Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γέννησης μετά από χριστιανική βάφτιση και απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας

Ακολουθεί η υπ’ αριθμ. 454/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών δημοσιευμένη στην ΤΠΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 782 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζεται η αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα με την οποία επιδιώκεται η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της και το οποίο από παραδρομή καταχωρήθηκε εσφαλμένα σε αυτή. Αντικείμενο της σχετικής απόφασης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο Ληξίαρχο για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε ανακριβώς από αυτόν διότι τούτο αποτελεί καθήκον του ληξιάρχου το οποίο οφείλει να εκτελεί χωρίς διαταγή (ΕφΔωδ 95/2004 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2571/1996 Αρμ 1996.1088). Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος και προέβη στη σύνταξη της διορθωτέας ληξιαρχικής πράξης, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα παρέκτασης.

Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, ζητά από το Δικαστήριο να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης της, που συνετάγη από τη Ληξίαρχο του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων, ως προς το όνομα της από το εσφαλμένο «Σίντι» στο ορθό «Χριστίνα».

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως (άρθρα 739, 740 παρ. 1 και 782 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) εισάγεται για να δικασθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ασκεί τα καθήκοντα της η ληξίαρχος η οποία θα προβεί στη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, εφόσον ευδοκιμήσει η ένδικη αίτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ ΚΠολΔ) είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 9, 13 παρ. 1 και 22 του Ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 782 ΚπολΔ. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ προδικασία με επίδοση αντιγράφου της στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (βλ. σχ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την αιτούσα υπ’ αριθ. .Ε/18-12-2019 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …).

 Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της αιτούσας όπως αυτή περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Η αιτούσα γεννήθηκε στις 13-7-1999 στην Αθήνα στο Μαιευτήριο «Α». Για το πραγματικό αυτό γεγονός συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων η υπ’ αυξ. Αριθ.. ληξιαρχική πράξη γέννησης η οποία καταχωρήθηκε στον τόμο . του έτους 1999 των οικείων βιβλίων του ως άνω ληξιαρχείου. Στην εν λόγω, ληξιαρχική πράξη γέννησης, καταχωρήθηκε ως όνομα της αιτούσας το όνομα «Σίντι» και ως επώνυμο της αιτούσας το επώνυμο «Ma.». Στη συνέχεια, ωστόσο και συγκεκριμένα στις 4-6-2000 επακολούθησε βάφτιση της κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού στον Ιερό Ναό Αγίου Παύλου της Άνω Γλυφάδας Αττικής, όπου της δόθηκε το όνομα «Χριστίνα», με το οποίο αποκαλείται έκτοτε, χωρίς όμως αυτό να καταχωρηθεί στην προαναφερόμενη ληξιαρχική πράξη. Κατόπιν τούτου και επειδή το τελευταίο αυτό όνομα χρησιμοποιεί η αιτούσα έκτοτε στις επαγγελματικές της συναλλαγές και στις κοινωνικές της επαφές, ενώ πρόσφατα απέκτησε και την ελληνική ιθαγένεια λόγω πολιτογράφησης του πατρός της βάσει της με αριθ. Φ202750/2017/0009389/19-6-2017 απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών και της με αριθ. Φ.7042/2016/0013184/4-8-2017 απόφασης Συντονιστή Αποκ. Διοίκησης Αττικής, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ./20-9-2017 πιστοποιητικό γέννησης της του Δήμου Κρωπίας, κρίνεται ότι η καταχώρηση του ονόματος της αιτούσας ως «Σίντι» στη με αριθμό . τόμος . έτος 1999 ληξιαρχική πράξη γέννησης της της ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, δημιουργεί και θα συνεχίσει να δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στη μετέπειτα πορεία της, δεδομένου ότι θα προκαλείται σύγχυση για τα ατομικά στοιχεία της ταυτότητας της. Ενόψει των προαναφερόμενων και του προφανούς εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και να διορθωθεί η ως άνω αναφερόμενη ληξιαρχική πράξη γέννησης κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δέχεται την αίτηση.

Δυσφήμηση δια του τύπου, ερωταπαντήσεις με βάση τη νομολογία

Ποιος διαπράττει συκοφαντική δυσφήμηση σύμφωνα με το αστικό δίκαιο;

Όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψη του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητα του.

Τι σημαίνουν «ισχυρισμός», «διάδοση» και συκοφαντικό «γεγονός»;

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποίθησης ή γνώμης, ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της, από άλλον, γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός πρέπει να έχει περιεχόμενο σαφές και ορισμένο, το οποίο μπορεί όχι μόνο να προκύπτει ευθέως, αλλά και να εκφέρεται υπό τύπον ερώτησης ή αμφιβολίας ή υπαινιγμού ή επιφυλάξεων, αρκεί να μπορεί τούτο να συναχθεί από τις περιστάσεις, κατ’ έννοια αντικειμενική και να καταστεί διαγνωστό από τον τρίτο. Δεν αποτελεί, όμως, γεγονός η έκφραση αξιολογικών κρίσεων, που εντάσσονται στις υποκειμενικές εκτιμήσεις, συμπεράσματα και προγνώσεις. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση.

Ποια είναι τα όρια της ελευθερίας του τύπου;

Ο τύπος επιτελεί κοινοτικό λειτούργημα, ασκών καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί, όμως, αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι’ αυτό και υπάγεται στο γενικό περιορισμό της τήρησης των νόμων του κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.

Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α και β της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή-δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι’ αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή συκοφαντικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, πρόθεση, δηλαδή, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Εξάλλου, η αναπαραγωγή μίας είδησης προϋποθέτει τον προηγούμενο έλεγχο της βασιμότητάς της, που επιτυγχάνεται με έλεγχο των πηγών της  και την τήρηση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας

Ποιος είναι το ειδικό νομικό καθεστώς για την δυσφήμιση δια του τύπου;

Ο αδικηθείς, πριν ασκήσει αγωγή για την προσβολή, που υπέστη, υποχρεούται να καλέσει με έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του τον ιδιοκτήτη του εντύπου ή, όταν αυτός είναι άγνωστος, τον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξής του, να αποκαταστήσει την προσβολή με την καταχώριση σε αυτό κειμένου, που του υποδεικνύει. Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις ή φράσεις, που θεωρήθηκαν προσβλητικές και πρέπει να ανακληθούν και οι λόγοι, για τους οποίους η συγκεκριμένη αναφορά υπήρξε προσβλητική. Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε αν ο ιδιοκτήτης του εντύπου, άλλως ο εκδότης ή ο διευθυντής σύνταξης αυτού, εντός διαστήματος δέκα ημερών ή, σε κάθε περίπτωση, στο αμέσως επόμενο τεύχος: α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευταίο και β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος δέκα ημερών ή η μη δημοσίευση στο αμέσως επόμενο τεύχος ισοδυναμεί με  άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου.

Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Η αγωγή αποζημίωσης πρέπει να ασκηθεί εντός έξι μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφόσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα, ή από την έκδοση του αμέσως επόμενου τεύχους.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981, σε περίπτωση που γίνει δεκτή αγωγή σε βάρος εφημερίδας, το Δικαστήριο, εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα το αργότερο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διατάσσει με την καταψηφιστική απόφασή του και την καταχώριση στην εφημερίδα αυτή περίληψης της απόφασης.

Προσβολές της προσωπικότητας μέσω του διαδικτύου. Ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο;

Οι προαναφερόμενες  διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο, μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs) που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπιση τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση  ειδικής  διαδικασίας για  την  εκδίκαση  των  διαφορών  που ανακύπτουν από την λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων διαδικτυακών ιστοτόπων, όπως το «YouTube», που πραγματοποιούν διανομή οπτικοακουστικού υλικού – βίντεο, με τη μέθοδο «streaming».

Υπεισέλευση κληρονόμων εκμισθωτή σε μισθωτική σχέση

Απόσπασμα από την ΕιρΙλίου 18/2020 (dsanet.gr)

…σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά, χωρίς να απαιτείται και προηγούμενη μεταγραφή της περί αποδοχής της δήλωσης, καθόσον πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας, ο δε κληρονόμος του εκμισθωτή μπορεί λόγω της άνω ιδιότητας του να ασκήσει την αγωγή απόδοσης του μισθίου, χωρίς την ανάγκη αναφοράς στο  δικόγραφο της ότι εχώρησε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς, απλά αρκεί η αναφορά ότι υπεισήλθε στην επίδικη έννομη σχέση ως κληρονόμος του εκμισθωτή (ιδέτε ΑΠ 1868/2007, ΝΟΜΟΣ) και εν προκειμένω αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αφενός ότι οι ενάγοντες υπεισήλθαν στην μισθωτική σχέση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου για έκαστο εξ αυτών (4/8, 2/8, 1/8 και 1/8 αντίστοιχα) και αφετέρου ότι ο θανών απεβίωσε την … 07-2018, επομένως παρήλθε άπρακτη η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την αποποίηση της κληρονομιάς, που θεωρείται αμαχήτως από το νόμο ως αποδοχή (πλασματική αποδοχή) προ της άσκησης της  ένδικης  αγωγής,  ενώ  σε κάθε περίπτωση  αναφέρεται  στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ότι εξεδόθη η υπ’ αρ. … 2018 διάταξη κληρονομητήρίου από Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία πιστοποιείται η ιδιότητα των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, η δε υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση κληρονομητηρίου ισοδυναμεί με ρητή αποδοχή της κληρονομιάς (Μπαλής Κληρ. Δίκαιο παρ. 173, ΜΠρΘεσ 146/1994, ΜΠρΑθ 449/1995, ΝΟΜΟΣ).

Υποχρέωση Δήμου για περισυλλογή αδέσποτων σκύλων, Αγωγή αποζημίωσης

13303/2019 ΔΠΡ ΑΘ, ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ (απόσπασμα)

(…)

Επειδή, ενόψει των ανωτέρω δεδομένων και των διατάξεων που προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι σύμφωνα το άρθρο 7 του ν.3170/2003 η ευθύνη για την περισυλλογή αδέσποτων σκύλων ανήκει στους Δήμους, περαιτέρω δε ότι, κατά τα μη αμφισβητούμενα από τον εναγόμενο Δήμο, η πρόσκρουση του αυτοκινήτου της ενάγουσας με τον αδέσποτο σκύλο έλαβε χώρα εντός των διοικητικών του ορίων, κρίνει ότι ο Δήμος αυτός ευθύνεται προς αποζημίωση της ενάγουσας, κατ’άρθρα 105-106 ΕΙΣ.Ν.Α.Κ., απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγόμενου ως αβάσιμων. Ακολούθως το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν του ότι η ενάγουσα για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών που υπέστη το όχημά της δαπάνησε σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πώλησης ανταλλακτικών και παροχής υπηρεσιών το συνολικό ποσό των 2.503,05 ευρώ, κρίνει ότι το εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε αυτή το ως άνω ποσό ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα δεδομένα της κοινής πείρας και λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση και την έκταση της ζημίας που υπέστη το όχημα της ενάγουσας, καθώς και την παλαιότητα αυτού -10 έτη- το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό υπέστη μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 5%, ήτοι 800,00 ευρώ. Εξάλλου, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα αναστατώθηκε από την ένδικη πρόσκρουση και στερήθηκε τη χρήση του επαγγελματικού οχήματός της μέχρι την αποκατάσταση των ζημιών που αυτό υπέστη από την ως άνω σύγκρουση, κρίνει ότι δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. Τέλος, το αίτημα της ενάγουσας περί κήρυξης της απόφασης αυτής προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι δεν επικαλείται τη συνδρομή εξαιρετικών λόγων που συνηγορούν προς τούτο, ούτε αποδεικνύει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα της προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη (άρθρο 80 Κ.Δ.Δ).

Πώληση μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα

ΕιρΑθ 2230/2020, ΤΠΝ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ (απόσπασμα)

Από τις διατάξεις έκθεμα των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του νόμου 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που κατάτο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο  κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 499/2017). Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να αξιώσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 540 § 1 αριθ. 1, 2 και 543 ΑΚ, τη διόρθωση του πράγματος ή τη μείωση του τιμήματος, διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ’ αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητας του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ. ΑΚ και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 1544/ 2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 638/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 383/2011 Αρμ. 2011. 945, ΕφΘ 394/ 2009 Αρμ 2010. 1337). Το δικαίωμα μειώσεως του τιμήματος είναι δικαίωμα διαπλαστικό και μπορεί να ασκηθεί είτε δικαστικά με αγωγή ή ένσταση (γνήσια ανατρεπτική), είτε εξώδικα με σχετική μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή, η οποία διαπλάσσει τη νέα έννομη κατάσταση και επιφέρει τα ενοχικά αποτελέσματα της από τη χρονική στιγμή που θα περιέλθει στον πωλητή. Έκτοτε, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, εφόσον το τίμημα κατεβλήθη ολοσχερώς από τον αγοραστή, να επιστρέφει σ’ αυτόν το τμήμα εκείνο του τιμήματος κατά το οποίο μειώθηκε τούτο με την άσκηση του παραπάνω διαπλαστικού δικαιώματος (ΑΠ 574/2005 Αρμ 2006. 67, ΕφΛ 142/2009 ΕπισκΕμπΔικ 2009. 500). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει την ηθική του βλάβη, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο από   πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε. Μόνη η αθέτηση προϋφιοτάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι ωστόσο δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς υπαιτίως ζημία σε άλλον (ΑΠ 1120/2005, ΕφΑΘ 302/2006). Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και αδικοπρακτικής ευθύνης του πωλητή, θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του, όπως συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να δημιουργήσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων (ΑΠ 737/2011, ΕφΑΘ 2561/2015, ΕφΑΘ 5137/2011, ΕφΑΘ 1274/2011 ΕφΠειρ 699/2014).

