Προσωρινή διαταγή αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικής απαιτήσεως

Το δικηγορικό μας γραφείο πέτυχε στις 20 Ιουλίου 2017, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, την έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικής απαιτήσεως, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρότι φαινομενικά αυτή η δικονομική δυνατότητα έχει καταργηθεί στον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Θεωρούμε, πως η νομολογιακή αυτή εξέλιξη είναι πολύ σημαντική, ειδικά ενόψει του κύματος αναγκαστικών εκτελέσεων, που πρόκειται να ξεκινήσει από τις τράπεζες το προσεχές φθινόπωρο.

Ως γνωστόν οι προσωρινές διαταγές δεν φέρουν ιδιαίτερη αιτιολογία. Παρατίθεται, λοιπόν, το σχετικό τμήμα της αίτησης αναστολής και η θετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου:

Επειδή, σύμφωνα με την υπ’ αρίθμ. 11/2017 απόφαση του Α2′ Τμήματος του Αρείου Πάγου (ως Συμβουλίου), παρά την νομοθετική κατάργηση της δικονομικής δυνατότητας αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσως επί χρηματικών απαιτήσεων, από τον νόμο 4335/2015, είναι δυνατόν να ζητηθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσως αυτού του είδους με την μορφή της προσωρινής ρύθμισης της καταστάσεως, κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ.

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι να υπάρχει βάσιμος λόγος ανακοπής κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και να πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής.

Eν προκειμένω, η ανωτέρω ανακοπή μου θα ευδοκιμήσει οπωσδήποτε, αφού οι λόγοι αυτής είναι νόμιμοι και βάσιμοι και αποδεικνύονται παραχρήμα.

Περαιτέρω, μόλις ευδοκιμήσει η ανωτέρω ανακοπή μου, υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη η αξίωσή μου για αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω της αφερεγγυότητας του αντιδίκου μου και της κακής του πίστης, την οποία λεπτομερώς τεκμηριώνω στο δικόγραφο της ανακοπής μου.

Επιπλέον, είναι απόλυτα βέβαιο, ότι ο αντίδικος θα επιδιώξει την κατάσχεση των τραπεζικών μου λογαριασμών, η οποία θα λάβει χώρα άμεσα, μόλις δηλαδή παρέλθουν οι τρεις εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της από 13-7-2017 επιταγής του προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθμ. 290/2015, προσωρινώς εκτελεστής, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τακτικής Διαδικασίας), εξέλιξη η οποία θα με καταστρέψει οικονομικά, αναγκάζοντάς με ουσιαστικά να κλείσω την επιχείρησή μου, καθώς ως επιχειρηματίας έχω απόλυτη ανάγκη να προβαίνω σε καθημερινές συναλλαγές μέσω του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή να προβαίνω αφ’ ενός σε εισπράξεις για την πώληση των προϊόντων μου και την παροχή των υπηρεσιών μου και να ικανοποιώ αφ’ ετέρου τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις μου προς τους προμηθευτές μου, το Δημόσιο, τον ΕΦΚΑ, τις ΔΕΚΟ, τους εργαζόμενους της επιχειρήσεώς μου κλπ. Από την ενέργεια αυτή του καθού δεν μπορώ να προστατευτώ μονάχα με την ήδη ασκηθείσα ανακοπή μου, καθώς αυτή θα εκδικασθεί αρκετούς μήνες μετά και απόφαση επ’ αυτής θα εκδοθεί πολύ αργότερα, όπως προκύπτει από την κοινή λογική, αλλά και την εμπειρία ενός μέσου νομικού.

Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί, ότι η συζήτηση της ανακοπής μου προσδιοριζόταν εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η επ’ αυτής απόφαση δημοσιευόταν εντός άλλων εξήντα (60) ημερών από τη συζήτηση, σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πάλι η από 18-7-2017 ασκηθείσα ανακοπή μου δεν θα αρκούσε για να με προστατεύσει, αφού, όπως ήδη προανέφερα, η κατάσχεση των Τραπεζικών μου Λογαριασμών θα γίνει άμεσα, μόλις δηλαδή παρέλθουν οι τρεις εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της από 13-7-2017 επιταγής του προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθμ. 290/2015, προσωρινώς εκτελεστής, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τακτικής Διαδικασίας).

