Τα ιδεολογικά θεμέλια του δικαίου της Ε.Ε.

Εισαγωγή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε ως οργανισμός που είχε ως κυρίαρχο στόχο την ελεύθερη κίνηση προσώπων και αγαθών και μονάχα δευτερευόντως ενδιαφερόταν για ζητήματα που άπτονται του ποινικού δικαίου. Σύντομα, όμως, κατέστη φανερό ότι προκειμένου να επιτευχθεί ο παραπάνω οικονομικός στόχος ήταν απαραίτητη η σε ενωσιακό επίπεδο συνεργασία των κρατών- μελών στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων, που με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έλαβε τη μορφή του τρίτου πυλώνα της Ε.Ε., ενώ ακολούθησε η δημιουργία του Χώρου Ειρήνης Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Χ.Ε.Α.Δ), με τη συνθήκη του Άμστερνταμ.

Στο πλαίσιο του λεγόμενου διακυβερνητικού συστήματος οι σχετικές πρωτοβουλίες προέρχονταν από τα Κράτη μέλη και προκειμένου να λάβουν την μορφή της Απόφασης- Πλαισίου απαιτούνταν ομοφωνία, ενώ στη συνέχεια απαιτούνταν και η μεταφορά των συμφωνηθέντων στην εθνική νομοθεσία του κάθε κράτους μέλους έτσι ώστε να επιτευχθεί νομική δεσμευτικότητα.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας για την Ευρωπαϊκή Ένωση άλλαξε δραστικά το τοπίο. Οι τρεις πυλώνες καταργήθηκαν, το ποινικό δίκαιο εντάχθηκε στην συνήθη νομοθετική διαδικασία (άρθρο 294 ΣΛΕΕ) και το πρότυπο της διακυβερνητικού συστήματος εγκαταλείφθηκε δίνοντας τη θέση του σε ένα «μεταεθνικό πρότυπο συλλειτουργίας» ή αλλιώς «συνεργατικό μοντέλο θεσμοθέτησης».

Η εξουσιοδότηση των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς ποινική νομοθέτηση διευρύνθηκε, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις ενισχύθηκε όπως και η αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, ενώ έγιναν σημαντικές προσπάθειες προκειμένου να περισταλεί το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα κατά τη θέσπιση ποινικών κανόνων. Σημαντική είναι επίσης η δυνατότητα προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ και η αναγνώριση της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. ως ισόκυρης με τις Συνθήκες.

Μετά την σύντομη αυτή εισαγωγή θα εξετάσουμε εκτενέστερα το ιδεολογικό υπόβαθρο  από το οποίο αντλεί νομιμοποίηση το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Μια παρατήρηση που έχει γίνει από μεγάλο μέρος της θεωρίας για τους ποινικούς κανόνες της Ε.Ε. είναι πως αυτοί αντί να εδράζονται σε ένα λογικά δομημένο σύστημα αρχών υπακούουν κυρίαρχα στην ανάγκη για καταπολέμηση της εγκληματικότητας με κάθε τρόπο, δίνοντας μάλιστα ιδιαίτερα έμφαση στην πρόληψη. Από την ίδια, μάλιστα, την περιγραφή των στοιχείων, που προσδιορίζουν το Χώρο Ελευθερίας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης στο άρθρο 67 ΣΛΕΕ διαπιστώνεται η ιδιαίτερη έμφαση στο στοιχείο της ασφάλειας. Η ασφάλεια, όμως, δεν αποτελεί έννομο αγαθό καθεαυτή και δεν αναφέρεται ως τέτοια στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., αλλά απότοκο της προστασίας συγκεκριμένων έννομων αγαθών.