(…)

Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως η εναγομένη υποσχέθηκε στους αγοραστές την πλήρη και κανονική λειτουργία του άνω αυτοκινήτου, απαλλαγμένου τούτου πραγματικών ελαττωμάτων, που θα μείωναν την αξία και την χρησιμότητα του και ότι αυτό έφερε όλες τις συνομολογημένες ιδιότητες του, με βάση το εργοστάσιο κατασκευής του, τον τύπο του και την όλη λειτουργικότητα του, πιστοποιώντας σε ειδικό βιβλίο της ότι εγγυάται για διάστημα τριών (3) ετών, την ανυπαρξία σκουριάς στο αμάξωμα του οχήματος, το ότι αυτό ήταν ατρακάριοτο, ότι δεν έφερε  καμία μηχανική βλάβη και ότι είχε υποστεί βιολογικό καθαρισμό, με την προϋπόθεση ότι οι αγοραστές προέβαιναν σε τακτές προθεσμίες στη συστηματική, προγραμματισμένη συντήρηση του αυτοκινήτου στα συνεργεία της εναγομένης. Όμως το άνω αυτοκίνητο κατά την πώληση του έφερε πραγματικό ελάττωμα κεκαλυμμένο και δη βλάβη στον κινητήρα του, η οποία εμφανίστηκε τρεις μήνες από το χρόνο της πώλησης του και είχε ως συνέπεια την πρόκληση και περαιτέρω ζημιών του.

Αποσπάσματα από την πρόσφατη νομολογία σχετικά με την αυθαίρετη δόμηση

Προσβολή της προσωπικότητας από παράνομες και αυθαίρετες κατασκευές

ΠΠρΑθ 363/2020

Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης παρεμποδίζει την κοινή χρήση της κοινόχρηστης παρόδιας στοάς, προσβάλλοντας την προσωπικότητα του ενάγοντος, διότι με την καθιέρωση της στοάς ως κοινόχρηστης, ο ενάγων απέκτησε εξουσία χρήσεως αυτής, ως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η οποία (εξουσία χρήσεως) προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως (βλ. π.π. μείζονα σκέψη υπό στοιχείο Β’). Η δε προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας του ενάγοντος είναι παράνομη, διότι έγινε χωρίς δικαίωμα, αφού η εναγομένη πραγματοποίησε τις ανωτέρω αυθαίρετες εργασίες, τοποθετώντας ξύλινο πάγκο και μεταλλική ράμπα, στην κοινόχρηστη παρόδια στοά χωρίς δικαίωμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί ότι η ένδικη παρόδια στοά επί της πλατείας ……, που βρίσκεται στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας επί της οδού ….. στην Αθήνα, είναι κοινόχρηστη και δικαιούται ο ενάγων να την χρησιμοποιεί απρόσκοπτα, να υποχρεωθεί η εναγομένη, και κάθε τρίτος που έλκει από αυτήν δικαίωμα, να παύσει την παράνομη κατάληψη της παρόδιας στοάς και να αποδώσει ελεύθερο στην κοινή χρήση το χώρο της στοάς αφαιρώντας τις παράνομες κατασκευές, ήτοι τη σιδερένια ράμπα και τον ξύλινο πάγκο και να υποχρεωθεί η εναγομένη να προκαταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της δαπάνης για να επιχειρηθεί η ανωτέρω αφαίρεση από τον ενάγοντα, ήτοι το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, υπό τον όρο ότι η εναγομένη δεν θα εκπληρώσει την υποχρέωσή της να αφαιρέσει τις εν λόγω παράνομες κατασκευές.

ΑΠ 388/2016

(…) υπεύθυνοι για την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, συνεπεία της οποίας υπέστησαν ηθική βλάβη, είναι (πλην των λοιπών εναγομένων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) και η πρώτη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία εκμισθώτρια του άνω τμήματος του αιγιαλού, που ενώ είχε εκ του νόμου, υποχρέωση, να ελέγχει, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου αναιρεσείοντος, την νόμιμη αξιοποίηση του δημόσιου κοινόχρηστου χώρου που εκμίσθωσε, ανέχθηκε, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, τις άνω παράνομες εγκαταστάσεις και την παράνομη λειτουργία της επιχείρησης του αναψυκτηρίου, συμβάλλοντας έτσι και αυτοί στην παράνομη υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων (…)

ΜΠρΘεσ 5163/2010

Με την κρινόμενη αγωγή τους παραπονούνται οι ενάγοντες ότι η οικία του εναγομένου έχει κατασκευασθεί κατά παράβαση των όρων δόμησης που προβλέπονται για τον παραδοσιακό οικισμό του Παρθενώνα (…) Εφόσον όμως οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων αποδειχθούν και ουσιαστικά βάσιμοι, εάν δηλαδή το κτίσμα του εναγομένου έχει κατασκευασθεί καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων από το νόμο για τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης (ασχέτως του εάν έχουν εκδοθεί πράξεις της διοίκησης που τις επιτρέπουν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας), τότε δύναται να υπάρχει προσβολή της προσωπικότητάς τους λόγω υποβάθμισης του οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτή αναπτύσσεται.

ΕφΑθ 2579/2003

(…) η προεκτεθείσα υπέρβαση του ύψους της οικοδομής των εναγομένων κατά 1,53 μ., (και αληθής υποτιθεμένη) δεν προκαλεί κατ’ αντικειμενική κρίση ούτε προσβολή του φυσικού περιβάλλοντος κι ούτε κραυγαλέα ακαλαισθησία στο οικιστικό περιβάλλον της περιοχής όπου ευρίσκονται οι όμορες οικοδομές και συνεπώς δεν κρίνεται ότι πλήττει την προσωπικότητα του ενάγοντος.

Η αυθαίρετη δόμηση ως άδικη πράξη

ΕφΑθ 534/2020

Επομένως, η εκ μέρους των αρχικώς εναγομένων παράλειψη της υποβολής αιτήσεως περί χορηγήσεως προηγουμένης εγκρίσεως της αρμοδίας Γ` Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών προ της υποβολής των ως άνω αιτήσεων αναθεωρήσεως της αρχικής υπ’ αριθ. …../21.5.2002 οικοδομικής άδειας και οπωσδήποτε προ της διεξαγωγής των σχετικών οικοδομικών εργασιών συνιστά αναμφιβόλως ευθεία παράβαση των αμέσως προαναφερομένων διατάξεων ( άρθρων 10 παρ. 3 και 6 Ν. 3028/2002 « Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς » και 9 παρ. 9 του Ν. 1577/1985 « Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός », όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 2831/2000 ), η οποία πληροί την προϋπόθεση του « παρανόμου » κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, καθ’ όσον οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν τεθεί αποκλειστικώς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά αποβλέπουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, συνισταμένου στην προστασία του συνόλου των εκδηλώσεων της κυριότητας αυτών και δη στην διασφάλιση για όλους της απρόσκοπτης και ακώλυτης απολαύσεως της θέας των ακινήτων αυτών προς αρχαιολογικούς χώρους και αρχαιολογικά μνημεία, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω υπό στοιχείο Ι.Α. της προπαρατεθείσας μείζονος σκέψεως, η δε πράξη αυτή είναι ταυτοχρόνως και υπαίτια, καθ’ όσον οι αρχικώς εναγόμενοι αναμφιβόλως γνώριζαν την υποχρέωσή τους να λάβουν την ως άνω έγκριση της αρμοδίας Εφορείας Αρχαιοτήτων, προτού προβούν σε υποβολή οποιοσδήποτε αιτήσεως προς την αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία ή στη διεξαγωγή οιασδήποτε οικοδομικής εργασίας. Μετά ταύτα, η παράνομη και υπαίτια ύψωση της οικοδομής των αρχικώς εναγομένων άνω του ανωτάτου επιτρεπομένου ύψους των δώδεκα ( 12 ) μέτρων, ήτοι των ένδεκα ( 11 ) μέτρων, πλέον ενός ( 1 ) μέτρου, εφ’ όσον στο υπό ανέγερση ακίνητο προβλέπεται πυλωτή, ανεξαρτήτως του εάν η υπέρβαση υπολογίζεται σε 1,96 μ. ( όπως εκτιμά η Γ` Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ) ή περιορίζεται σε 0,96 μ. ( όπως αρχικώς δέχθηκε η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου ……. μετά τις διενεργηθείσες από κλιμάκια υπαλλήλων της αυτοψίες ), ως και η για τους αυτούς λόγους παράνομη και υπαίτια κατασκευή κτιστής πέργκολας, ύψους 2,20 μ. ( στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στο ανωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό από 5.8.2005 υπ’ αριθ. πρωτ. …… έγγραφο της Γ` Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών προς το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου …… ως μη καλυπτομένη από την αρχική χορηγηθείσα υπ’ αριθ. πρωτ. …../11.3.2002 έγγραφη άδεια αυτής ), απέκοψαν τη θέα της αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου ( Β’ ) υπέρ το ισόγειο ορόφου της κειμένης επί της οδού …… αριθ. …. ( σε συμβολή με την οδό ….. ) οικοδομής του αρχικώς ενάγοντος προς τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως, το Λόφο του Φιλοπάππου και την πέριξ αυτών ευρύτερη αρχαιολογική περιοχή, με συνέπεια την ευθεία προσβολή της κυριότητας αυτού επί του ως άνω ακινήτου ( δια της καταργήσεως και εν πόση περιπτώσει του δραστικού περιορισμού της θέας αυτού προς τους ως άνω αρχαιολογικούς χώρους ) και εντεύθεν τη μείωση της πραγματικής ( εμπορικής – αγοραίας ) αξίας του, κατά το ποσόν της οποίας ( μειώσεως ) ζημιώθηκε ο αρχικώς ενάγων και ήδη οι καλούσες – εκκαλούσες ως καθολικές διάδοχοι αυτού.

ΑΠ 698/2017

(…) ο νομοθέτης με τη θέσπιση των περιορισμών του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού σκόπευε να προστατεύσει (και) το ατομικό έννομο συμφέρον των ιδιοκτητών των παρακείμενων οικοπέδων σε σχέση με τις ανάγκες για επαρκή ηλιασμό, αερισμό και φωτισμό των κτιρίων τους, για την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων, αλλά και σε σχέση με τη θέα αυτών, η οποία εμπίπτει στο πεδίο προστασίας που πηγάζει από τις παραβιασθείσες διατάξεις. Κατά συνέπεια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 932 ΑΚ.

Η λήψη πολεοδομικής άδειας δεν αναιρεί την αντίθεση με τον κανονισμό πολυκατοικίας

ΕφΑθ 517/2020

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 1, 2 § 1, 3 §§ 1, 2, 4 § 1,5 και 13 §1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυωρόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Όμως η γι` αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική, όταν η άσκησή της υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση «προφανής» όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος του ( Α.Π. 238/2008 ΝΟΜΟΣ).

(…) Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του ……. και σχετικός λόγος εφέσεως ότι προέβη στη νομιμοποίηση του επιδίκου ως κατοικία, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν.4178/2013, δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές ή χρήσεις που είναι αντίθετες στο Ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), ή η υποχρέωση σε ορισμένη χρήση της οριζοντίου ιδιοκτησίας σύμφωνα με την συστατική πράξη της οροφοκτησίας και τον κανονισμό, δεν αίρονται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και χρήσεων και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές και χρήσεις έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν της συστατικής πράξεως και του κανονισμού της πολυκατοικίας. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται και ζήτημα αναβολής κατ`άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. εωσότου αποφανθεί το Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων ( ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. ) (…)

Η αξία αυθαίρετης κατασκευής ως μέρος των συζυγικών αποκτημάτων

ΑΠ 269/2013 

(…) προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατασκεύασε πάνω ακριβώς από το προαναφερθέν διαμέρισμα αυθαίρετα, χωρίς δηλαδή την έκδοση οικοδομικής αδείας, ένα ακόμη διαμέρισμα, εμβαδού 80 τ.μ. περίπου, το οποίο συνδέεται με το κάτω διαμέρισμα με εσωτερική σκάλα και αποτελούσαν τα δύο αυτά διαμερίσματα την οικογενειακή στέγη των διαδίκων. Η αξία του διαμερίσματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για αυθαίρετη κατασκευή, ανέρχεται σε 35.000 Ευρώ.

