Ζητήματα  οικογενειακού δικαίου – πρακτικός οδηγός 2021-2022

Όποιος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση οικογενειακού δικαίου καλείται να αντιμετωπίσει εκτός από τα διάφορα νομικά ζητήματα και ορισμένα πρακτικά προβλήματα, που είναι συχνά πρωτόγνωρα, βαθύτατα προσωπικά και με μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο. Για τον λόγο αυτόν είναι σημαντικό να κρατά κανείς την ψυχραιμία του, να λαμβάνει έμπειρη καθοδήγηση και να πράττει εγκαίρως όσα είναι αναγκαία για την επιτυχημένη έκβαση της υποθέσεώς του. Το κείμενο που ακολουθεί δεν περιέχει νομικές συμβουλές, αλλά μια εμπειρική περιγραφή της καταστάσεως με την οποία έρχεται, συνήθως, αντιμέτωπος, όποιος εμπλέκεται σε μια υπόθεση οικογενειακής φύσης.

 Στοιχεία επικοινωνίας

logo

Το γραφείο μας διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση προκειμένου να προβαίνει στην ταχεία και αποτελεσματική επίλυση οικογενειακών διαφορών. Με σεβασμό προς του εντολείς μας ξεκινάμε πάντα επιδεικνύοντας συμβιβαστικό πνεύμα και επιδιώκοντας την βέλτιστη λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Διαθέτουμε, όμως, και την ετοιμότητα να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και αξιοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα κάθε είδους φαινόμενα αδιαλλαξίας, εκβιασμών και κακοποίησης. Έχοντας, μάλιστα, ασχοληθεί με αρκετές και συχνά περίπλοκες υποθέσεις διαζυγίων, διατροφών, ενδοοικογενειακής βίας και αγωγών για συμμετοχή στα αποκτήματα έχουμε αναπτύξει μεγάλη ευαισθησία σε υποθέσεις οικονομικής κακοποίησης.

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Παρακάτω, παρατίθενται σε χωριστές ενότητες ορισμένες από τις σημαντικότερες  προβληματικές στον τομέα του οικογενειακού δικαίου.

Α. Πρακτικός οδηγός επιβίωσης σε υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου

Η εμπειρία μας σε τέτοιου είδους υποθέσεις μας έχει διδάξει ότι τα σημεία κλειδιά, που μπορούν να είναι καθοριστικά για την αίσια έκβαση μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου, είναι τα εξής:

  • Ασφάλεια

Όταν έχουν λάβει χώρα περιστατικά κακοποίησης, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, προκειμένου οι ενεργούμενες νομικές ενέργειες να μην οδηγήσουν σε κάποιο επικίνδυνο ξέσπασμα του άλλου μέρους. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχει οποιαδήποτε απειλή ή βίαιη συμπεριφορά, θα πρέπει να καλείται άμεσα η αστυνομία και να ζητείται η καταγραφή του επεισοδίου στο βιβλίο συμβάντων του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος.

  • Ψυχολογία

Ο ψυχολογικός παράγοντας είναι εξαιρετικά σημαντικός στις υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου, αφού πρόκειται, συνήθως, για έναν αγώνα αντοχής. Το διακύβευμα είναι υψηλό, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι κάποιες φορές δυσκίνητο και οι αντίδικοι συχνά εκτοξεύουν ύβρεις και απειλές σε εκείνον, που τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να υπάρχουν κάποια πρόσωπα του ευρύτερου συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος, τα οποία έχουν επίγνωση της καταστάσεως και είναι πρόθυμα να επέμβουν υποστηρικτικά.

Ειδικά για τις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο η γραμμή SOS 15900, την οποία στελεχώνουν ψυχολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, που παρέχουν άμεση βοήθεια σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας. Λειτουργούν, ακόμα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας ξενώνες προσωρινής φιλοξενίας για τα θύματα έμφυλης βίας και τα παιδιά τους.

  • Εύρεση και διαφύλαξη εγγράφων

Από την στιγμή, που καταστεί σαφές πως μια οικογενειακή διαφορά πρόκειται να οδηγηθεί στις δικαστικές αίθουσες, είναι απαραίτητη η έναρξη συλλογής των εγγράφων εκείνων, που είναι κρίσιμα για την απόδειξη των επίδικων ισχυρισμών (πχ ενδεχόμενες παλαιότερες καταγγελίες στην αστυνομία, τραπεζικά και δημόσια έγγραφα). Δυστυχώς, είναι συχνό το φαινόμενο οι αντίδικοι στις οικογενειακές διαφορές να προσπαθούν να εξαφανίσουν τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου ο προσφεύγων στην δικαιοσύνη να βρεθεί σε κατάσταση αποδεικτικής αδυναμίας.

Χρήσιμο, επίσης, είναι να συλλέγονται κάποια δημόσια έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με την προσωπική, οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος και να γίνεται μια συνοπτική καταγραφή του ιστορικού της υποθέσεως, όσο δύσκολο κι αν είναι να εκθέτει κανείς τις ευαίσθητες αυτές πτυχές της προσωπικής του ζωής.

  • Εξασφάλιση μαρτύρων

Η ύπαρξη μαρτύρων σε οικογενειακές υποθέσεις είναι πολύτιμη, ιδίως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συχνά οι καλύτεροι μάρτυρες είναι στενοί συγγενείς του αιτούντος, οι οποίοι εξαιτίας της ιδιότητάς τους είναι και άμεσα ενημερωμένοι για τα επίδικα ζητήματα.

Οι μάρτυρες πρέπει να ειδοποιούνται εγκαίρως, ώστε να είναι χρονικά διαθέσιμοι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και κατάλληλα προετοιμασμένοι, έτσι ώστε να μην “τα χάσουν” από την ενδεχόμενη πίεση των αντιδίκων, αλλά και από το άγχος, που δημιουργείται αναγκαστικά από την παρουσία στις δικαστικές αίθουσες.

Επειδή, τέλος, οι μάρτυρες είναι, συχνά, διστακτικοί να εμπλακούν σε οικογενειακές υποθέσεις, απαιτείται υπομονή και μετριοπάθεια στην προσέγγισή τους.

  • Προετοιμασία και έγκαιρη επικοινωνία με δικηγόρο

Παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση, που συνοδεύει αναπόφευκτα κάθε υπόθεση οικογενειακού δικαίου, είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι παρορμητικές ενέργειες, καθώς ενδέχεται μια καλοπροαίρετη αυθόρμητη ενέργεια να έχει δυσμενείς συνέπειες κατά την δικαστική εκτίμηση της υποθέσεως. Ειδικά, μάλιστα, όταν η αντιδικία αφορά και στην επιμέλεια ανηλίκων τέκνων οι δικαστικές αρχές αξιολογούν ιδιαίτερα θετικά μια συνολικά ψύχραιμη στάση εκ μέρους του διαδίκου.

Κομμάτι της ψύχραιμης αυτής αντιμετώπισης αποτελεί και η έγκαιρη λήψη νομικών συμβουλών, αφού η προετοιμασία μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου απαιτεί χρόνο. Ειδικά, μάλιστα, όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσπάθεια του αντιδίκου του να επιτύχει τον δικαστικό αιφνιδιασμό του ζητώντας, λόγου χάρη, την έκδοση προσωρινής διαταγής, τότε η επικοινωνία του με τον νομικό του σύμβουλο θα πρέπει να είναι άμεση.

  • Έγκαιρη προσφυγή στη δικαιοσύνη

Όπως θα αναφέρουμε αναλυτικότερα παρακάτω, η καθυστέρηση στην εκδίκαση οικογενειακών υποθέσεων -ειδικά από τα δικαστήρια των Αθηνών- έχει προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στους θεσμούς των «ασφαλιστικών μέτρων» και της «προσωρινής διαταγής». Πρόκειται για διαδικασίες ταχύτατης εκδίκασης των οικογενειακών υποθέσεων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις προσφέρουν σημαντικές λύσεις. Έχουν, όμως, ως προαπαιτούμενό τους την ύπαρξη «κατεπείγοντος». Αυτό σημαίνει πως ο δικαστής πρέπει να πειστεί πως συντρέχει μια επείγουσα περίπτωση, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Έτσι, όσο περισσότερο καθυστερεί κανείς να απευθυνθεί στη δικαιοσύνη τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζει να απορριφθεί η αίτησή του για χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων και προσωρινής διαταγής λόγω «ελλείψεως κατεπείγοντος».

Για παράδειγμα η αίτηση για τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινής διαταγής μπορεί να απορριφθεί αν κριθεί πως μια κατάσταση έχει παγιωθεί ή αν έχει περάσει πολύς χρόνος από τα περιστατικά, που αναφέρονται στην αίτηση.

Αυτά είναι κατά την γνώμη μας τα θεμέλια για τον επιτυχή χειρισμό μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου στα αρχικά της στάδια.

Πρέπει όμως στα παραπάνω να προσθέσουμε και ένα έβδομο, μεταγενέστερο βήμα, που είναι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.

