Ne bis in idem: Η περίπτωση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων

Το προηγούμενο έτος το γραφείο μας απασχολήθηκε έντονα με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει, πως «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».

Ένα από τα ζητήματα, που αντιμετωπίσαμε νομολογιακά, αφορά στην αντιμετώπιση των αλλοδαπών εισαγγελικών διατάξεων. Συγκεκριμένα, τέθηκε το ζήτημα αν η μια οριστική και μη υποκείμενη σε αναθεώρηση αλλοδαπή εισαγγελική διάταξη συνιστά “αθώωση με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου”.

Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών η απόρριψη της έγκλησης ως μη νόμιμης ή ανεπίδεκτης δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον η απορριπτική διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 κάθε νέα καταγγελία κατά του ίδιου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωσή τους, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης της ποινικής δίωξης και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της άσκησης ποινικής δίωξης (Μπουρόπουλος ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 66, ΑΠ1995/2004 ΠΧ ΝΕ 730, 2004/2002 αδημ. Σκέψη, Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠοινΔ άρθρ. 47 σ. 91).

Η διάταξη αυτή αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον Εισαγγελέα, παράγει οιονεί δεδικασμένο και δεν καλύπτεται από την αρχή ne bis in idem, υπάρχει δε η δυνατότητα ανάσυρσής της όταν προκύπτει η ανάγκη διερεύνησης νέων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της (ΠλημΑΘ 2774/2014, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 1995/2004 ΠοινΧρ 2005,730).

Επίσης αναφέρεται στο εν λόγω Βούλευμα πως “υφίσταται πράγματι ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου, πλην όμως, εν προκειμένω, κατετέθησαν από τους εγκαλούντες στις δικαστικές αρχές της χώρας μας νέα στοιχεία, που δεν είχαν ληφθεί υπόψιν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα της Ρουμανίας, τα οποία δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης και οδήγησαν, κατ’ άρθ. 47 παρ. 3 και 43 παρ. 5 στην ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και στην άσκηση της υπό κρίση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δικονομική δυνατότητα που δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων μας (βλ. ad hoc ΣυμβΠλημΑΘ 2774/2014).”

Έτσι, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, όπου προβλήθηκε την πλευρά της υπεράσπισης (εν περιλήψει) η κάτωθι επιχειρηματολογία:

  • Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 1/2011 απόφασή Του (Α’ Τακτική Ποινική Ολομέλεια) έκρινε, ότι «η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικότερης αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, που περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 69Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο «Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις», που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Και είναι μεν αληθές, ότι με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 69Α ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να λαμβάνουν μέτρα, που αφορούν «τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών, για να εξασφαλίζεται η αναγνώριση, σε ολόκληρη την Ένωση, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών», αλλά για το ειδικότερο θέμα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στον ισόκυρο, κατά τα προλεχθέντα, με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Χάρτη, δεν απαιτείται προφανώς η θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών, αφού η διάταξη του άρθρου 50 του τελευταίου (του Χάρτη) είναι σαφής και πλήρης και αμέσως εφαρμόσιμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από το άρθρο 51 §1 του Χάρτη, οι δε προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να συναχθούν από την αυτόνομη ερμηνεία της».

  • Στην απόφαση υπ’ αρίθμ, C-398/12 του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, στην παρ. 40, πως: «Εν προκειμένω, η δυνατότητα επαναλήψεως της ανακριτικής διαδικασίας λόγω νέων αποδείξεων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 246 έως 248 ΚΠΔ [ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναφέρεται στο βελγικό δίκαιο, όπως προκύπτει και από τις παραγράφους 9-13], δεν μπορεί να αναιρέσει τον αμετάκλητο χαρακτήρα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεως περί παύσεως της ποινικής διώξεως. Η δυνατότητα αυτή δεν αποτελεί, βεβαίως, «έκτακτο ένδικο μέσο», υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά συνεπάγεται την κατ’ εξαίρεση κίνηση, βάσει διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, μιας χωριστής διαδικασίας και όχι την απλή συνέχιση της διαδικασίας που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Εξάλλου, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την επανάληψη της διαδικασίας είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη».

  • Σύμφωνα με τον Τζαννετή (Τζαννετής Αριστομένης, Περιορισμένο εθνικό και απεριόριστο ευρωπαϊκό δεδικασμένο: Με αφορμή την απόφαση Μ. του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5.6.2014, C-398/12, ΠοινΧρον 2015, σελ. 166), «Το εάν ένα αποδεικτικό είναι «νέο» ή διαφορετικό σε σχέση με τα ήδη ληφθέντα υπόψη μπορεί να κριθεί αξιόπιστα μόνο υπό την οπτική γωνία του Κράτους που έχει εκδώσει την πρώτη απόφαση. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος εκτίθεται στον κίνδυνο απεριόριστων νέων διώξεων σε καθένα από τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη, στα οποία αποκτώνται μεταγενεστέρως νέες αποδείξεις. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και αν αποβλέψουμε στην κατοχυρωμένη μέσω του άρθρου 50 του Χάρτη ελευθερία κινήσεως εντός του χώρου της ΕΕ, η οποία θα περιοριζόταν ανεπίτρεπτα αν ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να παραμένει εντός των συνόρων της χώρας που εξέδωσε την απόφαση που αναστέλλει τη δίωξη λόγω ανεπάρκειας των ενδείξεων ενοχής, φοβούμενος την υπαγωγή του στην ποινική δικαιοδοσία ενός άλλου Κράτους.

