Αίτηση στον ΕισΑΠ για άσκηση αναίρεσης κατά αθωωτικών αποφάσεων

Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα. Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2521/1997, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογραφή της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει τη παραγραφή της ποινής. Η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ. αναστέλλεται κατά τον μήνα Αύγουστο.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσβάλλεται με έφεση, εντός ενός μήνα από τότε που η ανέκκλητη (τελεσίδικη) απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 170/2017).

Περαιτέρω, αναγνωρίζεται το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να υποβάλλει αίτηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση σε περίπτωση που αθωωτική απόφαση βαρύνεται με νομικά σφάλματα.

Ωστόσο, συμβαίνει στην πράξη να απορρίπτονται σχετικές αιτήσεις κατά αποφάσεων πρωτοβαθμίων δικαστηρίων με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος άσκησης αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά συγκεκριμένης απόφασης, λόγω παρέλευσης της νόμιμης προς τούτο προθεσμίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ήτοι αυτής του διμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης έως την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο.

Η συγκεκριμένη άποψη αναπτύσσεται στην υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας γίνεται επίκληση όσον αφορά την απόρριψη της αίτησης μας, αναφέρει στο σκεπτικό της όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα τα εξής : “Κατά τη διάταξη του άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠοινΔ «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (αρ. 483 παρ. 3)» δηλαδή εντός μηνός από την δημοσίευση τους αν αυτές είναι πρωτοβάθμιες. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και όπως τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 3 προστέθηκαν με το άρθρο 10 του Ν. 4274/2014, και ορίζει ότι «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής», προκύπτει ότι η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει μετά την ισχύ της πιο πάνω διατάξεως της παρ. 3, όχι από τη δημοσίευσή της, αλλά από την καταχώρησή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο του Δικαστηρίου, ενώ αν ουδόλως καταχωρηθεί, η αναίρεση είναι πάντα εμπρόθεσμη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά αποφάσεων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που προσβάλλονται με έφεση: α) εντός μηνός από την δημοσίευσή τους ή β) εντός μηνός από την καταχώρηση τους στο ειδικό βιβλίο μετά από δική του πρωτοβουλία, που πρέπει να εκδηλώνεται εντός δύο μηνών από την δημοσίευση τους. Σε περίπτωση που η απόφαση καταχωρηθεί στο παραπάνω βιβλίο εντός διμήνου με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικαστηρίου που την εξέδωσε τότε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατ’ αυτής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώρηση αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον οποιασδήποτε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ερμηνεύει το σχετικό άρθρο με τρόπο που θέτει μια προϋπόθεση του παραδεκτού, που ουσιαστικά αποκλείει και παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη.

Ειδικότερα, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, προστατεύεται ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, αυτό της πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη υπάρχει και στην περίπτωση της υπερβολικής τυπολατρίας, η οποία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων, που μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο, όπως είναι οι αυστηρές ερμηνείες προθεσμιών και διαδικαστικών κανόνων.

Συμπερασματικά, η ερμηνεία του άρθρου 473 παράγραφος 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως προϋπόθεσης του παραδεκτού είναι λανθασμένη, καθώς είναι σαφές ότι η προθεσμία που ορίζει η διάταξη είναι ενδεικτική και δεν θέτει δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά από αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης όσο και από την σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ερμηνεία. Επομένως η προσέγγιση του Αρείου Πάγου, όπως εκφράστηκε με την υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του αποτελεί κατά την κρίση μας υπερβολικό φορμαλισμό και τυπολατρία και σε συνδυασμό με τις αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις του συστήματος, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της καθυστέρησης της καθαρογραφής των αποφάσεων, οδηγεί στην στέρηση και την παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Ελευθερία Αγγελούδη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s