Σύντομη επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας οικογενειακού δικαίου, μέρος δεύτερο

ΕφΑθηνών 5887/2018

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε επί του ευαίσθητου ζητήματος της μεταθανάτιας τεχνητής γονιμοποίησης και με την απόφαση του υπερέβη την στενή γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1457 περ. β., σύμφωνα με την οποία η τεχνητή γονιμοποίηση μετά το θάνατο του συζύγου επιτρέπεται μόνο εάν ο τελευταίος είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο σε αυτή. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να επιτραπεί στην αιτούσα, με την παροχή της αιτούμενης άδειας, να προβεί σε τεχνητή (εξωσωματική) γονιμοποίηση μετά το θάνατο του συζύγου της, παρά το γεγονός ότι η συναίνεση του τελευταίου δεν είχε δοθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο άρθρο άρθρο 1457 ΑΚ, αλλά είχε ρητά και εγγράφως εκφραστεί στο έντυπο συγκατάθεσης για κρυοσυντήρηση σπέρματος της Μονάδας Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «…Λαμβανομένων τούτων υπόψη και συγκεκριμένα: α) του θανάτου του συζύγου, β) της αποδεδειγμένης προϋπάρχουσας ασθένειας του συζύγου με κίνδυνο στειρότητας ή κίνδυνο θανάτου, γ) της διακαούς διάθεσης του ζεύγους για απόκτηση τέκνων, δ) της ύπαρξης έγγραφης συναίνεσης του ζεύγους στην κρυοσυντήρηση και κατάψυξη του σπέρματος του συζύγου ακόμη και μετά το θάνατό του, για χρησιμοποίηση σε εξωσωματική γονιμοποίηση με το γεννητικό υλικό της συζύγου, που τέθηκε ενυπόγραφα από τους συζύγους σε προδιατυπωμένο έντυπο του Κέντρου Εξωσωματικής Αθηνών, ενώπιον της μάρτυρος και αρμόδιας υπαλλήλου του Κέντρου ……… και ε) της έλλειψης νομικών γνώσεων των συζύγων, αβίαστα συνάγεται ότι η αληθής βούληση του θανόντος συζύγου της αιτούσας και της ίδιας, ήταν η χρησιμοποίηση των μη αναλωθέντων κρυοσυντηρημένων σπερμάτων του να γίνει και μετά το θάνατό του, οποτεδήποτε ζητηθεί απ’ αυτήν για εξωσωματική γονιμοποίηση με το δικό της γεννητικό υλικό, η δε μη ύπαρξη συμβολαιογραφικού εγγράφου οφείλεται σε δικαιολογημένη άγνοιά τους, προϋπόθεση, την οποία, αν γνώριζαν, είναι βέβαιο ότι θα είχαν τηρήσει…»

ΜΠρΑθηνών 5759/2017 (Ασφ. Μ)

Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκε ότι ο καθ’ ου η αίτηση εμφανίζεται συχνά στον τόπο εργασίας της αιτούσας – πρώην συντροφου του, αλλά και στην κατοικία της, υβρίζοντας αυτήν, καθώς και ότι εμφανίζει εκρήξεις θυμού, τις οποίες μάλιστα εκδηλώνει ενίοτε και ενώπιον του ανηλίκου τέκνου τους. Ανέκυψε επομένως, σύμφωνα με τη δικανική κρίση, επείγουσα ανάγκη προσωρινής ρυθμίσεως της καταστάσεως με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο απαγόρευσε προσωρινά στον καθ’ ου η αίτηση, να προσβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αιτούσα στην προσωπικότητά της καθώς και να την παρενοχλεί στο χώρο της κατοικίας, όσο και στο χώρο της εργασίας της.

ΜΠρΛιβαδιάς 61/2017

Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος – πατέρα με τις ανήλικες θυγατέρες του, ηλικίας 16 και 13 ετών, παρότι εκείνες κατά την επικοινωνία τους με το Δικαστή εξέφρασαν άρνηση να επικοινωνούν μαζί του, χωρίς όμως να του καταλογίζουν αρνητική συμπεριφορά απέναντί τους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο αιτών είναι καλός και υπεύθυνος πατέρας και ενδιαφέρεται για την οικογένεια και τα τέκνα του, και απέδωσε την αρνητική στάση των ανηλίκων τέκνων απέναντι στο πρόσωπό του, στον ψυχολογικό πόλεμο που έχει ανοίξει και εξακολουθεί να μαίνεται μεταξύ των διαδίκων, στην δικαστική διαμάχη από το καλοκαίρι του 2016 την οποία παρακολουθούν τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και με την παρουσία τους στο δικαστήριο, σε συνδυασμό με τον κλειστό χαρακτήρα του αιτούντος. Ειδικότερα, έγιναν δεκτά τα εξής: «…οι ανήλικες θυγατέρες τους, που έχουν ταυτιστεί και λόγω του φύλου τους με την καθ’ ης μητέρα τους, με την οποία έχουν καλή επικοινωνία και της συμπαραστέκονται, απομακρύνθηκαν ψυχικά από τον πατέρα τους, τον οποίο αρνούνται να δουν επειδή τον θεωρούν υπαίτιο για τις μεταξύ τους σχέσεις. Να σημειωθεί ότι ο αιτών είναι υπεύθυνος και καλός πατέρας που ενδιαφέρεται για την οικογένειά του και τα παιδιά του, ωστόσο δεν έχει καταφέρει εν μέσω των προφορικών – συναισθηματικών του προβλημάτων ιδίως στη σχέση του με την καθ’ ης, να βρει δίαυλο επικοινωνίας με τις ανήλικες θυγατέρες τους, οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι είναι ώριμα και συγκροτημένα παιδιά για την ηλικία τους και με καλές επιδόσεις στο σχολείο τους. Παρότι οι τελευταίες εξέφρασαν την άρνησή τους να επικοινωνούν με τον πατέρα τους, δεν είχαν να του καταλογίσουν παρά μόνο την αδυναμία του να «επικοινωνήσει» μαζί τους και να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του γι’ αυτές. Ωστόσο κατά την κρίση του δικαστηρίου η επικοινωνία με τον αιτούντα πατέρα τους θα επηρεάσει θετικά την ομαλή ψυχοπνευματική τους ανάπτυξη και την προσωπικότητά τους και ως εκ τούτου κατά την κρίση του δικαστηρίου πρέπει να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος με τις θυγατέρες του γιατί είναι προς το συμφέρον αυτών. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του…».

Επιπροσθέτως, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι υπήρξε συμβολή του αιτούντος κατά ποσοστό 76% στην αύξηση της περιουσίας της καθ’ ης – εν διαστάσει συζύγου του, που προήλθε από την απόκτηση της κοινής συζυγικής οικίας αποκλειστικά στο όνομά της, και του χορηγήθηκε άδειας εγγραφής δεύτερης προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της καθ’ ης. Στο σκεπτικό της απόφασης σημειώνονται τα εξής: «…Η αξίωση εκ της ΑΚ 1400 πριν από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου αλλά και πριν την παρέλευση τριετίας από το χρόνο διάστασης των συζύγων είναι δικαίωμα το οποίο πηγάζει απευθείας από το νόμο και όχι από δικαιοπραξία και συνεπώς κατά νομική ακριβολογία δεν πρόκειται για δικαίωμα υπό αίρεση δικαίου, το οποίο πριν την αμετάκλητη λύση του γάμου ή την παρέλευση τριετίας από τη διάσταση των συζύγων είναι ανολοκλήρωτο, ατελές και συνεπώς μη δικαστικώς επιδιώξιμο. Έτσι κατ’ αποτέλεσμα πριν συντελεσθούν τα γεγονότα αυτά ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αίρεση δικαίωμα οπότε δεν είναι δυνατόν ο μέλλων δικαιούχος σύζυγος να εγείρει σχετική αγωγή ούτε και με την επίκληση της ΚΠολΔ. Ωστόσο υφίσταται δικαίωμα προσδοκίας το οποίο προστατεύεται και προσωρινώς (βλ. Γεωργίου Ασφαλιστικά Μέτρα II Ερμηνεία κατ’ άρθρο 682 ΚπολΔ σελ 38- 39)…»

ΜΠρΒόλου 147/2018 (Ασφ. Μ.)

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αιτών ζήτησε να ρυθμιστεί προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα τους, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι κατά τους τελευταίους δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες έχει διακοπεί η προσωπική επικοινωνία του αιτούντος με τα τέκνα του, τα οποία έχουν αποξενωθεί από τον πατέρα τους και οι ψυχικοί και συναισθηματικοί δεσμοί τους με αυτόν έχουν διαρραγεί, όπως τούτο διαπιστώθηκε και κατά την επικοινωνία του συγκροτούντος το Δικαστήριο τούτο Δικαστή με τα ανήλικα τέκνα. Υπ’ αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, που κατ’ άρθρο 682 § 1 ΚΠολΔ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αφού από τη διακοπή της επικοινωνίας του αιτούντος με τα τέκνα του παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα (18 και πλέον μηνών), χωρίς ο αιτών να επιδιώξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι η αδικαιολόγητη και μακράς διάρκειας καθυστέρηση άσκησης της υποδηλώνει έλλειψη επείγουσας περίπτωσης (βλ. ΜΠρΘεσ 3086/2016, ΜΠρΠειρ 323/2015 και 2150/2014 τ.ν.π. ΔΣΑ, ΜΠρΡοδ 1447/2007 τ.ν.π. ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε την ανταίτηση της καθής η αίτηση – μητέρας των ανηλίκων τέκνων, την οποία άσκησε προφορικώς στο ακροατήριο, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, και με την οποία ζήτησε, υπό την ιδιότητά της ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, δηλαδή ως νόμιμη εκπρόσωπος αυτών, να της επιδικαστεί προσωρινά διατροφή για λογαριασμό τους. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης σημειώνεται ότι «…στις δίκες επικοινωνίας ανηλίκων, ενάγοντες ή εναγόμενοι (αιτούντες ή καθών) δεν είναι οι ανήλικοι, αφού δεν είναι αυτοί υποκείμενα του επιδίκου δικαιώματος, αλλά ατομικά εκείνοι, οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το εν λόγω δικαίωμα επικοινωνίας, δηλαδή οι γονείς συνήθως των ανηλίκων. Επομένως, στην παραπάνω αίτηση περί επικοινωνίας του αιτούντος με τα ανήλικα τέκνα του, διάδικοι είναι ατομικά ο αιτών πατέρας τους και η καθής μητέρα τους. Στην υπό κρίση ανταίτηση όμως της καθής κατά του αιτούντος περί επιδικάσεως προσωρινής διατροφής για τα ανήλικα τέκνα τους, υπό την ιδιότητα αυτής ως έχουσας την επιμέλεια αυτών, ήτοι ως νομίμου εκπροσώπου τους, διάδικοι είναι τα ανήλικα τέκνα, τα οποία απλώς εκπροσωπούνται από την καθής – ανταιτούσα, και ο αιτών – καθού η ανταίτηση…» Συνεπώς, το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω ανταίτηση ως απαράδεκτη, διότι δεν υφίσταται η επιβαλλόμενη ταυτότητα προσώπων αιτήσεως και ανταιτήσεως για την άσκηση της τελευταίας.(Δ. Κράνης, Ζητήματα ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ΝοΒ 2015, ιδίως σελ. 1435-1436, όπου και παραπομπές στη νομολογία και θεωρία).