(…)

Ελλείψει δικαιοδοσίας τα λοιπά Κράτη οφείλουν απλώς να διαβιβάζουν στο πλαίσιο της διαρκώς ενισχυόμενης διακρατικής συνεργασίας τα νέα στοιχεία, που τυχόν συγκεντρώνουν, στο κράτος που έχει επιληφθεί πρώτο και μόνο αυτό μπορεί εφεξής να αξιολογήσει αν τα διαβιβαζόμενα στοιχεία είναι πράγματι νέα και αν επί τη βάσει αυτών πρέπει να συνεχισθεί η ανασταλείσα ποινική διαδικασία».

  • Tο υπ’ αρίθμ. 2774/2014 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, του οποίου είχε γίνει επίκληση στο υπ’ αριθμ. 1640/2018 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διαφέρει ουσιωδώς από την κρινόμενη περίπτωση, αφενός, επειδή δεν προκύπτει, πως η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε στα ίδια πραγματικά περιστατικά, και αφετέρου, επειδή η διενεργηθείσα από την Γερμανική Εισαγγελία έρευνα αφορούσε σε ουσιωδώς διαφορετικά εγκλήματα, τα οποία στέφονταν κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εν λόγω βούλευμα, «…από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι στον προσφεύγοντα είχε υποβληθεί έγκληση για το αδίκημα του άρθρου 299 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνεται στο Τμήμα 26 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που αφορά στα αδικήματα κατά του ανταγωνισμού (άρθρα 298 έως 302), φέρει τίτλο «ενεργητική και παθητική δωροδοκία σε εμπορικές υποθέσεις», αφορά στη δωροδοκία υπαλλήλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, που πλήττουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και διώκεται κατ` έγκληση (άρθρο 301 παρ. 1), εκτός εάν η Εισαγγελία κρίνει απαραίτητη για το δημόσιο συμφέρον την αυτεπάγγελτη δίωξη, κάτι που δεν προκύπτει από την υπό κρίση διάταξη ότι συνέβη. Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει από την ως άνω εισαγγελική διάταξη ότι η διενεργηθείσα έρευνα από τον Εισαγγελέα του Κίελου αφορά στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά για τα οποία κατηγορείται ο προσφεύγων στην Ελλάδα, το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος του, στη Γερμανία, αφορά σε τελείως διαφορετικό αδίκημα από την παθητική δωροδοκία που του αποδίδεται, στην Ελλάδα, φέροντας την ιδιότητα του υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή δωροδοκία μάλιστα προβλέπεται από τα άρθρα 331 έως 335 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, που βρίσκονται στο 30ο Τμήμα αυτού και αφορά στα αδικήματα περί την υπηρεσία, που διώκονται αυτεπάγγελτα. Επομένως, με τα αδικήματα αυτά (των άρθρων 299 και 331 επ. του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα) πλήττονται διαφορετικά έννομα αγαθά, υφίσταται μεταξύ τους αληθινή κατ` ιδέαν συρροή και δεν κωλύεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην Ελλάδα κατά του κατηγορούμενου για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, που αφορά σε εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία ακόμη και αν είχε εκδοθεί απαλλακτική απόφαση κατ` αυτού για το αδίκημα της εμπορικής δωροδοκίας που στρέφεται κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που έχει τεθεί στο αρχείο με διάταξη η ποινική δικογραφία σε βάρος του. Και τούτο διότι, στην περίπτωση της κατ` ιδέαν συρροής, κατά την οποία με την αυτή ενέργεια του δράστη τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και συνεπώς δεν κωλύει τη νέα δίωξη για την κατ` ιδέαν προς την πρώτη αληθώς συρρέουσα και μη κριθείσα άλλη αξιόποινη πράξη, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξεως απετέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΑΠ Ολ 1110/1982 ΠοινΧρ 1983, 379, ΑΠ 1699/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1246/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 19/2007 ΠοινΧρ 2007, 915). Άλλωστε, ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε να διωχθεί στη Γερμανία για το γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα που έχει τελέσει ως υπάλληλος στην Ελλάδα σε Βάρος του Ελληνικού Δημοσίου». Τα παραπάνω, όπως είναι προφανές, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή που υπάρχει ταυτότητα πράξεως και κατηγορουμένου.

  • Στην υπ’ αρίθμ. C-261/09 του ΔΕΕ στις παρ. 38 και 39 αναφέρεται ρητά πως: «Συναφώς, δεν μπορεί να επαφίεται στην κρίση των δικαστικών αρχών κάθε κράτους μέλους να ερμηνεύσουν βάσει του εθνικού τους δικαίου την έννοια των «ίδιων πράξεων» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου. Πράγματι, από την απαίτηση ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης προκύπτει ότι, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την ως άνω έννοια, αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozłowski, Συλλογή 2008, σ. I-6041, σκέψεις 41 και 42). Αποτελεί επομένως αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης, η οποία, λόγω της ιδιότητάς της αυτής, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως οποιουδήποτε δικαστηρίου έχει επιληφθεί σχετικής διαφοράς, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον τίτλο VII του πρωτοκόλλου αριθ. 36 της ΣΛΕΕ, σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.