Στο πεδίο του οικογενειακού δικαίου είναι, δυστυχώς, συνηθισμένο ο «νικητής» μιας δικαστικής διαμάχης να δέχεται πιέσεις ή εκβιασμούς ώστε να μην εκτελέσει την δικαστική απόφαση. Το να υποκύψει, όμως, κανείς σε τέτοιου είδους πιέσεις δημιουργεί περισσότερα προβλήματα μακροπρόθεσμα, καθώς αδυνατίζει τη θέση εκείνου, που δεν εκτελεί την απόφαση, και δεν συμβάλει στην οριστική διευθέτηση του προβλήματος.

Εννοείται πως είναι διαφορετικό ζήτημα η επίτευξη ενός ειλικρινούς συμβιβασμού, ο οποίος, αν επικυρωθεί μέσω μιας δικαστικής απόφασης, μπορεί να καλύψει αμφότερα τα μέρη και να λήξει την αντιδικία.

Β. Συνήθη προβλήματα ανακύπτοντα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις

Β.1. Κακοποίηση και ψυχολογική πίεση για την συνέχιση τοξικών σχέσεων

Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουμε κάποιον, ο οποίος βρίσκεται ή βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μία τοξική ή κακοποιητική σχέση. Στις περιπτώσεις αυτές από το μυαλό όλων όσοι λειτουργούμε ως εξωτερικοί παρατηρητές περνά η εξής ερώτηση: “Για ποιον λόγο αυτός ο άνθρωπος δεν δίνει ένα τέλος; Πώς είναι δυνατόν ένας αξιοπρεπής και θαρραλέος άνθρωπος να ανέχεται τέτοιου είδους αντιμετώπιση;”

Ένας σκέλος του προβλήματος έχει να κάνει με την ψυχολογία του θύματος της κακοποίησης, το οποίο ζώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα νοσηρό περιβάλλον ξεκινά να εσωτερικεύει τα αρνητικά σχόλια, που δέχεται, να θεωρεί πως δεν υπάρχει διέξοδος από την κατάσταση, την οποία βιώνει, και να πιστεύει πως το ίδιο ευθύνεται για την κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί και αναπαράγεται. Η παραπάνω κατάσταση επιτείνεται, φυσικά, όταν υπάρχει ο φόβος μιας βίαιης αντίδρασης εκ μέρους του άλλου προσώπου και όταν έχουν δημιουργηθεί δεσμά συναισθηματικής ή οικονομικής εξάρτησης.

Ένα άλλο σκέλος έγκειται στα κοινωνικά στερεότυπα, που ακόμα και σήμερα δημιουργούν ισχυρές πιέσεις, ειδικά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες βρίσκονται σε έναν γάμο ή μια σχέση. Πράγματι, πολύ συχνά, ακόμα και τα θύματα σφοδρής ενδοοικογενειακής βίας, δέχονται πιέσεις να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στην σχέση τους” και “να μην διαλύσουν το σπίτι και την οικογένειά τους”. Ο μύθος, μάλιστα, αυτός, ότι, δηλαδή, ένα διαζύγιο ή ένας χωρισμός θα επιφέρουν “διάλυση της οικογένειας” υπό την έννοια ότι θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα ανήλικα τέκνα της οικογενείας είναι, ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα διαδεδομένος στην ελληνική κοινωνία.

Η αλήθεια είναι, όμως, πως δύο γονείς διαζευγμένοι ή χωρισμένοι μπορούν κάλλιστα να έχουν άριστη συνεννόηση μεταξύ τους, να επικοινωνούν με τα τέκνα τους και να συνάπτουν μαζί τους βαθιές σχέσεις αγάπης, ενώ υπάρχουν και ειδικοί, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν τους ανηλίκους να ανταπεξέλθουν στις νέες συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής χωρίς να τραυματιστούν ψυχικά.

Αντίθετα, είναι δεδομένο πως, όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον βίας και κακοποίησης, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να αναπτύξουν αισθήματα ανησυχίας και έντονου άγχους, αυτοενοχοποίησης, φόβου για το μέλλον και να εμφανίσουν διαταραχές της ψυχικής και συναισθηματικής τους υγείας. Επιπλέον, διαπαιδαγωγούνται με στρεβλά πρότυπα μαθαίνοντας πως η κακοποίηση των αγαπημένων τους προσώπων είναι μια κατάσταση φυσιολογική και πως αποτελεί έναν αποδεκτό τρόπο συμπεριφοράς.

Η απομάκρυνση, λοιπόν, από μια τοξική και κακοποιητική σχέση δεν είναι μονάχα μια πράξη εξαιρετικού θάρρους, που απελευθερώνει το ίδιο το θύμα της κακοποίησης, αλλά και μία κίνηση φροντίδας απέναντι στα ανήλικα τέκνα του.

Β.2. Μια σύγχρονη πρόκληση: Η οικονομική κακοποίηση

Η βία που ασκείται εντός της οικογένειας δεν περιορίζεται, ως γνωστόν, στην φυσική επίθεση (σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), αλλά περιλαμβάνει και συμπεριφορές, όπως είναι η ψυχολογική – συναισθηματική βία και η οικονομική αποστέρηση. Η οικονομική αποστέρηση είναι μια μορφή ελέγχου, η οποία έχει ως σκοπό να παγιδεύσει το πρόσωπο που την υφίσταται σε μια σχέση κακοποίησης. Πρόκειται δηλαδή για μία εξαιρετικά αποτελεσματική μορφή ελέγχου, αφού επιτυγχάνεται η αποδυνάμωση και η απομόνωση του θύματος της κακοποίησης, το οποίο αισθάνεται πως στερείται κάθε ευκαιρίας διαφυγής.

Η οικονομική αποστέρηση χρησιμοποιείται αρκετά συχνά εις βάρος των γυναικών, οι οποίες ασχολούνται με τα οικιακά και δεν έχουν δική τους, ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το θύμα της κακοποίησης αναγκάζεται είτε να παρακαλά προκειμένου να λάβει τα απαραίτητα χρήματα για την κάλυψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών είτε να ζει με τον φόβο ότι αναστατώνοντας τον θύτη της κακοποίησης, θα μειώσει την ικανότητα του να εργάζεται και να εξασφαλίζει το οικογενειακό εισόδημα.

Θύματα οικονομικής αποστέρησης, όμως, είναι συχνά και πρόσωπα, τα οποία εργάζονται και έχουν ανεξάρτητες πηγές εισοδήματος. Στις περιπτώσεις αυτές ο θύτης της κακοποίησης τους στερεί πρωταρχικά την ικανότητα διαχείρισης των χρημάτων αυτών, όπως και των οικογενειακών εισοδημάτων. Έτσι, το θύμα της κακοποίησης αδυνατεί να λαμβάνει αποφάσεις ως ελεύθερο και ενήλικο άτομο και αναγκάζεται να καταφεύγεις σε παζαρέματα, κολακείες και ατέρμονες συζητήσεις ακόμα και για τις πλέον στοιχειώδεις οικονομικές αποφάσεις.

Επιπλέον, επειδή οι οικογενειακές αποταμιεύσεις βρίσκονται υπό τον έλεγχο του προσώπου, που ασκεί την κακοποίηση, το θύμα της κακοποίησης έχει συχνά μεγάλες πρακτικές δυσκολίες στην εξεύρεση διεξόδου. Ειδικά, μάλιστα, όταν υπάρχουν και ανήλικα τεκνά, ο φόβος πως ένα διαζύγιο θα μειώσει το βιοτικό τους επίπεδο είναι συχνά καθηλωτικός.

Δυστυχώς, τα παραπάνω φαινόμενα έχουν μεγάλη έκταση στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία και πρέπει να τονιστεί ότι αφορούν και οικογένειες, που στον κοινό νου χαρακτηρίζονται ως υπεράνω υποψίας. Έτσι δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ο ένας εκ των δύο συζύγων, ο οποίος είναι και θύτης σωματικής και ψυχολογικής βίας, να μην εκπληρώνει τις συζυγικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, κατορθώνοντας να αποταμιεύσει σημαντικά ποσά, τα οποία τοκίζονται και πολλαπλασιάζονται.

Τα ποσά αυτά, τα οποία προέρχονται από τις κοινές οικογενειακές οικονομίες, τοποθετούνται στην συνέχεια στο τραπεζικό σύστημα προς το συμφέρον τάχα της οικογένειας και με σκοπό την φροντίδα των τέκνων, αλλά και των ίδιων των συζύγων. Μόλις, όμως, το θύμα της κακοποίησης, ξεκινά τις προσπάθειές του να διακόψει την έγγαμη συμβίωσή, ο θύτης οικειοποιείται όλες τις οικογενειακές αποταμιεύσεις επιδιώκοντας να εξοντώσει οικονομικά το θύμα του, να το αναγκάσει να επιστρέψει κοντά του και να το εκδικηθεί για την απόφασή του. Το σχέδιο αυτό, μάλιστα, συχνά το έχει έντεχνα προετοιμάσει, φροντίζοντας να αδειάσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, όλους τους κοινούς οικογενειακούς λογαριασμούς και να τοποθετήσει όλες τις οικογενειακές οικονομίες σε λογαριασμούς, που ελέγχονται αποκλειστικά από εκείνον.