Η εξέλιξη αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τα ατομικά δικαιώματα και δημιουργεί την ανάγκη για την αναζήτηση των θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου και την ανάπτυξη μιας ποινικής δογματικής, η οποία θα εγγυάται την ενδοσυστηματική συνοχή των παραγόμενων νομικών κανόνων, αλλά και την σταθερή τους προσήλωση στον σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η ανάγκη για ουσιαστική νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου

Ως γνωστόν με τη Συνθήκη της Λισαβόνας έγινε προσπάθεια να αμβλυνθεί το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα. Προκειμένου, όμως, ένας κανόνας του ποινικού δικαίου να είναι ουσιαστικά νομιμοποιημένος θα πρέπει όχι μόνο να προέρχεται από δημοκρατικώς νομιμοποιημένα νομοθετικά όργανα, αλλά και να θεσπίζεται σε αρμονία με τις γενικές αρχές του δικαίου. Και ενώ με τη συνθήκη της Λισαβόνας αναγνωρίζονται ρητά οι αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας, η ανάπτυξη μιας πλήρους ποινικής θεωρίας σε επίπεδο Ε.Ε. παραμένει το ζητούμενο.

Μέχρι στιγμής οι πολυάριθμες ρυθμίσεις στο πεδίο του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου δεν εκφράζουν μια ενιαία αντίληψη, αλλά αντίθετα επιδιώκουν ευκαιριακά να αντιμετωπίζουν τα εκάστοτε ανακύπτοντα προβλήματα προασπίζοντας μονόπλευρα ορισμένα συμφέροντα, όπως η εσωτερική ασφάλεια, η καταστολή ορισμένων πράξεων με ιδιαίτερα μεγάλη κοινωνικοηθική απαξία και η προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. Γι’ αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζονται, μάλιστα, ως σύνολο κανόνων. Η συνοχή, όμως, των κανόνων δικαίου είναι απαραίτητη όχι μόνο για να διαθέτουν πειστικότητα και σοβαρότητα, αλλά και προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί το εάν συμβαδίζουν με τις γενικές αρχές του δικαίου.

Αναγκαίο είναι, λοιπόν, είναι να ενταχθούν σε ένα σύστημα ώστε να βρίσκονται σε αρμονία όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, από τις οποίες αντλούν και την ουσιαστική τους νομιμοποίηση. Βασικοί άξονες μια τέτοιας ερμηνευτικής προσέγγισης θα μπορούσε να είναι η αναζήτηση κοινών τόπων ανάμεσα στα κράτη- μέλη με τα διαφορετικά τους εθνικά συστήματα, οι βασικές αρχές της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ, η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των θεωρητικών του ευρωπαϊκού δικαίου και των ποινικολόγων και η αξιοποίηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Αισιόδοξη εξέλιξη στην πορεία για την ουσιαστική νομιμοποίηση των ευρωπαϊκών ποινικών κανόνων αποτελεί το γεγονός πως σε μια αναφορά της Επιτροπής το 2011 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εγκληματική Πολιτική και το μέλλον αυτής τονίστηκε η ανάγκη για μια πιο ενδοσυστηματικώς συνεπή και συνεκτική («coherent and consistent») κατεύθυνση. Σύμφωνα με τον A. Klip η παραπάνω παραδοχή συνιστά τρανή απόδειξη πως η μέχρι τώρα πολιτική της Ε.Ε. στον τομέα του ποινικού δικαίου έπασχε σοβαρότατα στους παραπάνω τομείς.

Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει τη σημασία που έχει η αρχή της επικουρικότητας, αλλά και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τομέα του ποινικού δικαίου. Προκειμένου να διαφυλαχθούν τα παραπάνω προτάσσονται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, που οδηγούν στη χρήση του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο ο ενωσιακός νομοθέτης θα πρέπει να ερευνά μήπως υπάρχουν πιο ήπια μέσα από την θέσπιση ποινικών κανόνων, που να είναι επαρκή. Αν η απάντηση είναι αρνητική μπορεί μεν να θεσπίζει ποινικούς κανόνες, αλλά θα πρέπει: α) να υιοθετεί ελάχιστους («minimum») αλλά επαρκώς σαφείς και ορισμένους κανόνες β) να επιλέγει την συγκεκριμένη ποινική κύρωση με βάση τα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας γ) να λαμβάνει υπόψη του συγκεκριμένα στοιχεία για τη φύση και τα αποτελέσματα της εκάστοτε ρυθμιζόμενης περίπτωσης και δ) να επιλέγει αποτελεσματικές ποινικές κυρώσεις.

