Νέα αποδεικτικά στοιχεία με υπόμνημα ενώπιον της ΔΕΔ – Ζητήματα φορολογικού δικαίου

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει «Στην περίπτωση που πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα (λχ παραγραφή), ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα, ακόμα και αν δεν τα επικαλεστεί ενώπιον της ΔΕΔ, να τα προβάλει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Αντίθετα, σύμφωνα με την απόφαση ΣτΕ 1686/2019, τα πραγματικά περιστατικά πρέπει οπωσδήποτε να έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον της ΔΕΔ, καθώς είναι απαράδεκτο να προβάλλονται για πρώτη φορά στα διοικητικά δικαστήρια.»

Ένα ενδιαφέρον όμως, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν ο προσφεύγων στην ΔΕΔ μπορεί να επικαλεστεί νέα αποδεικτικά στοιχεία με το υπόμνημά του. Στο ερώτημα αυτό η ΣτΕ 1478/2023 έδωσε καταφατική απάντηση υπό την προϋπόθεση ότι τα αποδεικτικά στοιχεία αφορούν τους ήδη προβληθέντες με την ενδικοφανή προσφυγή ισχυρισμούς.

Η απόφαση αφορούσε την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 5277/2015 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή φορολογουμένων κατά πράξης προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και πρόσθετων φόρων για το οικονομικό έτος 2009. Το Διοικητικό Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία που προσκομίστηκαν με υπόμνημα ενώπιον της Δ.Ε.Δ. μετά την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής και τα οποία αποτελούσαν διευκρινιστικά στοιχεία ως προς τους υπολογισμούς των ποσών προς ανάλωση.

Επί του ζητήματος αυτού του ΣτΕ έκρινε «Εξάλλου, ενόψει του σκοπού που εξυπηρετεί η πρόβλεψη ενδικοφανούς προσφυγής, όπως αυτός αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη και αφορά την ανάγκη επανεξέτασης από τη φορολογική διοίκηση των τιθέμενων από τον φορολογούμενο ζητημάτων κατά τρόπο που εξυπηρετείται τόσο η ικανοποίηση του δικαιώματος προς παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας όσο και η κατά το δυνατόν ταχεία και αποτελεσματική εκκαθάριση των φορολογικών διαφορών ενώπιον της διοίκησης και η αποτροπή άσκοπης επιβάρυνσης του φόρτου των δικαστηρίων, προκύπτει ότι μπορούν να προσκομιστούν επιτρεπτώς με υπόμνημα ενώπιον της Δ.Ε.Δ. αποδεικτικά στοιχεία που δεν είχαν προσκομισθεί κατά την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν τους προβληθέντες με την ενδικοφανή προσφυγή λόγους. Τούτο εξυπηρετεί την οικονομία της (διοικητικής και ένδικης) διαδικασίας και εναρμονίζεται με την ευρεία εξουσία που παρέχει ο νόμος στη Δ.Ε.Δ.»

Επέκταση της υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ

Ως γνωστόν με τις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ν. 4172/2013, ορίζεται ότι:

«1. Ο φορολογούμενος, φυσικό πρόσωπο, που μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπάγεται σε φορολόγηση, όπως ορίζεται στην παρ. 2, για το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα κατά την έννοια της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 5, εφόσον σωρευτικά:

α) δεν ήταν φορολογικός κάτοικος της Ελλάδος τα προηγούμενα πέντε (5) από τα έξι (6) έτη πριν από τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του στην Ελλάδα,

β) μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία από κράτος μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή από κράτος με το οποίο είναι σε ισχύ συμφωνία διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της φορολογίας με την Ελλάδα,

γ) παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 12, που ασκείται είτε σε ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα είτε σε μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα και δ) δηλώνει ότι θα παραμείνει στην Ελλάδα τουλάχιστον για μία διετία.

2.Εφόσον η αίτηση του φορολογούμενου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 3 γίνει δεκτή, το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α για το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματος του από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος, επιφυλασσομένων των παρ. 60 και 61 του άρθρου 72. Για την υποβολή της δήλωσης και την καταβολή του φόρου του φυσικού προσώπου έχει εφαρμογή το άρθρο 67.

3. Για ανάληψη υπηρεσίας που λαμβάνει χώρα μέχρι και την 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους, η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για το έτος ανάληψης υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του έτους αυτού. Η αίτηση δύναται να υποβάλλεται και εντός του επόμενου από την ανάληψη υπηρεσίας έτους και κρίνεται για υπαγωγή στο έτος αυτό.