Εν προκειμένω η μεγαλύτερη πρακτική δυσκολία έγκειται στην επιτηδειότητα ορισμένων θυτών κακοποίησης, οι οποίοι χρησιμοποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και διάφορα τεχνάσματα προκείμενου να συγκαλύψουν τα ίχνη τους. Ως παράδειγμα αναφέρεται το άνοιγμα πολλών διαφορετικών λογαριασμών, το ξαφνικό τους κλείσιμο και το άνοιγμα νέων στη θέση τους με μηδενικό υπόλοιπο, η χρήση πλαστών εξουσιοδοτήσεων για το άνοιγμα και το κλείσιμο προθεσμιακών καταθέσεων και η χρήση άλλων συγγενών ως παρένθετων προσώπων ή συνδικαιούχων. Σε κάθε περίπτωση γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση στο θύμα.

B.3. Διαφωνία ως προς τον καθορισμό της επιμέλειας και της διατροφής

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξεύρεση του γονέα εκείνου που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλόλητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλόλητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάστασή τους.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Όσον αφορά στο μέτρο της διατροφής, αυτό προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.

Για τον προσδιορισμό της διατροφής χρήσιμη ενδέχεται να είναι η γνωστοποίηση από τις Δ.Ο.Υ. των σχετικών με την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς διατροφή προσώπων πληροφοριών.

Β.4. Ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης

Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για την κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος.

Πρόκειται για μια ρύθμιση, η οποία κατεξοχήν εξυπηρετεί το να μην αλλάξουν περιβάλλον τα ανήλικα τέκνα σε περίπτωση διάστασης των γονέων τους. Εφαρμόζεται, όμως, και σε περιπτώσεις συζύγων χωρίς ανήλικα τέκνα, όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας.

Β.5. Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή “συνεπιμέλειας” μέχρι πρότινος

Η απολύτως κρατούσα πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ των γονέων ήταν, μέχρι πρότινος, η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στον έναν εκ των δύο γονέων. Η συγκεκριμένη λύση ήταν προβληματική στον βαθμό που μπορούσε να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη αποξένωση των ανηλίκων τέκνων από τον έναν γονέα, κάτι που τραυματίζει ψυχικά ολόκληρη την οικογένεια. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος να αισθάνεται ο ένας εκ των δύο γονέων αδικημένος και εξ αφορμής του γεγονότος αυτού να μετατραπούν οι οικογενειακές σχέσεις σε αντικείμενο φανατισμένης αντιδικίας και μίσους.

Εξαιτίας των παραπάνω προτάθηκε με σοβαρά επιχειρήματα η πρόταξη της κοινής επιμέλειας ή συνεπιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Η λύση αυτή είναι πράγματι κατάλληλη, όταν υπάρχουν σχέσεις ομαλής συνεργασίας μεταξύ των γονέων και όταν οι συνθήκες διαβίωσής τους επιτρέπουν την τακτική και απρόσκοπτη μεταξύ τους συνεννόηση για τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους. Η ευρεία εφαρμογή της, όμως, απαιτεί μια αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να γίνει κατανοητό πως δύο άνθρωποι, που ως ζευγάρι αποδείχτηκαν ασύμβατοι και ενδεχομένως κακή επιρροή ο ένας για τον άλλον, μπορούν, αλλά και πρέπει να είναι καλοί και συνεννοήσιμοι γονείς.

 Β.6. Ο νέος νόμος και η συνεπιμέλεια

Ο νόμος 4800/2021 ορίζει, καταρχήν, τη συνέχιση της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο. Οι γονείς, όμως, έχουν το δικαίωμα να προβούν σε διαφορετική ρύθμιση, αν συμφωνούν.

Σε περίπτωση διαφωνίας, μη τήρησης των συμφωνηθέντων ή αδιαφορίας από τον έναν γονέα υπάρχει, ασφαλώς, το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου αλλά και τη γνώμη του ίδιου του ανηλίκου (ανάλογα με την ωριμότητά του) μπορεί:

  • Nα κατανείμει (σε χρονικούς ή λειτουργικούς συνδυασμούς) την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων.
  • Να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής στα κατ’ ιδίαν θέματα, όπου υπάρχουν διαφωνίες.
  • Να αναθέσει συνολικά την άσκηση της γονικής μέριμνας στον έναν γονέα.

Σε καμία περίπτωση, λοιπόν, η συνεπιμέλεια (ή η εναλλασσόμενη κατοικία) δεν κατέστη υποχρεωτική. Αντίθετα, η καταλληλόλητα της συγκεκριμένης λύσης (η οποία δεν αποκλείει την ενδεχόμενη υποχρέωση για καταβολή διατροφής!) εξετάζεται κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε επιμέρους υπόθεσης.

Ο νομοθέτης, όμως, προέβη σε τρεις ιδιαίτερα σημαντικές ρυθμίσεις, που έχουν ως στόχο τη διατήρηση των δεσμών του ανηλίκου τέκνου με αμφότερους τους γονείς τους:

Συναπόφαση σε σημαντικές αποφάσεις

Ορίζεται ρητά πως όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού.

Μαχητό τεκμήριο επικοινωνίας του 1/3 του συνολικού χρόνου του παιδιού

Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο 1/3 του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου.

Φραγμός στην αλλαγή διαμονής του παιδιού

Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται έγγραφη συμφωνία των γονέων ή δικαστική απόφαση.

Β.7. Η νέα ρύθμιση για τα τέκνα, που γεννήθηκαν εκτός γάμου

Σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του προγενέστερου δικαίου η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στη μητέρα του. Όταν το τέκνο, όμως, αναγνωρίζεται εκούσια ή δικαστικά με αγωγή που άσκησε ο πατέρας, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, την οποία ασκεί από κοινού με τη μητέρα.

Πρόκειται για μια νομοθετική μεταρρύθμιση, η οποία ήταν απολύτως δικαιολογημένη, καθώς υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ο πατέρας ήταν «φορέας» της γονικής μέριμνας, αλλά δεν την ασκούσε ουσιαστικά. Πρακτικά, δηλαδή, δεν ήταν κατοχυρωμένος εκτός κι αν προσέφευγε στα δικαστήρια. Επρόκειτο για μια άδικη και αναχρονιστική ρύθμιση.

Β.8. Επικοινωνία μεταξύ γονέων και τέκνων μέσω βιντεοκλήσης

Σε πρόσφατες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε προγράμματα, όπως το skype, τα οποία επιτρέπουν την οπτική επαφή μεταξύ των χρηστών τους έχοντας για τον λόγο αυτό ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κλασική τηλεφωνική επικοινωνία. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας με την χρήση των καταλλήλων προγραμμάτων σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες.

Επιπλέον, ορίζεται πως ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, θα πρέπει να φροντίζει ώστε εκείνο να βρίσκεται τις συγκεκριμένες ώρες και ημέρες σε κατάλληλο χώρο με πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.ο.κ.  Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η ωριμότητα του ανηλίκου προκειμένου να γίνεται ορθή και ασφαλής χρήση των απαραιτήτων ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικού υπολογιστή, tablet ή κινητού).

Συμπερασματικά, η επικοινωνία με τη χρήση τεχνολογικών μέσων θεωρείται από την πρόσφατη νομολογία ως ένα μέτρο, το οποίο μπορεί να συμβάλει στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ γονέων και ανηλίκων τέκνων, χωρίς να αντικαθιστά την φυσική μεταξύ τους επαφή. Σε περιπτώσεις, όμως, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών η φυσική επαφή είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδύνατη, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Γ. Προσφυγή στην δικαιοσύνη: προσωρινή διαταγή και δικαστικός αιφνιδιασμός

Η βραδύτητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης καθιστά συχνά αναγκαία την αναζήτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Στα δικαστήρια, όμως, ειδικά των αστικών κέντρων, ο προσδιορισμός της συζήτησης των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και η έκδοση αποφάσεων επί αυτών,  λαμβάνουν χώρα ορισμένους μήνες μετά την αίτηση.

Για τον λόγο αυτό συνηθίζεται στις αιτήσεις για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων να περιλαμβάνεται και αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής με σκοπό την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί των αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων. Για παράδειγμα με προσωρινή διαταγή μπορεί να ρυθμιστεί προσωρινά η επιμέλεια ενός ανηλίκου τέκνου, η διατροφή του, αλλά και η παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στον γονέα εκείνο, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου.

Η κοινωνική αναγκαιότητα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι δεδομένη, καθώς  το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία προϋποθέτει ότι πρέπει να υφίστανται τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση σοβαρών και άλλως αναπότρεπτων κινδύνων.