Δυστυχώς, όμως, στο παρελθόν τόσο η Επιτροπή όσο και το ΔΕΚ έδειξαν να δέχονται πως αυταπόδεικτα η θέσπιση ποινικών κανόνων είναι μια αποτελεσματική λύση καθεαυτή. Η σκέψη αυτή είναι, βέβαια, λανθασμένη, γιατί όπως τόνισε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας το ποινικό δίκαιο δεν είναι ένα τεχνικό εργαλείο τόνωσης της αποτελεσματικότητας της διεθνούς συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, αλλά ένας μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου, που σχετίζεται με μια ιδιαίτερα ευαίσθητη δημοκρατική πτυχή. Η ανάγκη, πάντως, να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για αποτελεσματικότητα και στη χρήση του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου αναγνωρίζεται εμμέσως από την Επιτροπή, όταν γίνεται λόγος για διερεύνηση συγκεκριμένων στοιχείων («factual evidence») στην κάθε περίπτωση.

Το παραπάνω σκεπτικό για τη χρήση του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου, αλλά και για την αναμενόμενη αποτελεσματικότητά του αντανακλάται και σε πρόσφατες οδηγίες όπως η 2014/57/ΕΕ περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η θέσπιση των διοικητικών κυρώσεων από τα κράτη μέλη έχει έως τώρα αποδειχθεί ανεπαρκής ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους κανόνες για την πρόληψη και την καταπολέμηση των καταχρήσεων αγοράς… Η πρόβλεψη από όλα τα κράτη μέλη ποινικών κυρώσεων τουλάχιστον για τα σοβαρά αδικήματα κατάχρησης αγοράς είναι συνεπώς απαραίτητη για μια αποτελεσματική εφαρμογή της ενωσιακής πολιτικής…»

Ένα ακόμα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής νομιμοποίησης του ποινικού δικαίου είναι πως με το πρόγραμμα της Στοκχόλμης το 2009 ήρθε στο προσκήνιο η ανάγκη προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο πλαίσιο του προγράμματος της Στοκχόλμης που αφορά την περίοδο 2009-2014 κρίνει ότι προτεραιότητα για τα επόμενα έτη θα είναι η επικέντρωση στα συμφέροντα και τις ανάγκες των πολιτών. «Η πρόκληση θα είναι να εξασφαλισθεί ο σεβασμός των θεμελιωδών ελευθεριών και της ακεραιότητας του προσώπου και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί η ασφάλεια στην Ευρώπη. Είναι εξαιρετικά σημαντικό τα μέτρα επιβολής του νόμου, αφενός, και τα μέτρα διαφύλαξης των ατομικών δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και των κανόνων διεθνούς προστασίας, αφετέρου, να ακολουθούν αρμονικά την ίδια κατεύθυνση και να αλληλοενισχύονται.» Η εξέλιξη αυτή ήταν φυσικά θετική, αλλά στην θεωρία εκφράστηκε κριτική για την δεκαετή καθυστέρηση, αφού ήδη από το 1999 με τα συμπεράσματα δράσης του Συμβουλίου του Τάμπερε, η έμφαση είχε δοθεί αποκλειστικά σχεδόν στο μέγεθος της ασφάλειας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, το σχέδιο συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με πρότυπες διατάξεις προς καθοδήγηση των εργασιών του στον τομέα του ποινικού δικαίου, το οποίο εκδόθηκε το 2009. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως οι ποινικές διατάξεις θα πρέπει να επικεντρώνονται στη συμπεριφορά που θίγει πράγματι ή απειλεί σοβαρά το δικαίωμα ή ουσιώδες συμφέρον που αποτελεί το αντικείμενο προστασίας, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγεται η ποινικοποίηση μιας συμπεριφοράς σε αδικαιολόγητα πρώιμο στάδιο. Η συμπεριφορά που εμπεριέχει απλώς αόριστο κίνδυνο για το προστατευόμενο δικαίωμα ή συμφέρον θα πρέπει να ποινικοποιείται μόνο εφόσον αυτό είναι σκόπιμο λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του δικαιώματος ή συμφέροντος που αποτελεί το αντικείμενο προστασίας.