ΜΠρΑθηνών 3424/2018 (Ασφ. Μ.)

Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε επί της αιτήσεως του μη έχοντος την επιμέλεια πατέρα του ανηλίκου τέκνου, για παράδοση του διαβατηρίου του τελευταίου, κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, προκειμένου να μεταβεί κατά το διάστημα της επικοινωνίας του με το τέκνο στο εξωτερικό για ταξίδι αναψυχής. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών έχει προγραμματίσει ταξίδι στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Euro Disney – Disneyland, μαζί με την ανήλικη κόρη του, κατά τις θερινές διακοπές και δη κατά την περίοδο από 17 Αυγούστου έως 1 Σεπτεμβρίου του έτους 2018, ήτοι σε ημέρες κατά τις οποίες έχει δικαίωμα, με βάση την υπ’ αριθμ. 466/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι : “…Δεν συντρέχει κανένας απολύτως κίνδυνος για το ανήλικο τέκνο από τη μετάβασή του με τον πατέρα του στην πόλη του Παρισιού, προκειμένου να επισκεφθεί τον ως άνω προορισμό, ο οποίος, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί πόλο έλξης πολλών παιδιών στην ηλικία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Άλλωστε, δεν πιθανολογήθηκε ότι υπάρχει οποιαδήποτε απαγόρευση στον αιτούντα πατέρα να μεταβεί με το ανήλικο τέκνο του στο εξωτερικό, ενώ με την ως άνω απόφαση με την οποία ορίσθηκε το δικαίωμα επικοινωνίας δεν ορίσθηκε κάποιος συγκεκριμένος τόπος ως τόπος όπου θα πραγματοποιείται η εν λόγω επικοινωνία. Σε κάθε δε περίπτωση αποτελεί δικαίωμα του δικαιούχου της επικοινωνίας γονέα να εκτελέσει αυτήν σε οποιονδήποτε τόπο, εφόσον τούτο δεν είναι αντίθετο προς το συμφέρον του τέκνου και δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος γι’ αυτό, γεγονότα τα οποία δεν πιθανολογήθηκαν εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω…’’ Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και της συντρέχουσας επείγουσας περίπτωσης, το Δικαστήριο υποχρέωσε την καθ’ ης η αίτηση μητέρα του ανήλικου τέκνου να παραδώσει προσωρινά στον αιτούντα το διαβατήριο του ανηλίκου τέκνου τους, προκειμένου το τελευταίο να μεταβεί με τον αιτούντα πατέρα του, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 17ης Αυγούστου και 1ης Σεπτεμβρίου, στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Euro Disney – Disneyland, ενώ υποχρέωσε τον αιτούντα, κατά την παράδοση του τέκνου στην οικία της καθ’ ης η αίτηση μητέρας του, κατά το ανωτέρω καταληκτικό χρονικό σημείο, να της παραδώσει και το διαβατήριο.

Σημειώνεται, όμως, πως στην υπ’ αριθμ. 3888/2018 ΜΠρ (Ασφ.Μ.) Αθηνών το αίτημα του αιτούντος-πατέρα να λάβει μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων άδεια να μεταβεί στην Αίγυπτο με την θυγατέρα του προκειμένου η τελευταία να αποκτήσει επαφή με τους λοιπούς συγγενείς του και τον πολιτισμό της Αιγύπτου απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε πως τα επικαλούμενα γεγονότα δεν θεμελιώνουν επείγουσα περίπτωση.

ΜΠρΛαμίας 295/2017 (Ασφ. Μ.)

Το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων, αγοριού 7 ετών και κοριτσιού 4 ετών, στον πατέρα τους, επειδή η μητέρα τους νοσηλεύθηκε και διαγνώσθηκε με ψυχωσική διαταραχή και σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, όταν της είχε ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια, παρεμπόδιζε συστηματικά την επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα. Ειδικότερα το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων αγαπά και επιθυμεί να τα φροντίσει, δεν είναι σε θέση να διακρίνει το συμφέρον αυτών, με αποτέλεσμα να παρατείνει έκρυθμες καταστάσεις και σε πολλές περιπτώσεις να χρησιμοποιεί τα ανήλικα ως μέσο για να εκτονώσει την προσωπική οργή, που τρέφει για τον σε διάσταση σύζυγο της και πατέρα των ανήλικων (αιτούντα). Περαιτέρω, εκτιμώντας ότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων δεν περιέλαβε στην αίτησή της αίτημα επικοινωνίας της με αυτά, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος ανάθεσης της επιμέλειας τους στην ίδια, και ότι το Δικαστήριο μπορεί να προβεί και αυτεπαγγέλτως στη ρύθμιση της επικοινωνίας σε κάθε απόφαση σχετιζόμενη με την άσκηση της γονικής μέριμνας, δηλαδή ακόμη και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα εκ μέρους των γονέων, εφόσον η ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους αναγόμενους στο συμφέρον του τέκνου (Πουλιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρο 1520 αρ. 7, ΜονΠρΘεσ 45731/2006, ΤΝΠ Νόμος), το Δικαστήριο ρύθμισε προσωρινά το δικαίωμα της επικοινωνίας της μητέρας των ανηλίκων τέκνων με αυτά, κρίνοντας ότι «…θα αποβεί επωφελής και σύμφωνη με το συμφέρον αυτών, ώστε να διατηρήσουν τη σχέση τους με τη μητέρα τους, αλλά παράλληλα να προστατευτούν από ακραίες καταστάσεις, όπως αυτές που έχουν συμβεί στο κοντινό παρελθόν…».-

ΜΠρΠατρών 526/2018

Το Δικαστήριο ρύθμισε με την συγκεκριμένη απόφαση το δικαίωμα επικοινωνίας της ενάγουσας με το ανήλικο εγγόνι της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η εναγομένη ως αποκλειστικώς ασκούσα εκ του νόμου τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, κατοικεί μαζί μ’ αυτό στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α., ενώ διαμένουν, όταν επιστρέφουν στην Ελλάδα, στην ευρισκόμενη στην Πάτρα πατρική της οικία. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο πατέρας του ανήλικου τέκνου έχει προβεί στην εκούσια αναγνώριση του ως πατέρας αυτού, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εξομοιούται προς τέκνο γεννημένο εντός γάμου. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ελληνικής ιθαγένειας και κατοικούσα στην Πεύκη Αττικής ενάγουσα, ως γιαγιά της πατρικής γραμμής του ανήλικου τέκνου, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας αυτής με τον ανήλικο εγγονό της, η οποία συμβάλλει στην ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας του τελευταίου. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «…Το συμφέρον της ομαλής ψυχικής και συναισθηματικής ανάπτυξης του προμνημονευθέντος ανήλικου τέκνου περιλαμβάνει εν άλλοις λόγοις την επικοινωνία με τη γιαγιά της πατρικής του γραμμής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αποξενωθούν καινά μην καταστεί επαχθής για την ψυχική υγεία του τέκνου η απομάκρυνση του από εκείνη, που το αγαπά. Αποβαίνει έτσι άνευ αντικειμένου η υποχρεωτική επικοινωνία του δικάζοντος Δικαστηρίου με το προειρημένο ανήλικο τέκνο, προκειμένου το τελευταίο να εκφρασθεί σχετικά και να ληφθεί υπόψη η γνώμη του (ά. 612 ΚΠολΔ), ενώ δε συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αποκλεισμού της εν θέματι επικοινωνίας…»

ΜΠρ(Ασφ.Μ.)Αθηνών 8255/2018

Η εν λόγω απόφαση δέχτηκε ότι το γεγονός ότι η καθής η αίτηση-μητέρα των ανηλίκων τέκνων διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό, δεν επαρκούσε για να διαμορφώσει το Δικαστήριο τη δικανική πεποίθηση περί ακαταλληλότητας της για την άσκηση της επιμέλειας τους, εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι εξαιτίας του εν λόγω γεγονότος παραμελούσε τη φροντίδα και την ανατροφή των τέκνων. Έτσι μετά μετά την έκδοση συναινετικού διαζυγίου έλαβε χώρα εκ νέου ανάθεση της επιμέλειας ανηλίκων (προπηνιακής ηλικίας) τέκνων στη σύζυγο, η οποία μετεγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καβάλα, ενώ ο τόπος διαμονής του πατέρα είναι η Αθήνα.

Επιπλέον, το Δικαστήριο ρύθμισε το διακαίωμα επικοινωνίας των ανήλικων τέκνων με τον αιτούντα-παρτέρα τους, κρίνοντας ότι τα ανήλικα τέκνα, λόγω της πολύ μικρής ηλικίας που βρίσκονται, θα υποστούν έντονη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία κατά τις συνεχείς μεταβάσεις τους από την Καβάλα, όπου διαμένουν με την μητέρα τους, στην Αθήνα, όπου διαμένει ο αιτών, κάθε πρώτη και τρίτη Παρασκευή εκάστου μηνός. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επικοινωνία του αιτούντος με τα εν λόγω τέκνα του θα διεξάγεται προσωρινά κατά τις ημέρες αυτές, με έξοδα και δαπάνες της καθής η αίτηση, είτε στην Αθήνα, είτε στην Καβάλα, όπου αυτός (αιτών) θα μεταβαίνει για το σκοπό αυτό, προκειμένου να αποφευχθούν οι συνεχείς μετακινήσεις των τέκνων.

ΤρΕφ Δυτικής Μακεδονίας 2/2017

Η αγορά διαμερίσματος με χρήματα του συντρόφου προσώπου, που βρίσκεται σε ελεύθερη ένωση (συζεί, δηλαδή, χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης με άλλο πρόσωπο), μπορεί να θεωρηθεί πως συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην συγκεκριμένη υπόθεση κρίθηκε ότι, λόγω του μεταξύ τους δεσμού εμπιστοσύνης, η ενάγουσα πίστευε βάσιμα ότι παρέχοντας τα χρήματα στον σύντροφό της θα εξασφαλιζόταν η συμβίωση και η διαμονή τους εφ’ όρου ζωής ως ζευγάρι στο διαμέρισμα αυτό, κατά δε την ημέρα του θανάτου του συντρόφου της έληξε η νόμιμη αιτία, για την οποία δόθηκαν τα χρήματα.