Από την άλλη, όμως, επισημαίνεται πως μια δικαστική κρίση, η οποία λαμβάνεται ταχύτατα και, συχνά, χωρίς την ακρόαση μαρτύρων ή την ενδελεχή μελέτη εγγράφων, δεν φέρει τα απαραίτητα εχέγγυα ορθότητας. Επιπλέον, ενδέχεται να γίνει κατάχρηση του θεσμού από τον αιτούντα, που αποσκοπεί στον δικαστικό αιφνιδιασμό του αντιδίκου του και στην δημιουργία τετελεσμένων.

Πράγματι πολλές φορές ο καθ’ ού η αίτηση για χορήγηση προσωρινής διαταγής κλητεύεται προ ελαχίστων ημερών ή και ωρών για να εμφανιστεί στο γραφείο του αρμοδίου Δικαστή και έχει ελάχιστο χρόνο προκειμένου να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά μέσα και να προετοιμάσει την άμυνά του.

Νομικές δυνατότητες άμυνας υπάρχουν κατά του καταχρηστικού δικαστικού αιφνιδιασμού, αλλά είναι απαραίτητο και οι ίδιοι οι Δικαστές να έχουν συνείδηση της ευθύνης τους και να με προσοχή να εξετάζουν τις αιτήσεις, που έρχονται ενώπιον τους, προκειμένου να χορηγούν προσωρινή διαταγή μονάχα στις περιπτώσεις εκείνες, που υφίσταται ένας πραγματικός κίνδυνος, αλλά και επαρκή στοιχεία για την πιθανολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του αιτούντος. Η κατάσταση είναι σαφώς βελτιωμένη στις δίκες ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και σε αυτές ο μεγάλος φόρτος εργασίας των δικαστηρίων και η ταχύτητα της διαδικασίας μπορούν να οδηγήσουν σε σφάλματα, αν η προετοιμασία δεν είναι απολύτως άρτια.

Δ. Διαζύγιο και περιουσιακές σχέσεις συζύγων

Δ.1. Συναινετικό διαζύγιο

Το συναινετικό διαζύγιο είναι ο πλέον γρήγορος και οικονομικός τρόπος για τη λύση της έγγαμης συμβίωσης, εφόσον υπάρχει σχετική έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η οποία, αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, θα πρέπει υποχρεωτικά να ρυθμίζει την επιμέλεια, την επικοινωνία με αυτά και τη διατροφή τους.

Πλέον εκδίδεται ενώπιον συμβολαιογράφου με αποτέλεσμα να αποτελεί μια ταχύτατη διαδικασία. Η έγγραφη συμφωνία των συζύγων αρχικά έπρεπε να υπογραφεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Ήδη η σχετική διαδικασία (βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής) γίνεται στα ΚΕΠ, ενώ στο προσεχές μέλλον προβλέπεται η λειτουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας μέσω taxisnet.

Δ.2. Διαζύγιο με αντιδικία

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη.

Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

Δ.3. Διατροφή μεταξύ εν διαστάσει συζύγων

Οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας. Όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούται και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Ενώ, όμως, όταν υπάρχει συμβίωση, οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται, όταν διακόπτεται η συμβίωση χωρεί ένα είδους συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, υπό την έννοια ότι δικαιούχος είναι τελικά μόνο εκείνος ο σύζυγος, ο οποίος όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς.

Δ.4. Αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα

Σύμφωνα με τον νόμο, αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται, ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Έτσι, η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση του γάμου ή τριετή διάσταση των συζύγων και γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ως αύξηση νοείται η διαφορά που υπάρχει στη συνολική περιουσιακή κατάσταση του άλλου κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Ο σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε, μπορεί να προβάλει ισχυρισμούς περί ανυπαρξίας συμβολής, μονάχα αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν.

Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει, είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, παραχώρηση ακινήτου), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που ο σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική του συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, όταν οι υπηρεσίες αυτές είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες.

Δ.5. Αγωγή για την απόδοση των αναληφθέντων από κοινό λογαριασμό

Μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού είναι δυνατόν να υπάρχουν διαφορετικών μορφών εσωτερικές σχέσεις. Για παράδειγμα είναι δυνατόν η προσθήκη συνδικαιούχου να γίνεται με χαριστική πρόθεση προς αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο συνδικαιούχος μπορεί να προβεί ελεύθερα σε τραπεζικές αναλήψεις και μεταφορές.

Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση οι συνδικαιούχοι να έχουν μια διαφορετική συμφωνία μεταξύ τους. Για παράδειγμα μπορεί να έχει συμφωνηθεί ότι τα 2/3 των χρημάτων (ή οποιαδήποτε άλλη ποσότητα χρημάτων) ανήκουν αποκλειστικά σε έναν εξ αυτών. Συμβαίνει, επίσης, ο συνδικαιούχος να προστίθεται μονάχα για τη διευκόλυνση του αρχικού δικαιούχου με τη συμφωνία πως θα προβαίνει σε αναλήψεις και μεταφορές μονάχα για λογαριασμό και προς εξυπηρέτηση του τελευταίου.

Οι συγκεκριμένες συμφωνίες ισχύουν μονάχα μεταξύ των συνδικαιούχων και δεν δεσμεύουν την τράπεζα (αφού είναι συμφωνίες ενοχικού χαρακτήρα!). Μεταξύ, όμως, των συνδικαιούχων είναι ισχυρές και εφόσον παραβιαστούν μπορεί να ασκηθεί αγωγή προκειμένου να επιστραφούν τα χρήματα, των οποίων έγινε ανάληψη παρά την εσωτερική συμφωνία. Έτσι, υπάρχει το λεγόμενο «δικαίωμα αναγωγής» κατά του συνδικαιούχου, ο οποίος έλαβε μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης από την αναλογία, που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση.

Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αφενός χρονικό, αφού οι σχετικές αγωγές αργούν να δικαστούν, και αφετέρου αποδεικτικό, αφού η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων σπανίως αποτυπώνεται σε κάποια γραπτή συμφωνία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικτικής αδυναμίας ή σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας ο νόμος ορίζει ότι τεκμαίρεται πως ο κάθε συνδικαιούχος δικαιούνται να αναλάβει εξίσου το περιεχόμενο του κατατεθειμένου ποσού. Αυτό σημαίνει πως όποιος επικαλείται διαφορετική αναλογία ή πλήρη έλλειψη δικαιώματος αναγωγής οφείλει να την αποδείξει.

Ένα συχνό παράδειγμα στο οποίο δημιουργείται πρόβλημα στην πράξη είναι η προσθήκη κάποιου νεαρού συγγενή ως συνδικαιούχου από ηλικιωμένα πρόσωπα με σκοπό να διευκολύνονται οι συναλλαγές τους και διάφορες γραφειοκρατικές εργασίες. Στην περίπτωση αυτή είναι καλό, τουλάχιστον, να δημιουργείται ένας νέος λογαριασμός, όπου δεν θα συγκεντρώνεται μεγάλος μέρος των αποταμιεύσεων, αλλά μονάχα εκείνα τα ποσά που είναι απαραίτητα για τις τρέχουσες ανάγκες.

Δ.6. Οι τραπεζικές θυρίζες

Οι τραπεζικές θυρίδες μισθώνονται μονάχα σε ένα πρόσωπο (πελάτη της τράπεζας), ο οποίος έχει την κατοχή της αποκλειστικά. Ο μισθωτής της θυρίδας, όμως, μπορεί να ορίζει συνδικαιούχους ή αντιπροσώπους/πληρεξουσίους, οι οποίοι έχουν πρόσβαση στο περιεχόμενο της θυρίδας όσο ο μισθωτής βρίσκεται εν ζωή.

Ο αντιπρόσωπος θα πρέπει κάθε φορά να επιδεικνύει το πληρεξούσιο που έχει λάβει από τον μισθωτή της θυρίδας. Οι τράπεζες, όμως, εκ των προτέρων αποποιούνται κάθε ευθύνη είτε για την πλαστογράφηση της υπογραφής του μισθωτή είτε για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας, η οποία έγινε χωρίς να ενημερωθούν.

Στην πράξη επισημαίνουμε πως επειδή το περιεχόμενο της θυρίδας είναι μυστικό είναι πολύ δύσκολο οι ενέργειες των συνδικαιούχων ή πληρεξουσίων να ελεγχθούν και να ασκηθούν σχετικές αξιώσεις εναντίον τους δικαστικά, αν υπάρξει ανάγκη.

Αντί επιλόγου

Συνοψίζοντας, λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η ενδελεχής συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, η ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης και η έγκαιρη επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο είναι κομβικής σημασίας για την υπεράσπιση των συμφερόντων σας σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Σε περίπτωση που χρειάζεστε νομική καθοδήγηση, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Προσωρινή διαταγή και δικαστικός αιφνιδιασμός

Η βραδύτητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης καθιστά συχνά αναγκαία την αναζήτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Στα δικαστήρια, όμως, ειδικά των μεγάλων πόλεων, ο προσδιορισμός της συζήτησης των αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και η έκδοση αποφάσεων επί αυτών να λαμβάνουν χώρα ορισμένους μήνες μετά την αίτηση.

