Οι ακυρότητες της προδικασίας

Εισαγωγή: Έννοια ακυροτήτων και σκοπός

Η ποινική δίκη είναι ένας μηχανισμός επιβολής συγκεκριμένης ποινής για συγκεκριμένο έγκλημα, ένας σύνθετος μηχανισμός, ο οποίος αποτελείται από μια αλληλουχία πράξεων που αρχίζουν με την άσκηση της ποινικής δίωξης και ολοκληρώνονται με την έκδοση μιας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Η κάθε επιμέρους δικονομική πράξη είναι ένας κρίκος μιας αλυσίδας, που οδηγεί στην πραγμάτωση τους σκοπού της ποινής δίκης, που δεν είναι άλλος από την απονομή ουσιαστικού ποινικού δικαίου με την έκδοση μιας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

Τα θεμελιώδη αιτήματα της ποινικής δίκης είναι η ταχεία απάντηση στο έγκλημα, ώστε να αποκατασταθεί η κοινωνική ειρήνη και η εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη και η διασφάλιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ο οποίος πρέπει να προστατευτεί από ενδεχόμενες καταχρηστικές ενέργειες του πανίσχυρου κατασταλτικού μηχανισμού με βάση το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τα λοιπά διεθνή κείμενα που δεσμεύουν τη χώρα μας. Η πρόοδός της επιτυγχάνεται αλλά και ελέγχεται από μια σειρά δικονομικών τύπων, οι οποίοι εξασφαλίζουν την ορθότητα της διαδικασίας και γενικότερα την τήρηση των αρχών της δίκαιης δίκης. Κάθε δικονομική πράξη, λοιπόν, αξιολογείται με βάση την τήρηση ή μη των δικονομικών τύπων και οι δικονομικές κυρώσεις για  τις παραβιάσεις δικονομικών πράξεων ή εγγράφων είναι οι ακυρότητες.

Ο Έλληνας νομοθέτης υπό την επιρροή της γαλλικής και της ιταλικής ποινικής δικονομίας έκανε διάκριση μεταξύ των παραβάσεων που αξιολόγησε ως σοβαρές και λιγότερο σοβαρές. Έτσι σύμφωνα με το άρθρο 170 ΚΠΔ στις μικρότερης σημασίας περιπτώσεις η ακυρότητα της δικονομικής πράξης ή του εγγράφου επέρχεται μονάχα όταν απαγγέλλεται ρητά από τον νόμο επιτυγχάνοντας έτσι μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.

Παράλληλα, όμως, στο άρθρο 171 ΚΠΔ προσδιορίζονται κάποια πλαίσια περιπτώσεων ή γενικών ρητρών, των οποίων η παράβαση κρίνεται από  τον νομοθέτη ως ιδιαίτερα ουσιώδης για την ποινική διαδικασία με αποτέλεσμα να συνεπάγονται και την  απόλυτη ακυρότητα. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, παραβιάζεται τόσο η διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ η οποία λειτουργεί ως πλαίσιο υπαγωγής όσο και μια άλλη διάταξη του ΚΠΔ, η οποία προσδιορίζει την δικονομική παράβαση χωρίς να απειλεί ρητά την επέλευση της ακυρότητας. Οι απόλυτες ακυρότητες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου

 Απόλυτη ακυρότητα επιφέρουν οι παραβιάσεις των διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο, γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα καθώς επίσης και την νομιμότητα της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος στην διαδικασία του ακροατηρίου.

Σε αντίθεση με τα παραπάνω οι σχετικές ακυρότητες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η έλλειψη ακροάσεως για την οποία θα κάνουμε λόγο στη συνέχεια περισσότερο αναλυτικά, προτείνονται από τον εισαγγελέα και τους έχοντες έννομο συμφέρον διαδίκους και δεν λαμβάνονται συνεπώς αυτεπαγγέλτως υπόψη. Αυτό έχει τις εξής συνέπειες: Οι διάδικοι και ο εισαγγελέας δεν μπορούν να προτείνουν ούτε τις σχετικές ακυρότητες που προήλθαν από δικές τους ενέργειες ούτε εκείνες που ρητά αποδέχτηκαν.