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Σύντομη επισκόπηση πρόσφατης νομολογίας οικογενειακού δικαίου

ΜΠρΑθ 4809/2017 (Ασφ. Μ)

Στο σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης σημειώνεται ότι στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών και έτσι το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών (άρθρ. 347, 690 § 1, 691 § 1 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 950/2009 ΝοΒ 2009, 2179, ΑΠ 499/2007 ΝοΒ 2007, 1652), οι δε ένορκες βεβαιώσεις είναι παραδεκτές και χωρίς την κλήτευση ακόμα του αντιδίκου (βλ. ΑΠ 12/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 881/2013 ΝοΒ 2013, 61).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων στην μητέρα τους, παρότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και της έχει αναγνωρισθεί αναπηρία 80% για ασφαλιστικούς λόγους, διότι κρίθηκε ότι διατηρεί ικανή σωματική λειτουργικότητα, ενώ η επιμέλεια απαιτεί πρωτίστως την ψυχική, συναισθηματική και πνευματική συμμετοχή των γονέων. Συνακόλουθα απέρριψε το αίτημα του αιτούντος –πατέρα των ανηλίκων τέκνων, για την προσωρινή αφαίρεση της επιμέλειας από την αιτούσα, εξαιτίας της σωματικής αναπηρίας της, και την περαιτέρω ανάθεση της σε εκείνον, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι ο ίδιος απουσιάζει αρκετές ημέρες κάθε μήνα στην Αγγλία για επαγγελματικούς λόγους και συνεπώς εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε τις ημέρες αυτές να ανταποκριθεί στην άσκηση της επιμέλειας των τέκνων.

Τέλος, το Δικαστήριο επιδίκασε διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων, συνυπολογίζοντας τα δίδακτρα για τη φοίτησή τους σε ξενόγλωσσο ιδιωτικό σχολείο. Ειδικότερα, έκρινε ότι: «…Τα τέκνα των διαδίκων δεν έχουν εισοδήματα από περιουσία (πλην του παραπάνω ενοικίου που εισπράττει η αιτούσα και δαπανά για τη διατροφή τους), ενώ λόγω της ηλικίας τους και των αναγκών της εκπαίδευσης τους δεν μπορούν φυσικά να εργαστούν και επομένως έχουν αξίωση διατροφής απέναντι στους γονείς τους, καθένας από τους οποίους ενέχεται ανάλογα με τις δυνάμεις του. Τα τέκνα είναι μαθητές σε ιδιωτικό σχολείο και τα δίδακτρα για τη φοίτηση τους ανέρχονται, επιμεριζόμενα ανά μήνα, στο ποσό περίπου των 1.100 ευρώ για το καθένα. Κατά τα λοιπά οι δαπάνες συντήρησης και ανατροφής των τέκνων είναι οι συνήθεις παιδιών της αντίστοιχης ηλικίας και βιοτικού επιπέδου. Δεν κρίνεται απαραίτητη η συνεχής απασχόληση οικιακής βοηθού από την αιτούσα και η καταβολή για το λόγο αυτό αντίστοιχης μηνιαίας αμοιβής (ποσού μεταξύ 600 και 700 ευρώ), αφού η αιτούσα δεν εργάζεται και μπορεί, με τη βοήθεια και των συγγενικών της προσώπων (γονέων της που διαμένουν με εκείνη, καθώς και της αδελφής της), να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικίας της και στη φροντίδα των τέκνων…».

ΜΠρΑθ 4673/2017 (Ασφ.Μ)

Με τη συγκεκριμένη απόφαση το Δικαστήριο αποφάσισε, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων, ότι η ανάθεση της προσωρινής αποκλειστικής επιμέλειας τους έπρεπε να γίνει στην αιτούσα-μητέρα τους, η οποία πιθανολογήθηκε ότι ανατρέφει καλά τα παιδιά της, διαχειρίζεται ορθώς τα ζητήματα που τα απασχολούν και βρίσκεται ψυχικά και συναισθηματικά κοντά τους. Όσον αφορά στο ζήτημα της συμμετοχής της αιτούσας στην «ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ» και της απασχόλησης της με αυτήν, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι προκαλεί κάποια αναστάτωση στα παιδιά, ούτε ότι αυτή παραβαίνει τα καθήκοντα της ως μητέρα. Επίσης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο αιτών –πατέρας τους, ουδέποτε έθεσε θέμα για την ακαταλληλότητα της αιτούσας να αναλάβει την επιμέλεια των ανηλίκων, ούτε πιθανολογήθηκε ότι κινδυνεύει η ψυχοσωματική τους ανάπτυξη εξαιτίας της, ενόψει και του ότι ο αιτών έρχεται σε επαφή με αυτά πολύ συχνά, από την έναρξη της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Τέλος, το Δικαστήριο παραχώρησε προσωρινά τη χρήση της οικογενειακής οικίας, αποκλειστικής κυριότητας του πατέρα μαζί με τα έπιπλα και τα σκεύη που βρίσκονται σε αυτήν, στην αιτούσα-μητέρα προκειμένου να διαμείνει με τα τρία ανήλικα τέκνα των διαδίκων.

ΜΠρΠατρών 225/2018(Ασφ.Μ.)

Με την συγκεκριμένη απόφαση ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια ανήλικου τέκνου, γεννημένου εκτός γάμου και εκουσίως αναγνωρισθέντος από τον πατέρα του, σε αυτόν.

Από τη διάταξη 1515 ΑΚ προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε και παραμένει εκτός γάμου των γονέων του, έχει δε αναγνωρισθεί εκουσίως από τον φυσικό του πατέρα, κατά τους όρους των άρθρων 1475-1476 του ΑΚ, ασκείται αποκλειστικά από τη μητέρα, ενώ στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα επιφυλάσσεται ένας ρόλος αναπληρωματικός, αλλά και η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παραμερίσει δικαστικά το προνόμιο αυτό της μητέρας. Ειδικότερα, ο εξ αναγνωρίσεως πατέρας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα: α) αυτοδικαίως, αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας λόγω θανάτου ή κηρύξεως της σε αφάνεια ή ένεκεν εκπτώσεως της, κατ’ άρθρο 1510 παρ. 3 του ΑΚ, ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς (ανικανότητα ή περιορισμένη ικανότητα της για δικαιοπραξία) ή πραγματικούς λόγους (αποδημία της ή βαριά ασθένεια της), οπότε την αναπληρώνει ο ίδιος στην άσκηση της, β) σε κάθε άλλη περίπτωση με δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ιδίου του πατέρα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου. Η δικαστική δε αυτή απόφαση μπορεί να αναθέτει την άσκηση της γονικής μέριμνας είτε αποκλειστικά στον εξ αναγνωρίσεως πατέρα, είτε από κοινού σ’ αυτόν και τη μητέρα, είτε να κατανείμει μεταξύ αυτών τις λειτουργίες της (Γεωργιάδη -Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 1515, αριθ. 6-7).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη το αληθινό συμφέρον του τέκνου των διαδίκων, το οποίο και αποτελεί απόλυτο κριτήριο προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων στο πρόσωπο εκείνου του γονέα, ο οποίος θα μπορεί να εξασφαλίσει την εν γένει ανάπτυξη αυτής και τη διατήρηση της σταθερότητας και συνέχειας στις συνθήκες ανάπτυξης της, έκρινε ότι ο αιτών –πατέρας- διαθέτει όλα εκείνα τα προσόντα που απαιτούνται, ούτως ώστε να ανταποκριθεί με επιτυχία στο λειτουργικό του έργο, καθόσον είναι στοργικός, εμφορείται από υπέρμετρα αισθήματα αγάπης προς το τέκνο του και άρα, πρέπει να ανατεθεί αποκλειστικά σ’ αυτόν η άσκηση της επιμέλειας της ανωτέρω ανήλικης, συντρέχουσας επείγουσας περίπτωσης ρύθμισης του θέματος της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ως προς τις λοιπές εκφάνσεις της άσκησης του δικαιώματος γονικής μέριμνας (διοίκηση της περιουσίας, εκπροσώπηση δικαστική ή εξώδικη), αυτές πρέπει προσωρινά να ασκούνται από κοινού από αμφότερους τους διαδίκους-γονείς, ώστε αφενός για να μην αποξενωθεί πλήρως η ανήλικη από την μητρική μέριμνα και αφετέρου για να αφυπνισθεί το ενδιαφέρον της καθ’ ης μητέρας και να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να έχει ουσιαστική επαφή με την ανήλικη θυγατέρα της ώστε να συμμετέχει σε σημαντικές αποφάσεις της ζωής της.

ΜονΕφΠατρών 137/2019

H εν λόγω απόφαση έκρινε επί του ζητήματος του δικαιώματος επικοινωνίας των απώτερων ανιόντων με το ανήλικο τέκνο. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατά τη διατύπωση του άρθρου 1520 παρ. 2 Α.Κ, οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι απώτεροι ανιόντες του ανήλικου τέκνου (παππούς και γιαγιά) έχουν ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα, που πηγάζει ευθέως από το νόμο, προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο (εγγονό), ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του ενός γονέα, που είναι παιδί τους. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα με το ανήλικο τέκνο, είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσης τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ότι η εναγομένη-μητέρα του ανήλικου τέκνου παρεμπόδιζε την επικοινωνία του με την γιαγιά του-ενάγουσα, ενώ το συμφέρον του τέκνου επέβαλε να μην αποξενωθεί ψυχικά από την πατρική του οικογένεια, και εν τέλει ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας της γιαγιάς του-ενάγουσας με το ανήλικο τέκνο. Περαιτέρω, στην απόφαση αναφέρεται ότι η ελληνική ιθαγένεια θεμελιώνει δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων ακόμα και όταν οι γονείς ή το τέκνο δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα.

ΜΠρ Αθ 1066/2018 (Ασφ.Μ.)

 Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μέτρο για τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής των ανήλικων τέκνων αποτελεί το επίπεδο ζωής τους, όπως αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί. Ειδικότερα, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στον αιτούντα-πατέρα, και υποχρέωσε την μητέρα τους να καταβάλλει μηνιαία διατροφή τέτοιου ύψους, ώστε να μην είναι δυνατό να αντιληφθούν τα ανήλικα τέκνα τη μεταβολή της επιμέλειας από τον περιορισμό των παροχών που μέχρι τότε απολάμβαναν πλουσιοπάροχα, κρίνοντας ότι η ζωή τους θα πρέπει να είναι από υλικής απόψεως εξίσου ευτυχισμένη όπως και πρότερον. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι η μητέρα των ανηλίκων τέκνων είναι οικονομικά ισχυρότερη και ότι δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει η δική της διατροφή.

ΜΠρΑθ 1064/2018

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την αποκλειστική επιμέλεια των ανήλικων τέκνων στον πατέρα τους, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν την προσωπική επικοινωνία του δικαστή με τα ανήλικα τέκνα. Ειδικότερα, η ανήλικη κόρη των διαδίκων δήλωσε κατά την προσωπική της επικοινωνία με το Δικαστή, ότι θα προτιμούσε να μένει και με τους δύο γονείς της εναλλάξ, ένα µήνα µε τον ένα και ένα µε τον άλλο, ενώ ο ανήλικος υιός τους δήλωσε ότι επιθυµεί να ζήσει µε τον πατέρα του-, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να μετακομίσει με την μητέρα του σε καινούριο σπίτι, να αλλάξει σχολείο και να χάσει την επαφή του με τους φίλους του. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι τα ανήλικα τέκνα, σε περίπτωση που θα ζήσουν µε την µητέρα τους, θα πρέπει να συµβιώσουν µε τον πατριό τους, πράγµα που µπορεί να διαταράξει τον ψυχισµό τους και να έχει ως αποτέλεσµα, λόγω της ιδιοσυστασίας του χαρακτήρα του, µεταγενέστερες δυσµενείς εκδηλώσεις. Ενόψει των ανωτέρω και µε γνώµονα το αληθινό συµφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρόλο που η καθ’ ης δεν παραµέλησε τα καθήκοντά της έναντι αυτών, η άσκηση της επιµέλειας των ανηλίκων, έπρεπε να ανατεθεί προσωρινά στον αιτούντα πατέρα τους.