Αξίωση κατεδάφισης και ένσταση καταχρηστικότητας

ΕφΑθ 2826/2001

(…) το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, κρίνει ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης των πραγμάτων με την καθαίρεση μέχρι τα θεμέλια του ανατολικού τμήματος της οικοδομής των εναγομένων και απορριφθεί κατ’ ουσίαν το αίτημα αυτό της αγωγής, αλλά να επιδικασθεί στον ενάγοντα η παραπάνω χρηματική αποζημίωση και ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Διαφορά από αγωγή άρθ. 26 ΓΟΚ/1973 για κλείσιμο παραθύρων.

ΕφΑθ 3770/2004

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 1108, 1000 1001 εδ. πρώτο και 1003 επ. ΑΚ συνάγεται ότι η διάνοιξη ή η διατήρηση από το κύριο του ακινήτου ανοιγμάτων (παραθύρων κ.λπ.) σε τοίχο, ο οποίος είναι κτισμένος εξ ολοκλήρου στο δικό του ακίνητο, όσο και αν αυτός προσεγγίξει προς το γειτονικό ακίνητο, δεν αποτελούν αυτές καθεαυτές, επέμβαση σε ξένη ιδιοκτησία, διότι τόσο η διάνοιξη όσο και η διατήρηση των ανοιγμάτων αυτών απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητάς του (βλ. ΑΠ 279/1985 ΕλΔ 26, 1483, ΕΑ 6157/2001 ό.π.). Τέλος από τις διατάξεις του άρθ. 26 § 9 του ν.δ. 8/1973 «Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού» η ισχύς του οποίου παρατάθηκε και μετά την κατάργηση του εν λόγω Διατάγματος (άρθ. 31 § 1 του ν. 1577/1985 και 296/88/1987 και 233/1988 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.) και των άρθ. 10 §§ 9-10, 36 § 2 του «Κτιριοδομικού Κανονισμού» (υπ’ αριθ. 3046/ 304/1989 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 48977/3068/ 27.6/ 30.6.1989 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 26 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), προκύπτει ότι σε μεσότοιχους ή εξωτερικούς τοίχους κτιρίου που ανεγείρονται σε σαφή με το κοινό όριο ιδιοκτησιών απαγορεύεται η διάνοιξη ανοιγμάτων και ότι τέτοια ανοίγματα που προϋπήρχαν του ν.δ. 8/1973 (ΓΟΚ) δεν κλείονται με πράξη της Διοίκησης αλλά ύστερα από δικαστική απόφαση η οποία εκτελείται κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Οι παραπάνω διατάξεις περιέχουν κανόνα γειτονικού δικαίου, ο οποίος εισάγει έμμεσο και γενικό περιορισμό της κυριότητας του γείτονα, χωρίς πάντως να την επιβαρύνει με εμπράγματα υπέρ τρίτου δικαιώματα (νόμιμες δουλείες) παρέχουν δε στον κύριο του ακινήτου που έχει κοινό όριο με κτίσμα, στον τοίχο του οποίου υπάρχουν ανοίγματα, ενοχικό δικαίωμα να αξιώσει το κλείσιμο των ανοιγμάτων αυτών. Η αγωγή αυτή έχει ενοχικό και όχι εμπράγματο χαρακτήρα και διαφέρει συνεπώς της αρνητικής της κυριότητας αγωγής κατά τούτο αλλά και διότι δεν προϋποθέτει διαταρακτικές ενέργειες στο ακίνητο του ενάγοντος αλλά θεμελιώνεται στο γεγονός και μόνο της ύπαρξης των υπόψη ανοιγμάτων, στρέφεται δε κατά του εκάστοτε ιδιοκτήτη του ομόρου ακινήτου, ανεξάρτητα αν είναι αυτός που δημιούργησε τα ανοίγματα, και το αίτημά της περιορίζεται στο κλείσιμο μόνο των ανοιγμάτων και όχι στην παράλειψη μελλοντικής διατάραξης (βλ. ΑΠ 570/1993 ΕλΔ 35. 1359, ΑΠ 1084/1994, ΕΑ 6157/2001 ό.π., ΕΑ 4128/2001 ό.π., ΕΑ 7571/1999 ό.π., ΕΠειρ 57/ 1997 ΕλΔ 1997

Κίνδυνος καταρρεύσεως γειτονικού ακινήτου λόγω εκσκαφών

ΑΠ 370/2010 (βλ. σχετικά και ΑΠ 272/2020.)

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να σκάβεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στεριωθεί αρκετά το έδαφος με άλλο τρόπο. Από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι ο κύριος οιουδήποτε ακινήτου δεν δύναται να προβαίνει σε εργασίες οι οποίες, έστω και κατόπιν αδείας της αρχής ενεργούμενες, λόγω του βάθους αυτών, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) καταρρεύσεως το γειτονικό ακίνητο. Στερείται έννομης συνέπειας αν η εν κινδύνω επί του γειτονικού ακινήτου οικοδομή δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Το τελευταίο δύναται να αποτελέσει βάση ενστάσεως κατά το άρθρο 300 ΑΚ για τη θεμελίωση συντρέχοντος πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Ως προς την έλλειψη πρόνοιας για επαρκή στερέωση, ο ενεργών την ανόρυξη πρέπει, κατά τον χρόνο επιχειρήσεώς της, να λάβει, όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα, από την άποψη της συγκεκριμένης καταστάσεως του γειτονικού ακινήτου, ακόμα και αν το επ’ αυτού έργο είναι ελαττωματικό, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 1007 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1108§1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέλαβε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, του οποίου το έδαφος κινδυνεύει να χάσει το απαιτούμενο έρεισμα, λόγω της εκσκαφής, που επιχειρείται στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται το δικαίωμα να αξιώσει από τον επιχειρούντα την εκσκαφή την παράλειψη αυτής, εφόσον δεν έχει συντελεσθεί ή την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, εάν αυτή συντελέσθηκε, με αξίωση προς αποζημίωση, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, πρόκληση ζημίας (περιουσιακής ή ηθικής) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, ιδίως δε αρκεί η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας, η οποία (υποχρέωση) απορρέει από τις αρχές των χρηστών ηθών και, κυρίως, της καλής πίστεως. Η υπαιτιότητα διακρίνεται, αναλόγως προς τη βαρύτητας της, σε δύο είδη, τον δόλο και την αμέλεια, Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράνομη και υπαίτια κατάληψη ξένου ακινήτου και η ανέγερση σ’ αυτό κατασκευασμάτων, Αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής

ΟλΑΠ 4/2016

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 Α.Κ.). Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος. Έτσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ και του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη.

Περαιτέρω, η παράνομη και υπαίτια κατάληψη ξένου ακινήτου και η ανέγερση σ’ αυτό κατασκευασμάτων, που προκαλούν ζημία στον κύριο του ακινήτου, παρέχει στον τελευταίο, εκτός από τη διεκδικητική αγωγή και αγωγή αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 1099, 297, 298, 914, 932 Α.Κ. Η αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οφειλόμενη κατ’ αρχή σε χρήμα (άρθρο 297 παρ.1 Α.Κ.), μπορεί να ζητηθεί να γίνει in natura (άρθρο 297 παρ.2 Α.Κ.), δηλαδή με την υποχρέωση αποκατάστασης των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δια της κατεδαφίσεως και απομακρύνσεως των κατασκευασμάτων. Πότε ένα τέτοιο σωρευόμενο στη διεκδικητική αγωγή αίτημα ασκείται ως αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του κυρίου ή ως περιεχόμενο της αρνητικής αγωγής και προς προστασία της κυριότητος αποτελεί εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής.

Καταγγελία μεταμέλειας μισθωτή στις νέες εμπορικές μισθώσεις

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Αριθμός απόφασης 732/2019 (απόσπασμα)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995 (άρθρα 12 του Ν. 813/1978, 3 του Ν. 2041/1992), όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 § 1 Ν. 3853/2010 και, ακολούθως, με το άρθρο 13 §§ 1 και 2α του Ν. 4242/2014 (το οποίο επιγράφεται ως «καταγγελία από τον μισθωτή»), αν πρόκειται για σύμβαση μίσθω­σης που ρυθμίζεται από αυτό, «ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβα­σης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζη­μίωση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγε­λίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών».

Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθω­σης, παρέχεται στον μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παρα­μένει ενεργός και, αφετέρου, έχει παρέλθει διετία από την έναρξή της. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλη­τική προθεσμία έξι μηνών και συνεπάγεται την υποχρέ­ωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολο­γιζόμενα κατά τον χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 357/2017, Αρμ 2017.1725, ΑΠ 161/2017 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

Το άρθρο αυτό- στο πλαίσιο των τροποποιήσεων των διατάξεων μεταξύ άλλων και της εμπορικής μίσθωσης, λόγω της διαφαινόμενης ήδη οικονομικής κρίσης όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και παγκοσμίως (ΑΠ 1444/2018 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»)- τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010 και έλαβε την εξής μορφή: «Καταγγελία από τον μισθωτή. Αρθρο 43. Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει εγγράφως τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την γνωστοποίησή της. Στην περί­πτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγ­γελίας της μίσθωσης». Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσης προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο), όσο και του χρόνου που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι). Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση λόγω της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή περιορίσθηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος αντί του μέχρι τότε ισχύοντος των τεσσάρων.

Ταυτόχρονα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε ότι το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα καταγγελίας αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΔ 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης (αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μίσθωσης είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διάταξης αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου) (ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 593/2017 όπ). Στη συνέχεια το άρθρο 13 § 1 εδ. α` του Ν. 4242/2014 όρισε ότι οι μισθώσεις που εμπί­πτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του (28-02-2014), διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του ΠΔ 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6, 16-18, 20-26, 27 § 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (εδ. β`). Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της (εδ. γ`).

Επο­μένως, μετά το άρθρο 13 του Ν. 4242/2014 η τριετία είναι ο ελάχιστος χρόνος για τον οποίο ισχύει η μίσθωση, δεσμεύει δε τόσο τον εκμισθωτή όσο και τον μισθωτή. Οι συμβαλλόμενοι μπορεί να συμφωνή­σουν διάρκεια μεγαλύτερη της τριετίας, οπότε ο σχετι­κός όρος είναι ισχυρός και δεσμεύει τους συμβαλλόμε­νους. Η διάταξη του εδ. α’ της § 1 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014 εξαίρεσε από την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ/τος τις συναπτόμενες μετά την ισχύ του (28-02-2014) συμβάσεις μισθώσεως, αναφορικώς με την καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως από τον εκμισθωτή για ιδιόχρηση και ανοικοδόμηση, ιδιοκατοίκηση κ.λπ.) και επί­σης εξαίρεσε από την εφαρμογή του ΠΔ τη διάταξη του άρθρου 43 αυτού περί καταγγελίας μεταμέλειας της συμβάσεως μισθώσεως από τον μισθωτή.

Παρά την κατάργηση του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995 περί καταγ­γελίας μεταμέλειας της συμβάσεως μισθώσεως από τον μισθωτή, η ως άνω διάταξη του εδ. γ` της § 1 του ΠΔ 34/1995 περί του ότι η καταγγελία αυτή γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της, έχει ακριβώς την ίδια διατύπωση με το εδ. β` του καταργηθέντος άρθρου 43 του ΠΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με την § 1 του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010, με απάλειψη της προϋποθέσεως που έθετε το καταργηθέν άρθρο περί ελάχιστης χρονικής διάρκειας της μισθώσεως και με απάλειψη της υποχρεώσεως του μισθωτή να καταβάλει στον εκμι­σθωτή αποζημίωση.

Ο Νομοθέτης όμως παρέλειψε κατά την διατύπωση της διατάξεως του εδ. γ` της § 1 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014 περί καταγγελίας της συμβάσεως να διαλάβει στο κείμενό της ότι η καταγγελία αυτή είναι καταγγελία του μισθωτή, όπως επιγράφεται η καταγγελία του άρθρου 43 του ΠΔ 43/1995, την δια­τύπωση του εδ. β` της οποίας επανέλαβε ακριβώς. Σκο­πός του Νομοθέτη δεν ήταν να καταργήσει το ήδη από ετών θεσπισμένο δικαίωμα καταγγελίας μεταμέλειας της συμβάσεως μισθώσεως από τον μισθωτή, αλλά να την καταστήσει λιγότερο επαχθή γι` αυτόν, μη θέτοντας πλέον ως προϋπόθεση της καταγγελίας την ελάχιστη διάρκεια της μισθώσεως, και μην επιβάλλοντας υποχρέωση σε αυτόν να αποζημιώσει τον εκμισθωτή.

Προτί­μησε δε ο Νομοθέτης να καταργήσει με την § 1 εδ. α’ του Ν. 4242/2014 την αυτοτελή διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ34/1995, περί καταγγελίας της συμβάσεως μισθώ­σεως από τον μισθωτή και να την θεσπίσει εκ νέου ως εδ. γ’ της § 1 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014 με τις ανωτέρω διαφοροποιήσεις. Η διάταξη αυτή εναρμονίζεται με τον σκοπό του Νομοθέτη, όπως συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4242/2014 που είναι η προσαρμογή των εμπορικών μισθώσεων στις σύγχρονες απαιτήσεις και η παροχή μεγαλύτε­ρης ελευθερίας στα συμβαλλόμενα μέρη στην διαμόρ­φωση των συμβατικών τους δεσμεύσεων. Η διάταξη του άρθρου 13 § 1 εδ. γ` δεν είναι, για το λόγο που ανα­φέρθηκε, νομοτεχνικά άρτια, πλην όμως δεν καθίσταται μη εφαρμόσιμη από το γεγονός ότι από την άποψη αυτή χωλαίνει (ΕφΑθ 2117/2019 ΕλλΔνη 2019.510).