Οι παρατηρήσεις αυτές του Συμβουλίου είναι ένα εξαιρετικό ερέθισμα για να εξετάσουμε κάποιες σημαντικές αντιλήψεις της θεωρίας σχετικά με το ζήτημα των θεμελιωδών αρχών, που μπορούν να αντληθούν από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τα εθνικά συντάγματα των κρατών- μελών στον τομέα του ποινικού δικαίου.

Καταρχήν, σχετικά με το ζήτημα της ανάγκης ύπαρξης ενός εννόμου αγαθού αξίου προστασίας προκειμένου να θεσπιστεί ένας ποινικός κανόνας, μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αφορά εάν το ευρωπαϊκό δίκαιο πρέπει να υιοθετήσει την «αρχή της βλάβης», όπως αυτή εκφράστηκε από τον J.S. Mill ή εάν μπορεί να περιλαμβάνει πατερναλιστικά στοιχεία. Σημαντικά στοιχεία παρέχουν οι αποφάσεις του ΕυρΔΔΑ, όπως η απόφαση Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, στην οποία επισημαίνεται ότι για να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά ως κοινωνικοηθικά ανυπόφορη είναι σημαντική τόσο η απαξία του αποτελέσματος όσο και η απαξία της συμπεριφοράς.

Έχει, επίσης, επισημανθεί ότι αόριστες έννοιες, όπως η «συλλογική ασφάλεια» και η «ευρωπαϊκή δημόσια τάξη» δεν μπορούν ούτε να παράσχουν ασφαλές κριτήριο ποινικοποίησης ούτε να θεωρηθούν ως προστατευτέα από το ποινικό δίκαιο έννομα αγαθά. Αντίθετα, ο ενωσιακός νομοθέτης οφείλει να προστατεύει τα θεμελιώδη συμφέροντα, τα οποία προέρχονται από το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, εφόσον δεν βρίσκονται σε αντίθεση με τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών- μελών και εφόσον, προσβάλλονται, σε κάποιον σημαντικό βαθμό.

Όσον αφορά στην αρχή της χρήσης του ποινικού δικαίου ως εσχάτου μέσου επισημαίνεται ότι με αυτή υποδηλώνεται τόσο ένας ποσοτικός, όσο και ένας ποιοτικός περιορισμός. Σε κανονιστικό επίπεδο συνδέεται με την αρχή της αναλογικότητας, αφού το έσχατο μέσο είναι σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και αναγκαίο, εφόσον δεν υπάρχει ηπιότερο. Η αρχή της ultima ratio, όμως, δεν μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε σκοπό, αλλά μονάχα σε πράξεις με ιδιαίτερη κοινονικοηθική απαξία. Μάλιστα, σε κάθε επιμέρους περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώνεται με εμπειρικά στοιχεία πως η ποινική κύρωση συνιστά πραγματικά το έσχατο μέσο.

Η τήρηση της αρχής αυτής στην πράξη έχει αποδειχθεί δύσκολο έργο, καθώς, όπως έχει ήδη τονιστεί τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. συχνά θεωρούν πως η υιοθέτηση ποινικών κυρώσεων είναι η πλέον ταχεία και αποτελεσματική απάντηση σε διάφορα εγκληματικά φαινόμενα. Επί παραδείγματος έχουμε, ήδη, αναφερθεί στην Απόφαση Πλαίσιο 2008/919/ΔΕΥ για την τρομοκρατία με την οποία η ποινική προστασία μεταφέρθηκε προς τα εμπρός με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υποστηριχθεί πως έχουν εξαντληθεί όλοι οι ηπιότεροι εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης πριν την επιβολή βαρύτατων ποινικών κυρώσεων. Το ίδιο ισχύει και για συμπεριφορές, οι οποίες είναι συγκριτικά ήσσονος κοινωνικοηθικής απαξίας, όπως η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα και που θα μπορούσαν, ίσως, να αντιμετωπιστούν με διοικητικά μέτρα.