ΜΠρΑθ 3129/2018

Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι σε περίπτωση χρήσης ή εξάρτησης του ενάγοντος –πατέρα- των ανηλίκων τέκνων από ναρκωτικές ουσίες τίθεται το ζήτημα ως προς την καταλληλόλητα του σχετικά με την υπεύθυνη και προσήκουσα, προς το συμφέρον των τέκνων του, άσκηση και σε ποια έκταση του δικαιώματος της επικοινωνίας με αυτά. Ενόψει των αντικρουόμενων ισχυρισμών των διαδίκων επί του θέματος, και προκειμένου το Δικαστήριο να αχθεί σε ορθή κρίση ως προς το κρίσιμο θέμα της επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του, έκρινε απολύτως αναγκαία τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης σε αυτόν, διότι απαιτείται ειδική γνώση επιστήμης και τέχνης για την εξακρίβωση της χρήσης ή μη από τον ενάγοντα ναρκωτικών ουσιών ή της εξάρτησης του από αυτές, και σε περίπτωση διαπίστωσης από τον πραγματογνώμονα χρήσης ή εξάρτησης από ναρκωτική ουσία, την επίδραση αυτής (χρήσης ή εξάρτησης) στην ικανότητα του ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του προς το συμφέρον τους και χωρίς οποιοδήποτε κίνδυνο για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη.

Επίσης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι «…κατά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην Α2Β ΟΙΚ/3982/87 απόφαση Υπ. Υγείας Πρόνοιας-Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η δε έκθεση πρέπει να διατυπωθεί σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω απόφαση. Ήτοι, πρέπει να προηγηθεί της πραγματογνωμοσύνης και να ληφθεί υπόψη σε αυτήν εργαστηριακός και κλινικός έλεγχος του ενάγοντος, σύμφωνα με την ως άνω υπουργική απόφαση, και ιδίως ΩΡΛ του εξέταση για τη διαπίστωση συνοδών ευρημάτων που μαρτυρούν την ενδορρινική χρήση κοκαΐνης δια ρινικής εισρόφησης. Στο δε εργαστηριακό έλεγχο μπορεί, κατά την κρίση του πραγματογνώμονα, να χρησιμοποιηθεί και η μέθοδος της τοξικολογικής ανάλυσης δειγμάτων τριχών του ενάγοντος, η οποία δεν προβλέπεται στην ως άνω υπουργική απόφαση αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί υποβοηθητικά των αναλύσεων του αίματος και των ούρων (βιολογικών υλικών) [βλ. σκέψη της με αριθ. 19/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, στη ΑΠ 994/2011, ΤΝΠ Ισοκράτης)…»

Η συνέχεια εδώ.

Ασκούμενη Δικηγόρος,

Ελευθερία Αγγελούδη

Πρακτικός οδηγός επιβίωσης σε υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου

Εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης των υποθέσεων του οικογενειακού δικαίου ο νομικός οφείλει πάντοτε να εκκινεί επιδεικνύοντας συμβιβαστικό πνεύμα και επιδιώκοντας την βέλτιστη λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Υπάρχουν, ωστόσο, και φορές, που καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα αδιαλλαξίας, εκβιασμών και κακοποίησης, τα οποία πρέπει να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, με την αξιοποίηση όλων των νομίμων μέσων. Προκειμένου ο νομικός να κατευθυνθεί ορθά σε αυτές τις περιπτώσεις και να μπορέσει να παρέμβει καίρια, απαιτείται η ενεργή συμμετοχή των εντολέων του περισσότερο απ’ ότι σε κάθε άλλο κλάδο του δικαίου.

Η εμπειρία μας σε τέτοιου είδους υποθέσεις μας έχει διδάξει ότι τα σημεία κλειδιά, που μπορούν να είναι καθοριστικά για την αίσια έκβαση μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου, είναι τα εξής:

1. ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Όταν έχουν λάβει χώρα περιστατικά κακοποίησης, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, προκειμένου οι ενεργούμενες νομικές ενέργειες να μην οδηγήσουν σε κάποιο επικίνδυνο ξέσπασμα του άλλου μέρους. Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχει οποιαδήποτε απειλή ή βίαιη συμπεριφορά, θα πρέπει να καλείται άμεσα η αστυνομία και να ζητείται η καταγραφή του επεισοδίου στο βιβλίο συμβάντων του αρμοδίου αστυνομικού τμήματος.

2. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ο ψυχολογικός παράγοντας είναι εξαιρετικά σημαντικός στις υποθέσεις του οικογενειακού δικαίου, αφού πρόκειται, συνήθως, για έναν αγώνα αντοχής. Το διακύβευμα είναι υψηλό, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι κάποιες φορές δυσκίνητο και οι αντίδικοι συχνά εκτοξεύουν ύβρεις και απειλές σε εκείνον, που τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Είναι, συνεπώς, σημαντικό να υπάρχουν κάποια πρόσωπα του ευρύτερου συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος, τα οποία έχουν επίγνωση της καταστάσεως και είναι πρόθυμα να επέμβουν υποστηρικτικά.

Ειδικά για τις γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο η γραμμή SOS 15900, την οποία στελεχώνουν ψυχολόγοι και κοινωνικοί επιστήμονες, που παρέχουν άμεση βοήθεια σε έκτακτα και επείγοντα περιστατικά βίας. Λειτουργούν, ακόμα, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας ξενώνες προσωρινής φιλοξενίας για τα θύματα έμφυλης βίας και τα παιδιά τους.

3. ΕΥΡΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Από την στιγμή, που καταστεί σαφές πως μια οικογενειακή διαφορά πρόκειται να οδηγηθεί στις δικαστικές αίθουσες, είναι απαραίτητη η έναρξη συλλογής των εγγράφων εκείνων, που είναι κρίσιμα για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών (πχ ενδεχόμενες παλαιότερες καταγγελίες στην αστυνομία). Δυστυχώς, είναι συχνό το φαινόμενο οι αντίδικοι στις οικογενειακές διαφορές να προσπαθούν να εξαφανίσουν τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου ο προσφεύγων στην δικαιοσύνη να βρεθεί σε κατάσταση αποδεικτικής αδυναμίας.

Χρήσιμο, επίσης, είναι να συλλέγονται κάποια δημόσια έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με την προσωπική, οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος και να γίνεται μια συνοπτική καταγραφή του ιστορικού της υποθέσεως, όσο δύσκολο κι αν είναι να εκθέτει κανείς τις ευαίσθητες αυτές πτυχές της προσωπικής του ζωής.

4. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Η ύπαρξη μαρτύρων σε οικογενειακές υποθέσεις είναι πολύτιμη, ιδίως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Συχνά οι καλύτεροι μάρτυρες είναι στενοί συγγενείς του αιτούντος, οι οποίοι εξαιτίας της ιδιότητάς τους είναι και άμεσα ενημερωμένοι για τα επίδικα ζητήματα.

Οι μάρτυρες πρέπει να ειδοποιούνται εγκαίρως, ώστε να είναι χρονικά διαθέσιμοι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και κατάλληλα προετοιμασμένοι, έτσι ώστε να μην «τα χάσουν» από την ενδεχόμενη πίεση των αντιδίκων, αλλά και από το άγχος, που δημιουργείται αναγκαστικά, και μόνο από την παρουσία στις δικαστικές αίθουσες.

Επειδή, τέλος, οι μάρτυρες είναι, συχνά, διστακτικοί να εμπλακούν σε οικογενειακές υποθέσεις, απαιτείται υπομονή και μετριοπάθεια στην προσέγγισή τους.

5. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΙΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

Παρά την έντονη συναισθηματική φόρτιση, που συνοδεύει αναπόφευκτα κάθε υπόθεση οικογενειακού δικαίου, είναι απαραίτητο να αποφεύγονται οι παρορμητικές ενέργειες, καθώς ενδέχεται μια καλοπροαίρετη αυθόρμητη ενέργεια να έχει δυσμενείς συνέπειες κατά την δικαστική εκτίμηση της υποθέσεως. Ειδικά, μάλιστα, όταν η αντιδικία αφορά και στην επιμέλεια ανηλίκων τέκνων οι δικαστικές αρχές αξιολογούν ιδιαίτερα θετικά μια συνολικά ψύχραιμη στάση εκ μέρους του διαδίκου.

Κομμάτι της ψύχραιμης αυτής αντιμετώπισης αποτελεί και η έγκαιρη λήψη νομικών συμβουλών, αφού η προετοιμασία μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίου απαιτεί χρόνο. Ειδικά, μάλιστα, όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια προσπάθεια του αντιδίκου του να επιτύχει τον δικαστικό αιφνιδιασμό του ζητώντας, λόγου χάρη, την έκδοση προσωρινής διαταγής, τότε η επικοινωνία του με τον νομικό του σύμβουλο θα πρέπει να είναι άμεση.

Αυτά είναι κατά την γνώμη μας τα θεμέλια για τον επιτυχή χειρισμό μιας υποθέσεως οικογενειακού δικαίο

Επικοινωνία γονέων και τέκνων μέσω βιντεοκλήσης

Με αφορμή την απόφαση 127/2017 του ΜπρΑθ, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων με τον γονέα, που δεν έχει την επιμέλειά τους, μέσω προγραμμάτων ειδικού λογισμικού.

Το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προβλέπει πως κάθε πρόσωπο δικαιούται σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής.

Σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. μ.α. υπόθεση ΦΟΥΡΚΙΩΤΗΣ κατά της Ελλάδος) αν και το άρθρο 8 στοχεύει κατά κύριο λόγο να προφυλάξει τον ιδιώτη κατά των αυθαιρέτων παρεμβάσεων των δημοσίων εξουσιών, δεν αρκείται στο να διατάξει το Κράτος να απέχει από τέτοιες παρεμβάσεις: σε αυτήν την μάλλον αρνητική δέσμευση μπορούν να προστεθούν θετικές υποχρεώσεις σύμφυτες με έναν πραγματικό σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Αυτές μπορούν να συνεπάγονται την υιοθέτηση μέτρων που στοχεύουν στον σεβασμό της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, μέχρι και τις σχέσεις των ιδιωτών μεταξύ τους.

Σε περιπτώσεις, που εμπλέκονται ανήλικα τέκνα, τα συμφέροντά τους πρέπει να αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα για την λήψη της οποιασδήποτε αποφάσεως. Και το συμφέρον των γονέων, όμως, να απολαμβάνουν τακτικής επικοινωνίας με τα τέκνα τους, παραμένει ένας σημαντικός παράγοντας στην ισορροπία των διαφόρων συμφερόντων που εμπλέκονται.