Συνέχεια ανάγνωσης «Καταγγελία μεταμέλειας μισθωτή στις νέες εμπορικές μισθώσεις»

Δεκτή έφεση σε υπόθεση υπερχρεωμένων από το Πρωτοδικείο Αθηνών

Την υπόθεση χειρίστηκε για λογαριασμό του γραφείου μας η δικηγόρος Δήμητρα Θεοδοσιοπούλου.

8220/2020 ΜΠΡ ΑΘ, Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ

Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Δάνειο. Αίτηση ρύθμισης υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Έφεση. Υπεύθυνη δήλωση προς διευκόλυνση μόνο του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του (ουσιαστικού) παραδεκτού της αίτησης.  Η ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης. Το παρόν Δικαστήριο, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο, οφείλει να εφαρμόσει, κατά το ισχύον ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία. Μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας και της οικογένειας της, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και κατά τον παρόντα χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης, η εκκαλούσα περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την εφεσίβλητη. Προστασία της κύριας κατοικίας. Ρευστοποίηση περιουσίας της εκκαλούσας. Ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση δικάζεται ερήμην. Δικάζει την έφεση ερήμην της εκκαλούσας. Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και ως προς την ουσία. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ.1082/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
                                                           
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
       Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Παπαδοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τον Γραμματέα Αριστοτέλη Παναγιώτου.
       Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 21 Φεβρουάριου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
       ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …….. του …….., κατοίκου Αγίου……., επί της οδού ……, με ΑΦΜ ……, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Δήμητρας Θεοδοσιοπούλου (AM ……. ΔΣΑ), βάσει δήλωσης.
 ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της εδρεύουσας στην Αθήνα, επί των οδών ……..   και ….., ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…..ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», με ΑΦΜ ……, τελούσα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «….. ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΊΉΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «…… ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ», που εδρεύει στο….., επί των οδών ……, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Μιγαδάκη (AM …. ΔΣΠ).
       Η αιτούσα, ήδη εκκαλούσα, κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 25.4.2012 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ...../23.5.2012 αίτησή της, την οποία έστρεφε κατά της καθ’ ης η αίτηση, ήδη εφεσίβλητης, και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 1082/2014 οριστική απόφασή του, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε. Κατά της ως άνω απόφασης η αιτούσα, ως ηττηθείσα διάδικος, άσκησε την από 16.5.2016 και υπ’ αριθ. κατάθεσης ......./18.5.2016έφεση, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ……/2016, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για την προαναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
       Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242§2ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης  ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΉ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115§2, 242§2, 741, 745 και 759§4ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242§2ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν ισχύει η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, σε άρθρο 741 σελ. 179, Βαθρακοκοίλη, Ερμ. ΚΠολΔ, τόμος 2ος σε άρθρο 242 αριθ. 2, ίδιου συμπλ. τόμος 2001 σε άρθρο 115 αριθ. 1, Νίκα σε Κεραμέα - Κονδύλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, συμπλ. έτους 2002, σε άρθρο 115 σελ. 14, αριθ. 1, ΕφΘεσ 40/2016 ΕλλΔνη 2016. 1400). Σε μία τέτοια περίπτωση (που δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 242§2), ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση δικάζεται ερήμην. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 764§2ΚΠολΔ, με την οποία θεσπίζονται ειδικοί κανόνες στη συζήτηση έφεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), εάν, όταν εκφωνείται η υπόθεση, εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν. Η επιταγή, όμως, αυτή του β’ εδαφίου της ανωτέρω διάταξης της εκούσιας δικαιοδοσίας, προϋποθέτει τη συνδρομή των εκ των άρθρων 110 και 111 ΚΠολΔ απορρεόντων θεμελιακών δικαιωμάτων περί κλήτευσης των διαδίκων και τήρησης της προδικασίας. Επομένως, ερευνάται εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο διάδικος που απολείπεται ή εάν την επισπεύδει ο παριστάμενος, οπότε ερευνάται η κλήτευση αυτού που απουσιάζει, προκειμένου, ακολούθως το Δικαστήριο να προβεί στην έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων έφεσης (ΕφΑθ.3057/2009 ΕλλΔνη 2009. 1454). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 16.5.2016 έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας αιτούσας, ήδη εκκαλούσας, κατά της υπ’ αριθ. 1082/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 επ., 791 §§1, 5ΚΠολΔ), και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατά τη συζήτηση της έφεσης, η οποία επισπεύσθηκε επιμελεία της εκκαλούσας, στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε η εν λόγω διάδικος, αλλά η πληρεξούσια δικηγόρος αυτής κατέθεσε την από 20.2.2020 δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242§2ΚΠολΔ, και προκατέθεσε, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, τις έγγραφες προτάσεις του. Η παράσταση αυτή της προαναφερομένης με δήλωση, κατά το άρθρο 242§2ΚΠολΔ, δεν είναι προσήκουσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, στη οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της έφεσης, που ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως - αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης - και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495§1, 511 επ., 518, 741, 760 και 786 του ΚΠολΔ) και αφού αυτή γίνει τυπικά δεκτή θα εξετασθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533 §1 και 741 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σαν ήταν παρούσα και η εκκαλούσα, καθόσον έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο, κατά την §4 του άρθρου 495ΚΠολΔ.
Με την από 25.4.2012 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η αιτούσα, ήδη εκκαλούσα, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς την καθ’ ης ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητούσε τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτή σχέδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8§2 και 9§2 του ν.3869/2010, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δικάζοντας την ως άνω αίτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, την απέρριψε ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης αυτής,παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους . στο δικόγραφο του εν λόγω ενδίκου μέσου λόγους, συνιστάμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητεί δε την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αίτησή της.
Κατά το άρθρο 4§2 εδ.β’ του ν.3869/2010 "ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αιτήσεως (για ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή) ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου (κατάσταση περιουσίας και των εισοδημάτων αυτού και της συζύγου του και κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους) και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία.
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 12§1 του ν.4161/2013, που ισχύει από 14.6.2013, σύμφωνα με την οποία η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Με τη διάταξη αυτή, σε σχέση με την προηγούμενη, προστέθηκε και ότι η προκειμένη αίτηση συνοδεύεται με την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση προς διευκόλυνση μόνο του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο του (ουσιαστικού) παραδεκτού της αίτησης. Δηλαδή από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποκλείεται το απαράδεκτο της αίτησης, έστω και επί τυχόν ελλείψεων της υπεύθυνης δήλωσης και ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη της §3 του άρθρου 19 του ν.4161/2013, κατά την οποία "για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος", αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 5 του ν.3869/2010, που ρυθμίζει την προδικασία και όχι σε εκείνη του άρθρου 4§2 εδ.β’ του ίδιου νόμου. Πέραν αυτού, η παράλειψη ή ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης (ΑΠ 1065/2017, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 236/2015 δημοσίευση στην ΤΝΠ «Νόμος»). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 25.4.2012 με αριθμό πρωτ...../23.5.2012 αίτησή  της, με την οποία ζητούσε τη ρύθμιση των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της προς την πιστώτρια εφεσίβλητη τράπεζα, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αίτηση , κατατέθηκε στις 23.5.2012 και συνεπώς, όσον αφορά το παραδεκτό της εφαρμοστέος κανόνας ήταν, σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη του άρθρου 19§3 του ν.4161/2013, η διάταξη του άρθρου 4§2 εδ.β’ του ν.3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 12§1 του ν.4161/2013, κατά την οποία η έγκαιρη προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης του εν λόγω άρθρου (4§2 εδ.β’ ), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης, αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της προδικασίας, η οποία όμως δεν τηρήθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η σχετική υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας έφερε χρονολογία υπογραφής προγενέστερη (3.5.2012) της κατάθεσης της αίτησής της (23.5.2012), ισοδυναμούσα για τον λόγο αυτό με ανύπαρκτη, με περαιτέρω συνέπεια η ένδικη αίτηση να είναι απαράδεκτη,  παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 4§2 εδ.β’ του ν.3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12§1 του ν.4161/2013. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, γιατί ανεξάρτητα από το εάν η παράλειψη ή  ατέλεια της υπεύθυνης δήλωσης δεν δημιουργεί οριστικό απαράδεκτο που να οδηγεί σε έκδοση απορριπτικής της αίτησης απόφασης, το παρόν Δικαστήριο, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο, οφείλει να εφαρμόσει, κατά το ισχύον ανακριτικό σύστημα στην παρούσα ειδική διαδικασία (άρθρο 3 ν.3869/2010), τη διάταξη του άρθρου 4§2 εδ.β’(του παραπάνω νόμου (3869/2010), όπως αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με  το άρθρο 12§ 1 του ν.4161/2013, που αποκλείει το απαράδεκτο της αίτησης, με την περαιτέρω επισήμανση ότι η διάταξη του άρθρου 19§3 του ν.4161/2013 αναφέρεται στο άρθρο 5 του ν.3869/2010 που ρυθμίζει την προδικασία και όχι στο άρθρο 4§2 εδ.β’ του ίδιου νόμου, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη για τον ανωτέρω λόγο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι ενιαίως κρινόμενοι λόγοι της ένδικης έφεσης.
Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535§1ΚΠολΔ), το οποίο κρίνει ότι η αίτηση είναι παραδεκτή, ορισμένη, ως περιέχουσα το ελάχιστο εκ των διατάξεων του άρθρου 747ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 4§1 του ν.3869/2010, 111§2, 118 και 216ΚΠολΔ περιεχόμενο, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6, 8 και 9 του ν.3869/2010. Σημειωτέον δε ότι στην περίπτωση του ν.3869/2010, ο νομοθέτης εκκινεί από την αφετηριακή βάση της προστασίας του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποιήσεώς του. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η περιθωριοποίηση ενός μεγάλου αριθμού υπερχρεωμένων οφειλετών επάγεται μείωση ή και εκμηδένιση της καταναλωτικής του δύναμης, με σημαντικές επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία μιας οικονομίας, που (πλέον) στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό - στην κατανάλωση αγαθών. Εξάλλου, τυχόν περιθωριοποίηση των υπερχρεωμένων ιδιωτών επιφέρει σημαντικές διαταραχές στον κοινωνικό βίο, με κίνδυνο τη δημιουργία φαινομένων αντικοινωνικής συμπεριφοράς (ανομία, εγκληματικότητα κλπ.). Επομένως, η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρεώσεως επιτάσσεται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από την υπερχρέωση του οφειλέτη ως ανθρώπου. Η τελευταία επιτάσσει τη χορήγηση στον υπερχρεωμένο οφειλέτη μίας δεύτερης ευκαιρίας για την επάνοδό του στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Συνεπώς, η συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν τη νομοθετική εισαγωγή περιορισμών στις αξιώσεις των πιστωτών, πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Περαιτέρω οι περιορισμοί της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών, που εισάγονται από τον ν.3869/2010, όχι μόνο είναι κατάλληλοι και πρόσφοροι για να αντιμετωπίσουν το κοινωνικό πρόβλημα της περιθωριοποιήσεώς του υπέρχρεου οφειλέτη, αλλά - συγχρόνως - πληρούν τους όρους αναλογικότητας, παρέχοντας στους πιστωτές τη δυνατότητα αφενός να εκθέσουν τις απόψεις τους και αφετέρου να ικανοποιηθούν από το σύνολο της παρούσας και μελλοντικής περιουσίας του οφειλέτη. Τέλος, ο νόμος αυτός δεν καθιερώνει το δικαίωμα κάθε οφειλέτη να επιδιώξει ρύθμιση των χρεών του και απαλλαγή από αυτά. Σκοπός του είναι να παράσχει τη δυνατότητα στους υπερχρεωμένους οφειλέτες χρηματικών χρεών να ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από τα χρέη τους, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Από τα βασικά χαρακτηριστικά του νόμου προκύπτει ότι η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται με βάση μια και μόνο αίτησή του. Αντιθέτως, στον νόμο τίθενται περαιτέρω προϋποθέσεις για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Βάσει όλων των προαναφερομένων και αφού ληφθούν υπόψη τα εύλογα και συνταγματικά προστατευόμενα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών, οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου κρίνεται πως είναι συνταγματικές, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την εφεσίβλητη με τις προτάσεις της. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι η νομοθετική αυτή επέμβαση στις απαιτήσεις των πιστωτών είναι συμβατή και με τους όρους που τίθενται, από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Έ.Σ.Δ.Α.) (βλ. σχετ. Αθ. Γ. Κρητικός, ό.π., σελ. 22. επ.,.. μ.π.π. σε θεωρία και νομολογία, I. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, ό.π,, σελ. 18 επ., μ,π,π. σε θεωρία και νομολογία ). Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενώ εφόσον κρίθηκε ότι η έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή, θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα των παραβολών, που κατέθεσε για το παραδεκτό της έφεσής της (άρθρο 495§4ΚΠολΔ).