Για τον λόγο αυτό συνηθίζεται στις αιτήσεις για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων να περιλαμβάνεται και αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής με σκοπό την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων. Για παράδειγμα με προσωρινή διαταγή μπορεί να ρυθμιστεί προσωρινά η επιμέλεια ενός ανηλίκου τέκνου, η διατροφή του, αλλά και η παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στον γονέα εκείνο, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου.

Η κοινωνική αναγκαιότητα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι δεδομένη, καθώς  το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία προϋποθέτει ότι πρέπει να υφίστανται τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση σοβαρών και άλλως αναπότρεπτων κινδύνων.

Από την άλλη, όμως, επισημαίνεται πως μια δικαστική κρίση, η οποία λαμβάνεται ταχύτατα και, συχνά, χωρίς την ακρόαση μαρτύρων ή την ενδελεχή μελέτη εγγράφων, δεν φέρει τα απαραίτητα εχέγγυα ορθότητας. Επιπλέον, ενδέχεται να γίνει κατάχρηση του θεσμού από τον αιτούντα, που αποσκοπεί στον δικαστικό αιφνιδιασμό του  αντιδίκου του και στην δημιουργία τετελεσμένων.

Πράγματι πολλές φορές ο καθ’ ού η αίτηση για χορήγηση προσωρινής διαταγής κλητεύεται προ ελαχίστων ημερών ή και ωρών για να εμφανιστεί στο γραφείο του αρμοδίου Δικαστή και έχει ελάχιστο χρόνο προκειμένου να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά μέσα και να προετοιμάσει την άμυνά του.

Νομικές δυνατότητες άμυνας υπάρχουν κατά του καταχρηστικού δικαστικού αιφνιδιασμού, αλλά είναι απαραίτητο και οι ίδιοι οι Δικαστές να έχουν συνείδηση της ευθύνης τους και να με προσοχή να εξετάζουν τις αιτήσεις, που έρχονται ενώπιων τους, προκειμένου να χορηγούν προσωρινή διαταγή μονάχα στις περιπτώσεις  εκείνες, που υφίσταται ένας πραγματικός κίνδυνος, αλλά και επαρκή στοιχεία για την πιθανολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών του αιτούντος.

Διαφωνία γονέων ως προς την επιλογή σχολείου

Τον τελευταίο καιρό έχει εκδοθεί ένας σημαντικός αριθμός δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις εύλογες επιθυμίες των εβρισκόμενων σε διάσταση ή των διαζευγμένων γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, έχοντας ως ως γνώμονα τα βέλτιστα συμφέροντά των τελευταίων. Μια τέτοια απόφαση είναι και η ΜΠρΑθ 4711/2016 (Ελληνική δικαιοσύνη 2017, σελ.1128 επ. με σημείωμα Γ. Βαλμαντώνη.), η οποία θίγει το μείζον ζήτημα της επιλογής του κατάλληλου εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Κατά πάγια νομολογία, όταν η επιμέλεια ενός ανηλίκου τέκνου, έχει ανατεθεί, σε περίπτωση διάστασης των γονέων, με δικαστική απόφαση σε ένα από τους γονείς, τότε αυτός έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει μόνος του, για τα τρέχοντα και καθημερινά μόνο θέματα, που σχετίζονται με την επιμέλεια του τέκνου, και όχι για εκείνα που από τη φύση τους είναι κρίσιμα για τη ζωή του (όπως η ονοματοδοσία, η επιλογή αναδόχου, η επιλογή θρησκεύματος, μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση, η αλλαγή σχολείου κ.α.)

Γι’ τα παραπάνω δεν είναι αρκετή, η απόφαση του ενός από τους γονείς. Και τούτο γιατί, και αν ακόμα η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει τεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας, η λήψη της απόφασης επί των πιο σοβαρών ζητημάτων.

Κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής τους στο δικαστήριο είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που συνίσταται στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα (ΑΠ 317/2015).

Σημειώνεται πως η εγγραφή σε ένα ιδιωτικό σχολείο, σε αντίθεση με την εγγραφή σε ένα δημόσιο σχολείο, δεν θεωρείται «τρέχον θέμα» και έτσι απαιτείται η συγκατάθεση αμφοτέρων των γονέων.  Η εξεταζόμενη περίπτωση, όμως, είχε την ιδιαιτερότητα πως υπήρξε διαφωνία των γονέων ως προς την επιλογή όχι μεταξύ ένος δημοσίου και ενός ιδιωτικού σχολείου, αλλά μεταξύ δύο ιδιωτικών σχολείων. Η μητέρα επιθυμούσε την συνέχιση της φοίτησης του τέκνου σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, στο οποίο ήταν ήδη εγγεγραμμένο, με βασική την αγγλική γλώσσα και με προσανατολισμό ακαδημαϊκών σπουδών σε ιδρύματα του εξωτερικού, ενώ ο πατέρας επιθυμούσε την εγγραφή του τέκνου του σε ιδιωτικό σχολείο, το οποίο θα ακολουθεί το ελληνικό πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας, που θα επιτρέπει τη δυνατότητα συμμετοχής στις πανελλήνιες εξετάσεις.

Το Δικαστήριο με γνώμονα την διασφάλιση της σταθερότητας στις συνθήκες ανάπτυξής του ανηλίκου και την αρμονική ένταξή, προσαρμογή και ανταπόκρισή του στο σχολικό περιβάλλον αποφάσισε πως την συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν θα εξυπηρετείτο το συμφέρον της ανήλικης με τη λήψη αποφάσεως περί νέας μεταβολής στο σχολικό της περιβάλλον, ιδίως ενόψει της αναστάτωσης που είχε βιώσει λόγω της διαφωνίας των γονέων της ως προς το θέμα αυτό.

Δέχτηκε, όμως, την διεύρυνση της επικοινωνίας της ανήλικης με τον πατέρα της, προκειμένου αυτός να ενισχύει τη διδασκαλία των νέων και αρχαίων ελληνικών στο τέκνο του.  Η ενίσχυση αυτή κρίθηκε προς το συμφέρον της, καθώς διευρύνει το πεδίο των εκπαιδευτικών επιλογών της και ενισχύει την αρμονικότερη ένταξή της στην ελληνική κοινωνία.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε πως ο πατέρας έχει ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με την κόρη του, το οποίο πηγάζει ευθέως από το νόμο (άρθρο 1520 ΑΚ), και πως υφίστατο επείγουσα περίπτωση, που επέτασσε η διάρκεια της να διευρυνθεί από το Δικαστήριο. Για να καταλήξει στην παραπάνω απόφαση έλαβε υπόψη πρωτεύοντος το βέλτιστο συμφέρον της ανήλικης, όπως, αναλύθηκε παραπάνω, και επικουρικά την προοπτική ενίσχυσης και εμβάθυνσης της επικοινωνίας με τον πατέρα της μέσω της ελληνικής παιδείας και ειδικότερα της κατανόησης της ελληνικής γλώσσας, παράδοσης και ιστορίας.

Προσωρινή διαταγή αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικής απαιτήσεως

Το δικηγορικό μας γραφείο πέτυχε στις 20 Ιουλίου 2017, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, την έκδοση προσωρινής διαταγής αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικής απαιτήσεως, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρότι φαινομενικά αυτή η δικονομική δυνατότητα έχει καταργηθεί στον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Θεωρούμε, πως η νομολογιακή αυτή εξέλιξη είναι πολύ σημαντική, ειδικά ενόψει του κύματος αναγκαστικών εκτελέσεων, που πρόκειται να ξεκινήσει από τις τράπεζες το προσεχές φθινόπωρο.

Ως γνωστόν οι προσωρινές διαταγές δεν φέρουν ιδιαίτερη αιτιολογία. Παρατίθεται, λοιπόν, το σχετικό τμήμα της αίτησης αναστολής και η θετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου:

Επειδή, σύμφωνα με την υπ’ αρίθμ. 11/2017 απόφαση του Α2′ Τμήματος του Αρείου Πάγου (ως Συμβουλίου), παρά την νομοθετική κατάργηση της δικονομικής δυνατότητας αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσως επί χρηματικών απαιτήσεων, από τον νόμο 4335/2015, είναι δυνατόν να ζητηθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσως αυτού του είδους με την μορφή της προσωρινής ρύθμισης της καταστάσεως, κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ.

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι να υπάρχει βάσιμος λόγος ανακοπής κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και να πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής.

Eν προκειμένω, η ανωτέρω ανακοπή μου θα ευδοκιμήσει οπωσδήποτε, αφού οι λόγοι αυτής είναι νόμιμοι και βάσιμοι και αποδεικνύονται παραχρήμα.