Μεγάλης σημασίας είναι και η αρχή της νομιμότητας, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 49 παρ.1 Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και στο άρθρο 6 παρ. 3 της ΣΕΕ, με την αναγνώριση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, και έχει δυο ειδικότερες εκφάνσεις:

Από τη μία πλευρά επιτάσσει τη σαφή περιγραφή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης που τιμωρείται απαγορεύοντας τις επικίνδυνες για τις ατομικές ελευθερίες αόριστες διατυπώσεις, που, άλλωστε, υπόκεινται στον έλεγχο του ΔΕΕ. Δεδομένου ότι οι οδηγίες της Ε.Ε. με ποινικό περιεχόμενο είναι δεσμευτικές για τα κράτη- μέλη, τα οποία μπορούν να υποστούν ακόμα και κυρώσεις κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ σε περίπτωση μη μεταφοράς, είναι φανερό ότι το περιεχόμενό τους πρέπει να ορίζεται με επαρκή σαφήνεια. έτσι ώστε να εξασφαλίζεται και η προβλεψιμότητα των ποινικών κανόνων από τους πολίτες.

Μια άλλη πτυχή της αρχής της νομιμότητας είναι η απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών νόμων, η οποία θεωρείται γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, που εδράζεται στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών- μελών. Μια εξαίρεση υπέρ των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ορίζεται πλέον ρητά στο άρθρο 49 παρ. 1 της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., όπου ορίζεται η αναδρομική εφαρμογή της ευνοϊκότερης για τον κατηγορούμενο ρύθμισης.

Επισημαίνεται όμως και μια εξαίρεση σε βάρος των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Το ΔΕΚ στην υπόθεση Berlusconi δέχθηκε εμμέσως ότι όταν η υποχρέωση απειλής επαρκώς αποτρεπτικής ποινής εδράζεται σε Κανονισμό, ο εθνικός νόμος στερείται εξουσίας να απειλήσει μεταγενέστερα μια ηπιότερη ποινή, στην περίπτωση δε αυτή το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τον ευνοϊκότερο ποινικό νόμο, ο οποίος θα έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Κανονισμού.

Τέλος, σχετικά με την αρχή της ενοχής αυτή συνάγεται από το άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. στο οποίο κατοχυρώνεται το τεκμήριο της αθωότητας, αλλά και από το άρθρο 1 του Χάρτη, όπου κατοχυρώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αρχή της ενοχής επιτάσσει το σεβασμό του ανθρώπου ως υποκειμένου και την επιβολή σε αυτόν ποινικών κυρώσεων μονάχα όταν διαπιστώνεται μια σαφώς προσδιορισμένη υποκειμενική του ευθύνη για το άδικο, που έθεσε. Ακόμη, όμως, και αν επιβληθεί κάποια ποινή αυτή θα πρέπει να είναι ανάλογη της υποκειμενικής του ευθύνης και όχι μεγαλύτερη.

Σχετικά με το ζήτημα της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων η Ε.Ε. οφείλει να αναγνωρίσει πως το νομικό σύστημα ορισμένων κρατών- μελών, όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, δεν αναγνωρίζει μια τέτοιου είδους ρύθμιση και να εξακολουθήσει να απέχει από την επιβολή υποχρεώσεων ποινικοποίησης της συμπεριφοράς των ποινικών προσώπων. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα ερχόταν σε αφόρητη αντίθεση με τις επιλογές ορισμένων εθνικών ποινικών νομοθετών σχετικά με την αρχή της ενοχής και θα δημιουργούσε σημαντικότατα προβλήματα συνοχής στις πληττόμενες έννομες τάξεις.

Βασική βιβλιογραφία

Δ. Κιούπης , Ρ.-Ε. Παπαδοπούλου , Δ. Μουζάκης, «Το ποινικό δίκαιο μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο & Συνθήκη της Λισσαβώνας, εκδόσεις Σάκκουλας, 2011.

Σπύρος Αθ. Καρανικόλας, «Η επίδραση του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου στην ελληνική έννομη τάξη.», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, ”Κοινοτικό Ποινικό Δίκαιο και Γενικές Αρχές του Κοινοτικού Δικαίου», ΠοινΧρον 2010, σελ. 161-168.

Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, » Το Ευρωπαϊκό Ποινικό Δίκαιο μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας», ΠοινΧρον 2011, σελ. 81-92.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s