Επισημαίνεται, επίσης, πως σε υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την οικογενειακή ζωή, η διάρρηξη της επαφής με ένα πολύ μικρό παιδί μπορεί να οδηγήσει σε μία αυξανόμενη αλλοίωση της σχέσης του με τον γονέα του. Οι προοπτικές μιας οικογενειακής ένωσης θα εξασθενίσουν σταδιακά και θα καταλήξουν στο να εκμηδενιστούν εφόσον δεν επιτραπεί στους βιολογικούς γονείς και στα τέκνα να συναντούνται ή εφόσον συναντούνται τόσο αραιά που κανείς φυσιολογικός δεσμός δεν θα έχει πιθανότητες να δημιουργηθεί μεταξύ τους.

Με βάση τα παραπάνω καθίσταται σαφές πως το δικαίωμα της επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους (εφόσον δεν απειλείται η ψυχοσωματική υγεία των τελευταίων) αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο προστατεύεται από την ΕΣΔΑ.

Οι πρόσφατες, λοιπόν, αποφάσεις των ημεδαπών δικαστηρίων, όπως η 127/2017 του ΜπρΑθ, είναι βήματα αξιέπαινα, καθώς λαμβάνουν υπόψη την σύγχρονη τεχνολογική εξέλιξη και ρυθμίζουν το ζήτημα της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων με τον γονέα, που δεν έχει την επιμέλειά τους, μέσω προγραμμάτων ειδικού λογισμικού. Με τον τρόπο αυτό διευρύνουν και προστατεύουν ουσιαστικά το δικαίωμα επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους.

Στην προαναφερθείσα, αλλά και σε άλλες συναφείς αποφάσεις, γίνεται ενδεικτική αναφορά σε προγράμματα, όπως το skype, τα οποία επιτρέπουν την οπτική επαφή μεταξύ των χρηστών τους έχοντας για τον λόγο αυτό ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κλασική τηλεφωνική επικοινωνία. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους μέσω διαδικτυακής επικοινωνίας με την χρήση των καταλλήλων προγραμμάτων σε συγκεκριμένες ώρες και ημέρες.

Επιπλέον, ορίζεται πως ο γονέας, που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, θα πρέπει να φροντίζει ώστε εκείνο να βρίσκεται τις συγκεκριμένες ώρες και ημέρες σε κατάλληλο χώρο με πρόσβαση στο διαδίκτυο κ.ο.κ.  Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η ωριμότητα του ανηλίκου προκειμένου να γίνεται ορθή και ασφαλής χρήση των απαραιτήτων ηλεκτρονικών μέσων (ηλεκτρονικού υπολογιστή, tablet ή κινητού).

Συμπερασματικά, η επικοινωνία με τη χρήση τεχνολογικών μέσων θεωρείται από την πρόσφατη νομολογία ως ένα μέτρο, το οποίο μπορεί να συμβάλει στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ γονέων και ανηλίκων τέκνων, χωρίς να αντικαθιστά την φυσική μεταξύ τους επαφή. Σε περιπτώσεις, όμως, που λόγω αντικειμενικών συνθηκών (διαμονή στο εξωτερικό λ.χ.) η φυσική επαφή είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αδύνατη, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Για περισσότερα ζητήματα οικογενειακού δικαίου πατήστε εδώ.

Διατροφή ανηλίκων τέκνων

Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ και σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.

Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου (Α.Π. 1384/2008, Α.Π. 416/2007). Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε, στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς, όμως, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις (Α.Π. 377/1993).

Διατροφή μεταξύ συζύγων

Διατροφή μεταξύ εν διαστάσει συζύγων

Όπως δέχεται η σύγχρονη και ορθή νομολογία από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. συνάγεται ότι : α) οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν (συμβάλλουν) από κοινού, ο καθένας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας, β) η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την εργασία τους, γ) στην υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρεώσεως προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση και δ) όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε δεν υπάρχει «κοινός οίκος» ούτε «οικογενειακές ανάγκες» , παύει μεν η υποχρέωση συνεισφοράς, διότι δεν είναι νοητή, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, προκαταβαλλομένη κάθε μήνα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούται και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, με τη διαφορά ότι ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται αλλά εκπληρώνονται αθροιστικώς, όταν διακόπτεται η συμβίωση χωρεί ένα είδους συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι ο δικαιούχος είναι τελικά μόνο εκείνος ο σύζυγος ο οποίος υπό τους όρους της εγγάμου συμβιώσεως όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται ως διατροφή (σε χρήμα) η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς, χωρίς τη συνδρομή της αδυναμίας του προς διατροφή, διότι η αδυναμία δεν αποτελεί προϋπόθεση παροχής της διατροφής.

 Συνεπώς, ο μετέχων βάσει της οικονομικής του δυνατότητας στα βάρη του γάμου με ποσό μικρότερο του ποσού συμμετοχής του άλλου συζύγου, θα δικαιούται, σε περίπτωση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως, διατροφής από τον τελευταίο, αφού κατά τη διάρκεια του γάμου απολάμβανε αυτός μέρος από τα εισοδήματα του άλλου.

Διατροφή μεταξύ διαζευγμένων συζύγων

Αντίθετα με τα παραπάνω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ` αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία και το ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτουμένη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών.

Εξάλλου, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ` αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου.

Γνωστοποίηση από τις Δ.Ο.Υ. πληροφοριών, σχετικών με την περιουσιακή κατάσταση των υποχρεών προς διατροφή προσώπων.

Με την υπ’ αρίθμ. 7/2012 εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δόθηκαν διευκρινήσεις σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας, που προβλέπει γνωστοποίηση πληροφοριών από τις ΔΟΥ σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων προς διατροφή προσώπων. Ακολουθεί απόσπασμα της σχετικής εγκυκλίου:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 3 4 εδ.β’ Ν.1756/1988 «Περί Κώδικα Οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης των δικαστικών λειτουργών» ο εισαγγελέας πρωτοδικών δικαιούται να παραγγέλλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 του Κ.Π.Δ.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1445 Α.Κ., ο καθένας από τους πρώην συζύγους είναι υποχρεωμένος να δίνει στον άλλο ακριβείς πληροφορίες για την περιουσία του και τα εισοδήματά του, εφόσον είναι χρήσιμες για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής. Με αίτηση ενός από τους πρώην συζύγους, που διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου και προπάντων για τα εισοδήματά του.

Τέλος κατά το άρθρο 51 παρ. 7α Ν. 3842/2010 κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η χορήγηση στοιχείων ακινήτων των φορολογουμένων και στις περιπτώσεις που ορίζονται από το άρθρο 1445 Α.Κ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η γνωστοποίηση από τις Δ.Ο.Υ. των σχετικών με την περιουσιακή κατάσταση των υποχρεών προς διατροφή προσώπων πληροφοριών, προκειμένου να καθορισθεί το ύψος της, κατόπιν παραγγελίας του αρμοδίου εισαγγελέα Πρωτοδικών, είναι υποχρεωτική και σε περίπτωση άρνησης οι αρμόδιοι υπάλληλοι υπέχουν ποινική ευθύνη (παράβαση του άρθρο169 Π.Κ. και υπό προϋποθέσεις του άρθρου 259 π.κ.).

Παρατηρείται, όμως το φαινόμενο οι αρμόδιες Δ.Ο.Υ. να γνωστοποιούν μόνο τα εισοδήματα των υποχρέων διατροφής προσώπων και όχι τα λοιπά περιουσιακά τους στοιχεία (όπως ακίνητα κλπ.). με αποτέλεσμα να μην αποτυπώνεται η πραγματική οικονομική κατάσταση των υποχρέων προς διατροφή προσώπων και εν τέλει ο ορθός καθορισμός του ύψους της, ή και να αρνούνται ρητά υποστηρίζοντας ότι η γνωστοποίηση των εν λόγω στοιχείων επιτρέπεται μόνο όταν η αιτούμενη διατροφή αφορά τον έναν από τους πρώην συζύγους και όχι άλλα πρόσωπα.

Η θέση αυτή όμως δεν στηρίζεται σε διάταξη νόμου, αλλά είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι για την ταυτότητα του νομικού λόγου οι πιο πάνω διατάξεις έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που ζητείται διατροφή καθ’ όσον διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατόν από τα δικαστήρια να καθορίσουν το ύψος της.

Νομολογία σχετικά με τον αποκλεισμό της επικοινωνίας τέκνου και γονέα

Η διάταξη του άρθρ. 1532 ΑΚ ορίζει ότι «αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ’ αυτό, το δικαστήριο εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο Εισαγγελέας μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου ολικά ή μερικά σε τρίτο ή να διορίσει επίτροπο». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον γενικότερα είναι: α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων, β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος τους, γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σ’ αυτό.

Σύμφωνα με την νομολογία παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου. Η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια δηλαδή με πράξη ή με παράλειψη ασκήσεως των καθηκόντων τους. Όμως, η κρίση για το αν συντρέχει κατάχρηση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας θα πρέπει να στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις ή παραλείψεις του υποχρέου – δικαιούχου, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη ή παράλειψη είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίζει γενική (αρνητική) κρίση.

Ειδικότερα, καταχρηστικά κατά τα ανωτέρω ασκείται η επιμέλεια τέκνου, αν ο έχων την επιμέλεια γονέας παραβαίνει τα καθήκοντα του εκ της επιμέλειας με κίνδυνο να επιφέρει ως συνέπεια βλάβη στην ψυχική ή σωματική ανάπτυξη του τέκνου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρ. 1520 ΑΚ προς εκείνες των άρθρ. 3§1 και 9§3 του Ν. 2101/1992 «Κύρωση της διεθνούς σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού» συνάγεται, ότι είναι επιτρεπτό να αποκλεισθεί η προσωπική επικοινωνία του γονέως με το ανήλικο τέκνο του, εάν τούτο επιβάλλεται από το συμφέρον του τελευταίου (ΑΠ 896/2007).

 

 

Το ζήτημα της κοινής επιμέλειας ή «συνεπιμέλειας»

Η απολύτως κρατούσα πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ των γονέων είναι η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στον έναν εκ των δύο γονέων. Η συγκεκριμένη λύση είναι προβληματική στον βαθμό που μπορεί να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη αποξένωση των ανηλίκων τέκνων από τον έναν γονέα, κάτι που θα τραυματίσει ψυχικά ολόκληρη την οικογένεια. Υπάρχει, επίσης, ο κίνδυνος να αισθάνεται ο ένας εκ των δύο γονέων αδικημένος και εξ αφορμής του γεγονότος αυτού να μετατραπούν οι οικογενειακές σχέσεις σε αντικείμενο φανατισμένης αντιδικίας και μίσους.