Πρέπει να επισημανθεί ότι και στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ περιέχεται η αντίστοιχη έννοια των «ίδιων πραγματικών περιστατικών». Στο πλαίσιο αυτό, ο εν λόγω όρος ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι αφορούσε μόνο το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και περιελάμβανε ένα σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού των ως άνω πραγματικών περιστατικών ή του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος (βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2006, C- 436/04, Van Esbroeck, Συλλογή 2006, σ. I-2333, σκέψεις 27, 32 και 36, καθώς και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-150/05, Van Straaten, Συλλογή 2006, σ. I-9327, σκέψεις 41, 47 και 48)».

  • Στην παρ. 33 της υπ’ αρίθμ. C-467/04 αποφάσεως του ΔΕΕ αναφέρεται ρητά, πως «Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, που κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αμετάκλητης αποφάσεως συμβαλλομένου κράτους που εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως και με την οποία κατηγορούμενος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη».

  • Επισημαίνεται πως εξαιτίας των παραπάνω δημιουργείται και απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ’ ΚΠΔ, αφού παραβιάζονται διατάξεις, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Άλλωστε, η μη δίωξη του κατηγορουμένου για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο, συνιστά υπερασπιστικό του δικαίωμα, το οποίο ρητά προβλέπεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «Κανένας δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα, για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».-

  • Μάλιστα, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-ΕΔΔΑ, στην απόφασή του Sergey Zolotukhin v. Russia (Μείζονα Σύνθεση, 14939/03, 10 Φεβρουαρίου 2009, παρ. 79) συγκαταλέγει το άρθρο 50 του Χάρτη στα διεθνή κείμενα, που θεμελιώνουν την αρχή ne bis in idem και θεμελιώνουν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Εξάλλου, ως γνωστόν το δεδικασμένο αποτελεί «αρνητική δικονομική προϋπόθεση» για την κίνηση της ποινικής δίωξης. Το παραπάνω προκύπτει ρητά από το άρθρο 310 παρ. 1 εδάφιο γ’, σύμφωνα με το οποίο «στην περίπτωση που συντρέχει δεδικασμένο ή δεν υπάρχει η έγκληση, η αίτηση ή η άδεια που απαιτείται για τη δίωξη (άρθρ. 55), το Συμβούλιο κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη». Επομένως, είναι σαφές, πως εν προκειμένω δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1β’ ΚΠΔ, αφού παραβίαζονται διατάξεις που αφορούν στην «κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα» (ίδετε Λυμπερόπουλος Λ., Η ανίσχυρη διαδικαστική πράξη, 2008, σελ. 80-81).-

Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω επιχειρηματολογία η υπ’ αριθμ. 1665/2019 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δικαίωσε τον κατηγορούμενο κρίνοντας τα εξής:

Το προαναφερθέν άρθρο 50 του Χάρτη μετά την ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, τυγχάνει εφαρμογής και επί αποφάσεων μίας δημόσιας αρχής που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης εντός της οικείας έννομης τάξεως, όπως είναι η Εισαγγελία συμβαλλόμενου κράτους, με τις οποίες παύει αμετάκλητα η ποινική δίωξη σε ένα κράτος μέλος, έστω και αν αυτές λαμβάνονται χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου και δεν έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης. Τούτο διότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή διακηρύσσεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, σε διαδικασίες που οδηγούν εξάλειψη της δυνατότητας άσκησης δίωξης και διεξήχθησαν σε άλλο κράτος μέλος χωρίς την παρέμβαση Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση να μην απαιτεί ούτε η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους παρόμοια παρέμβαση Δικαστηρίου (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 11ης Φεβρουάριου 2003, υπόθεση C-187 και C-385/01, σκέψεις 28, 34 και 38, ιστοσελίδα curia.europa.eu). Προκειμένου να κριθεί αν μία διάταξη αποτελεί απόφαση με την οποία κάποιος δικάζεται αμετάκλητα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, πρέπει να εξακριβώνεται αν η διάταξη αυτή εκδόθηκε κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, υπόθεση C-486/14, οπ.π.). Τέλος, η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας λόγω νεώτερων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένης της ανάγκης να ελέγχεται αν τα στοιχεία που προβάλλονται είναι πράγματι καινούρια στοιχεία, κάθε νέα διαδικασία που στηρίζεται σε αυτή τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας κατά του ίδιου προσώπου και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορεί να κινηθεί μόνο στο συμβαλλόμενο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη διάταξη (Ε.Δ.Α.Α. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, υπόθεση C-398/12, ιστοσελίδα curia.europa.eu).

Κωνσταντίνος Πικραμένος

Μ.Δ.Ε. Ποινικού Δικαίου

Εγλήματα κατά της τιμής και κατά της δικαιοσύνης υπό τον νέο Ποινικό Κώδικα

Εγκλήματα κατά της τιμής

Με το νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α’ 95/11.6.2019) επήλθαν τροποποιήσεις στις διατάξεις εκείνες που ποινικοποιούν τα εγκλήματα κατά της τιμής. Συγκεκριμένα στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ σημειώνονται τα εξής:

«Η κατάστρωση των εγκληµάτων κατά της τιµής ακολουθεί στα βασικά της σηµεία τις διατυπώσεις του ισχύοντος Π.Κ., οι οποίες έχουν πλούσια θεωρητική και νοµολογιακή επεξεργασία. Παράλληλα επιδιώχθηκε ο εξορθολογισµός ορισµένων διατάξεων προς δύο κατευθύνσεις α) την κατάργηση διατάξεων που είτε δεν εµπεριέχουν πλέον ουσιαστικό άδικο είτε αποτελούσαν «έκτακτες» νοµοθετικές ρυθµίσεις που διασπούσαν την συνοχή του Π.Κ. και β) την τυποποίηση νέων εγκληµάτων και την πρόβλεψη επιβαρυντικών περιστάσεων. Ειδικότερα : 1 . Στα εγκλήµατα κατά της τιµής α) καταργείται το άρθρο 361Α Π.Κ. (απρόκλητη έµπρακτη εξύβριση), το οποίο ουσιαστικά αποτελεί «έκτακτη νοµοθετική ρύθµιση», που διασπά την βασική παραδοχή της προσωπικής προσβολής της τιµής και της κατ’ έγκληση δίωξής της και δηµιούργησε πολλά ερµηνευτικά προβλήµατα κατά την εφαρµογή του και β) καταργείται το άρθρο 364 Π.Κ. (δυσφήµηση ανώνυµης εταιρείας) λόγω έλλειψης ουσιαστικού ποινικού αδίκου και της δυνατότητας αυτοτελούς επιδίωξης αστικών αξιώσεων λόγω αδικοπραξίας. 2. Καταργείται το άρθρο 361Β Π.Κ. (που είχε προστεθεί µε το άρθρο 29 του Ν 4356/2015 ) µε το οποίο τιµωρείται ως ρατσιστική διάκριση «ο αποκλεισµός οποιουδήποτε ανθρώπου από µη συναλλακτική παροχή αγαθών ή υπηρεσιών εξαιτίας καταφρόνησης λόγω των χαρακτηριστικών που θεµελιώνουν το ρατσιστικό έγκληµα καθώς και η δηµόσια αναγγελία τέτοιας διακρίνουσας παροχής που αποκλείει τα πιο πάνω πρόσωπα εξαιτίας των ιδίων λόγων», αφενός µεν γιατί η συστηµατική ένταξή του στα εγκλήµατα κατά της τιµής ως αυτοτελούς πράξης ρατσιστικής διάκρισης χωρίς οποιονδήποτε άλλο συσχετισµό µε τα λοιπά εγκλήµατα ρατσιστικής βίας κ.λπ. δηµιουργεί σοβαρά ερµηνευτικά προβλήµατα αφετέρου δε το στοιχείο του ρατσιστικού χαρακτήρα οποιουδήποτε εγκλήµατος, εντάχθηκε στη διάταξη του άρθρου 82Α. Προβλέπεται επιβαρυντική περίσταση στα εγκλήµατα των άρθρων 361, 362 και 363 Π.Κ. αν η πράξη τελείται δηµόσια µε οποιονδήποτε τρόπο ή µέσω του διαδικτύου λόγω επίτασης της προσβολής του προστατευόµενου αγαθού. 4. Απλοποιείται η διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 Π.Κ. ως προς την διατύπωσή της καθώς η υπάρχουσα διάταξη δηµιούργησε σοβαρά ερµηνευτικά προβλήµατα.».

Σύμφωνα με το άρθρο 362 του νέου Ποινικό Κώδικα: «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή».

Παρατηρούμε ότι με το νέο ΠΚ προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 362, το οποίο προβλέπει επιβαρυντική περίσταση, αν η πράξη της δυσφήμησης τελείται δηµόσια µε οποιονδήποτε τρόπο ή µέσω του διαδικτύου. Σημειώνεται επίσης, ότι το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται στο νέο ΠΚ για το αδίκημα της δυσφήμησης είναι ευνοϊκότερο σε σχέση με το προισχύσαν, που προέβλεπε ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, ενώ όριζε και τη δυνατότητα σωρευτικής επιβολής των δύο ποινών.

Όσον αφορά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης,  το άρθρο 363 ΠΚ του νέου Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι: «Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή».

Και στην περίπτωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης προστέθηκε εδάφιο β’, για την δημόσια με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου τέλεση του αδικήματος. Επίσης, και στην περίπτωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η διάταξη είναι ευνοϊκότερη από την προισχύουσα, που απειλούσε τον υπαίτιο με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ μαζί με τη φυλάκιση μπορούσε να επιβληθεί και χρηματική ποινή, υπήρχε δε και η δυνατότητα επιβολής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, με τον νέο Ποινικό Κώδικα επήλθε σημαντική τροποποίηση στο άρθρο 366, το οποίο προβλέπει ότι: «1. Αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη, εκτός εάν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον. 2. Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης. Θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική. 3. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η δυσφήμηση ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.».

Όσον αφορά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο άρθρο 366 ΠΚ, στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, αναφέρεται ότι: «α. Δεν απαγορεύεται πλέον η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος, αλλά η πράξη µένει ατιµώρητη αν το γεγονός είναι αληθινό, εκτός αν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δηµόσιο συµφέρον. β. Το γεγονός θεωρείται αληθινό αν αφορά πράξη για την οποία έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση (αµετάκλητη). γ. Αν το γεγονός είναι αληθινό, η δυσφήµηση τιµωρείται µόνον αν προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης.».