Περαιτέρω, μόλις ευδοκιμήσει η ανωτέρω ανακοπή μου, υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη η αξίωσή μου για αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω της αφερεγγυότητας του αντιδίκου μου και της κακής του πίστης, την οποία λεπτομερώς τεκμηριώνω στο δικόγραφο της ανακοπής μου.

Επιπλέον, είναι απόλυτα βέβαιο, ότι ο αντίδικος θα επιδιώξει την κατάσχεση των τραπεζικών μου λογαριασμών, η οποία θα λάβει χώρα άμεσα, μόλις δηλαδή παρέλθουν οι τρεις εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της από 13-7-2017 επιταγής του προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθμ. 290/2015, προσωρινώς εκτελεστής, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τακτικής Διαδικασίας), εξέλιξη η οποία θα με καταστρέψει οικονομικά, αναγκάζοντάς με ουσιαστικά να κλείσω την επιχείρησή μου, καθώς ως επιχειρηματίας έχω απόλυτη ανάγκη να προβαίνω σε καθημερινές συναλλαγές μέσω του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή να προβαίνω αφ’ ενός σε εισπράξεις για την πώληση των προϊόντων μου και την παροχή των υπηρεσιών μου και να ικανοποιώ αφ’ ετέρου τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις μου προς τους προμηθευτές μου, το Δημόσιο, τον ΕΦΚΑ, τις ΔΕΚΟ, τους εργαζόμενους της επιχειρήσεώς μου κλπ. Από την ενέργεια αυτή του καθού δεν μπορώ να προστατευτώ μονάχα με την ήδη ασκηθείσα ανακοπή μου, καθώς αυτή θα εκδικασθεί αρκετούς μήνες μετά και απόφαση επ’ αυτής θα εκδοθεί πολύ αργότερα, όπως προκύπτει από την κοινή λογική, αλλά και την εμπειρία ενός μέσου νομικού.

Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί, ότι η συζήτηση της ανακοπής μου προσδιοριζόταν εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η επ’ αυτής απόφαση δημοσιευόταν εντός άλλων εξήντα (60) ημερών από τη συζήτηση, σύμφωνα με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πάλι η από 18-7-2017 ασκηθείσα ανακοπή μου δεν θα αρκούσε για να με προστατεύσει, αφού, όπως ήδη προανέφερα, η κατάσχεση των Τραπεζικών μου Λογαριασμών θα γίνει άμεσα, μόλις δηλαδή παρέλθουν οι τρεις εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της από 13-7-2017 επιταγής του προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθμ. 290/2015, προσωρινώς εκτελεστής, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (Τακτικής Διαδικασίας).

Έτσι, παρότι η βασιμότητα των λόγων της ανακοπής μου είναι προφανής, αν δεν διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής σε βάρος μου εκτέλεσης, θα μείνω απροστάτευτος δικαστικά για μακρότατο χρονικό διάστημα και θα καταστραφώ οικονομικά. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο και με την συνταγματική επιταγή του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για παροχή έννομης προστασίας, η οποία κατά την κρατούσα θεωρία στο πεδίο του συνταγματικού δικαίου περιλαμβάνει και την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, αφού ο σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη είναι η παροχή αποτελεσματικής έννομης προστασίας και η μη δημιουργία παγιωμένων καταστάσεων, οι οποίες εκ των υστέρων θα είναι αδύνατον να ανατραπούν προς όφελος εκείνου, που επιτυχώς άσκησε ένα ένδικο μέσο ή βοήθημα.

θετική απόφαση

ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Εξαιτίας της μεγάλης αναγνωσιμότητας της αρχικής μας ανάρτησης, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να την ανανεώσουμε καταγράφοντας τις πρόσφατες νομολογιακές και θεωρητικές εξελίξεις στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Συγκεκριμένα παρά τις μεμονωμένες και λίγες στον αριθμό, αρνητικές δικαστικές αποφάσεις (Βλ. μ.α. ΜΠρΛαμ 223/2016, ΤΝΠ Νόμος) στην θεωρία φαίνεται να επικρατεί η άποψη πως ο νομοθέτης με την κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ δημιούργησε ένα ακούσιο κενό, έχοντας, ίσως, στο μυαλό του μονάχα την περίπτωση της έμμεσης εκτελέσεως μέσω κατασχέσεως και πλειστηριασμού.

Η προσωρινή δικαστική προστασία, όμως, είναι δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ και ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να αποκλείσει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων από τα δικαστήρια. Δογματικά, μετά την κατάργηση της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 938 ΚΠολΔ, δεν φαίνεται να υπάρχουν εμπόδια για την αποδοχή της εφαρμογής του άρθρου 731 ΚΠολΔ προκειμένου να χορηγείται αναστολή μέσω της “ρύθμισης της κατάστασης”. (Ιωάννα Κουκουράκη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Οι αλλαγές που επέφερε στην πολιτική δικονομία ο ν. 4335/2015, Ελληνική Δικαιοσύνη 2017, σελ. 1024.)

Μια διαφορετική αντίληψη εκφράστηκε στην υπ’ αρίθμ. 28/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας (Νομικό Βήμα 2017, σελ. 365), η οποίο έκανε δεκτή την εφαρμογή του άρθρου 937 παρ.1γ’ για την άμεση εκτέλεση.

Επιπλέον το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με την υπ’ αρίθμ. 58/2017 απόφασή του (Ελληνική Δικαιοσύνη 2017, σελ. 1134 επ. με παρατηρήσεις Α.Π. Πανταζόπουλου) έκανε δεκτό πως η συστηματική- τελολογική ερμηνεία του άρθρου 937 παρ.1γ’ καθιστά περιττή την προσφυγή στον θεσμό της προσωρινής ρύθμισης της καταστάσεως. Αναφέρει, μάλιστα, πως σε σχέση με την τελευταία υφίστανται δογματικά προβλήματα σχετικά με τον χαρακτηρισμό της ως γνησίου ασφαλιστικού μέτρου και συνεπώς με την δυνατότητα εφαρμογής της στην εξεταζομένη περίπτωση).

Την ίδια άποψη εκφράζει και ο καθηγητής Γ. Ορφανίδης στην μονογραφία του «Η αναστολή εκτελέσεως για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μετά το ν. 4335/2015», εκδόσεις Σάκκουλα 2017.

Διατάραξη κοινής ησυχίας

Το παρακάτω άρθρο επικαιροποιήθηκε και για λόγους διευκόλυνσης διακρίνεται σε τρία μέρη: α) Το νομικό πλαίσιο για τις ώρες κοινής ησυχίας β) Η συγκέντρωση αποδεικτικών μέσων και γ) Η νομολογία των δικαστηρίων: προστασία νομής και κυριότητας, προστασία προσωπικότητας.

Τηλέφωνο: 210 88 41 404, Fax: 210 82 52 757

3ης Σεπτεμβρίου 51 – 10433 Αθήνα

mail to: pikramenoslaw@gmail.com

Για επείγουσες υποθέσεις οποιαδήποτε ημέρα και ώρα μπορείτε να μας στέλνετε τα στοιχεία επικοινωνίας σας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Το νομικό πλαίσιο για τις ώρες κοινής ησυχίας

Οι ώρες κοινής ησυχίας προσδιορίζονται στο Αστυνομικό Διάταγμα 3/1996, ως εξής: Κατά τη θερινή περίοδο από 15.00 έως 17.30 και από 23.00 έως 07.00. Κατά τη χειμερινή περίοδο από 16.30 ως 17.30 και από 22 00 έως 07.30.  Ως θερινή περίοδος λογίζεται το χρονικό διάστημα από την 1η Απριλίου έως, την 30η Σεπτεμβρίου και ως χειμερινή το χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου έως την 31η Μαρτίου.

Κατά την διάρκεια των ωρών κοινής ησυχίας υπάρχουν συγκεκριμένες απαγορεύσεις στο άρθρο 1 του εν λόγω Αστυνομικού Διατάγματος, που έχουν ως στόχο την αποτροπή ορισμένων θορυβωδών καταστάσεων. Πέραν, όμως, των απαγορεύσεων αυτών στο άρθρο 2 προσδιορίζονται ορισμένοι κανόνες, που ισχύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται η υποχρέωση των κατόχων κατοικιδίων ζώων ή πτηνών να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο, ώστε αυτά να μην διαταράσσουν με οποιοδήποτε τρόπο την ησυχία των περιοίκων.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4039/2012 επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε κατοικία. Στις πολυκατοικίες, που αποτελούνται από δύο διαμερίσματα και πάνω, επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε διαμέρισμα με την προϋπόθεση ότι αυτά: α) διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους ή τον κάτοχο τους, β) δεν παραμένουν μόνιμα στις βεράντες ή στους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος, γ) η παραμονή στα διαμερίσματα πολυκατοικιών τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων ευζωίας, των υγειονομικών διατάξεων και των αστυνομικών διατάξεων περί κοινής ησυχίας και δ) έχουν ελεγχθεί ηλεκτρονικά, έχουν σημανθεί, καταγραφεί και φέρουν βιβλιάριο υγείας. Επιτρέπεται, επίσης. η διατήρηση ζώων συντροφιάς, που έχουν σημανθεί και καταχωρισθεί νομίμως και φέρουν βιβλιάριο υγείας, στις μονοκατοικίες με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καλής μεταχείρισης και ευζωίας των ζώων, καθώς και οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας.

