Η αξίωση εξέτασης υλικών αποδεικτικών μέσων

Στο άρθρο 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠΔ, στην οποία προβλέπεται το δικαίωμα των διαδίκων και των δικηγόρων τους να υποβάλλουν αιτήσεις για θέματα που αφορούν την υπόθεση που συζητείται. Μεταξύ των αιτήσεων αυτών γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνονται και οι αιτήσεις για την διεξαγωγή αποδείξεων.

Εξάλλου από τις αρχές της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, αλλά και της άμεσης προσωπικής επαφής του κρίνοντος με το αποδεικτικό υλικό προκύπτει και η αξίωση του κατηγορουμένου να βρίσκονται όλα τα δυνητικά χρήσιμα- αξιόλογα αποδεικτικά μέσα στην διάθεση του ποινικού δικαστηρίου.

Το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ’ της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι “κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα  να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας”. Η έννοια του “μάρτυρα” ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ κατά τρόπο αυτόνομο, ανεξάρτητο, δηλαδή, από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή στο εσωτερικό εθνικό δίκαιο και εξελίχθηκε ώστε να περιλαμβάνει και μη προσωπικά αποδεικτικά μέσα.

Η νομολογιακή αυτή εξέλιξη (βλ. Χριστόπουλος Παναγιώτης, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί την προσκόμιση αποδεικτικών μέσων από τις δικαστικές αρχές, ΠοινΧρον 2016, σελ. 721 επ.) αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην υπόθεση MIRILASHVILI κατά Ρωσίας, της 11ης Δεκεμβρίου 2008, η οποία εξετάζει και την προγενέστερη νομολογία του ΕΔΔΑ.  Συγκεκριμένα στην παρ. 159 της εν λόγω απόφασης καταγράφεται η σκέψη πως το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ΄ της ΕΣΔΑ μπορεί, ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, να τύχει εφαρμογής, όχι μόνον ως προς τους μάρτυρες, αλλά γενικότερα και ως προς κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο. Αφορά,  δηλαδή, και την εξέταση υλικών αποδεικτικών μέσων.

Στην υπόθεση Perna κατά Ιταλίας, το ΕΔΔΑ έχει εντάξει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ΄ της ΕΣΔΑ την πρόσβαση σε έγγραφα στοιχεία, ενώ στην ελληνικού ενδιαφέροντος υπόθεση Γεώργιος Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος το ΕΔΔΑ έπραξε το ίδιο με τα πρωτότυπα έγγραφα και αρχεία ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία ήταν σχετικά με τις διερευνούμενες κατηγορίες.

Στην υπόθεση Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος  ο προσφεύγων καταδικάστηκε για το έγκλημα της απάτης σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η καταδίκη του βασίσθηκε επί επτά πλαστογραφημένων επιταγών, τα πρωτότυπα των οποίων ουδέποτε επεδείχθησαν από την πολιτικώς ενάγουσα τράπεζα ενώπιον των δικαστηρίων που έκριναν την υπόθεση. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, εάν τα δικαστήρια είχαν διατάξει την προσκόμιση των πρωτοτύπων των επιταγών αυτών, θα είχε αποδειχθεί ότι δεν ήταν αυτός ο υπαίτιος της απάτης. Εν προκειμένω το  ΕΔΔΑ διαπίστωσε παράβαση των άρ. 6 παρ. 1 και 3 στοιχ. δ΄ της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι, εφόσον ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν την βάση της καταδίκης «δεν προσκομίσθηκαν ούτε συζητήθηκαν κατά τρόπο επαρκή στο ακροατήριο ενώπιον του κατηγορουμένου, και παρά τα επανειλημμένα προς τούτο αιτήματα του τελευταίου», η υπό κρίσιν διαδικασία εκτιμώμενη στο σύνολό της δεν πληρούσε τις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης.

 

Παράνομα και νόμιμα αποδεικτικά μέσα

Στην ελληνική νομολογία τα τελευταία έτη υπήρξε μεγάλη σύγχυση σχετικά με το ποια αποδεικτικά μέσα πρέπει να θεωρούνται απαγορευμένα εξαιτίας της παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας και ποια όχι. Συγκεκριμένα, υπήρξε συχνά μια αδικαιολόγητη εξίσωση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων εκείνων, που ελήφθησαν με την συναίνεση του εταίρου προσώπου και που δεν αφορούν τον πυρήνα της οικογενειακής του ζωής, με εκείνα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είτε ελήφθησαν χωρίς τη συναίνεση του άλλου προσώπου είτε αφορούν ιδιαίτερα ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα (την υγεία λόγου χάρη, τις πολιτικές του πεποιθήσεις ή τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.)

Η υπ’ αρίθμ. 3626/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ελληνική Δικαιοσύνη, σελ. 1173 επ.) αντιμετωπίζει κατά την γνώμη μας το ζήτημα με ορθότητα και κατά το ενδιαφέρον μέρος της έχει ως εξής:

(…)μεταξύ δε αυτών και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων και οι φωτογραφίες οθόνης κινητού τηλεφώνου που απεικονίζουν γραπτά μηνύματα και φωτογραφίες εγγράφων, που προσκομίζονται από τον ανακόπτοντα, που εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 αριθ.3 ΚΠολΔ και εξομοιούνται με πραγματικά έγγραφα (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 46/2014 ΤΝΠ-Νόμος, ΕφΑθ 32/2011 ΤΝΠ-Νόμος, ΠΠρΘεσ 1210/2016 ΤΝΠ-Νόμος)

απορριπτομένου του ισχυρισμού της καθ’ ης, που προβάλλεται με την προσθήκη στις προτάσεις της, ότι πρόκειται περί παρανόμων αποδεικτικών μέσων κατά τα άρθρα 9, 9Α και 19 του Συντάγματος, τα οποία δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, λόγω παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας, καθόσον, αφενός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι αποστολείς του περιεχομένου των άνω εγγράφων, το οποίο δεν αφορά αποκλειστικά απόρρητη σχέση του ιδιωτικού βίου τους, γνωρίζουν ότι αυτό αποθηκεύεται σε υλικό φορέα στο τερματικό του παραλήπτη λαμβάνοντα τη μορφή του ηλεκτρονικού εγγράφου και ότι είναι δυνατή η χρήση του από τον παραλήπτη, ο οποίος δεν το απέκτησε αθέμιτα, όπως λόγου χάρη με παγίδευσή του ή με υποκλοπή, αφετέρου ειδικά το περιεχόμενο των προσκομισθέντων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ρητά επικαλείται και η ίδια η καθ’ ης, ώστε να μην νοείται έλλειψη συναίνεσής της στην χρήση τους (…)