγγράφων

Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, Αριθ. 57/2018 (Ασφ. Μ.), ΝΒ, 2018, σελ. 1467-1470

Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νόμιμου μεριδούχου κατά Τράπεζας για την επίδειξη εγγράφων σχετικών με τους κοινούς λογαριασμούς του κληρονομούμενου. Προϋποθέσεις επίδειξης εγγράφων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 902 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται επί μη εκκρεμούς δίκης ως εν προκειμένω (πρβλ. και άρθρα 450 – 452 ΚΠολΔ επί εκκρεμών δικών), για τη θεμελίωση αξιώσεως επιδείξεως εγγράφου προϋπόθεση είναι η κατοχή του εγγράφου χωρίς να απαιτείται καν η ύπαρξη αξιώσεως κατά του κατόχου του εγγράφου, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 ΑΚ, είναι απαραίτητη για την επίδειξη πράγματος, αν, μεταξύ άλλων το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και αυτόν. Οι περιπτώσεις, που προβλέπονται περιοριστικά και διαζευκτικά στην εν λόγω διάταξη, εξειδικεύουν το έννομο συμφέρον και είναι οι εξής: α) το έγγραφο να συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αφορά αποκλειστικώς το συμφέρον αυτού αλλά αρκεί να έχει συνταχθεί και προς το συμφέρον του, β) να πιστοποιεί έννομη σχέση η οποία να αφορά και τον αιτούντα και γ) να σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του με τη μεσολάβηση τρίτου.

Η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ σε ορισμένη έκταση δεν αποκλείεται, αλλά πάντως δεν είναι δυνατόν να αφορά τις περιπτώσεις εννόμου συμφέροντος για τη δημιουργία της σχετικής αξιώσεως (ΕφΑΘ 2456/2002 ΕΕμιιΔ 2002. 331). Επίσης, κατά την κρατούσα τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία γνώμη, γίνεται δεκτό ότι, σε επείγουσες περιπτώσεις ή προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου, αυτός, που έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει, ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 § 1, 683, 686 επ., 731, 732 ΚΠολΔ, η επίδειξη εγγράφων λόγω του κατεπείγοντος, ενώ μπορεί, ακόμη, εκτός από τη διατασσόμενη επίδειξη του εγγράφου, να διαταχθεί και η χορήγηση αντιγράφου στον αιτούντα με δαπάνες του. Αν στη σχετική αίτηση δεν περιλαμβάνεται συνοπτική αναφορά των περιστατικών, που πιθανολογούν την ύπαρξη του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περιπτώσεως, αυτή απορρίπτεται λόγω αοριστίας (ΜΠρΑΘ 7533/ 2000 ΔΕΕ 2001. 284. ΜΠρΑΘ 11843/1997, ΕΤρΑξ ΧρΔ 1999. 673).

Σημειώνεται ότι, κατά την ως άνω κρατούσα γνώμη, η, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινή ρύθμιση της ως άνω διαφοράς, δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την πλήρη ικανοποίησή του, αρκετή η ύπαρξη απλού εννόμου συμφέροντος συνισταμένου στη γνώση του ασφαλιστέου δικαιώματος, διότι το δικαίωμα του οποίου ζητείται η εξασφάλιση δεν είναι το της επίδειξης, το οποίο καθ’ εαυτό συνήθως δεν έχει αξία, αλλά το ουσιαστικό, η δε επίδειξη απλώς προπαρασκευάζει την απόδειξη αυτού [ΑΠ 1613/ 2000 ΕλλΔνη 42. 681, ΠΠρΘ13436/1993 ΕΤρΑξ ΧρΔ 1994. 67, ΜΠρΠειρ 5768/ 2005 ΔΕΕ 2006. 775, ΜΠρΑΘ 8604/2004 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠειρ 2380/ 2003 ΕΝαυτΔ 2003. 55, ΜΠρΘ 23434/2001. Αρμ 2002. 8, ΜΠρΑΘ 9610/2000 ΕΕμπΔ 2001. 97. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ τ. Δ’ στο άρθρο 692 αριθ. 12 ο. 101 – 102, Κρουσταλάκης «Η αξίωσις προς επίδειξιν εγγράφων μετά τον ΚΠολΔ» Δ 1. 649, Τζίφρας Ασφαλιστικά Μέτρα Έκδ. 1980 ο. 321, ειδικά επί κοινού λογαριασμού: (ΜΠρΘ 9211/ 2016. ΔΕΕ 2017. 74, ΜΠρΑΘ 5271/2014, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΟ 77/2015. ΝΟΜΟΣ)], ή διότι η επίδειξη διατάσσεται προς διασφάλιση των συμφερόντων του αιτούντος, λόγω της βραδύτητας της οριστικής εκδικάσεως του σχετικού αιτήματος, σε συνδυασμό και με το γεγονός της μη επελεύσεως βλάβης στον καθ’ ου από την επίδειξη του εγγράφου (…)