Προσθήκη (19-11-2019) – άρθρο 10 του Νόμου 4637/2019 – Διατάραξη ησυχίας/ επαναφορά ποινικής διάταξης

Όλες οι παραβάσεις των προεδρικών διαταγμάτων της παραγράφου 1 περίπτωση α΄ του άρθρου 12 του ν. 1481/1984 και των αστυνομικών διατάξεων της παραγράφου 3 εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου τιμωρούνται με φυλάκιση έως πέντε μηνών ή χρηματική ποινή έως εκατόν πενήντα ημερήσιες μονάδες.

Προσθήκη (29-9-2021) – Π.Δ 1180/ 81 (Φ.Ε.Κ 293/ Α / 6.10.1981)

Επειδή πρόκειται για ένα ερώτημα, το οποίο μας τίθεται συχνά, διευκρινίζουμε ότι ειδικά για τον θόρυβο, ο οποίος προέρχεται από μηχανολογικές εγκαταστάσεις εφαρμόζεται και το Π.Δ 1180/ 81 ως εξής:

Ανώτατο Επιτρεπόμενο Όριο Θορύβου σε dBA

     ————————————————————

  1. Νομοθετημέναι Βιομηχανικαί Περιοχαί  70
  1. Περιοχαί εις ας το επικρατέστερον

στοιχείον είναι το βιομηχανιχόν           65

  1. Περιοχαί εις ας επικρατεί εξ ίσου το

βιομηχανικόν και αστικόν στοιχείον     55

  1. Περιοχαί εις ας επικρατεί το αστικόν

στοιχείον                                                 50

————————————————————

Δια  τας εγκαταστάσεις, τας ευρισκομένας εν επαφή μετά κατοικουμένων κτισμάτων, το ανώτατον επιτρεπόμενον όριον θορύβου καθορίζεται εις  45 dBA,  ανεξαρτήτως  της  περιοχής  εις  ην  ευρίσκεται  η εγκατάστασις, μετρούμενον εντός του κατουκουμένου κτίσματος με  ανοικτάς  θύρας  και παράθυρα.

Η συγκέντρωση αποδεικτικών μέσων

Εφόσον τα παραπάνω δεν τηρούνται ο κάθε θιγόμενος πολίτης έχει δικαίωμα καταγγελίας στην αστυνομία, η οποία υποχρεούται να έρθει και να καταγράψει το συμβάν. Εξαιτίας, όμως, του μεγάλου φόρτου εργασίας πολλών αστυνομικών τμημάτων συχνά η ανταπόκριση των αρχών είναι καθυστερημένη ή πλημμελής. Επιπλέον, όταν η πηγή του θορύβου δεν είναι σταθερή (λχ ένα μηχάνημα εργοστασίου), αλλά παροδική (λχ το γάβγισμα ενός σκύλου), ενδέχεται να έχει πλέον παύσει όταν φτάσει η αστυνομία.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ιδιοκτήτης του βλαπτομένου ακινήτου έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε επαγγελματία ιδιώτη, προκειμένου ο τελευταίος να πραγματοποιήσει μετρήσεις θορύβων με ηχόμετρο, με τις οποίες μπορεί να ελεγχθεί εάν υπάρχουν θόρυβοι που διαταράσσουν την φυσιολογική ροή της διαβίωσης. Για το σκοπό αυτό γίνονται ενδεικτικά οι ακόλουθες μετρήσεις:

  1. Μέτρηση του θορύβου του περιβάλλοντος σε κατάσταση ησυχίας.
  2. Μέτρηση του θορύβου του περιβάλλοντος σε κατάσταση αυξημένης περιβαλλοντολογικής ακουστικής ρύπανσης (συνθήκες καθημερινής ζωής).
  3. Μέτρηση του θορύβου του περιβάλλοντος, μαζί με το θόρυβο εκείνο που προκαλείται από την πηγή της διατάραξης της νομής (λχ γαύγισμα σκύλου).

Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να διακριβωθεί εάν ο στιγμιαίος ή συνεχής θόρυβος είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο, πόσο διαρκεί και πόσο συχνά επαναλαμβάνεται. Επισημαίνεται πως με τη μέθοδο αυτή είναι δυνατόν να καταγραφούν και ορισμένοι θόρυβοι, οι οποίοι αν και στιγμιαίοι, είναι εξαιρετικά δυνατοί και ως εκ τούτου επιβαρυντικοί για την ψυχική γαλήνη του ανθρώπου.

Η νομολογία των δικαστηρίων: Προστασία νομής και κυριότητας, προστασία προσωπικότητας

Το άρθρο 57 ΑΚ ορίζει ότι: “Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον….”

Το άρθρο 1003 ΑΚ ορίζει ότι “Ο κύριος ακινήτου έχει υποχρέωση να ανέχεται την εκπομπή καπνού, αιθάλης, αναθυμιάσεων, θερμότητας, θορύβου, δονήσεων ή άλλες παρόμοιες επενέργειες που προέρχονται από άλλο ακίνητο, εφόσον αυτές δεν παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του ή προέρχονται από χρήση συνήθη για ακίνητα της περιοχής του κτήματος από το οποίο προκαλείται η βλάβη. ”

Από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ, όπως δέχεται παγίως ο Άρειος Πάγος, συνάγεται ότι η εκπομπή θορύβου από ακίνητο που παραβλάπτει σημαντικά τη χρήση άλλου ακινήτου από τον κύριο τούτου, όπως μπορεί να συμβαίνει αν καθιστά το ακίνητο τούτο ανθυγιεινό, είναι πράξη παράνομη και γι’ αυτό δεν έχει υποχρέωση ο κύριος αυτού να την ανέχεται, εφόσον δεν πρόκειται για χρήση συνήθη για τα ακίνητα της περιοχής του ακινήτου από το οποίο προέρχεται η βλάβη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον προσβολέα να μην επαναληφθεί η προσβολή στο μέλλον.

Όσον αφορά την έννοια της συνήθους χρήσης, κατά το άρθρο 1003 ΑΚ, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 66/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κω, αναφέρονται τα εξής: «…Η έννοια της συνήθους χρήσεως (1003 ΑΚ) ή ενοχλήσεως δεν είναι στατική και διαρκώς εξελίσσεται και μάλιστα όλο και ευρύτερα λόγω της διαρκώς εξελισσομένης, με παντοειδή επιβάρυνση, κοινωνικής ζωής. Και φυσικά το κοινωνικό άτομο προσπαθεί να γίνει πιο ανεκτικό στις παραπάνω εντεινόμενες καθημερινές προσβολές από τα διάφορα εξωγενή ερεθίσματα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο καθημερινός βιολογικός ρυθμός της ζωής (σιρκάδιος ρυθμός) πρέπει να διαταράσσεται. Αντίθετα ο ρυθμός αυτός πρέπει αφ’ ενός μεν να βρίσκεται σε ανεκτά όρια λειτουργίας του, αφετέρου δε να χαλαρώνει δια της καθ` οιονδήποτε τρόπον αναπαύσεως του ανθρώπου. Η ανάπαυση είναι ανάγκη φυσική-βιολογική και επιτυγχάνεται με την με οποιονδήποτε τρόπο ησυχία του ατόμου όταν απαιτείται. Γι’ αυτό και η τελευταία αποτελεί προστατευόμενο έννομο αγαθό μια και είναι το προπύργιο της ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου. (Εισήγηση Δ. Ντόζη στη φιλοσοφία του Ποινικού Δικαίου του μεταπτυχιακού τμήματος Ποινικ. Επιστήμης Πανεπ/μίου Θεσ/νίκης 1984 «Η κοινή ησυχία». Επίσης βλ. την υπ` αριθ. 95/1964 Πταισματοδικείου Σκοπέλου του ιδίου, Ποιν. Χρονικά ΙΕ`/1965, 1376/1988 Ειρ.Θεσ. NOMOΣ)…».-

Σύμφωνα με το άρθρο 15 αριθ. 3 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων υπάγονται, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και οι διαφορές που προκύπτουν από το άρθρο 1003 ΑΚ. Επίσης, σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας τα δικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου μπορούν να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας καταστάσεως. Μεταξύ άλλων, λοιπόν, το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την ενέργεια ή παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι η προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως ως ασφαλιστικό μέτρο χωρεί  όσες φορές από το γειτονικό ακίνητο εκπέμπονται επί παραδείγματι θόρυβος και δυσάρεστες μυρωδιές, που παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση άλλου ακινήτου.