Ως προς το αδίκημα της εξύβρισης, το άρθρο 361 του νέου Ποινικού Κώδικα, προβλέπει ότι: «1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. 2. Η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 308 έχει και σε αυτή την περίπτωση εφαρμογή». Σημειώνεται ότι στο αδίκημα της εξύβρισης, η ποινή της χρηματικής ποινής δεν µπορεί πλέον να σωρευθεί στην ποινή φυλάκισης και ότι προστέθηκε και στην περίπτωση αυτή εδάφιο β’, σχετικά με την δημόσια ή μέσω διαδικτύου τέλεση της πράξης.

Τέλος, στο άρθρο 367 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα προβλέπονται οι περιπτώσεις που δεν αποτελούν άδικες, κατά τα ανωτέρω, πράξεις και οι οποίες είναι οι εξής: «α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δ) σε ανάλογες περιπτώσεις». Επίσης, στην παρ. 2 του άρθρου 367 ορίζεται, ότι η προηγούμενη διάταξή του δεν εφαρμόζεται: «α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 και β) αν από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε ή δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης.».

Οι αστικές αξιώσεις που πηγάζουν από την προσβολή προσωπικότητας που προήλθε από δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση ή εξύβριση.

Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα [άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού] (βλ. ΑΠ 265 / 2015).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Άλλωστε, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (βλ. ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 265/ 2015).

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθη και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ (βλ. ΑΠ 15/2018). 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361 (βλ. ΑΠ 265/2015).

 Ωστόσο, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α’- δ’ ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 – 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κτλ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου [ΑΠ 109/2012], περιστατικά που προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (βλ. ΑΠ 265/2015).

Συναφώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η όλως πρόσφατη υπ’ αριθμ. 841/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία στην έννοια του τρίτου, κατά τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης

Τα εγκλήματα της ψευδούς κατάθεσης, της ψευδούς πραγματογνωμοσύνης ή διερμηνείας και της ψευδούς καταμήνυσης.

Το άρθρο 224 του νέου ΠΚ, στο οποίο τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης, προβλέπει ότι: «1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή. 2. Όποιος εμφανίζεται ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση και αρνείται να δώσει τη μαρτυρία του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν ο υπαίτιος τέλεσε τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, χωρίς να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή.».

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ: «Στο άρθρο 224 του νέου ΠΚ έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προισχύοντος Π.Κ. για την ψευδορκία και την ψευδή ανώµοτη κατάθεση. Η διάκριση των δύο περιπτώσεων (ένορκη ή ανώµοτη κατάθεση) δεν είναι πλέον κρίσιµη και οι ποινές έχουν εξοµοιωθεί, αφού γίνεται γενικώς δεκτό, ότι ο όρκος δεν επηρεάζει πλέον την «ετοιµότητα» ψευδών καταθέσεων.».

Περαιτέρω, στο άρθρο 226 παρ. 1 προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή για τους πραγματογνώμονες ή διερμηνείς που εν γνώσει τους εκθέτουν ψέματα ή αποκρύπτουν την αλήθεια. Επίσης προστέθηκε παράγραφος 2 στο άρθρο 226, σύμφωνα με την οποία: «Το δικαστήριο επιβάλλει επιπροσθέτως απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος για χρονικό διάστημα από ένα έως δύο έτη, η οποία αρχίζει μόλις η απόφαση γίνει αμετάκλητη.». Σημειώνεται ότι κατά την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ: «…απειλούνται αυξηµένες κυρώσεις για τις ψευδείς καταθέσεις πραγµατογνωµόνων ή διερµηνέων στα δικαστήρια, διότι η ψευδής πραγµατογνωµοσύνη ή διερµηνεία εκθέτει σε σηµαντικό βαθµό την έκδοση ορθών δικαστικών αποφάσεων. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται υποχρεωτικά και η παρεπόµενη ποινή της απαγόρευσης άσκησης επαγγέλµατος.».

Επιπλέον, καταργήθηκε το άρθρο 228 του προισχύσαντος ΠΚ, σχετικά με το οποίο, στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ αναφέρονται τα εξής: «Το άρθρο 228 καταργείται για δύο λόγους. Σε ό,τι αφορά την πρώτη παράγραφο του άρθρου, εκείνος που παρασύρει έναν άλλο να δώσει από πλάνη ψευδή όρκο είναι σε κάθε περίπτωση ηθικός αυτουργός του εγκλήµατος σε ένα σύστηµα περιορισµένης αντικειµενικής εξάρτησης, ώστε να µην υπάρχει περιθώριο εφαρµογής της συγκεκριµένης διάταξης. Σε ό,τι αφορά την δεύτερη παράγραφο του άρθρου, η προσπάθεια κατάπεισης δεν µπορεί να αντιµετωπίζεται µε τρόπο διαφορετικό από εκείνον που προβλέπεται για κάθε πρόκληση σε τέλεση εγκλήµατος, στο άρθρο 186.».

Σύμφωνα με το άρθρο 229 του νέου ΠΚ: «1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση. 3. Το δικαστήριο με αίτηση του παθόντος μπορεί να του επιτρέψει να δημοσιεύσει την απόφαση με έξοδα του καταδικασθέντος. Το δικαίωμα αυτό παύει να υπάρχει αν η δημοσίευση δεν γίνει μέσα σε έξι μήνες από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο.». Όσον αφορά το άρθρο 229, η αιτιολογική έκθεση αναφέρει πως: «Στο άρθρο 229 τυποποιείται το έγκληµα της ψευδούς καταμήνυσής. Σηµαντική αλλαγή στο έγκληµα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Σήµερα η ψευδής καταµήνυση τιµωρείται µόνο όταν ο δράστης την τελεί µε σκοπό καταδίωξης του καταγγελλόµενου προσώπου. Καθώς όµως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νοµιµότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δηµιουργεί άµεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εµφανίζεται περιττή.».