Για ανάληψη υπηρεσίας που λαμβάνει χώρα μετά την 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους, η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για το επόμενο έτος από την ανάληψη υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του έτους αυτού.

Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της αίτησης η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει την αίτηση και εκδίδει απόφαση, με την οποία την εγκρίνει ή την απορρίπτει, αναλόγως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων της παρ. 1.

Εάν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προσκομισθούν μέχρι την 31η Μαρτίου του επόμενου από την υποβολή του αιτήματος έτους, η απόφαση απόρριψης της αίτησης λόγω μη προσκόμισης των απαιτούμενων δικαιολογητικών ανακαλείται, η αίτηση επανεξετάζεται και εκδίδεται από τη Φορολογική Διοίκηση νέα απόφαση εντός εξήντα (60) ημερών από την προσκόμιση των δικαιολογητικών. Ειδικά για το έτος 2022 τα δικαιολογητικά του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται να προσκομισθούν μέχρι και την 29η Απριλίου 2022.

Το φυσικό πρόσωπο δηλώνει στην αίτησή του το κράτος στο οποίο είχε την τελευταία φορολογική κατοικία του μέχρι την υποβολή της αίτησής του. Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει τις φορολογικές αρχές του κράτους αυτού σχετικά με τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του εν λόγω φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διεθνούς διοικητικής συνεργασίας, όπως αυτές ισχύουν.

4. Οι διατάξεις του παρόντος έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση του φυσικού προσώπου σύμφωνα με την παρ. 3 και λήγει μετά το πέρας επτά (7) συνολικά φορολογικών ετών. Η υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος δεν δύναται να παραταθεί πέραν των επτά (7) φορολογικών ετών

5. Το φυσικό πρόσωπο που εντάσσεται στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον σε κάποιο φορολογικό έτος δεν πληροί τις προϋποθέσεις των περ. V και δ’ της παρ. 1, παύει να υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου από το οικείο φορολογικό έτος και εφεξής φορολογείται για το σύνολο του εισοδήματος του από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα.

6. Οι παρ. 1 έως και 5 εφαρμόζονται αποκλειστικά για την πλήρωση νέων θέσεων εργασίας. Οι παρ. 1 έως και 5 εφαρμόζονται ανάλογα και για τα φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, με σκοπό να ασκήσουν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματος τους από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α για επτά (7) συναπτά φορολογικά έτη. Η αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 3 και ως ανάληψη υπηρεσίας νοείται η έναρξη εργασιών….»

Στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ μπορεί να υπαχθεί και το εισόδημα που λαμβάνει ως αμοιβή ο διαχειριστής εταιρίας. Τι συμβαίνει όμως αν το πρόσωπο αυτό αποφασίσει μεταγενέστερα να παρέχει υπηρεσίες και ως μισθωτός σε νέα θέα εργασίας στην Ελλάδα;

Με την Α. 1087/2021 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει,  με θέμα “Διαδικασία και προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ν. 4172/2013 (Α’ 167), περί ειδικού τρόπου φορολόγησης εισοδήματος από μισθωτή εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα που προκύπτει στην ημεδαπή, φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα” ορίζεται μεταξύ άλλων:

 «4Α. α) Το φυσικό πρόσωπο που έχει αιτηθεί την υπαγωγή του στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ για μία από τις κατηγορίες εισοδήματος που εμπίπτουν στον ειδικό τρόπο φορολόγησης (εισόδημα από μισθωτή εργασία/εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα), δύναται με μεταγενέστερο αίτημά του να αιτηθεί επέκταση της υπαγωγής του στον ειδικό τρόπο φορολόγησης και για το εισόδημα της άλλης κατηγορίας υπό την προϋπόθεση ότι το μεταγενέστερο αίτημα υποβάλλεται για υπαγωγή στο ίδιο έτος με την αρχική αίτηση και εντός των προθεσμιών της παρ. 1. Αίτημα επέκτασης δύναται να υποβληθεί είτε έχει εκδοθεί απόφαση υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ επί της αρχικής αίτησης είτε αυτή είναι στο στάδιο εξέτασης.