Χρόνος προβολής των ακυροτήτων της προδικασίας

Στο σημείο αυτό είμαστε έτοιμοι να περάσουμε στην εξέταση του σύνθετου ζητήματος του χρόνου προβολής των ακυροτήτων της προδικασίας. Σχετικά, λοιπόν, με τον χρόνο προβολής τους καταρχάς ο ΚΠΔ προβλέπει ως απώτατο όριο για τις μεν απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας το αμετάκλητο της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για τις δε σχετικές ακυρότητες της προδικασίας το πέρας αυτής.  Αμετάκλητη καθίσταται η παραπομπή όταν δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου, αν αυτό δεν ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας ή αν αυτό απορρίφθηκε. Η δε προδικασία περατώνεται πριν από το σημείο έναρξης της προπαρασκευαστικής διαδικασίας κατά το άρθρο 319 ΚΠΔ δια της παραπομπής.

Οι συνέπειες από την μη τήρηση της παραπάνω χρονικής προθεσμίας είναι βαρύτατες, καθώς ακυρότητα που δεν προτάθηκε εντός του παραπάνω χρονικού πλαισίου καλύπτεται. Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει εύλογα, λοιπόν, είναι το πόσο η ύπαρξη τέτοιου είδους χρονικών περιορισμών για την προβολή ακυροτήτων της προδικασίας είναι σύμφωνη με το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα ακροάσεως και την ΕΣΔΑ.

Ενδιαφέρον σχετικά παρουσιάζει η ΑΠ 1960/2000 στην οποία αναφέρεται πως η προδικασία δεν είναι απαραίτητη σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, αλλά προβλέπεται προς έλεγχο της κατηγορίας τόσο υπέρ του κατηγορουμένου όσο και υπέρ του νόμου. Σε αυτήν οι εγγυήσεις περί δίκαιης δίκης έχουν αναλογική εφαρμογή, ιδίως όταν λαμβάνονται μέτρα κατά της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας του κατηγορουμένου. Εν τέλει κρίνεται πως οι δικονομικές διατάξεις, οι οποίες εισάγουν χρονικούς περιορισμούς ως προς την προβολή των ακυροτήτων της προδικασίας δεν αντιβαίνουν στις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ (οι οποίες δεν διακρίνουν ανάμεσα στην προδικασία και στην κύρια διαδικασία) και πιο συγκεκριμένα δεν παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ακουστεί πλήρως κατά τη εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσής του. Εφόσον, δηλαδή, υπάρχει κατά τον ΚΠΔ αρμόδιος δικαστής για να εξετάσει το παράπονο του κατηγορουμένου για τις τυχόν ακυρότητες της προδικασίες, η ύπαρξη ενός χρονικού περιορισμού δεν είναι αυτή καθεαυτή αντίθετη με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Τίθεται, βέβαια, ζήτημα στην περίπτωση, που οι χρονικοί περιορισμοί είναι τόσο ασφυκτικοί ώστε στην πράξη το δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορουμένου να είναι αδύνατο να ασκηθεί αποτελεσματικά. Συγκεκριμένα θα πρέπει να μας απασχολήσει εάν μετά τις τροποποιήσεις που υπέστη ο ΚΠΔ τα τελευταία χρόνια (και ειδικά με τους νόμους 3160/2003, 3346/2005, 3904/2010 και 4055/2012) υφίσταται αποτελεσματικός τρόπος προβολής των ακυροτήτων που προκύπτουν στην προδικασία.

Το ζήτημα αυτό ανακύπτει με τη μεγαλύτερη ένταση στα πλημμελήματα, όπου οι δικονομικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου είναι ενόψει της ανάγκης για επιτάχυνση της διαδικασίας λιγότερες και η διαδικασία περισσότερο συνοπτική. Συγκεκριμένα σύμφωνα και με το άρθρο 43 ΚΠΔ για όλα τα πλημμελήματα συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε προέρευνα της υπόθεσης (λ.χ. προκαταρκτική εξέταση) και είναι επομένως δυνατή η απευθείας εισαγωγή τους στο ακροατήριο. Η προκαταρκτική εξέταση είναι, πλέον, υποχρεωτική μονάχα για τα κακουργήματα, ενώ αστυνομική προανάκριση κατά το άρθρο 243 ΚΠΔ διενεργείται μονάχα υπό τις προϋποθέσεις που αναφέραμε σε προηγούμενο σημείο της εργασίας μας.