Ασκούμενη Δικηγόρος

Ελευθερία Αγγελούδη

Ρευματοκλοπή

Ο ΔΕΔΔΗΕ (Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας) τις τελευταίες εβδομάδες έχει στείλει δεκάδες σημειώματα σε ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεων, από τους οποίους ζητά την καταβολή χρηματικών ποσών λόγω «ρευματοκλοπής». Οι οικονομικές και ποινικές συνέπειες της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι σοβαρές, ενώ συχνά οι παραλήπτες των σημειωμάτων αυτών βρίσκονται προ εκπλήξεως είτε διότι εκμίσθωναν την οικία τους σε τρίτα πρόσωπα είτε διότι καμία επέμβαση δεν είχαν πραγματοποιήσει στους μετρητές του ηλεκτρικού τους ρεύματος.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ιδιοκτήτης μπορεί να αμυνθεί προσβάλλοντας το κύρος του διενεργηθέντος ελέγχου ή την καταχρηστική αδράνεια του παρόχου ηλεκτρικού ρεύματος, αν κατηγορείται για πράξεις του απώτερου παρελθόντος. Επιπλέον, αν το ακίνητο είχε παραχωρηθεί σε τρίτους τίθεται το ζήτημα της ταυτότητας των ωφελουμένων οικονομικά προσώπων. Δυστυχώς, ο ιδιοκτήτης βρίσκεται εκ προοιμίου σε μειονεκτική θέση και επομένως η νομική του άμυνα θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη και προσεκτική.

Σε κάθε περίπτωση η μομφή της ρευματοκλοπής είναι βαριά και δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται από τους αρμοδίους φορείς ως ένα εισπρακτικό μέτρο, το οποίο εξαπολύεται απερίσκεπτα κατά δικαίων και αδίκων.

Untitled-1

Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνό: 210 8841404 και όλο το εικοσιτετράωρο στο κινητό τηλέφωνο: 6906393266 και στο e-mail: pikramenoslaw@gmail.com

Η εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων

Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει στην παρούσα μελέτη είναι η εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων κατηγορίας, διαδικασία η οποία ρυθμίζεται προεχόντως από το άρθρο 226Α ΚΠΔ. Το άρθρο αυτό εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό την επιρροή πλήθους διεθνών νομικών κειμένων, τα οποία δεν αφομοιώθηκαν πάντοτε με επιτυχία από τον Έλληνα νομοθέτη.

Συνοπτικά, στις 2 Σεπτεμβρίου 1990 ξεκίνησε η εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού του Ο.Η.Ε., η οποία κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 2101/1992. Στις 18 Ιανουαρίου 2002 τέθηκε σε ισχύ το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, το οποίο κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 3625/2007.

Στο άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου αυτού καταγράφεται πως τα Κράτη Μέρη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των παιδιών-θυμάτων μεταξύ άλλων: αναγνωρίζοντας την ευπάθεια των παιδιών-θυμάτων και προσαρμόζοντας τις διαδικασίες για την αναγνώριση των ιδιαίτερων αναγκών τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ιδιαίτερες ανάγκες τους ως μαρτύρων, ενημερώνοντας τα παιδιά-θύματα για τα δικαιώματά τους, τον ρόλο τους και το πλαίσιο, τον χρόνο και την πρόοδο της διαδικασίας και την έκβαση των υποθέσεών τους, προστατεύοντας, ως αρμόζει, την ιδιωτική ζωή και την ταυτότητα των παιδιών-θυμάτων. Τονίζεται, όμως, παράλληλα πως καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να θίγει ή να είναι ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη.

Με βάση τα παραπάνω ο Έλληνας νομοθέτης έκρινε πως ήταν επιβεβλημένο να προβεί σε ριζικές αλλαγές στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι με το τρίτο άρθρο του νόμου 3625/2007 προστέθηκε το άρθρο 226Α για πρώτη φορά στον ΚΠΔ, ενώ έγιναν και άλλες τροποποιήσεις στην ημεδαπή νομοθεσία προκειμένου να ληφθούν μέτρα προστασίας των ανηλίκων.

Το 2007 υπεγράφη από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Lanzarote η Σύμβαση για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης. Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε από την χώρα μας με τον νόμο 3727/2008, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 226Α ΚΠΔ, αφού η χώρα μας ανέλαβε συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τον τρόπο διεξαγωγής των συνεντεύξεων με ανηλίκους.

Λίγα χρόνια αργότερα η Οδηγία 2012/29/ΕΕ συστηματοποίησε τους κανόνες για την προστασία των θυμάτων κατά την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας1 και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 4267/2014, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 226Α του ΚΠΔ. Επειδή, όμως, κρίθηκε πως η εφαρμογή των προστατευτικών για τα ανήλικα θύματα προβλέψεων της Οδηγίας δεν εφαρμόστηκε στην πράξη2 με την αναμενόμενη επιτυχία ο Έλληνας νομοθέτης επανήλθε ψηφίζοντας τον νόμο 4478/2017, ο οποίος μεταξύ άλλων τροποποίησε εκ νέου το άρθρο 226Α ΚΠΔ φιλοδοξώντας να αποτρέψει την περαιτέρω θυματοποίηση των παιδιών κατά τη διερεύνηση των σε βάρος τους διαπραχθέντων ποινικών αδικημάτων.