Εξαιτίας των παραπάνω προτείνεται με σοβαρά επιχειρήματα η πρόταξη της κοινής επιμέλειας ή συνεπιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Η λύση αυτή είναι πράγματι κατάλληλη, όταν υπάρχουν σχέσεις ομαλής συνεργασίας μεταξύ των γονέων και όταν οι συνθήκες διαβίωσής τους επιτρέπουν την τακτική και απρόσκοπτη μεταξύ τους συνεννόηση για τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους. Η ευρεία εφαρμογή της, όμως, απαιτεί μια αλλαγή νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να γίνει κατανοητό πως δύο άνθρωποι, που ως ζευγάρι αποδείχτηκαν ασύμβατοι και ενδεχομένως κακή επιρροή ο ένας για τον άλλον, μπορούν, αλλά και πρέπει να είναι καλοί και συνεννοήσιμοι γονείς.

 

synepimeleia m

Ο θεσμός της συνεπιμέλειας των ανήλικων τέκνων προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο καθώς σύμφωνα, με το ισχύον νομικό πλαίσιο (άρθρο 1513 § 1 εδ. 2 και 3 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1514 ΑΚ), σε περί­πτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συμβίωσης, οι επιλογές του δικαστηρίου για την ανάθε­ση της άσκησης της γονικής μέριμνας (εκπροσώπηση, δι­αχείριση και επιμέλεια) των τέκνων γεννημένων σε γάμο είναι οι ακόλουθες τέσσερις: α) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε ένα από τους γονείς, β) να ανα­θέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους δυο γο­νείς από κοινού, γ) να κατανείμει λειτουργικά ή χρονικά την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και δ) να την αναθέσει σε τρίτον (Αγαλλοπούλου σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο ΑΚ, τ. VIII, 2003, σ. 172, αρ. 29, Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. II, 2012, σ. 324).

Μάλιστα, στην υπ’ αριθμ 60/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γίνεται μια εκτενής ανάλυση ως προς την χρονικά εναλλασσόμενη άσκησης της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων. Σύμφωνα με το σχετικό απόσπασμα :«….Στον ελ­ληνικό Αστικό Κώδικα, προβλέπεται η χρονική κατανομή ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γο­νικής μέριμνας. Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν από την ελ­ληνική θεωρία ως προς τη σκοπιμότητα αυτής της ρύθ­μισης, καθόσον η παράλληλη ύπαρξη δυο κέντρων ζωής θεωρείται ότι δημιουργεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότη­τας και ανασφάλεια, που αναστατώνουν και απορρυθμίζουν τη ζωή του παιδιού. Επιπλέον προβλέπεται ότι θα δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό (Παπαχρίστου, Αρμ 1985, 101-103). Στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κα­τοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γο­νείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην κα­θημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μη­τρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς. Επιπλέον σημειώνε­ται ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγ­γελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον σε δυσκο­λία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πα­τέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επι­κρατούσε παλαιότερα. Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι δυο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγ­ματική επιρροή στην ανατροφή των τέκνων του. Η θεμα­τική δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανα­καλύψεις στους τομείς της ιατρικής και της ψυχολογίας. Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογι­κές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μετα­ξύ δυο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της διπλής κατοικί­ας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστα­σία της ισόρροπης ανάπτυξης ταυ παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες (Bjamason/Arnarsson (2011), Joint physical custody and communication with parents: A cross – national study of children in 36 western countries, Journal of Comparative Family Studies, 42, σ. 871-890· Bauserman (2002), Child adjustment in joint-custody versus sole- custody arrangements: a meta analytic review, Journal of Family Psychology, 16, σ. 91-102).

Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και με­τά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ` αρ. 2079/2-10-2015 ψήφισμά του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομο­θεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώ­σεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματι­κή και ψυχική υγεία του τέκνου. Αυτό το ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετά – ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών (Nielsen (2014), Shared physical custody; Summary of 40 studies on outcomes far children, Journal of Divorce & Remarriage, 55, 613-635), που κατέδειξαν τα οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής του παιδιού με το λιγό­τερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%. Περαιτέρω, ο χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονι­κής ικανότητας, και η υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα για το διαζύγιο ή τη διακοπή της συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Η κα­ταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου (Μιχαλακάκου, Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τη νομολογία, 2015, σ. 40). Αμφότεροι κατά τεκμήριο είναι ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο έχει το δικαίωμα να διατηρεί μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική λύση είναι η διατή­ρηση της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού, γιατί το τελευ­ταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς (Δεμερτζής, Η ουσιαστική και οικονομική αναγκαία μεταρ­ρύθμιση της επιμέλειας, Δ 2008, 140 επ.). Εξάλλου σημα­ντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει κάποια ηλικία και πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονι­κή μέριμνα (άρθρο 1511 § 3 ΑΚ), χωρίς όμως να είναι δε­σμευτική. Ως ωριμότητα του τέκνου είναι η ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του (ΑΠ 201 /2010 ΝοΒ 2010,174, ΑΠ 1316/2009 ΝοΒ 2010,162 Λαδογιάννης σε Aπ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ II, 2013, σ. 86S, αρ. 8). Η ηλικία από μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας (ΑΠ 561 /2003 ΝοΒ 2004, 23). Η γνώμη του ανηλίκου δεν αποτελεί ίδιο απο­δεικτικό μέσο, ούτε πρέπει να εξομοιώνεται με μαρτυρι­κή κατάθεση, και δεν έχει ως σκοπό την απόκτηση απο­δεικτικών στοιχείων. Αντίθετα η ακρόαση πρέπει να απο­σκοπεί στην ανάπτυξη από το παιδί, των σκέψεων, αισθη­μάτων, αναγκών και επιθυμιών του, που θα αποτελέσουν ένα οδηγό για την κρίση του δικαστηρίου και θα συνεκτιμηθούν με τα υπόλοιπα στοιχεία (ΜΠρΑθ 60/2017 ΕφΑθ 2017, 55 με παραπομπή σε Σκορίνη-Παπαρρηγοπούλου, Η ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων των παιδιών Ν 2502/1997. Παρουσίαση των βασικών της σημείων και της σημασίας της στο ισχύον ελληνικό δίκαιο, ΕλλΔνη 2003, 326)…».

Ωστόσο,  παρά την νομοθετική πρόβλεψη του θεσμού της συνεπιμέλειας των ανήλικων τέκνων, στην πράξη τα ελληνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα τον εν λόγω θεσμό και οι σχετικές αποφάσεις είναι προς το παρόν ολιγάριθμες.  Παρατίθενται κατωτέρω, περιλήψεις πρόσφατων αποφάσεων ελληνικών Δικαστηρίων, με τις οποίες ορίσθηκε η χρονικά εναλασσόμενη άσκηση της επιμέλειας ή η λειτουργική κατανομή της επιμέλειας, μίας απόφασης, στην οποία η επιμέλεια ανατέθηκε από κοινού σε δύο γονείς, οι οποίοι διέμεναν σε αυτοτελείς ορόφους μεζονέτας, αλλά και αποφάσεων, με τις οποίες ορίσθηκε ότι επί ορισμένων ζητημάτων (λχ μόρφωση, εκπαίδευση, υγεία και κατοικία) θα συναποφασίζουν και θα φροντίζουν από κοινού και οι δύο γονείς.

Χρονική κατανομή της επιμέλειας

ΜονΠρΑθ 60/2017

 Στην συγκεκριμένη απόφαση, αποφασιστικό κριτήριο για τον σχηματισμό της κρίσιμης δικανικής πεποίθησης, ως προς την ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου, αποτέλεσε η επικοινωνία του Δικαστή με τον ανήλικο, από την οποία προέκυψε ότι ο ανήλικος : «…Έδειξε πολύ στενό ψυχικό δεσμό με τον πατέρα του και απολαμβάνει την επαφή και την επικοινωνία μαζί του, οι σχέσεις του με τον οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τον ίδιο αλλά παράλληλα και αγάπη και εκτίμηση για τη μητέρα του. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωσή του ότι δεν φταίει που οι γονείς του χώρισαν και ότι θα προτιμούσε να ήταν και πάλι μαζί. Κατέληξε ότι προτιμότερη λύση είναι να διαμένει και με τους δυο του γονείς, εναλλάξ ένα μήνα με τον πατέρα του και ένα μήνα με τη μητέρα του. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου αν είχε εκφράσει αυτή την προτίμησή του στους γονείς του, απάντησε αρνητικά, συμπληρώνοντας ότι περίμενε ότι κάποτε θα τον καλούσε κάποιος δικαστής για να εκφράσει τη γνώμη του. Σε άλλη ερώτηση σχετική με τον εάν η εναλλασσόμενη κατοικία θα διατάρασσε τη σταθερότητα του περιβάλλοντος του, δήλωσε κατά τρόπο ρητό ότι δεν θα τον επηρεάσει καθόλου, γιατί οι κατοικίες των γονέων του καθώς και το σχολείο του είναι σε κοντινή απόσταση με το αυτοκίνητο…».

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο  κατένειμε χρονικά την άσκηση της επιμέλειας μεταξύ των γονέων, και συγκεκριμένα όρισε ότι κατά τους μήνες που λήγουν σε ζυγό αριθμό θα ασκεί την αποκλειστική επιμέλεια ο πατέρας και κατά τους μήνες που λήγουν σε μονό αριθμό η μητέρα, καθώς σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης: «…Ενόψει της θέλησης του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, την οποία οφείλει το Δικαστήριο τούτο να σεβαστεί και να λάβει υπόψη του, συνεκτιμώμενου του βαθμού ωριμότητας και συγκρότησής του σε συνδυασμό με την καταλληλότητα και των δυο γονέων και τη θέληση να ενασχοληθούν συστηματικά με τον υιό τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν διαθέτουν άλλον κατιόντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας είναι η πιο ενδεδειγμένη λύση. Η χρονική ήτοι εναλλασσόμενη άσκηση – κατανομή της επιμέλειας εξασφαλίζει τη συμμετοχή και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού και ενισχύει τους δεσμούς του ανηλίκου με αμφότερους τους γονείς του, περιορίζοντας έτσι τις αναπόφευκτα δυσμενείς επιπτώσεις που προκαλεί το διαζύγιο στην ψυχολογία και την εν γένει προσωπικότητά του. Επίσης με την παραλλήλως προσδοκώμενη επίδειξη εκ μέρους των διαδίκων της αυξημένης υπευθυνότητας και ευαισθητοποίησης, πιστεύεται ότι θα αποκατασταθεί το απαραίτητο κλίμα γαλήνης, ηρεμίας, σταθερότητας και ασφάλειας, που είναι αναγκαίο για την απρόσκοπτη εξέλιξη της συνολικής διαδικασίας ολοκληρώσεως της προσωπικότητας του ανηλίκου…».