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, ειδικά για τις περιπτώσεις των πλημμελημάτων, για τα οποία δεν επιτρέπεται η προσφυγή του άρθρου 322 ΚΠΔ κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος έχει μηδενικό περιθώριο αντίδρασης, αφού ακόμα και αν υποτεθεί ότι πληροφορούνταν κάποια ακυρότητα που έλαβε χώρα στο στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης λ.χ. και ζητούσε την κήρυξη της με αυτοτελή αίτηση στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο  δεν θα είχε κανένα μέσο για να εμποδίσει το κλητήριο θέσπισμα να καταστεί αμετάκλητο.

Πέρα, όμως, από περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει λυσιτελής τρόπος για την πρόταση της ακυρότητας της προδικασίας ανακύπτει και ένα επιπλέον ερώτημα. Τι θα συμβεί εάν μια ακυρότητα προταθεί, αλλά δεν εξεταστεί; Και τι θα συμβεί, επιπλέον, στην περίπτωση που το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επιληφθεί μεν, αλλά αποφασίσει λανθασμένα; Θα καλυφθεί μια ακυρότητα της προδικασίας ακόμη κι αν πρόκειται για μια κατάφωρη παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων, όπως η απόσπαση μιας ομολογίας με βασανιστήρια;

Πότε οι ακυρότητες της προδικασίας μπορούν προταθούν στο ακροατήριο;

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις μας προκύπτει εύλογα το ερώτημα αν είναι δυνατόν ορισμένες τουλάχιστον από τις απόλυτες ακυρότητες τις προδικασίας να προβάλλονται σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως γνωστόν ο κανόνας είναι ότι όσες απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας δεν προταθούν εγκαίρως καλύπτονται και δεν μπορούν να προταθούν στο ακροατήριο. Ήδη, βέβαια, έχει νομολογιακά γίνει αποδεκτό με την ΟλΑΠ 2/1999 ότι, αν γίνει ανάγνωση στο ακροατήριο και αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσης που είχε δώσει στην προδικασία ως μάρτυρας, η ακυρότητα αυτή μπορεί να επαναξιολογηθεί στο ακροατήριο. Η απόφαση αυτή είναι σημαντική, καθώς, μεταξύ άλλων, επισημαίνει πως το δικαστήριο της ουσίας εκφέρει την κρίση του για την ακυρότητα ή μη των καταθέσεων αυτών χωρίς να δεσμεύεται από τις δικαιοδοτικές κρίσεις, που εκφράστηκαν στο στάδιο της προδικασίας.

Συνεχίζοντας χρονολογικά μια σύντομη επισκόπηση της σχετικής νομολογίας παρατηρούμε ότι στην ΑΠ 1259/2000 γίνεται δεκτό ότι αφού γίνει αμετάκλητη η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, το δικαστικό συμβούλιο δεν έχει πλέον αρμοδιότητα για να αποφανθεί επί των ακυροτήτων της προδικασίας. Αντίθετη γνώμη εκφράζεται στην αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του ΑΠ, όπου τονίζεται πως μια εγκαίρως προταθείσα ακυρότητα της προδικασίας δεν καλύπτεται και επομένως εγκύρως προτείνεται και ως λόγος αναιρέσεως.

Η στάση του Αρείου Πάγου, σχετικά με την έλλειψη αρμοδιότητας του Συμβουλίου μετά το αμετάκλητο της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, επαναλαμβάνεται και στην ΑΠ 1260/2000, όπου, όμως, προστίθενται και κάποιες άλλες σκέψεις οι οποίες, χωρίς αμφιβολία, απαιτούν την προσοχή μας. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως σε περίπτωση που στην προδικασία έχει προβληθεί μια ακυρότητα, η οποία δεν έχει κριθεί προ της παραπομπής στο ακροατήριο, τότε μπορεί να προταθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού το απαράδεκτο δεν έχει ταχθεί ως προς το δικαίωμα ακροάσεως, αλλά ως προς το αρμόδιο να κρίνει δικαστικό όργανο, το οποίο μετά την παραπομπή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να είναι σε καμιά περίπτωση το δικαστικό συμβούλιο. Περί αρμοδιότητας του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται λόγος και στην εισαγγελική πρόταση και μάλιστα αυτή κρίνεται ως λογικώς αναγκαία με επιχείρημα εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 307 στοιχ. Στ. ΚΠΔ.