Έτσι, παρότι η βασιμότητα των λόγων της ανακοπής μου είναι προφανής, αν δεν διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής σε βάρος μου εκτέλεσης, θα μείνω απροστάτευτος δικαστικά για μακρότατο χρονικό διάστημα και θα καταστραφώ οικονομικά. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο και με την συνταγματική επιταγή του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για παροχή έννομης προστασίας, η οποία κατά την κρατούσα θεωρία στο πεδίο του συνταγματικού δικαίου περιλαμβάνει και την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, αφού ο σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη είναι η παροχή αποτελεσματικής έννομης προστασίας και η μη δημιουργία παγιωμένων καταστάσεων, οι οποίες εκ των υστέρων θα είναι αδύνατον να ανατραπούν προς όφελος εκείνου, που επιτυχώς άσκησε ένα ένδικο μέσο ή βοήθημα.

θετική απόφαση

ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Εξαιτίας της μεγάλης αναγνωσιμότητας της αρχικής μας ανάρτησης, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να την ανανεώσουμε καταγράφοντας τις πρόσφατες νομολογιακές και θεωρητικές εξελίξεις στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Συγκεκριμένα παρά τις μεμονωμένες και λίγες στον αριθμό, αρνητικές δικαστικές αποφάσεις (Βλ. μ.α. ΜΠρΛαμ 223/2016, ΤΝΠ Νόμος) στην θεωρία φαίνεται να επικρατεί η άποψη πως ο νομοθέτης με την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ δημιούργησε ένα ακούσιο κενό, έχοντας, ίσως, στο μυαλό του μονάχα την περίπτωση της έμμεσης εκτελέσεως μέσω κατασχέσεως και πλειστηριασμού.

Η προσωρινή δικαστική προστασία, όμως, είναι δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ και ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να αποκλείσει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων από τα δικαστήρια. Δογματικά, μετά την κατάργηση της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 938 ΚΠολΔ, δεν φαίνεται να υπάρχουν εμπόδια για την αποδοχή της εφαρμογής του άρθρου 731 ΚΠολΔ προκειμένου να χορηγείται αναστολή μέσω της “ρύθμισης της κατάστασης”. (Ιωάννα Κουκουράκη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Οι αλλαγές που επέφερε στην πολιτική δικονομία ο ν. 4335/2015, Ελληνική Δικαιοσύνη 2017, σελ. 1024.)

Μια διαφορετική αντίληψη εκφράστηκε στην υπ’ αρίθμ. 28/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας (Νομικό Βήμα 2017, σελ. 365), η οποίο έκανε δεκτή την εφαρμογή του άρθρου 937 παρ.1γ’ για την άμεση εκτέλεση.

Επιπλέον το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με την υπ’ αρίθμ. 58/2017 απόφασή του (Ελληνική Δικαιοσύνη 2017, σελ. 1134 επ. με παρατηρήσεις Α.Π. Πανταζόπουλου) έκανε δεκτό πως η συστηματική- τελολογική ερμηνεία του άρθρου 937 παρ.1γ’ καθιστά περιττή την προσφυγή στον θεσμό της προσωρινής ρύθμισης της καταστάσεως. Αναφέρει, μάλιστα, πως σε σχέση με την τελευταία υφίστανται δογματικά προβλήματα σχετικά με τον χαρακτηρισμό της ως γνησίου ασφαλιστικού μέτρου και συνεπώς με την δυνατότητα εφαρμογής της στην εξεταζομένη περίπτωση).

Την ίδια άποψη εκφράζει και ο καθηγητής Γ. Ορφανίδης στην μονογραφία του «Η αναστολή εκτελέσεως για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μετά το ν. 4335/2015», εκδόσεις Σάκκουλα 2017.