Η εφεσίβλητη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία προέβαλε τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις της, ότι σύμφωνα με τα άρθρα 25, 179 και 181 ν.3588/2007 αναστέλλονται οι εις βάρος της ατομικές διώξεις και απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση αναγνωριστικών και καταψηφιστικών αγωγών εναντίον της, καθώς πρόκειται για νομικό πρόσωπο που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και γι` αυτό τον λόγο ζητεί να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός της αυτός, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 68 του ν.3601/2007, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν.4021/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.3458/2006 και του άρθρου 63Ε του ν.3601/2007: «α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ` αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8 αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ( ... ), δ) ..., ε) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της απόφασης περί ειδικής εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να περιορίζει και άλλες εργασίες του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος στ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχειών του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ή σε Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά το άρθρο 63Ε. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63 Δ εφαρμόζονται ανάλογα ( )» ενώ κατά την §2 «Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκειται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι συνέπειες της ανάκλησης της άδειας ενός πιστωτικού ιδρύματος είναι καταρχήν οι ειδικά προσδιοριζόμενες συνέπειες στον ν.3601/2007 (άρθρο 68) και στον ν.3458/2006, που όμως αφορά περιπτώσεις που τα εκκαθαριζόμενα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποκαταστήματα σε άλλα κράτη-μέλη. Σύμφωνα με τις διατάξεις τους, το πιστωτικό ίδρυμα τίθεται σε εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία διορίζει και τους εκκαθαριστές. Ο οριζόμενος με αυτόν τον τρόπο εκκαθαριστής αναλαμβάνει τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος υποκείμενος στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η περαιτέρω ιδιορρυθμία τη εκκαθάρισης αυτής έγκειται στο ότι επιτρέπεται η συνέχιση των τραπεζικών εργασιών, πλην της αποδοχής καταθέσεων και όσων εργασιών ρητά εξαιρούνται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν και δεν αναφέρεται ο λόγος της συνέχισης των εργασιών, φαίνεται πως αυτή θεωρείται αναγκαία προς διεξαγωγή και περαίωση ιδιαίτερα κερδοφόρων εργασιών προς όφελος των πιστωτών. Από της δημοσιεύσεως της περί εκκαθαρίσεως απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η τράπεζα δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση, ενώ κατά τα λοιπά επέρχονται οι γενικές συνέπειας που προβλέπονται στο νόμο σε περιπτώσεις λύσεως ανωνύμων εταιρειών, δηλαδή επακολουθεί εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας με είσπραξη των εκκρεμών απαιτήσεων, πληρωμή των χρεών και ρευστοποίηση περιουσίας. Περαιτέρω με την υπ` αριθ.46/27.7.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας Ελλάδας (ΦΕΚ Β 2208/27.7.2012) από την 27.7.2012 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εφεσίβλητης πιστώτριας εταιρίας και τέθηκε αυτή υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 68 του ν.3601/2007, και όχι σε πτώχευση, ορίστηκε δε ειδικός εκκαθαριστής αυτού και επετράπη στο πιστωτικό ίδρυμα εφεξής να διενεργεί μόνο πράξεις που υπηρετούν τον σκοπό της εκκαθάρισης απαγορευόμενης της άσκησης των δραστηριοτήτων της §1 του άρθρου 11 του ν.3601/2007. Σημειωτέον δε ότι στις απαγορευόμενες δραστηριότητες συμπεριλαμβάνεται και η είσπραξη απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος. Επί της ειδικής αυτής εκκαθάρισης έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Κανονισμού ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων (ΦΕΚ Β` 2498/4.11.2011) και επικουρικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Στο προοίμιο του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται ρητά ότι: «Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από την πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος». Συνεπώς πρόκειται για ειδική εκκαθάριση διαφορετική της προβλεπόμενης με τον Πτωχευτικό Κώδικα και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί αναστολής ατομικών διώξεων για την ικανοποίηση των πιστωτών και απαγόρευσης έναρξης ή συνέχισης αναγκαστικής εκτέλεσης και άσκησης αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών κλπ, σε στοιχεία της περιουσίας του ιδρύματος. Κατά συνέπεια, ο ως άνω ισχυρισμός της μετέχουσας πιστώτριας θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη από αυτήν διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να τύχει εφαρμογής, και τούτο διότι το πεδίο εφαρμογής της εξαντλείται στα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους εναντίον αυτού, προκειμένου αυτοί (οι πιστωτές του οφειλέτη) να ακολουθήσουν τη διαδικασία της επαλήθευσης (εξέλεγξης) των απαιτήσεων τους κατά του πτωχού και να μη ματαιωθεί ο σκοπός της συλλογικής ικανοποίησης αυτών (των πιστωτών) μέσω της ως άνω διαδικασίας. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί η αίτηση του άρθρου 4§ 1 του ν.3869/2010 να θεωρηθεί ως ατομικό καταδιωκτικό μέτρο κατά του καθ’ ου πιστωτικού ιδρύματος, αφενός λόγω της ιδιότητας της αιτούσας ως οφειλέτριας του καθ’ ου η αίτηση πιστωτικού ιδρύματος, αφετέρου λόγω της διαδικασίας ρύθμισης οφειλών πτωχεύσαντος, και δεν έχει χαρακτήρα αγωγής (αναγνωριστικής- καταψηφιστικής), καθόσον δεν κατάγεται προς δικαστική κρίση ιδιωτική έννομη σχέση, αλλά ασκείται δικαίωμα παρεχόμενο από τον νόμο προς ρύθμιση των οφειλών, και συγκεκριμένα παρέχεται η δυνατότητα στον υπερχρεωμένο ιδιώτη να εκκαθαρίσει τις οφειλές του προς τους δικούς του πιστωτές, ενδεχομένως δε και προς πιστωτικά ιδρύματα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι ο νομοθέτης δεν εξαρτά τη διαδικασία ρύθμισης από τη νομική κατάσταση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ούτε εξαιρεί της ρύθμισης απαιτήσεις ιδρυμάτων των οποίων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας (άρθρο §2 ν.3869 για τις αποκλειόμενες της ρυθμίσεως απαιτήσεις), ούτε είναι, τέλος, δυνατόν η ανάγκη περαίωσης της εκκαθάρισης μιας εταιρίας υπό ειδική εκκαθάριση να ανατρέψει τις ρυθμίσεις του ν.3869/2010 (Ειρ.ΑΘ 1017/2013 αδήμ., ΕιρΘεσσαλ.9268/2013 αδήμ). Συνεπώς για όλους αυτούς τους λόγους ο ως άνω ισχυρισμός της πιστώτριας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αυτού, καθώς και όλων των επικαλούμενων και νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα, γεννηθείσα το έτος 1955, είναι συνταξιούχος και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 806,06€ (βλ. το από 7.2.2020 ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων του ΕΦΚΑ για τον Ιανουάριο του 2020). Είναι παντρεμένη με τον ……, γεννηθέντα το έτος 1956, και μητέρα δύο ήδη ενήλικων και οικονομικά ανεξάρτητων τέκνων, ηλικίας 43 και 41 ετών. Επί δεκαοκτώ έτη η ίδια διατηρούσε στην Αθήνα επιχείρηση σιδερωτηρίου έτοιμων ενδυμάτων, τη λειτουργία της οποίας σταμάτησε το έτος 2006, χρόνος κατά τον οποίο μετέβη η ίδια μετά του συζύγου της στην Κέρκυρα, τον τόπο καταγωγής της, όπου βρίσκεται και η κύρια κατοικία της και συγκεκριμένα μία ισόγεια οικία επιφάνειας 100τ.μ. κτισμένη σε αγροτεμάχιο έκτασης 2 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση ......... στην περιοχή ……της Κοινότητας ….. του Δ. …… Κέρκυρας, αντικειμενικής αξίας 26.762,75€ (βλ. έντυπο ΕΝΦΙΑ 2019), η οποία της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα. Εκεί διέμεινε με τον σύζυγό της για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε καμία προοπτική εξεύρεσης εργασίας και για τους δύο, το έτος 2009 επανήλθαν στην Αθήνα, φιλοξενούμενοι έκτοτε από την κόρη τους, στην οικία όπου διαμένει αυτή με την οικογένειά της. Η διαμονή τους αυτή στην οικία της κόρης τους στην Αθήνα είχε προσωρινό χαρακτήρα, έλαβε χώρα προκειμένου να εξεύρει η εκκαλούσα θέση εργασίας έως και τη συνταξιοδότησή της, όπως και πράγματι συνέβη, ενώ το καλοκαίρι του έτους 2020 προτίθενται να εγκατασταθούν μόνιμα πλέον στην Κέρκυρα. Πέραν της προαναφερόμενης κύριας οικίας της στην Κέρκυρα, η εκκαλούσα έχει στην κυριότητά της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δύο αγροτεμάχια έκτασης 224,90 τ.μ. έκαστο, κειμένων στη θέση «……» του Δ. Σχηματαρίου Αττικής, εκτός σχεδίου, ενώ το άλλο 50% εξ αδιαιρέτου ανήκει στον σύζυγό της. Εκτός των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα διαθέτει άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία, ούτε, εξάλλου, και ο σύζυγός της. Σε χρόνο δε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η εκκαλούσα έλαβε από την καθ’ ης τραπεζικά προϊόντα από τα οποία προκύπτουν οι ακόλουθες οφειλές (δυνάμει της υπ’ αριθ..../8.7.2013 αναλυτικής βεβαίωσης της καθ’ ης η αίτηση): α) οφειλή, απορρέουσα από την υπ’ αριθ..../20.8.2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με αριθμό λογαριασμού .......... συνολικού ποσού 82.560,916, στην οποία συμβλήθηκε ως οφειλέτρια, οφειλή προς εξασφάλισή της έχει εγγραφεί υποθήκη στην κύρια κατοικία της αιτούσας, β) οφειλή ποσού 4.577,846, απορρέουσα από την υπ’ αριθ.......... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και γ) οφειλή ποσού 8.895,436, απορρέουσα από την υπ’ αριθ............. πιστωτική κάρτα που είχε λάβει από τον Νοέμβριο του 2000, η οποία δεν είχε περιληφθεί στις από 31.3.2011 και 8.3.2012 αναλυτικές καταστάσεις της καθ’ ης, ενώ περιλήφθηκε στην από 8.7.2013 βεβαίωση του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος, και θα πρέπει να συμπεριληφθεί στη ρύθμιση, αν και δεν είχε ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών της αιτούσας, κατ’ εφαρμογή της §1εδ.γ του άρθρου 8 του ν.3869/2010, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν.4161/2013 (ΦΕΚ A 143/14.6.2013). Συνολικά δε η εκκαλούσα οφείλε στις ως άνω πιστώτριες κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης το ποσό των 96.034,186, το οποίο, ωστόσο, έχει πλέον ανέλθει στο ποσό των 156.331,566 (βλ. την από 14.11.2019 βεβαίωση της διαχειρίστριας της πιστώτριας τράπεζας). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα αρχικά, τον Απρίλιο του 2010, ενεγράφη στο ταμείο ανέργων του ΟΑΕΔ, λαμβάνοντας επί ένα έτος, έως τον Απρίλιο του 2011 επίδομα ανεργίας, ενώ από τον Νοέμβριο του 2011 προσλήφθηκε από τη φαρμακευτική εταιρία με την επωνυμία …… με τρίμηνη σύμβαση εργασίας, η οποία κατά τη λήξη της ανανεώθηκε, λαμβάνοντας αρχικά μηνιαία εισοδήματα περίπου 9006, τα οποία εντέλει τον Ιούνιο του 2014, χρόνο συζήτησης της αίτησης στον πρώτο βαθμό, ανέρχονταν στο ποσό των 784,836, τα οποία προσαυξάνονταν με την εκ μέρους της παροχή υπερωριακής, νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τα Σαββατοκύριακα, και μπορεί να έφταναν και στο ποσό των 1.034,566. Τον Ιούλιο του 2015 εξεδόθη η υπ’ αριθ. 1780/2015 απόφαση του Διευθυντή ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την οποία συνταξιοδοτήθηκε αναδρομικά από τις 7.10.2014, με μηνιαία σύνταξη ποσού 884,796, από την οποία έως και τα τέλη του έτους 2017 παρακρατούνταν το ποσό των 5536. Για τον λόγο αυτό συνέχισε να εργάζεται στην εταιρία ....... λαμβάνοντας μηνιαίως περίπου το ποσό των 1.1606, από την οποία αποχώρησε στις 30.4.2018, λαμβάνοντας ως σύνταξη το ποσό των 806,066. Το έτος 2018 είχε ως επιπλέον εισόδημα από την εκμίσθωση για ένα έτος της πρώτης κατοικίας της στην Κέρκυρα το ποσό των 2006 μηνιαίως. Εξάλλου ο σύζυγός της εκκαλούσας είναι μακροχρόνια άνεργος από τον Νοέμβριο του 2008, χρόνος κατά τον οποίο διέκοψε τη λειτουργία της η επιχείρηση εμπορίου ενδυμάτων στην οποία εργαζόταν, ενώ από τον Νοέμβριο του 2010 είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, δεν έχει κανένα μηνιαίο εισόδημα, δεν λαμβάνει σύνταξη, ενώ λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του δεν υπάρχει για αυτόν προοπτική εξεύρεσης εργασίας, προτίθεται δε να υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης στις 2.9.2022, δηλαδή με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του, οπότε αναμένεται να λάβει τη βασική σύνταξη. Τα ανωτέρω σχετικά με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων της εκκαλούσας προκύπτουν και από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος σύμφωνα με τις οποίες κατά το οικονομικό έτος 2002 (κρίσιμος χρόνος σύναψης των επίδικων δανειακών συμβάσεων), τα εισοδήματα της εκκαλούσας ανέρχονταν στο ποσό των 5.587.473 δραχμών και στο ποσό των 2.917.000 δραχμών του συζύγου της, δηλαδή στο ποσό των 2.077,89€ μηνιαίως, κατά το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) στα 10.133,90€ και του συζύγου της στα 2.110,10€, κατά το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) στα 6.952,97€ και 3.817,80€ του συζύγου της, κατά το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) στα 4.897,42€ και 4.059,47€ του συζύγου της, κατά το φορολογικό έτος 2014 στα 18.249,36€, κατά το φορολογικό έτος 2015 στα 19.591,47€, κατά το φορολογικό έτος 2016 στα 15.284,60€, κατά το φορολογικό έτος 2017 στα 16.253,69€, κατά το φορολογικό έτος 2018 στα 15.770,50€. Η κατάσταση ανεργίας στην οποία περιήλθε τόσο η εκκαλούσα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα προτού εξεύρει νέα θέση εργασίας, όσο και ο σύζυγός της και η εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας, που αύξησαν τις δαπάνες διαβίωσης και τα τρέχοντα μηνιαία έξοδα της ελληνικής οικογένειας τα τελευταία χρόνια, είναι παράγοντες που επέφεραν τη μείωση της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας να εξυπηρετεί τα δάνειά της ήδη από το έτος 2009, η συνολική μηνιαία δόση των οποίων ανερχόταν, κατόπιν του από 31.12.2008 συμφωνητικού τμηματικής αποπληρωμής οφειλών που συνήψε με την καθ’ ης η αίτηση, στο ποσό των 600€ μηνιαίως, και τελικά την περιέλευση αυτής σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας εξυπηρέτησης των ήδη ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την καθ’ ης η αίτηση, αφού τα εισοδήματά της ανερχόμενα κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης στο ποσό των 900€ κατά μέσο όρο και κατά τον τρέχοντα χρόνο στα 806,06€, δεν επαρκούσαν και δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση των προαναφερόμενων δανειακών συμβάσεων, η συνολική δόση των οποίων πλέον ανέρχεται στο ποσό των 1.200€, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών της αναγκών, βάσει της προσωπικής της κατάστασης, τις οποίες η ίδια στην αίτησή της, κατά τη διάρκεια διαμονής της στην οικία της κόρης της, προσδιόριζε στο ποσό των 405€, εκτιμάται δε από το παρόν Δικαστήριο ότι πλέον ανέρχονται στο ποσό των 600€ βάσει και της συνομολόγησης της ίδιας της αιτούσας περί εκ μέρους της δυνατότητας καταβολής του ποσού των 200€, καθόσον συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι η εν λόγω διάδικος, η οποία ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά της να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες της μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους. Το παρόν δε Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η αιτούσα δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή της και ότι αυτή οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, καθόσον δεν συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής, ενώ θεωρούσε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές τις υποχρεώσεις με βάση τα υψηλότερα κατά την ανάληψη των χρεών εισοδήματά της, χωρίς να είναι σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε, που την οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται, εξάλλου, και από το γεγονός ότι τα συνολικά χρέη της αιτούσας δεν είναι υπερβολικός αντίθετα κινούνται σε φυσιολογικά και συνήθη για την ελληνική πραγματικότητα ποσά κατά τον χρόνο ανάληψής τους, που εύλογα θεωρούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ότι θα μπορούσε να αποπληρώσει. Επομένως, τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και κατά τον παρόντα χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης, η εκκαλούσα περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την εφεσίβλητη, απορριπτομένης της σε κάθε περίπτωση απαραδέκτως προτεινόμενης με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ένστασης της τελευταίας περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση υπερχρέωσης και αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της ως ουσιαστικά αβάσιμης. Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του, ν.3869/2010, ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8§2 και 9§2 του εν λόγω νόμου, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το ν.4161/2013, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν.4161/2013 και πριν την τροποποίησή του με το ν.4336/2015, καθώς το εφετείο τόσο για την κρίση περί της ορθότητας της εκκαλουμένης απόφασης στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 236/2015 Δημοσίευση στην ΤΝΠ «Νόμος», Αρβανιτάκης σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη- Νίκα, άρθρο 764 σ.8, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2016, σελ. 527 επ.), όσο και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσίευσης της δικής του απόφασης, ο δε ν.4336/2015 καταλαμβάνει αιτήσεις ρύθμισης οφειλών που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι (14.8.2015) και όχι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του αιτήσεις. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, δεδομένου ότι αφενός μεν το εισόδημα της εκκαλούσας, ανέρχεται στο ποσό των 806,06€ μηνιαίως, αφετέρου δε ότι οι εν γένει βιοτικές της ανάγκες ανέρχονται στο ποσό των 600€, το ποσό που απομένει ανά μήνα, κατά μέσο όρο, από το εισόδημά της για την κάλυψη των αναγκών της πιστώτριάς της, ανέρχεται στα 200€, ποσό εύλογο και εντός των οικονομικών της δυνατοτήτων. Ειδικότερα, η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλλει στις μετέχουσες πιστώτριες για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, ήτοι σε 36 (τριάντα έξι) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 200€, καταβλητέες εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, το ποσό των 7.200€, συμμέτρως διανεμόμενες στις απαιτήσεις της καθ’ ης, απομένοντας υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 149.131,56 € (156.331,56€-7.200€). Περαιτέρω, η αιτούσα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 έως τον Μάιο του 2014, κατέβαλε στην καθ’ ης μηνιαίως το 10% των του συνόλου των πιστωτικών της προϊόντων και συνολικά το ποσό των 835,10€, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την τελευταία, ήτοι προέβη σε προσωρινές μηνιαίες καταβολές, οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 §3 του ν.3869/2010, όπως διαμορφώθηκε με την §2 του άρθρου 59 του ν.4549/2018, και 8§2εδ.δ’ του ν.3869/2010, όπως προστέθηκε με την §1 του άρθρου 61 του ν.4549/2018, και σύμφωνα με την §8 του άρθρου 68 του αυτού νόμου εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν.4549/2018, πρέπει να συνυπολογιστούν σε αυτές της παραπάνω οριστικής ρύθμισης του άρθρου 8 §2 του ν.3869/2010. Επομένως, μετά τον συνυπολογισμό του ποσού των 835,10€ που κατέβαλε η εκκαλούσα, το ποσό της ρύθμισης κατ’ άρθρο 8§2 του ν.3869/2010 ανέρχεται πλέον στο ποσό των 6.364,10€, το οποίο θα πρέπει να διαιρεθεί με το καθορισμένο πλήθος των εξήντα (36) δόσεων, ανερχόμενο μηνιαίως στο ποσό των 176,78€. Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 8§2 του ν.3869/10, δεν κρίνεται σκόπιμο από το παρόν Δικαστήριο να συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§1 του ν.3869/10 για εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας της εκκαλούσας, και ειδικότερα των δύο αγροτεμαχίων εκτός σχεδίου στη θέση «............» του Δ. Σχηματαρίου Αττικής, συνιδιοκτησίας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, διότι η μικρή τους εμπορική αξία καθιστά την εκποίησή τους μη επωφελή για τις πιστώτριες τράπεζες, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η εκκαλούσα διαθέτει ποσοστό συγκυριότητας επί των προαναφερόμενων ακινήτων και επομένως δεν αναμένεται να προσελκύσουν αγοραστικό ενδιαφέρον. Περαιτέρω, η ως άνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§2 του ν.3869/2010, εφόσον υποβλήθηκε από την εκκαλούσα αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, δεδομένου ότι με τις οριζόμενες καταβολές του άρθρου 8§2 του ν.3869/2010 δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών, και να οριστούν οι μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας της, κατά την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9§2 του ν.3869/2010 ρύθμιση, για την οποία αυτή θα πρέπει να καταβάλλει στις εφεσίβλητες, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω περιγραφόμενων συνθηκών ζωής της, του ύψους των χρεών της και της ηλικίας της το 80% της αντικειμενικής του αξίας, δηλαδή το ποσό των 21.410,20€ (26.762,75€ X 80%), για δέκα (10) έτη, με ισόποσες μηνιαίες καταβολές ποσού 178,41€ (21.410,20€ : 120 μήνες), εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός. Ως προς τον χρόνο έναρξης καταβολής των δόσεων, κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση στην εκκαλούσα περιόδου χάριτος τριών ετών από τον δεύτερο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, για λόγους επιείκειας,  ώστε να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα με την παράλληλη καταβολή μηνιαίων δόσεων  τόσο του άρθρου 8§2 όσο και του άρθρου 9§2, ενώ θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο χρέος της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης. Η καταβολή των παραπάνω μηνιαίων δόσεων θα γίνει χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ίσχοε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας τη Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (άρθρο 9§2 εδ.δ’ του ν.3869/2010), ενώ θα ικανοποιηθεί προνομιακά η εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση της μετέχουσας πιστώτριας-εφεσίβλητης. Κατόπιν αυτού, η αίτηση θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας, με και να ρυθμιστούν τα χρέη της, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§6 εδ.β` του ν.3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ θα πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που κατέβαλε η συγκεκριμένη διάδικος, κατ’ άρθρο 495§3ΚΠολΔ, στην ίδια, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση ερήμην της εκκαλούσας.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και ως προς την ουσία.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθ.1082/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤAΙ εν μέρει την αίτηση.
ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της εκκαλούσας με ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού εκατό εβδομήντα έξι Ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (176,78€) έκαστη, οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνάς επί μία τριετία, με έναρξη από τον δεύτερο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας, συμμέτρως διανεμόμενες μεταξύ των απαιτήσεων της μετέχουσας πιστώτριας τράπεζας.
ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την ισόγεια οικία επιφάνειας 100τ.μ. κτισμένη σε αγροτεμάχιο έκτασης 2 στρεμμάτων, κειμένου στη θέση Ψαροπούλι στην περιοχή …… της Κοινότητας ….. του Δ. …… Κέρκυρας, η οποία ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην αιτούσα.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση του δικαιώματος πλήρους κυριότητας επί της ως άνω κύριας κατοικίας της, το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων τετρακοσίων δέκα Ευρώ και είκοσι λεπτών (21.410,20€), η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε δέκα (10) έτη, με εκατό είκοσι (120) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των εκατό εβδομήντα οκτώ Ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (178,41€), έκαστη, από τις οποίες θα ικανοποιηθεί προνομιακά η εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση της μετέχουσας πιστώτριας-εφεσίβλητης. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει τρία έτη μετά από τον δεύτερο μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα πραγματοποιείται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, και θα γίνεται χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτών των πράξεωνκυρίας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις ..... / 2020.