Και πράγματι με την ΑΠ 1328/2003, αναιρέθηκε απόφαση, που έλαβε υπόψη της εκθέσεις κατάσχεσης και κατ’ οίκον έρευνας διενεργηθέντων στην προκαταρκτική εξέταση παρά το νόμο θίγοντας τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Με την Ολ. ΑΠ. 1/2008, όμως, ο Άρειος Πάγος εξέφρασε την άποψη πως οι ακυρότητες της προδικασίας (επρόκειτο για άκυρη απολογία) δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ούτε να αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Έτσι αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου που έκρινε ότι θα έπρεπε να παραπεμφθεί η υπόθεση στον ανακριτή προς λήψη νέας απολογίας και περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα να προτείνονται οι ακυρότητες της προδικασίας στο ακροατήριο.

Παρά, όμως, την απόφαση της παραπάνω Ολομέλειας ο Άρειος Πάγος με την ΑΠ 739/2010  αναίρεσε απόφαση, η οποία δεν έλαβε υπόψη την ακυρότητα της προδικασίας προκειμένου να διατάξει την αναστολή της ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου λόγω μη επίδοσης σε αυτόν των αποτελεσμάτων εξέτασης χημικού δείγματος κατά τον Αγορανομικό Κώδικα προκειμένου αυτός να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του. Με την ΑΠ 330/2014, όμως, η νομολογία του Αρείου Πάγου επανήλθε στις διατυπώσεις της Ολ. ΑΠ 1/2008 και έτσι τονίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει εξουσία να κηρύξει την ακυρότητα της δια του κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής και να παραπέμψει και πάλι την υπόθεση στην προανάκριση ή ανάκριση, ώστε να επαναληφθεί η άκυρη διαδικαστική πράξη.

Η σύγχυση που επικρατεί στην νομολογία είναι φανερή, αλλά ούτε και στην θεωρία υπάρχει ομοφωνία σχετικά με τη βάση, στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί μια ορθολογική λύση του προβλήματος. Σύμφωνα με τον Παπαδαμάκη μπορεί με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 324 ΚΠΔ μια απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας να προταθεί και ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αν υπήρχε δικονομική αδυναμία πρότασης ακυρότητας μέχρι πέρατος της προδικασίας. Η άποψη αυτή ενώ αναμφίβολα είναι δικαιοπολιτικά ορθή στηρίζεται δια παραπομπής σε ερμηνεία της ΑΠ 1260/2000, η οποία δεν επικράτησε νομολογιακά.

Ο Μοροζίνης εστιάζοντας στην προδικαστική διερεύνηση των πλημμελημάτων υποστηρίζει ότι ιδίως μετά την τροποποίηση του ΚΠΔ με τους νόμους 3160/2003 και 3346/2005 θα πρέπει να γίνεται δεκτή η πρόταση των απολύτων ακυροτήτων στο ακροατήριο (κατ’ εφαρμογή των άρθρων 174 παρ. 2, 175 και 176 παρ. 1 ΚΠΔ) προσβάλλοντας το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος, όταν η προσφυγή στον εισαγγελέα εφετών είτε δεν είναι αποτελεσματική λόγω των προϋποθέσεων, που τάσσει η νομολογία είτε δεν επιτρέπεται από τον νόμο.

Ο Τσόλιας υποστηρίζει πως σε περιπτώσεις απολύτων ακυροτήτων της προδικασίας, που δεν προτάθηκαν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, η απόλυτα άκυρη πράξη δεν καθίσταται έγκυρη λόγω της παρέλευσης του χρονικού ορίου για την πρότασή της, αλλά παραμένει άκυρη μέχρι το αμετάκλητο της απόφασης. Συνεπώς ως ορθή λύση προτείνεται το να μην λαμβάνεται υπόψη και να μην αξιολογείται αποδεικτικά.

Σύμφωνα με τον Μπρακουμάτσο η απόφαση 699,780,809,3244/2003 του ΤρΕκΚακΑθ (πρόκειται για την δίκη της 17 Νοέμβρη), η οποία δέχτηκε πως είναι δυνατή η προβολή των ακυροτήτων της προδικασίας στο ακροατήριο σε περίπτωση που μπορεί να αποτελέσει στοιχείο της κύριας διαδικασίας και ιδίως αποδεικτικό μέσο είναι εν μέρει εσφαλμένη, καθώς ουσιαστικά ανατρέπει το άρθρο 173 παρ. 2 ΚΠΔ και την γενικότερη λογική του νομοθέτη περί ίασης των ακυροτήτων, που παρουσιάζονται στην προδικασία.