β) Εάν φυσικό πρόσωπο έχει υπαχθεί στον ειδικό τρόπο φορολόγησης του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ για εισόδημα που αποκτά από μισθωτή εργασία, στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 12 του ΚΦΕ, δύναται να υποβάλει νέο αίτημα για επέκταση της υπαγωγής του και για το εισόδημα που αποκτά από δεύτερη εργασιακή σχέση. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση της νέας θέσης εργασίας, η νέα αίτηση γίνεται δεκτή, η εγκριτική απόφαση συμπληρώνεται ως προς τα στοιχεία του νέου εργοδότη και το φυσικό πρόσωπο υπάγεται στον ειδικό τρόπο φορολόγησης, για τόσα έτη όσα υπολείπονται ως τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος της παρ. 4 του άρθρου 4 της παρούσας.

γ) Εάν φυσικό πρόσωπο έχει υπαχθεί στον ειδικό τρόπο φορολόγησης του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ για εισόδημα που αποκτά από επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν απαιτείται η υποβολή νέας αίτησης σε περίπτωση επέκτασης της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του σε νέους ΚΑΔ».

Εξάλλου, το άρθρο 9 της ανωτέρω Απόφασης που δίνει ρητώς τη δυνατότητα υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς φορολόγησης και για τις δύο κατηγορίες εισοδήματος, δεν θέτει κανένα χρονικό περιορισμό ως προς το χρόνο υπαγωγής και υποβολής της αίτησης, δεν παραπέμπει στο άρθρο 4 της ίδιας ΚΥΑ και εν πάσει περιπτώσει παραπέμπει μόνο στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ν.4172/2013. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και η ίδια η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4Α δεν θέτει χρονικό περιορισμό για την υποβολή αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του ειδικού φορολογικού καθεστώτος, απλώς ορίζει ότι το φυσικό πρόσωπο που έχει αιτηθεί υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ν.4172/2013 και άρα η αίτησή του εκκρεμεί δύναται να υποβάλει αίτηση και να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 5Γ και για τα εισοδήματα της άλλης κατηγορίας εντός του ίδιου έτους για να υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς για τα εισοδήματα του ίδιου φορολογικού έτους.

Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προσκρούει τόσο σε άλλες διατάξεις της ίδιας Απόφασης όπως το άρθρο 9 όσος και στις διατάξεις του ν.4172/2013. Επίσης προσκρούει στη θεμελιώδη αρχή της ισότητας των Ελλήνων Πολιτών στα δημόσια βάρη και στη γενική συνταγματική υποχρέωση προστασίας του απόδημου ελληνισμού, από την οποία απορρέει ευθέως η υποχρέωση της Πολιτείας να παρέχει κίνητρα ή έστω να μην παρεμβάλλει προσκόμματα στον επαναπατρισμό των εχόντων την ελληνική ιθαγένεια.

H Αίτηση Αναστολής στις φορολογικές διαφορές

Η αίτηση αναστολής έχει πρακτικά μεγάλη σημασία, γιατί μπορεί να προστατεύσει τον φορολογούμενο από την άμεση εκτέλεση μιας πράξης ή απόφασης της φορολογικής διοίκησης, μέχρι να κριθεί η προσφυγή του από το δικαστήριο. Προϋποθέτει όμως συγκεκριμένους όρους, μεταξύ των οποίων η τεκμηρίωση της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος, για την οποία συχνά απαιτείται η υποστήριξη λογιστή.

Λόγοι για Χορήγηση Αναστολής

Η αναστολή μπορεί να δοθεί αν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι:

  1. Ανεπανόρθωτη ή Δυσχερώς Επανορθώσιμη Βλάβη: Η αναστολή χορηγείται εάν η εκτέλεση της απόφασης θα προκαλέσει στον αιτούντα σοβαρή ζημία, η οποία θα είναι είτε μη αναστρέψιμη είτε εξαιρετικά δύσκολο να αποκατασταθεί, ή
  2. Προδήλως Βάσιμος Λόγος Προσφυγής: Εάν υπάρχουν ισχυρά νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν την προσφυγή, όπως η αντίθεση σε εδραιωμένη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Λόγοι Αποκλεισμού της Αναστολής

Ωστόσο, υπάρχουν παράγοντες που αποκλείουν την αναστολή, όπως:

  • Προδήλως Απαράδεκτη ή Αβάσιμη Προσφυγή
  • Στάθμιση της Βλάβης: Το δικαστήριο συνεκτιμά την πιθανή βλάβη του αιτούντος και τα συμφέροντα του Δημοσίου. Εάν κρίνει ότι η αναστολή θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημία στο Δημόσιο ή σε τρίτους από το όφελος του αιτούντος, η αίτηση απορρίπτεται.
  • Ελλιπής ή Ανακριβής Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης

Συγκεκριμένα, στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, μαζί με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλεται και κατάσταση στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή. (άρθρο 203 ΚΔΔ)

Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων.

Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή συνδεδεμένου νομικού προσώπου με τον αιτούντα καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές και τελωνειακές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου.

Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά μεγάλης αξίας. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση, δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν.

Η ακρίβεια και πληρότητα αυτής της δήλωσης απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, και η συνδρομή λογιστή είναι αναγκαία. Ο λογιστής μπορεί να αναλύσει και να δηλώσει σωστά τα περιουσιακά στοιχεία, ώστε να μην απορριφθεί η αίτησή λόγω παραλείψεων.

Η ενδικοφανής προσφυγή στη φορολογική δίκη και η ανάγκη συνεργασίας δικηγόρου και λογιστή

Η ενδικοφανής προσφυγή αποτελεί ένα σημαντικό στάδιο στη διαδικασία επίλυσης φορολογικών διαφορών, καθώς επιτρέπει στον φορολογούμενο να αμφισβητήσει διοικητικά τις πράξεις της φορολογικής διοίκησης πριν την προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια. Πρόκειται για διοικητική προσφυγή που συνεπάγεται τόσο τον νομικό όσο και τον ουσιαστικό έλεγχο της προσβαλλόμενης πράξης, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα αναθεώρησης της απόφασης της διοίκησης σε προδικαστικό στάδιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας o φορολογούμενος έχει προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής. Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας συμπίπτει με αργία, η προθεσμία μετατίθεται για την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Σημειώνεται ότι η προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, ενώ οι φορολογούμενοι κάτοικοι εξωτερικού έχουν προθεσμία 60 ημερών.

Η ενδικοφανής προσφυγή απευθύνεται στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία υπάγεται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Η υποβολή γίνεται στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη (πλέον ηλεκτρονικά πλην εξαιρέσεων) και η ενδικοφανής προσφυγή πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους, τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα του προσφεύγοντος.

Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή ποικίλουν και περιλαμβάνουν ουσιαστικούς και νομικούς ισχυρισμούς.

Στην περίπτωση που πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα (λχ παραγραφή), ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα, ακόμα και αν δεν τα επικαλεστεί ενώπιον της ΔΕΔ, να τα προβάλει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Αντίθετα, σύμφωνα με την απόφαση ΣτΕ 1686/2019, τα πραγματικά περιστατικά πρέπει οπωσδήποτε να έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον της ΔΕΔ, καθώς είναι απαράδεκτο να προβάλλονται για πρώτη φορά στα διοικητικά δικαστήρια. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι, αν ένας φορολογούμενος παραλείψει να προβάλει έναν ισχυρισμό, ο οποίος δεν είναι αμιγώς νομικός, έγκαιρα, ουσιαστικά χάνει το δικαίωμά του να τον επικαλεστεί μεταγενέστερα.

Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη -μέσα στην ασφυκτική προθεσμία των τριάντα ημερών- η στενή συνεργασία δικηγόρου και λογιστή, ώστε να προβληθούν όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί.

Προθεσμίες Υποβολής Δικαστικής Προσφυγής

Η προθεσμία για την κατάθεση δικαστικής προσφυγής είναι, γενικά, 60 ημέρες από την επίδοση της απόφασης της ΔΕΔ ή της πράξης που προσβάλλεται. Η προθεσμία αυτή αφορά τις περισσότερες περιπτώσεις διοικητικών διαφορών. Στις φορολογικές διαφορές όμως, η προθεσμία μειώνεται στις 30 ημέρες, εξαιτίας της ανάγκης για ταχύτερη επίλυση των φορολογικών υποθέσεων.

Οι προθεσμίες για την άσκηση δικαστικής προσφυγής αναστέλλονται κατά τις δικαστικές διακοπές, οι οποίες είναι: Από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου (γενικός κανόνας) για τις περισσότερες διοικητικές διαφορές. Από 1 έως 31 Αυγούστου ειδικά για τις φορολογικές διαφορές, όπου οι προθεσμίες είναι πιο σύντομες και στοχεύουν στην ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων.

Η τήρηση των παραπάνω προθεσμιών είναι κρίσιμη, καθώς η εκπρόθεσμη άσκηση δικαστικής προσφυγής συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος του φορολογούμενου να διεκδικήσει δικαστικά την ανατροπή της απόφασης ή της πράξης που προσβάλλει.