Νομικά ζητήματα διαγνωστικών κέντρων

Η μελέτη αυτή πραγματοποιήθηκε με αφορμή τα καθημερινά νομικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν τα διαγνωστικά κέντρα στην πόλη των Αθηνών. Οι παρατηρήσεις της μπορούν βέβαια να επεκταθούν και σε άλλες ιατρικές επιχειρήσεις, όπως είναι τα ιατρεία και τα πολυιατρεία, τα οδοντιατρεία και ούτω καθεξής.

Φυσικά, όταν μιλάμε για διαγνωστικά κέντρα ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» ήταν και παραμένει η συνεργασία με τον ΕΟΠΠΥ και τα ζητήματα του rebate και του clawback. Αυτά, όμως, τα προβλήματα, όπως έχει αποδειχθεί, είναι αδύνατον να επιλυθούν σε ατομικό επίπεδο και απαιτούν συνδικαλιστική δράση και πολιτική βούληση.

Στην παρούσα μελέτη, λοιπόν, επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τις ακόλουθες κατηγορίες ζητημάτων, επιχειρώντας να προτείνουμε και πρακτικές λύσεις αντιμετώπισής τους.

Α. Προσωπικά δεδομένα

Η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα συζητήθηκε αρκετά τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα όλοι οι επιχειρηματίες στον χώρο της υγείας να ενημερωθούν σχετικά και να κάνουν προσπάθειες «συμμόρφωσης» με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας. Ήδη, μάλιστα, από τον Ιούλιο του 2018 έχει δημοσιευθεί από το Υπουργείο Υγείας «Οδηγός Προετοιμασίας – Βασικές Κατευθύνσεις συμμόρφωσης προς το Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR)»

Αυτό που παρατηρείται, όμως, είναι πως τα ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων είναι απλούστερα απ’ όσα θεωρητικά αναμενόταν, αλλά ταυτόχρονα και δύσκολο να αντιμετωπίζονται στην πράξη με ταχύτητα και αξιοπιστία. Έτσι, συχνά ανακύπτουν ερωτήματα, όπως τα παρακάτω:

Πώς χειριζόμαστε το αίτημα ενός προσώπου για την παροχή ιατρικών στοιχείων ενός τρίτου προσώπου, για τα οποία έχει κάποιο εύλογο ενδιαφέρον, όπως για παράδειγμα την χρησιμοποίησή τους σε μία δίκη δικαστικής συμπαραστάσεως; Πώς χειριζόμαστε πρακτικά ένα αίτημα για παροχή πληροφοριών ή διαγραφή στοιχείων και πώς σταθμίζουμε δύο αντίθετα δικαιώματα, όταν συγκρούονται; Για παράδειγμα, έστω ότι ένας ασθενής, ο οποίος βρίσκεται στην αίθουσα αναμονής κατηγορήσει έναν εργαζόμενο της επιχείρησης για κλοπή του πορτοφολιού του και ακολουθήσει διαπληκτισμός. Τι θα πρέπει να πράξει η επιχείρηση αν ο εργαζόμενος ζητήσει το βιντεοσκοπημένο υλικό, προκειμένου να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, ενώ ο ασθενής ζητήσει να διαγραφεί από το βιντεοσκοπημένο υλικό; Κι αν, επιπλέον, η κατηγορία της κλοπής αποδειχθεί πως ήταν αληθής υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε ο εργοδότης να χρησιμοποιήσει το βιντεοσκοπημένο υλικό ενώπιον των δικαστηρίων ή της επιθεώρησης εργασίας;

Σε κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα είναι δυνατόν να δοθεί εκ των προτέρων μια οριστική και πλήρης απάντηση, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις θα πρέπει να γίνει μια στάθμιση από τον υπεύθυνο προστασίας προσωπικών δεδομένων, ο οποίος θα έχει την απαραίτητη νομική κατάρτιση αλλά και γνώση των συγκεκριμένων περιστάσεων. 

Με λίγα λόγια το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη μονάχα θεωρητικών γνώσεων αλλά κυρίως  διαδικασιών εντός της επιχείρησης, οι οποίες θα οδηγούν τα παραπάνω ή άλλα παρεμφερή ερωτήματα στα κατάλληλα πρόσωπα, δίνοντας τους και τον απαραίτητο χρόνο για να αντιδράσουν. Οι διαδικασίες αυτές, μάλιστα, θα πρέπει να είναι καταγεγραμμένες και διαφανείς, έτσι ώστε το κάθε υποκείμενο που υποβάλει ένα ορισμένο αίτημα να γνωρίζει μέχρι πότε θα λάβει μια τεκμηριωμένη απάντηση.

Β. Συστήματα βιντεοεπιτήρησης

Ειδικά για το ζήτημα των συστημάτων βιντεοεπιτήρησης παρατηρείται πως πολλοί επιχειρηματίες έχουν τοποθετήσει κάμερες για λόγους ασφαλείας. Επειδή, όμως, υπάρχει σύγχυση σχετικά με τις νομικές υποχρεώσεις των προσώπων που τοποθετούν συστήματα βιντεοεπιτήρησης ανακύπτουν συχνά ζητήματα όχι μόνο προσωπικών δεδομένων ασθενών (ή και περαστικών, ανάλογα με το πως έχει τοποθετηθεί το σύστημα βιντεοεπιτήρησης!) αλλά και εργατικού δικαίου.

Η λειτουργία συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε χώρους εργασίας διέπεται από ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις, αφού μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στα δικαιώματα των εργαζομένων της επιχείρησης όσο και των συναλλασσομένων με την επιχείρηση. Κατά το μέρος που δεν έρχεται σε αντίθεση με τον GDPR εξακολουθεί να έχει εφαρμογή η υπ’ αρίθμ. 1/2011 Οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 της εν λόγω Οδηγίας το σύστημα βιντεοεπιτήρησης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την επιτήρηση των εργαζομένων εντός των χώρων εργασίας, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου αυτό δικαιολογείται από τη φύση και τις συνθήκες εργασίας και είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ή την προστασία κρίσιμων χώρων εργασίας. Υπενθυμίζεται πως μετά τις 25 Μαΐου 2018 δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση γνωστοποίησης βιντεοεπιτήρησης στην Αρχή.

Το μόνο μέσο, λοιπόν, που διαθέτει ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκειμένου να αποδείξει την σύννομη δράση του και την συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις του GDPR είναι η εκπόνηση εκτίμησης αντικτύπου. Σημειώνεται, μάλιστα, πως η Αρχή έχει ήδη επιδείξει μεγάλη αυστηρότητα απέναντι σε συστήματα βιντεοεπιτήρησης, τα οποία λειτουργούν παρανόμως. Με την υπ’ αριθμ. 41/2018 απόφασή της, η οποία εκδόθηκε ήδη στις 9-5-2018, ήτοι πριν από την εφαρμογή του GDPR, η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 50.000 ευρώ σε δικηγορική εταιρία, για την λειτουργία παρανόμου συστήματος βιντεοεπιτήρησης.

Τα προβλήματα, μάλιστα σχετικά με τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης συχνά δεν αποκαλύπτονται παρά μόνο την στιγμή, που μια καταγραφή τους πρόκειται ή ζητείται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό υλικό σε ένα αστικό ή ποινικό δικαστήριο. Τότε, όμως, είναι, συνήθως, πολύ αργά. Έτσι, σύμφωνα και με τα όσα εξετάσαμε ήδη παραπάνω, διαπιστώνεται πως είναι απαραίτητο να υφίσταται όχι μόνο η “εκτίμηση αντικτύπου” αλλά και διαδικασίες εντός της επιχείρησης για την ορθή επίλυση όσων πρακτικών ζητημάτων αναπόφευκτα ανακύπτουν.

Γ. Εργασιακά ζητήματα

Πέρα από το ζήτημα, που αναφέρθηκε παραπάνω σχετικά με την χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης, δύο είναι τα συχνότερα προβλήματα, που συναντάμε στην ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στα διαγνωστικά κέντρα:

Α) Σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, ανανεώνονται διαρκώς και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι συμβάσεις αυτές τρέπονται εκ του νόμου σε αορίστου χρόνου, χωρίς πολλές φορές ο εργοδότης να έχει τη σχετική επιθυμία και πληροφόρηση.

Β) Άτυπη απασχόληση συγγενικών προσώπων: Είναι  συνηθισμένο  στις μικρές και μεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις να απασχολούνται άτυπα συγγενείς, προκειμένου να συμβάλουν στην αντιμετώπιση παροδικών αναγκών, χωρίς να επιβαρύνεται ο εργοδότης με το μισθολογικό και ασφαλιστικό κόστος πρόσληψης ενός εργαζομένου.

Η πρακτική αυτή, όμως, η οποία συχνά δεν αφορά μονάχα σε συγγενείς πρώτου βαθμού, αλλά και στην ευρύτερη οικογένεια μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε ενδεχόμενο έλεγχο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Συχνό, αν και δυσάρεστο, φαινόμενο είναι επίσης να δημιουργούνται παρεξηγήσεις μεταξύ των συγγενών και να διεκδικούνται αναδρομικά μεγάλα χρηματικά ποσά με την συνοδεία απειλών για καταγγελία στις αρμόδιες αρχές.

Στα συγκεκριμένα προβλήματα η μόνη πρακτική λύση είναι ο προληπτικός νομικός έλεγχος όλων των εργασιακών συμβάσεων, ώστε ο εργοδότης να γνωρίζει, ποιες είναι οι υποχρεώσεις του και ποιες διεκδικήσεις ενδέχεται να εγερθούν εναντίον του.

Δ. Ζητήματα ακινήτων

Τους περασμένους μήνες παρουσιάστηκαν έντονα προβλήματα στις εμπορικές μισθώσεις, καθώς λόγω του Covid-19 ενοικιαστές και ιδιοκτήτες ήρθαν σε σύγκρουση, με αφορμή το αίτημα των ενοικιαστών για μείωση ή και διακανονισμό των οφειλόμενων μισθωμάτων.

Επιπλέον, όσον αφορά στα ιδιόκτητα ακίνητα παρατηρείται, πως η γραφειοκρατία αυξάνεται, αντί να μειώνεται και πως εκείνοι, οι οποίοι επιθυμούν να πραγματοποιήσουν μια αγορά ακινήτου, μια μεταβίβαση, μια αποδοχή κληρονομιάς ή ακόμα και μία σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, έρχονται αντιμέτωποι με σωρεία προβλημάτων, τα οποία μονάχα με την στενή συνεργασία δικηγόρου και συμβολαιογράφου είναι δυνατόν να επιλυθούν.

Χαρακτηριστικά έχει επισημανθεί από τον πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Θράκης ότι παρότι τα διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης να αναπαράγουν την είδηση: «Μεταβιβάσεις ακινήτων με ένα κλικ σε 3 μέρες» οι μεταβιβάσεις ακινήτων είναι συχνά ένας Γολγοθάς.

Έτσι, κάθε ζήτημα, το οποίο σχετίζεται με την μίσθωση αλλά, κυρίως, με την μεταβίβαση ακινήτων, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την δέουσα επιμέλεια και με έγκαιρο προγραμματισμό. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις, που κάποια επιχείρηση προγραμματίζει την χρήση πρόσθετων χώρων, προκειμένου να λάβει μέτρα πρόληψης της διάδοσης του Covid-19.

Ε. Εμπορικά ζητήματα

Όσον αφορά σε ζητήματα εμπορικού δικαίου παρατηρείται, καταρχάς, πως ελάχιστα διαγνωστικά κέντρα έχουν κατοχυρώσει το σήμα τους και έχουν αξιοποιήσει πλήρως την διακριτική του δύναμη στην αγορά και το κύρος, που αυτό προσφέρει στις συναλλαγές. Σήμα σύμφωνα με τον νόμο είναι κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνες άλλων επιχειρήσεων. Μέσω του σήματος αναγνωρίζεται από τους καταναλωτές η προέλευση μιας υπηρεσίας από συγκεκριμένη επιχείρηση και παράλληλα διαφημίζεται η εν λόγω υπηρεσία.

Δεν καταχωρούνται, όμως, ως σήματα σημεία τα οποία, μεταξύ άλλων, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους ή της γεωγραφικής προέλευσης παροχής της υπηρεσίας ή συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις, τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθομιλουμένη ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική των συναλλαγών. 

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία το σήμα έχει διακριτικό χαρακτήρα, όταν, από τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί, είναι επαρκώς εξειδικευμένο και μπορεί να χρησιμεύσει για τον προσδιορισμό της προέλευσης των υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση. Έτσι είναι απαράδεκτο ένα σήμα, το οποίο αποτελείται από λέξεις οι οποίες υποδηλώνουν μόνον το είδος των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών και τη γεωγραφική τους προέλευση, με αποτέλεσμα  να ταυτίζεται μαζί τους. Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, μάλιστα, όπου οι παραπάνω λέξεις (είδος παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών και γεωγραφική προέλευση) συνοδεύονταν και από εικόνα (γραφική απεικόνιση) εκρίθη από τα ελληνικά δικαστήρια πως «Το απεικονιστικό στοιχείο δεν εμφανίζει επαρκή πρωτοτυπία, σε συνδυασμό δε με τις ανωτέρω λέξεις δεν αποτελούν χαρακτηριστικό και ιδιότυπο σύνολο, δυνάμενο να προσδώσει διακριτική δύναμη».

Είναι, λοιπόν, σημαντικό να επιλέγεται ένα σήμα, το οποίο να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, και εν συνεχεία να κατοχυρώνεται, ώστε να προστατεύεται έναντι όλων. Εξάλλου, πολλά διαγνωστικά κέντρα διαθέτουν καταστατικά παλαιά και μη προσαρμοσμένα στην σύγχρονη νομοθεσία, καθώς μπορεί για παράδειγμα να μην περιλαμβάνουν σύγχρονες μορφές λήψεως αποφάσεων και ασκήσεως διοικήσεως.

Επιπλέον, ένα ζήτημα σχετικά με το οποίο ανακύπτει σύγχυση είναι η δυνατότητα πώλησης προϊόντων ευεξίας και καλλυντικών και η παροχή δερματολογικών, αισθητικών και γυναικολογικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με το Π.Δ. 84/2001 στους ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (Π.Φ.Υ), περιλαμβάνονται: α) τα ιδιωτικά ιατρεία και οδοντιατρεία, β) τα ιδιωτικά πολυϊατρεία και πολυοδοντιατρεία, γ) τα ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια και δ) τα ιδιωτικά εργαστήρια φυσικής ιατρικής και υποκατάστασης. Επίσης, σύμφωνα με τον Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (άρθρο 6 ν. 3418/2005) απαγορεύεται στον ιατρό να εξυπηρετεί, να εξαρτάται ή να συμμετέχει σε επιχειρήσεις που παρασκευάζουν ή εμπορεύονται φάρμακα ή υγειονομικό υλικό ή να διαφημίζει και να προβάλλει αυτά, με οποιονδήποτε τρόπο.  Με βάση τα παραπάνω ορθό είναι για τον σκοπό παροχής μη ιατρικών υπηρεσιών να συστήνονται ξεχωριστές εταιρίες.