Στις περιπτώσεις δε αυτές που οι επενέργειες ή οι εκπομπές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει το άρθρο 1003 ΑΚ, υπάρχει και διατάραξη της νομής του ιδιοκτήτη του βλαπτομένου ακινήτου, ο οποίος δικαιούται να εγείρει την αγωγή διαταράξεως της νομής (989 ΑΚ). Ο ιδιοκτήτης του βλαπτομένου ακινήτου δικαιούται αντίστοιχα να εγείρει την αγωγή διαταράξεως της κυριότητας (1108 ΑΚ).

Μάλιστα, όσον αφορά στη διατάραξη της νομή του βλαπτομένου ακινήτου, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 135/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών αναφέρονται τα εξής: «…Σύμφωνα με το άρθρο 989 ΑΚ, ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα, έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσική εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διαρκή ή παροδικό χαρακτήρα, που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή και με την οποία ανατρέπεται η ήσυχη και ειρηνική απόλαυση της νομής, συνιστά δε μερική προσβολή, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη, είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως…».-

Σημειώνεται ότι η αγωγή διαταράξεως της νομής, εγγράφεται υποχρεωτικώς στα βιβλία διεκδικήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 220 ΚΠολΔ, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως (βλ. 247/2013 ΜΠΡ ΑΘ).-

Παραδείγματα αποφάσεων ειρηνοδικείων επί ασφαλιστικών μέτρων σε περιπτώσεις προσβολής της νομής υπάρχουν άφθονα. Σε περίπτωση, που ο καθού πιθανολογήθηκε πως διαταράσσει τη νομή του αιτούντος στο ακίνητό του, αφήνοντας ανεπιτήρητα τα ζώα του να εισέλθουν και να προκαλέσουν καταστροφές εντός του ξένου ακινήτου, το Δικαστήριο τον υποχρέωσε να επιτηρεί τα ζώα του, ώστε να αποφευχθεί κάθε περαιτέρω διατάραξη της νομής. (Ειρ.Ρόδου 6/2002). Επίσης, σε περίπτωση που ο καθού πιθανολογήθηκε πως διατηρεί επτά σκύλους στην κατοικία του, οι οποίοι γαύγιζαν συνεχώς προκαλώντας ασταμάτητα υπερβολικό θόρυβο και κατά τις ώρες της κοινής ησυχίας, που υπερβαίνει κατά πολύ τα θεμιτά όρια, υποχρεώθηκε να τους απομακρύνει από την οικία και τον κήπο του (Ειρ.Αμαρουσίου 246/2013).

Σημειώνεται ότι, στις περιπτώσεις που διατηρείται κατοικίδιο σε ανοιχτούς χώρους μονοκατοικιών, πρέπει να υπάρχει πρόνοια για ηχομόνωση ή άλλου τύπου προστασία. Μάλιστα, η υπ’ αριθμ. 66/2016 Ειρ Κω δέχτηκε ότι: «…Ο σκύλος αυτός διαμένει στην αυλή της οικίας που διαμένει ο καθ’ ου η αίτηση σε ανοιχτό μέρος, χωρίς καμία πρόνοια για ηχομόνωση ή άλλη προστασία. Το μέρος είναι περίκλειστο μόνο από τσιμεντένια περίφραξη. Το ανωτέρω σκυλί καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της ημέρας και ιδίως της νύχτας, γαβγίζει συνεχώς…». Παρομοίως, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 494/2014 ΕιρΧΑΝ, αναφέρεται ότι: «…Εντός της ιδιοκτησίας του καθ’ ου και στο νοτιοανατολικό τμήμα αυτής, ο καθ’ ου τοποθέτησε το καλοκαίρι του 2012, πέντε σκύλους σε ανοιχτό μέρος, χωρίς καμία πρόνοια για ηχομόνωση ή άλλη προστασία…».-

Εκτός των άλλων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ζήτημα αν κάποια ουσιώδης επενέργεια είναι συνήθης για τα ακίνητα της περιοχής του βλάπτοντος κτήματος κρίνεται από τη φύση του και την τοποθεσία που αυτό βρίσκεται. Μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία έχει το κατοικήσιμο ή μη της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο. Ειδικότερα, η υπ’ αριθμ. 66/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κω δέχτηκε ότι: «…Εξάλλου, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ανωτέρω κατάσταση με το σκυλί είναι συνηθισμένη στην περιοχή του βλάπτοντος ακινήτου, καθ΄ όσον τούτο βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή και όχι σε περιοχή που δέχεται κάποια επιβάρυνση από άλλες παρόμοιες καταστάσεις…» Η εν λόγω απόφαση έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και υποχρέωσε τον καθ’ ου η αίτηση: «…όπως εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της παρούσης, α) να άρει την προσβολή του δικαιώματος νομής της αιτούσης με την οριστική και ασφαλή απομάκρυνση του σκύλου που έχει τοποθετήσει και διατηρεί στον αύλειο χώρο του της γειτονικής οικίας που διαμένει ο καθ’ ου ……., σε άλλο προσφορότερο μέρος, και να παραλείψει κάθε διατάραξη στο μέλλον και β) σε περίπτωση που επιθυμεί να διατηρεί σκύλο στην οικία που διαμένει να προβεί σε όλες τις απαραίτητες κατασκευές για την κατάλληλη και περίκλειστη διαμόρφωση χώρων για την άνετη και ασφαλή διαβίωση των σκυλιών κατά τα οριζόμενα στη κείμενη Νομοθεσία, υπό τον όρο να μην διαταράσσεται η νομή της αιτούσης στην ιδιοκτησία της…».-

Στην ίδια κρίση κατέληξε και η υπ’ αριθμ. 135/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε τους καθ’ ων η αίτηση: «…να απομακρύνουν εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της παρούσας απόφασης, το σκύλο τους, από το μπαλκόνι της κουζίνας τους…..να παραλείπουν στο μέλλον κάθε διατάραξη της νομής του αιτούντος στο ως άνω διαμέρισμα του δια βλαπτικών εκπομπών (θορύβων και δυσοσμίας) από την εγκατάσταση και την παραμονή, έστω και ολιγόλεπτη, κατοικίδιου ζώου επί του ως άνω μπαλκονιού της οικίας τους…». Επίσης, η υπ’ αριθμ. 494/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων υποχρέωσε τον καθ΄ου η αίτηση: «…όπως εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την επίδοση σ΄ αυτόν της παρούσης, να άρει την προσβολή του δικαιώματος συννομής των αιτούντων με την οριστική και ασφαλή απομάκρυνση όλων των σκύλων που έχει τοποθετήσει και διατηρεί στον αύλειο χώρο του νοτιοανατολικού τμήματος της ιδιοκτησίας του, σε άλλο προσφορότερο, ευρισκόμενο σε εύλογη απόσταση από το τελευταίο αυτό τμήμα και να παραλείψει κάθε διατάραξη στο μέλλον με την εγκατάσταση σκύλων ή άλλων ζώων στον αύλειο χώρο του νοτιοανατολικού τμήματος της ιδιοκτησίας του, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας…».-

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν διαταράσσεται απλώς η νομή και κατοχή, αφού παραβλάπτεται ουσιωδώς η χρήση του βλαπτόμενου ακινήτου, αλλά παραβλάπτεται και το δικαίωμα υγείας του ατόμου (βλ. την 66/2016 Ειρ Κω, η οποία δέχτηκε ότι: «..προσβάλλεται και το δικαίωμα της υγείας αυτής και του συζύγου της, η οποία κλονίζεται, δεδομένου ότι η ανωτέρω φασαρία ενοχλεί οποιονδήποτε υγιή και μέσο άνθρωπο ζει πλησίον του ακινήτου που διαμένει ο καθ’ ου, προκαλώντας άμεση βλάβη της υγείας τους, ώστε να έχει βάσιμο λόγο η αιτούσα να ζητεί την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον…»).-

Τέλος, όσον αφορά στην άσκηση της τακτικής αγωγής του άρθρου 1108 § 1 ΑΚ αυτή ασκείται, όταν η κυριότητα προσβάλλεται μερικώς και όχι ολικώς, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί πάνω στο πράγμα. Συγκεκριμένα, διατάραξη της κυριότητας, όπως δέχεται η νομολογία, αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση κάποιου προσώπου στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας πράγματος, η οποία ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα, διατάραξη της κυριότητας υφίσταται και όταν ο εναγόμενος εμποδίζει τον κύριο του πράγματος στην ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση του πράγματος, στην εκμετάλλευση αυτού και στην απόλαυση ορισμένων εξουσιών, οι οποίες απορρέουν από την κυριότητα επί του πράγματος. Επί παραδείγματι έχει κριθεί ότι προσβολή της κυριότητας συνιστά ο σταβλισμός ζώων σε γειτονικό ακίνητο, χωρίς την τήρηση των κανόνων  υγιεινής και καθαριότητας, με συνέπεια τα εν γένει παράγωγα, απόβλητα και απορρίμματα αυτών να δημιουργούν εστίες μόλυνσης και να αναδύεται έντονη δυσοσμία (Εφ.Λάρισας 449/2011).