Αντίθετα υποστηρίζεται πως πρέπει να γίνει η εξής διάκριση:

Με βάση τη διάταξη 177 παρ. 2 ΚΠΔ, που προβλέπει ότι αποδεικτικά μέσα που έχουν ληφθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη, είναι φανερό πως τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα είναι ανυπόστατα δικονομικά και έτσι το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να τα επανεξετάσει. Ο Μπρακουμάτσος κάνει χρήση του όρου «ανυπόστατος» κατά τη διδασκαλία του Καρρά για να τονίσει ότι ούτε δεδικασμένο μπορεί να δημιουργηθεί ούτε να θεραπευθεί η πλημμέλεια της προδικασίας εκ των υστέρων. Έτσι, ένα αποδεικτικό μέσο που κτήθηκε μέσω βασανιστηρίων δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποβάλλει το ελάττωμα και από αυτή την άποψη ορθώς εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης.

Επίσης γίνεται επίκληση της νομολογίας του Αρείου Πάγου και ειδικότερα των ΟλΑΠ 2/1999 και 1/2004 σχετικά με το φαινόμενο της «μαρτυροποίησης» του κατηγορουμένου στην προδικασία. Έτσι αν γίνεται ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης κατάθεσής του πρόκειται για περίπτωση επαναξιολόγησης, η οποία δημιουργεί νέα ακυρότητα. Η νομολογία αυτή, όμως, παρότι έχει παγιωθεί πλέον αφορά μονάχα τις απόλυτες ακυρότητες εκείνες, οι οποίες σχετίζονται με τον τρόπο εξέτασης του κατηγορουμένου στα πλαίσιο της προανάκρισης.

Για όλες τις υπόλοιπες ακυρότητες, αντίθετα, εκφράζεται η γνώμη πως δεν είναι δυνατόν να διαπερνούν το ακροατήριο, καθώς αυτό θα σήμαινε την εν τοις πράγμασι κατάργηση του άρθρου 173 παρ. 2 και των χρονικών περιορισμών που αυτό θέτει. Μονάχα για τις ακυρότητες των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης σημειώνεται πως η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου είναι σύμφωνη με την ΑΠ 1328/2003 η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει πως  δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα αν παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου ληφθεί υπόψη η κατ’ οίκον έρευνα που διενεργήθηκε παρότι ο νόμος δεν το επιτρέπει στην προκαταρκτική εξέταση.

Οι παραπάνω σκέψεις του Αντισαγγελέα Εφετών παρότι προωθούν τον επιστημονικό διάλογο γεννούν, ειδικά στον βαθμό που συμπίπτουν με την κρατούσα νομολογία, τον βαθύτατο προβληματισμό μας, αφού φανερώνουν την πλήρη έλλειψη ενός δόγματος ικανού να δώσει μια ικανοποιητική λύση στο πότε μια ακυρότητα της προδικασίας διαπερνά το ακροατήριο. Και πράγματι η ορθή τοποθέτηση του ΑΠ περί απόλυτης ακυρότητας σε περίπτωση επαναξιολόγησης των ανώμοτων καταθέσεων θα έπρεπε να γενικευθεί ώστε να καλύπτει κάθε παρόμοια περίπτωση, βαθιάς παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Αντίθετα, ο Μπρακαμούτσος επιλέγει να κάνει λόγο για ανυπόστατες δικονομικές πράξεις στην ειδική περίπτωση των μετά από βασανιστήρια κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, κάτι που παρότι in concreto οδηγεί σε ορθή λύση δεν επιτρέπει μια γενικότερη θεώρηση της προβληματικής. Αντίθετα ορθά ο Παπαδαμάκης κάνει λόγο για επαναξιολόγηση καλυφθείσας ακυρότητας της προδικασίας, η οποία γεννά νέα ακυρότητα.

Επιπλέον παραβλέπεται εντελώς μια άλλη διάσταση του προβλήματος και συγκεκριμένα το αν ο κατηγορούμενος είχε την πραγματική δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα ακρόασής του για τις ακυρότητες της προδικασίας, όπως απαιτεί κατ’ ορθή ερμηνεία το άρθρο 20Σ. Έτσι μια ορθότερη δογματικά προσέγγιση θα ήταν η εξής: Οι ακυρότητες της προδικασίες δεν μπορούν να εξεταστούν από το δικαστήριο της ουσίας εκτός κι αν συντρέχει περίπτωση αφόρητης παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου ή ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε in concreto να προβάλλει αποτελεσματικά το παράπονό του για τις τυχόν ακυρότητες της προδικασίας στο αρμόδιο δικαστικό όργανο.