Τέλος, ως προς τα προβλήματα που ανακύπτουν στην διαδικασία ρύθμισης οφειλών με τράπεζες και στην εν γένει καταχρηστική πολλές φορές συμπεριφορά των υπαλλήλων τους, αρκεί η παράθεση του σχετικού αποσπάσματος από την πρόσφατη επιστολή του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών στον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων: «Οι ιατροί καταθέτουν προτάσεις με όλα τα έγγραφα που τους ζητάνε και σε κάποιες περιπτώσεις δεν λαμβάνουν ούτε καν απάντηση, παρά μόνο κάποιες φορές τους κοινοποιούνται διαταγές πληρωμής, αν και βρίσκονται σε διαδικασία ρύθμισης των οφειλών τους.» Όταν, λοιπόν, είναι αναγκαία η διαπραγμάτευση με τραπεζικά ιδρύματα πρέπει κανείς να εξοπλίζεται με υπομονή και επιμονή.

ΣΤ. Ποινικά και πειθαρχικά ζητήματα/αστική ευθύνη

Ζητήματα σχετικά με το ποινικό δίκαιο αφορούν κατά μέγιστο μέρος τους ιατρούς εκείνους, οι οποίοι απασχολούνται σε δημόσια ή και ιδιωτικά νοσοκομεία. Παρόλα αυτά, επισημαίνεται ότι η ποινική δικαιοσύνη εξακολουθεί να λειτουργεί αργά, κάτι που έχει ως συνέπεια να χρονίζουν υποθέσεις και να σπιλώνεται ανεπανόρθωτα η τιμή και υπόληψη δεκάδων ιατρών, οι οποίοι ακόμα κι αν δικαιώνονται τελικά, δεν αποζημιώνονται για την ψυχική και οικονομική τους ταλαιπωρία. Λόγω του Covid-19 η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη, ενώ καθυστέρηση παρατηρείται και στον χειρισμό πειθαρχικών υποθέσεων εκ μέρους του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών. 

Αντίθετα, ζήτημα το οποίο απασχολεί την πλειονότητα των ιδιωτών ιατρών και των διαγνωστικών κέντρων, είναι αυτό της ασφάλισης αστικής ευθύνης.  Αυτού του είδους η ασφάλιση παρέχει οικονομική κάλυψη σε περίπτωση έγερσης αστικών αξιώσεων και αυξάνει την αξιοπιστία της επιχείρησης  στην αγορά.  

ΣΤ. Σκέψεις για το μέλλον- ιατρικός τουρισμός

Ένας τομέας της οικονομίας, ο οποίος σύμφωνα με τους ειδικούς έχει μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης στην χώρα μας είναι ο ιατρικός τουρισμός, αφού η χώρα μας διαθέτει εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό, υποδομές, στρατηγική γεωγραφική θέση και μεσογειακό κλίμα.

Σύμφωνα με τον νόμο 4582/2018, ως ιατρικός τουρισμός νοείται η ειδική μορφή τουρισμού, η οποία συνίσταται στην παροχή προς επισκέπτες – τουρίστες υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που σχετίζονται με την πρόληψη, τη θεραπεία και τη βελτίωση της σωματικής, ψυχικής και πνευματικής υγείας τους. Ο τουρισμός υγείας περιλαμβάνει τον ιατρικό τουρισμό, τον οδοντιατρικό τουρισμό, τον ιαματικό – θερμαλιστικό τουρισμό και τον τουρισμό ευεξίας.

Ο ιατρικός τουρισμός είναι η μετακίνηση των επισκεπτών – τουριστών με προβλήματα υγείας ή με χρόνιες παθήσεις σε τουριστικό προορισμό επιλογής τους, προκειμένου να τους παρασχεθούν υπηρεσίες υγείας από δομές παροχής πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας που λειτουργούν νόμιμα, με σκοπό την πρόληψη, τη διάγνωση ή τη θεραπεία ασθενειών και τη διατήρηση ή τη βελτίωση της προσωπικής τους υγείας. Οι τουρίστες – επισκέπτες κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στον τουριστικό προορισμό συνδυάζουν την ιατρική περίθαλψη με δραστηριότητες αναψυχής για τους ίδιους και τους συνοδούς τους. Επίσης, έχει προβλεφθεί η σύσταση στον ΕΟΠΥΥ ηλεκτρονικού μητρώου παρόχων υπηρεσιών τουρισμού υγείας, το οποίο θα λειτουργεί ως δημόσια ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Όμως, για την εφαρμογή του παραπάνω νόμου απαιτούνται δύο κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), στην κατάρτιση των οποίων έχει σημειωθεί καθυστέρηση.

Στην κατεύθυνση της ουσιαστικής εφαρμογής του νόμου σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες που έχει λάβει ο «Ελληνικός Σύνδεσμος Τουρισμού Υγείας» (ΕΛ.Ι.ΤΟΥΡ), του οποίου σκοπός είναι η διεθνής προώθηση της Ελλάδας ως κορυφαίου προορισμού ιατρικού τουρισμού.

Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό οι ελληνικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στον χώρο της υγείας να έχουν εξωστρεφή προσανατολισμό και να είναι σε θέση να εμπνέουν εμπιστοσύνη τόσο σε αλλοδαπούς πολίτες όσο και σε διεθνείς φορείς. Η αξιόπιστη αντιμετώπιση των ζητημάτων, τα οποία θίγονται στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, θεωρούμε πως κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα – Φωτογραφίες από οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή – Προσωπικά δεδομένα και αρχή της αναλογικότητας

ΜΠρΠατρών 116/2020 (απόσπασμα)

Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσαν ενόρκως, για την ενάγουσα, οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων στις προδιαληφθείσες, χρησιμοποιηθείσες ως αποδεικτικό μέσο από τον πέμπτο εναγόμενο στις ως άνω δίκες, τέσσερις σαφείς, συμβαδίζουσες μεταξύ τους και άρα αξιόπιστες ένορκες βεβαιώσεις αυτών, είναι λοιπόν αληθή. Τούτο προκύπτει ιδίως από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των εναγόμενων απλών ομοδίκων αφενός, σε φωτογραφικές αναπαραστάσεις, τόσο αποθηκευμένες στον οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή των προμνημονευθέντων διάδικων εν διαστάσει συζύγων φωτογραφίες της ίδιας της ενάγουσας, των προαναφερθέντων ανήλικων τέκνων αυτής, της οικίας τους και τρίτων προσώπων, δηλαδή των εκτός του προμνημονευθέντος γάμου αυτής δύο παράλληλων ερωτικών της συντρόφων, όσο και ηλεκτρονικές συνομιλίες της μ’ αυτούς δι’ αποθηκευμένων στο κινητό της τηλέφωνο γραπτών μηνυμάτων μέσω διαδικτυακών λογαριασμών, οι οποίες φωτογραφίες και συνομιλίες αποτελούν μηχανικές απεικονίσεις αναγόμενες στο χρονικό διάστημα από το έτος 2015 και εντεύθεν, τυγχάνοντας γνήσια ιδιωτικά έγγραφα, απορριπτομένου κατ’ ουσίαν του παραδεκτώς (ά. 237§2 ΚΠολΔ) προβληθέντος από την ενάγουσα ισχυρισμού περί της αρνήσεως της γνησιότητάς τους (ά. 444§§1στοιχ.γ,2, 445, 448§§2,3, 457 και 458 ΚΠολΔ), και αφετέρου αιματολογικές εξετάσεις της ενάγουσας κατά τα έτη 2013-2017, από τις οποίες συνάγεται ότι αυτή καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ.

Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν άλλωστε παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, διότι δε συνιστούν προϊόν παγιδεύσεως της ενάγουσας ή αξιόποινης πράξεως ούτε αποκτήθηκαν από τους εναγομένους με την παραβίαση μυστικών κωδικών προσβάσεως, αλλά ανευρέθησαν από τον πέμπτο των εναγομένων εντός της προδιαληφθείσας οικογενειακής στέγης καθώς και, ειδικότερα οι φωτογραφίες και οι ηλεκτρονικές συνομιλίες, αποθηκευμένες στη μνήμη του οικογενειακού ηλεκτρονικού υπολογιστή των προαναφερθέντων διάδικων συζύγων και του προσομοιάζοντος με ηλεκτρονικό υπολογιστή κινητού τηλεφώνου της ενάγουσας συζύγου του. Οι εναγόμενοι δεν παραβίασαν μάλιστα, κατά τον προπαρατεθέντα τρόπο, το απόρρητο της ελεύθερης επικοινωνίας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν παρενέβησαν στην προειρημένη επικοινωνία αυτής κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της (ά. 19§1 Σ.), ούτε την κατά τη γενική αρχή της καλής πίστεως νοούμενη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας (ά. 5§1 και 9§1εδ.β Σ.), η προστασία της οποίας δεν μπορεί, ενόψει της συνταγματικής κατοχυρώσεως των θεσμών της οικογένειας και του γάμου, της συνταγματικής προστασίας της παιδικής ηλικίας (ά. 21§1 Σ.) καθώς και από την ίδια τη φύση του πράγματος (βλ. επίσης τα ά. 1386, 1387, 1510, 1511 και 1518 ΑΚ), να είναι απόλυτη στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των συζύγων και με τα ανήλικα τέκνα τους.

Η in concreto μετ’ επικλήσεως προσκόμιση ως αποδεικτικών στοιχείων αφενός των προδιαληφθεισών συντελεσθεισών επικοινωνιών και φωτογραφιών, που αφορούν τη σεξουαλική ζωή της ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα, και αφετέρου των προειρημένων ιατρικών εξετάσεων, οι οποίες άπτονται της υγείας της, χωρίς τη συγκατάθεση των προμνημονευθέντων υποκειμένων των εν θέματι ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και με κατ’ αρχήν παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεώς τους (ά. 9Α§1εδ.α Σ.) τύγχανε λοιπόν τελικώς νόμιμη, ως απολύτως αναγκαία και πρόσφορη για την άσκηση του υπερέχοντος in casu συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων [ά. 20§1 Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ), 6§1 ΕΣΔΑ, 1 επ., 9§§1,2στοιχ.στ του τεθέντος σε εφαρμογή την 25-5-2018 Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, GDPR), 2 και 7§§1,2στοιχ.γ Ν. 2472/1997, πρβλ. το ά. 25§1στοιχ.γ Ν. 4624/2019, ο οποίος κατήργησε το Ν. 2472/1997 και ισχύει από την 29-8-2019 (ά. 84 και 87)] και δη προς το σκοπό της άμεσης πλήρους αποδείξεως των προαναφερθέντων κατατεθέντων στις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις πραγματικών περιστατικών και ανταποδείξεως της ιστορικής βάσεως της υπό κρίση αγωγής, δίχως να αρκεί εν προκειμένω, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, η χρήση ηπιότερων αποδεικτικών μέσων.

Η εκ μέρους της ενάγουσας επίκληση των καθιερούμενων διά των άρθρων 9, 9Α του Συντάγματος, 7, 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ) και 8 της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι συνεπώς in concreto θεμιτή (ά. 19§3 Σ. e contrario), αφού τα προειρημένα δικαιώματα της ενάγουσας υποχωρούν in casu, για να εκπληρωθεί το προδιαληφθέν ίσης τυπικής ισχύος δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων. Το τελευταίο προηγείται εν προκειμένω έναντι του δικαιώματος αποκρύψεως της εξωσυζυγικής σεξουαλικής ζωής της ενάγουσας, δοθέντος ότι τα προαναφερθέντα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία αφορούν αποκλειστικώς την ένδικη αστική διαφορά και δεν επεκτείνονται σε άλλα, μη αναγκαία ως προς την άσκηση του προμνημονευθέντος δικαιώματος αποδείξεως και ανταποδείξεως, προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, ενώ δε θίγεται στην υπό κρίση περίπτωση η συνταγματική κανονιστική αρχή της αναλογικότητας ως μέσο για την αναγκαία πρακτική εναρμόνιση (praktische Konkordanz) μεταξύ των ανωτέρω ίσης τυπικής ισχύος αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, τα οποία εξοπλίζονται μάλιστα με άμεση τριτενέργεια (ά. 25§1 Σ.) (βλ. συναφώς ΟλΑΠ 1/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001, 374, ΑΠ 252/2018, ΑΠ 1520/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΛαρ 212/2019, ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν επομένως in concreto παράνομα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να μην τυγχάνουν απαράδεκτα, αλλά να λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, απορριπτομένου έτσι ως ουσία αβάσιμου του περί αντιθέτου αποδεικτικού ισχυρισμού των εναγομένων. Με τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα συμπορεύονται επιπλέον τόσο τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους λοιπά έγγραφα (…)

πηγή: http://www.dsanet.gr

Περισσότερα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.