Μετά, λοιπόν, από την πλέον πρόσφατη τροποποίησή του, η οποία έλαβε χώρα με τον ν. 4478/2017 το άρθρο 226Α ΚΠΔ έχει ως εξής:

«1. Κατά την εξέταση ως µάρτυρα του ανήλικου θύµατος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παράγραφος 4, 323Β εδάφιο α΄, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349, 351, 351Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και στα άρθρα 29 παράγραφοι 5 και 6 και 30 του ν. 4251/ 2014 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγµατογνώµων, ειδικά εκπαιδευµένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυµάτων ή που περιλαµβάνεται στον πίνακα πραγµατογνωµόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν, χωρίς να εφαρµόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Η εξέταση ως µάρτυρα του ανήλικου θύµατος διενεργείται υποχρεωτικά στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυµάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασµένους και προσαρµοσµένους για το σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και µε όσο το δυνατόν περιορισµένο αριθµό συνεντεύξεων.

2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιµάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόµενος προς τούτο µε τους προανακριτικούς υπαλλήλους και µε τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιµοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές µεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και συντάσσει γραπτή έκθεση µε τις διαπιστώσεις, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταµένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου. Κατά την εξέταση ο ανήλικος µπορεί να συνοδεύεται από τον νόµιµο εκπρόσωπό του, εκτός αν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού µε αιτιολογηµένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως, σε περίπτωση σύγκρουσης συµφερόντων ή ανάµειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώµενη πράξη.

3. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας.

4. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως.

5. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του ανηλίκου γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές.

6. Η διάταξη του άρθρου 239 §2 εφαρμόζεται ανάλογα και επί ανηλίκων θυμάτων των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και από κοινωνικούς λειτουργούς δήμων ή νομαρχιών.».

Οι βασικές ρυθμίσεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ

Βασικός στόχος του άρθρου 226Α ΚΠΔ είναι η προστασία του ανηλίκου- θύματος σεξουαλικής κακοποίησης και η εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από συναισθήματα κατάθεσης3. Όπως προκύπτει και από το Κεφ. Α1 παρ. 4 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3625/2007 η παρουσία παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου κατά την εξέταση του παιδιού έχει ως σκοπό τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και ασφάλειας4, προκειμένου το ανήλικο θύμα να καταθέσει χωρίς να αισθάνεται κίνδυνο, φόβο και απομόνωση. Η ακολουθούμενη διαδικασία, λοιπόν, στοχεύει στην εξασφάλιση αντικειμενικής και ανεπηρέαστης από τα συναισθήματα κατάθεσης των ανηλίκων θυμάτων5, αλλά και στην αποτροπή του περαιτέρω ηθικού τραυματισμού του φερόμενου ως παθόντος ανηλίκου6.

Όσον αφορά στην παρουσία τρίτων προσώπων, κατά τη διάρκεια αποκλειστικά της εξέτασης -και όχι της προετοιμασίας7– του ανηλίκου, η παράγραφος δύο του άρθρου 226Α ΚΠΔ επιτρέπει την παρουσία του κηδεμόνα του ανήλικου θύματος εκτός κι αν με απόφαση του ανακριτή αυτό απαγορευτεί για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ανάμιξη του κηδεμόνα στην υπόθεση ή η ύπαρξη μιας κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων. Η ρύθμιση αυτή, αν και σε πρώτη ανάγνωση φαντάζει εύλογη, είναι προβληματική, καθώς οι κηδεμόνες των ανηλίκων είναι εξαιρετικά πιθανόν να έχουν ήδη ακούσει μια πρώτη αφήγηση των γεγονότων από τoν ανήλικο, με αποτέλεσμα έστω και άθελα τους να έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες, που θα εμποδίσουν την απολύτως ελεύθερη εξιστόρηση των γεγονότων από τον ανήλικο. Για τον λόγο αυτό έχει υποστηριχθεί πως θα ήταν προτιμότερο οι ανήλικοι να εξετάζονται χωρίς την παρουσία άλλων προσώπων και ειδικά των προσώπων εκείνων, τα οποία εκ του ρόλου τους έχουν εξουσία επάνω τους8. Η συγκεκριμένη, όμως, νομοθετική επιλογή αποτέλεσε διεθνή υποχρέωση της χώρας μας9.

Αντίθετα, η παρουσία του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου κατά την διαδικασία της εξέτασης αποκλείεται σε κάθε περίπτωση. Η απαγόρευση αυτή προκύπτει ευθέως από την γενική διάταξη του άρθρου 97 παρ.1 ΚΠΔ, από την οποία προβλέπεται εξαίρεση μονάχα στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 219 ΚΠΔ10. Επιπλέον αποκλείεται και η δυνατότητα διορισμού τεχνικού συμβούλου εκ μέρους του κατηγορουμένου. Η απαγόρευση αυτή, όπως δέχεται και η νομολογία11, προκύπτει ρητά από το γράμμα του άρθρου 226Α σύμφωνα με το οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 204-208 ΚΠΔ περί πραγματογνωμοσύνης.