Προβολή ακυροτήτων στην προδικασία μέσω αυτοτελούς αίτησης και ενδίκων μέσων

Όσον αφορά στον τρόπο προβολής των ακυροτήτων στο στάδιο της προδικασίας καταρχάς προβλέπεται στο άρθρο 176 παρ. 1 ΚΠΔ η δυνατότητα υποβολής αυτοτελούς αίτησης στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, η οποία δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας για την άσκηση ενδίκων μέσων. (Το δικαστικό συμβούλιο κηρύσσοντας την ακυρότητα διατάζει και την επανάληψη της άκυρης πράξης κατ’ άρθρο 176 παρ. 2 ΚΠΔ, αν αυτό είναι αναγκαίο και εφικτό.) Επισημαίνεται ότι στα διάφορα στάδια της προδικασίας η επίκληση της ακυρότητας μπορεί να γίνει και με το απολογητικό υπόμνημα ή με υπόμνημα ή αίτηση, αρκεί να διατυπώνεται σαφώς αίτημα για την κήρυξη της επισημανθείσας ακυρότητας, το οποίο θα υποχρεώνει και το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να αποφανθεί σχετικά. Παράλληλα, βέβαια, υπάρχει η δυνατότητα η ακυρότητα να προβληθεί και με την άσκηση του τυχόν προβλεπόμενου ενδίκου μέσου.

Σχετικά με το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων σημειώνεται ως μια προκαταρκτική παρατήρηση πως όταν η παραπομπή γίνεται με βούλευμα οι απόλυτες ακυρότητες προβάλλονται μέχρι και ενώπιον του Αρείου Πάγου καθώς προβλέπεται σχετικός λόγος αναίρεσης του βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ. Δυνατότητα για άσκηση αναίρεσης δεν έχει, όμως, ο κατηγορούμενος αλλά ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών για βουλεύματα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, ο εισαγγελέας εφετών για βουλεύματα του συμβουλίου εφετών και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για οποιοδήποτε βούλευμα, όπως ρυθμίζεται στο άρθρο 483 ΚΠΔ παρ. 1-3.

 Στο άρθρο 478 ΚΠΔ θεμελιώνεται η απόλυτη ακυρότητα ως λόγος έφεσης κατά βουλεύματος από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, που παραπέμπεται για κακούργημα, ενώ αναμφίβολα υπάρχει και η δυνατότητα για αυτόν να υποβάλλει αίτηση προς τον αρμόδιο εισαγγελέα ώστε να ασκήσει εκείνος αναίρεση εκ μέρους του για λόγους δικαιοσύνης. Παρότι προκύπτει από το γράμμα του νόμου επισημαίνεται κι εδώ πως έφεση εναντίον της απόφασης που λαμβάνει το συμβούλιο πλημμελειοδικών κατόπιν αυτοτελούς αίτησης του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 176 ΚΠΔ δεν επιτρέπεται.

Δικαίωμα άσκησης έφεσης εναντίον οποιουδήποτε βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών έχει ο εισαγγελέας εφετών σύμφωνα με το άρθρο 479 ΚΠΔ. Όσον αφορά στις σχετικές ακυρότητες της διαδικασίας τονίζεται πως δεν προβλέπεται σχετικός λόγος αναίρεσης του βουλεύματος ενώ ούτε έφεση μπορεί να ασκήσει ο κατηγορούμενος για τον λόγο αυτό.

Το συμβούλιο εφετών αποφασίζει ό,τι και το συμβούλιο πλημμελειοδικών και μπορεί ως γνωστόν να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου, όπως συνάγεται και από το άρθρο 318 ΚΠΔ. Αν η έφεση για λόγο απόλυτης ακυρότητας γίνει δεκτή το συμβούλιο εφετών αποφαίνεται ανέκκλητα για την υπόθεση, αφού επαναληφθεί η άκυρη πράξη στο πλαίσιο περαιτέρω ανάκρισης σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι απαραίτητο. Αν, όμως, απορριφθεί η έφεση του κατηγορουμένου δεν έχει την εξουσία να συμπληρώσει ή να διορθώσει το βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, όπως επισημαίνεται στην ΑΠ 947/1982.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s