ΜονΠρΑθ 7131/2017

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέ­ρον και των δυο γονέων για τα ανήλικα τέκνα τους και ότι και οι δυο είναι κατάλληλοι για την ανάθεση της άσκησης της επιμέλειά τους. Σημαντικό κριτήριο στο σχη­ματισμό της κρίσιμης δικανικής πεποίθησης, όσον αφορά την ανάθεση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων, αποτέλεσε και στην περίπτωση αυτή, η προσωπική επικοι­νωνία της Δικαστή με το ανήλικο τέκνο, από την οποία προέκυψε ότι: «…ήταν σε θέση να παράσχει απαντήσεις σε ότι ερωτήθηκε και χωρίς δι­σταγμό ή επιφύλαξη είπε ότι αγαπά εξίσου τους δύο γονείς του, περνά εξίσου καλά και με τους δύο και τόνισε ότι δεν θέλει να χάσει κανέναν από αυτούς. Ότι δεν είχε πρόβλημα με την εναλ­λασσόμενη διανυκτέρευση στο σπίτι του πατέρα του κατά τα παρελθόνα έτη ενώ εξέφρασε θετική γνώμη τόσο για τη νέα σύζυγο του αιτούντος όσο και για τον σύντροφο της καθ’ ης, επισήμανε δε ότι δεν επιθυμεί να αλλάξει σχολείο αλλά θέλει να διατηρήσει τους φίλους του και τις δραστηριότητές του, όπως και ο αδελφός του…»

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι «…η χρονική κατανο­μή της επιμέλειας είναι η πιο ενδεδειγμένη λύση. Η χρονι­κή ήτοι εναλλασσόμενη άσκηση- κατανομή της επιμέλει­ας, την οποία εν τοις πράγμασι επί τέσσερα περίπου έτη εφάρμοζαν επιτυχώς οι ήδη αντίδικοι με τον ήδη αιτούντα να έχει αναλάβει τη μεταφορά των ανηλίκων στο σχολείο τους και την επιστροφή τους κατά τις ημέρες διαμονής με τη μητέρα τους, εξασφαλίζει τη συμμετοχή και των δυο γονέων στην ανατροφή των παιδιών και ενισχύει τους δε­σμούς των ανηλίκων με αμφότερους τους γονείς τους…» Για τους ανωτέρω λόγους, το Δικαστήριο όρισε, προσωρινά, ότι κατά τους μήνες που λήγουν σε ζυγό αριθμό θα ασκεί την επιμέλεια ο αιτών πατέρας και κατά τους μήνες που λήγουν σε μονό αριθμό η καθ’ ης μητέρα.

ΜονΠρΑθ 5652/2018

Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, οριστικά και στους δυο γονείς και όρισε ότι θα την ασκούν 15 ημέρες τον μήνα ο καθένας, κατόπιν συνεννοήσεως μεταξύ τους. Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται η καταλληλόλητα και των δύο γονέων ως προς την ανάθεση στο πρόσωπό τους της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων τους. Ειδικότερα, στην απόφαση επισημαίνεται ότι η ενάγουσα – μητέρα των ανήλικων τέκνων, η οποία διαμένει μαζί τους, έχει δημιουργήσει ένα κατάλληλο περιβάλλον για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη, παρά το πρόβλημα υγείας της  (σκλήρυνση κατά πλάκας), το οποίο διαχειρίζεται με αγωγή φαρμακευτική και δεν συνιστά εμπόδιο στην άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων. Από την άλλη μεριά, έκρινε ότι ο εναγόμενος πατέρας, ο οποίος  αναλώνει πολύ από τον χρόνο του με τα ανήλικα τέκνα του, έχει αναπτύξει έναν υγιή ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό μαζί τους, καθώς μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης τα ανήλικα περνούσαν μισό μήνα περίπου με αυτόν. Επιπλέον, το Δικαστήριο απέδωσε μεγάλη βαρύτητα στο γεγονός ότι η πρώην κοινή συζυγική κατοικία των διαδίκων και η νέα κατοικία του εναγομένου βρίσκονται σε κοντινή απόσταση καθώς και ότι σε κάθε σπίτι, τα ανήλικα έχουν το δικό τους δωμάτιο.

ΜονΠρ Νάξου 156/2017

Αποφασιστικό και κρίσιμο κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας του μεγαλύτερου ανήλικου τέκνου των διαδίκων, υπήρξε και στην περίπτωση αυτή η βούληση του ίδιου, όπως προέκυψε από την επικοινωνία του με τον Δικαστή, από την οποία εξήχθει το συμπέρασμα ότι ο ανήλικος: «..Έδειξε πολύ στενό ψυχικό δεσμό με τον πατέρα του και απολαμβάνει την επαφή και την επι­κοινωνία μαζί του, δήλωσε ότι από τότε που μετακόμισε μαζί του νιώθει πολύ καλύτερα, έχει ηρεμήσει, περνάει ποιοτικό χρόνο μαζί του χωρίς ωστόσο να παραμελεί τις σχολικές υποχρεώσεις του, ενώ εξέφρασε την βούληση να παραμείνει μεν με τον πατέρα του αλλά να πηγαίνει και στη μητέρα του, αισθανόμενος θλίψη για το ότι δεν βλέπει πλέον συχνά τη μικρή αδελφή του, ωστόσο, όπως χαρα­κτηριστικά είπε, του φαίνεται αρκετά δύσκολο συναισθη­ματικά έστω και να διανυκτερεύσει στην οικία της μητέ­ρας του, μετά τους έντονους καυγάδες που είχαν, ελπίζο­ντας ότι με την πάροδο του χρόνου θα εξομαλυνθούν τα πράγματα…».

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εναλλασσόμενη άσκηση της επιμέλειας του μεγαλύτερου εκ των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων είναι η πιο ενδεδειγμένη λύση και αποφάσισε την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας και στους δύο από κοινού, λαμβάνοντας υπόψιν τόσο την θέληση του ανηλίκου όσο και το γεγονός ότι οι κατοικίες των γονέων βρίσκονται σε μικρή σχετικά απόσταση. Εν τέλει, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι διάδικοι θα πρέπει να αναλαμβάνουν απο­κλειστικά και τα έξοδα της διατροφής για το χρονικό διά­στημα που τους ανατίθεται η προσωρινή αποκλειστική επιμέλεια του τέκνου, ήτοι ο πατέρας κατά τους μήνες που λήγουν σε ζυγό αριθμό και η μητέρα του μήνες που λήγουν σε μονό αριθμό.

MονΠρ Ξάνθης 250/2016

Το Δικαστήριο απέδωσε και στην περίπτωση αυτή ιδιαίτερη βαρύτητα, στο γεγονός ότι η πρώην κοινή συζυγική κατοικία των διαδίκων και η νέα κατοικία της αιτούσας μητέρας του ανήλικου βρίσκονται στην ίδια επαρχιακή πόλη. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Σε κάθε σπίτι ο ενός έτους ανήλικος έχει ή θα πρέπει να έχει το δικό του παιδικό δωμάτιο, ο ίδιος φυσικά στην ηλικία που βρίσκεται διαμορφώνει τώρα στην ψυχοσύνθεσή του το οικείο περιβάλλον του και πρέπει να συναναστρέφεται εξίσου και με τους δύο γονείς του και να περνά ισότιμο χρόνο και με τους δύο τόσο στη διάρκεια της ημέρας, όσο και στη διάρκεια του μήνα.»  Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου από κοινού στη μητέρα και στον πατέρα του και όρισε ότι θα την ασκούν 15 ημέρες τον μήνα ο καθένας.

Απόρριψη της χρονικής κατανομή της επιμέλειας

ΜονΠρΑθ 39/2015

Το Δικαστήριο στην συγκεκριμένη περίπτωση ανέθεσε την αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανήλικων τέκνων των διαδίκων στην ενάγουσα μητέρα τους και απέρριψε το αίτημα του πατέρα να κατανεμηθεί χρονικά η άσκηση της επιμέλειάς τους, καθώς έκρινε ότι  «…προσκρούει αναμφίβολα στο συμφέρον των ανηλίκων τέκνων, με γνώμονα το οποίο και μόνο κρίνει το Δικαστήριο, εφόσον μια τέτοια λύση, πέραν του ότι θα υποβάλει τα τέκνα σε μια διαρκή μετακίνηση από τη μία οικία στην άλλη, θα είχε ενδεχομένως κάποιο νόημα, αν υπήρχε σύμπνοια και ταύτιση απόψεων μεταξύ των διαδίκων ως προς τον τρόπο ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των τέκνων τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο οι ίδιες οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων είναι τεταμένες, αλλά παρατηρείται και από τους ισχυρισμούς τους σαφώς διαφορετική φιλοσοφία και τρόπος σκέψης ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, γεγονός που θα καθιστούσε τα τέκνα δέκτες διαφορετικών υποδείξεων, προτροπών και μηνυμάτων, αν προκρινόταν η παραπάνω λύση, με αναπόφευκτες συνέπειες στην ψυχοσύνθεση τους και με προφανή τον κίνδυνο για τη διάσπαση της προσωπικότητας τους…».

ΜονΠρ Θεσσαλ 13715/2017

Το Δικαστήριο, παρόλο που επεσήμανε ότι η ιδανική λύση θα ήταν η χρονική κατανομή άσκησης της επιμέλειας της ανήλικης κόρης των διαδίκων, όπως αυτή εφαρμοζόταν στην πράξη έως τότε, έκρινε ότι αυτή είναι ανέφικτη, λόγω της εκδηλωθείσας πρόθεσης της αιτούσας – μητέρας  να μετοικήσει σε άλλη πόλη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ανέθεσε προ­σωρινά την  άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης αποκλειστικά στον πατέρα της, με το σκεπτικό ότι είναι προς το συμφέρον της να μην απομακρυνθεί από το οι­κείο περιβάλλον της περιοχής της, όπου βρίσκεται η οικογενειακή στέγη, το σχολείο της και οι φίλοι της.

Λειτουργική κατανομή της επιμέλειας

ΜονΠρΑΘ 5524/2017

Το Δικαστήριο ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου στην μητέρα του, με την εξαίρεση ορισμένων επί μέρους τομέων, την επιμέλεια των οποίων ανέθεσε στον πατέρα του, ορίζοντας την ταυ­τόχρονη ανάληψη από αυτόν της υποχρεώσεως απ’ ευθεί­ας καλύψεως των εξόδων που σχετίζονται με τους τομείς αυτούς. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «Ως τέτοιοι τομείς προκρίνονται στην προκειμένη περίπτωση οι αναφερόμενοι στην εκπαίδευση (φοίτηση σε εγνωσμέ­νης αξίας ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, εκμάθηση ξένων γλωσ­σών, καθώς και ενασχόληση με αθλητικές και λοιπές δρα­στηριότητες) και στην υγεία του ανηλίκου (παρακολούθη­ση από ειδικούς επιστήμονες επαγγελματιών ψυχικής υγεί­ας). Το κύριο κριτήριο στο σχηματισμό της κρίσιμης δικανικής πεποίθησης αποτέλεσε το γεγονός ότι η ενάγουσα – εναγομένη συνεχίζει να αγνοεί τις υποδείξεις των ειδι­κών επιστημόνων επαγγελματιών ψυχικής υγείας που συ­νέστησαν τακτική παρακολούθηση του παιδιού, σε αντί­θεση με τον ενάγοντα – εναγόμενο που αντιλαμβάνεται και συμφωνεί με τις υποδείξεις τους, δηλαδή για ανάγκη στα­θερής ψυχοθεραπείας του ανηλίκου για επαρκές χρονικό διάστημα, προκειμένου να μην εμφανίσει ψυχοπαθολογία, λόγω της συγκρουσιακής σχέσης των γονέων, θεωρεί απα­ραίτητη την παρουσία και των δύο γονέων στη ζωή του, τη φοίτηση σε ιδιωτικό σχολείο που θα εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση του τέκνου και την αξιοποί­ηση των ικανοτήτων και των ταλέντων του, με την παρα­κολούθηση εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Μάλιστα, ο πα­τέρας έχει δηλώσει σαφώς την πρόθεσή του να αναλάΒει πλήρως την κάλυψη των εξόδων, επιπλέον της επιδικασθείσας δαπάνης…»

 

 

ΜονΕφΑθ 4948/2015

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αναγκαία η άσκηση της επιμέλειας επί του προσώπου των ανηλίκων καθ`όλο το πε­ριεχόμενο της από τη διάδικο μητέρα και ανέθεσε ορισμένους επί μέρους τομείς της επιμέλειας στον πατέρα των ανηλίκων και ειδικότερα αυτούς που αφορούν: «στην εκπαίδευση των ανηλίκων (φοίτηση σε εγνωσμένης αξίας ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα φροντιστηριακά μαθήματα -είτε σε οργανωμένο φροντιστήριο είτε κατ` οίκον- ενισχυτικής διδασκαλίας σχολικών μαθημάτων, εκ­μάθησης ξένων γλωσσών, καθώς και ενασχόληση με αθλητικές και λοιπές δραστηριότητες, όπως χορός, μουσική κ.λπ). […]…Επ`ωφελεία των ανηλίκων, επίσης, θα είναι η ανάληψη εκ μέρους του διαδίκου πατέρα τους του τομέα της επιμέλειας που σχετίζεται με την υ­γειονομική και φαρμακευτική τους περίθαλψη. Σημειωτέον ότι ήδη γι` αυτό το σκοπό έχει καταρτισθεί σύμβαση ασφαλίσεώς τους σε ασφαλιστική εταιρία και ο πατέρας τους θα καλύπτει το κόστος των ετήσιων ασφαλίστρων…»

Ανάθεση από κοινού της επιμέλειας σε δύο γονείς, οι οποίοι διέμεναν σε αυτοτελείς ορόφους μεζονέτας

ΜονΠρΑθ 3738/2018

Με τη συγκεκριμένη απόφαση ρυθμίστηκε προσωρινά η χρήση της οικογενειακής οικίας με την απόδοση του πρώτου ορόφου της μεζονέτας στην αιτούσα-καθ’ ης όπου διαμένει προσωρινά με τα τέκνα και την απόδοση του ισογείου στον αιτούντα-καθ’ ου, ενώ λόγω της συγκατοίκησης αυτής ανατέθηκε προσωρινά από κοινού η επιμέλεια των ανηλίκων σε αμφοτέρους τους διαδίκους και δεν επιδικάσθηκε προσωρινά διατροφή για τους ανηλίκους.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης: «…Η εν λόγω οικία πιθανολογείται ότι μπορεί να λειτουργήσει έστω και προσωρινά ως δύο αυτοτελείς οικίες ανά όροφο, καθώς κάθε όροφος είναι αυτόνομος και λειτουργικός αφού διαθέτει κουζίνα και μπάνιο. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν τρία υπνοδωμάτια, μικρή κουζίνα και μπάνιο, συνεπώς μπορούν εκεί να διαμένουν η αιτούσα-καθ’ ης με τα τέκνα, τα οποία ούτως ή άλλως εκεί έχουν τα υπνοδωμάτιά τους, ενώ στο ισόγειο υπάρχει σαλόνι, υπνοδωμάτιο, κουζίνα και μπάνιο όπου μπορεί να διαμένει o αιτών-καθ’ ου. Δεν πιθανολογήθηκε ότι από την συγκατοίκηση στην μεζονέτα σε ξεχωριστούς ορόφους είναι δυνατό να προκαλούνται έριδες και διαπληκτισμοί, ενώ η συγκατοίκησή αυτή είναι και προς όφελος των ανηλίκων τέκνων, αφού και στον ίδιο χώρο θα εξακολουθήσουν να διαμένουν αλλά και με αμφότερους τους γονείς τους θα έχουν επικοινωνία. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πιθανολογείται ότι με την ανωτέρω ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης επιλύεται το ζήτημα της ξεχωριστής διαμονής των διαδίκων αλλά και ταυτόχρονα αποφεύγονται έξοδα μετοίκησης κάποιου από τους δύο, που στην παρούσα φάση είναι δυσβάσταχτα για αμφοτέρους…»

 

Συναπόφαση των γονέων ως προς συγκεκριμένους τομείς της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου

ΜονΠρΑθ 7488/2017

Το Δικαστήριο ανέθεσε προσωρινά την αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων στο πρόσωπο της μητέρας τους, πλην του στοιχείου του προσδιορισμού του τόπου διαμονής των ανηλίκων και δη του προσδιορισμού της χώρας διαμονής αυτών, ως προς το οποίο έκρινε ότι η επιμέλεια θα πρέπει να ασκείται και από τους δύο γονείς από κοινού, με την αιτιολογία ότι «… πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα […], ελληνικής καταγωγής εκ του πατρός της και ιταλικής καταγωγής εκ της μητρός της, γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στη … και ναι μεν είναι μόνιμα εγκατεστημένη και η ίδια και οι γονείς της στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, πλην όμως διατηρεί δεσμούς τόσο με την … όσο και με την …  και για το λόγο αυτό έχει ήδη προβεί σε έκδοση διαβατηρίων για τα ανήλικα τέκνα της, προκειμένου να μπορεί να επισκεφθεί μαζί τους τις ανωτέρω χώρες. Για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να θελήσει στο μέλλον, και μέχρι την εκδίκαση της οριστικής περί της επιμέλειας αγωγής, να μετοικήσει έστω και προσωρινά σε κάποια από τις δύο χώρες, γεγονός που θα είχε δυσμενή επίπτωση στην ψυχολογία των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, καθόσον, θα τα αναστάτωνε και θα τα αποδιοργάνωνε, ενώ θα τους στερούσε και την τακτική επικοινωνία με τον πατέρα τους-καθ’ου»

ΜΠρΑθ 14143/2019

Όπως και αμέσως παραπάνω. έτσι και στην εν λόγω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε πως πρέπει να οριστεί κοινή επιμέλεια (συνεπιμέλεια) του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους μεταξύ των διαδίκων ως προς τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής τους, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος να εγκατασταθούν μελλοντικά τα τέκνα των διαδίκων, με μονομερείς ενέργειες της μητέρας τους, σε χώρα του εξωτερικού

ΜονΠρΑθ 3944/2018

Παρότι η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου ανατέθηκε στην μητέρα του, έγινε δεκτό ότι για τα ζητήματα της μόρφωσης και της εκπαίδευσης, της υγείας και της περίθαλψης αλλά και του καθορισμού της κατοικίας του θα συναποφασίζουν και θα φροντίζουν από κοινού και οι δύο γονείς. Επίσης, έγινε δεκτό ότι μέρος της καταβληθείσας διατροφής θα πρέπει να συμψηφιστεί με το αγοραίο μίσθωμα του ιδιόκτητου διαμερίσματος, που ο πατέρας παραχώρησε κατά χρήση στην μητέρα και το ανήλικο τέκνο του, προκειμένου το τελευταίο να κατοικεί κοντά στον ίδιο, αλλά και στο σχολείο, που φοιτά.

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την υπ’ αρίθμ. 3944/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εδώ.

Αντί επιλόγου: Επίλυση διαφωνίας σχετικά με ζήτημα, ως προς το οποίο έχει ορισθεί η συναπόφαση των γονέων

ΜονΠρΑθ 6305/2013

Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά επίλυση διαφωνίας των γονέων ως προς την επιλογή του σχολείου στο οποίο θα φοιτήσει το ανήλικο τέκνο, κατόπιν έκδοσης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία είχε ορισθεί η ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου στην αιτούσα-μητέρα, πλην των ζητημάτων της υγείας και της εκπαίδευσης για τα οποία ορίσθηκε ότι πρέπει να υπάρχει συναπόφαση και των δύο γονέων. Η αιτούσα ζήτησε να διαταχθεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με τα οποία να της επιτραπεί να εγγράψει το ανήλικο τέκνο στην Α` Δημοτικού συγκεκριμένου εκπαιδευτηρίου.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καθ` ου η αίτηση περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης, διότι η αιτούσα, θα έπρεπε καταρχήν να ζητήσει την έκδοση της απόφασης περί ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της εκδοθείσας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, το Δικαστήριο έκρινε ότι «…πρέπει να απορριφθεί, καθώς, με την κρινομένη αίτηση, η αιτούσα δεν επιδιώκει την ανάκληση της ως άνω υπ` αριθ. απόφασης, η οποία είχε ρυθμίσει τις σχέσεις των διαδίκων με το τέκνο τους (επιμέλεια-διατροφή-επικοινωνία),……….. παρά μόνο, επιδιώκοντας την επέμβαση του δικαστηρίου για την άρση μία μεμονωμένης μεταξύ τους διαφωνίας στα θέματα της εκπαίδευσης, ζητεί την προσωρινή ρύθμιση του ειδικότερου θέματος της εγγραφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στα εκπαιδευτήρια «……….», λόγω της άρνησης του καθού να εγγραφεί σ` αυτά…».

Γονική μέριμνα και επιμέλεια ανηλίκων τέκνων

Σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των τέκνων στον έναν εκ των δύο γονέων σε περίπτωση διαζυγίου ή διακοπή της μεταξύ τους έγγαμης συμβίωσης η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει καταλήξει σε σημαντικά πορίσματα, τα κυριότερα εκ των οποίων παρουσιάζονται παρακάτω:

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Για την εξεύρεση του γονέα εκείνου που εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Αρνητικά λαμβάνεται υπόψη η κλονισμένη ψυχική υγεία ενός γονέα, ακόμα κι αν βρίσκεται σε ύφεση, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί μια έξαρση ή υποτροπή στο μέλλον.

Από το συνδυασμό, επίσης, των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας – επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς ΑΠ 1218/2006).

Επίσης, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.

Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1910/2005).

Τονίζεται πως όταν η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί και στους δύο γονείς, όπως είναι ο κανόνας, αλλά η επιμέλεια του έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα από τους γονείς, τότε αυτός έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα τρέχοντα και καθημερινά ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με την επιμέλεια του τέκνου, όχι όμως για τα σοβαρά ζητήματα, ως προς τα οποία η λήψη αποφάσεων εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας, με συνέπεια να είναι απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, να αποφασίζουν αυτοί από κοινού για τη διευθέτηση τέτοιων (σοβαρών) ζητημάτων. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η ονοματοδοσία. Αν τυχόν διαφωνούν οι γονείς μεταξύ τους ως προς τη διευθέτηση τέτοιων ζητημάτων, θα αποφασίσει το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 1512 Α.Κ.