Παρότι, δηλαδή, στο ίδιο το άρθρο γίνεται χρήση του όρου πραγματογνωμοσύνη γίνεται, επίσης, ρητή μνεία πως οι διατάξεις των άρθρων 204-208 Κ.Π.Δ. δεν εφαρμόζονται. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ειδική διαδικασία, διαφοροποιημένη από τις συνήθεις ρυθμίσεις του ΚΠΔ. Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, ότι το προϊόν της εργασίας του πραγματογνώμονα χαρακτηρίζεται από τον νομοθέτη ως “έκθεση” και όχι ως γνωμοδότηση, όπως στο άρθρο 198 ΚΠΔ.

Έτσι, η δυνατότητα του κατηγορουμένου να θέτει ερωτήσεις στον ανήλικο περιορίζεται μονάχα στην περίπτωση της παραγράφου πέντε του άρθρου 226Α ΚΠΔ12. Σύμφωνα με αυτή, αφού η υπόθεση έχει εισαχθεί στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την συμπληρωματική εξέταση του ανηλίκου, στον οποίον θα τεθούν πρόσθετες ερωτήσεις μέσω του ανακριτικού υπαλλήλου. Η ικανοποίηση, όμως, του αιτήματος αυτού βρίσκεται, σαφώς, στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Με βάση τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη, ο μοναδικός τρόπος για να ελεγχθεί η αμεροληψία και η επιστημονική ορθότητα της εξέτασης του ανήλικου είναι η καταγραφή της σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Μέχρι την τροποποίηση, που επέφερε ο νόμος 4478/2017, η διαδικασία αυτή ετίθετο ως δυνατότητα και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος καλείτο να εμπιστευτεί τυφλά την έγγραφη αποτύπωση της κατάθεσης του ανηλίκου, η οποία γίνεται με ευθύνη των ανακριτικών οργάνων.

Επισημαίνεται, πάντως, πως η παράγραφος 4 του άρθρου 226Α ΚΠΔ δεν τροποποιήθηκε, όπως ήταν απαραίτητο, προκειμένου να προβλέπει ρητά πως και η προβολή της βιντεοσκοπημένης κατάθεσης του ανηλίκου στο ακροατήριο είναι υποχρεωτική. Τέτοια, όμως, είναι η ενδεδειγμένη ερμηνεία της εν λόγω παραγράφου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η νομοθετική πρόβλεψη περί υποχρεωτικής βιντεοσκόπησης της κατάθεσης του ανηλίκου θα ήταν άνευ νοήματος.

Εξάλλου, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η αναπαραγωγή κατά την διάρκεια της δίκης της βιντεοσκοπημένης εξέτασης του μάρτυρα θεωρείται πως επιτρέπει στο δικαστήριο και στον κατηγορούμενο να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του μάρτυρα και να σχηματίσουν την δική τους άποψη για την αξιοπιστία του. Η άποψη αυτή πέρα από τις αποφάσεις D.T. v. The Netherlands13, Rosin v. Estonia14 και González Nájera v. Spain15, εντοπίζεται και σε άλλες πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ16, οι οποίες δεν σχετίζονται με την εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων, οι οποίοι είναι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης.

Όσον αφορά στον αριθμό των διενεργούμενων συνεντεύξεων με τον ανήλικο επισημαίνεται από τη νομολογία πως πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη μέριμνα από τον ανακριτή, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε επιπλέον εξέταση του ανηλίκου, που φέρεται ως θύμα, προκειμένου να αποφεύγεται η περαιτέρω θυματοποίησή του και η πρόκληση δυσμενών συνεπειών στην ψυχοσύνθεσή του17. Αυτό επιτάσσει, άλλωστε, και η σύμφωνη με το δίκαιο της Ε.Ε. ερμηνεία των νόμων, αφού η αποφυγή περιττών εξετάσεων του ανηλίκου αποτελεί ξεκάθαρο σκοπό της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως περιττή μια επιπλέον εξέταση, εφόσον είναι αναγκαία για την αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας18.

Τέλος, ο ρόλος των προσώπων, που θα εξετάσουν τον ανήλικο μάρτυρα είναι εξαιρετικά σημαντικός, καθώς η ενδεχόμενη έλλειψη επαγγελματισμού και κατάρτισης εκ μέρους τους ενδέχεται όχι μόνο να επιβαρύνουν συναισθηματικά τον ανήλικο, αλλά να καθοδηγήσουν την κατάθεσή του19 και να υπονομεύσουν την αξιοπιστία της. Και στον τομέα αυτό είναι άκρως σημαντική η μεταρρύθμιση, που επέφερε ο νόμος 4478/2017, αφού πλέον η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται διά του παρισταµένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου, ο οποίος φέρει σαφώς περισσότερα εχέγγυα για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας και την αποφυγή καθοδηγητικών ερωτήσεων και γενικότερα της χρήσης ακατάλληλων μεθόδων.

Η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ

Αρκετές από τις επιλογές του Έλληνα νομοθέτη δεν βρίσκονται σε αρμονία με την σχετική, πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συνοπτικά, αναφέρεται πως μια σημαντική παραδοχή του ΕΔΔΑ, η οποία εμφανίστηκε τόσο στην υπόθεση Vronchenko v. Estonia20 όσο και στην υπόθεση Rosin v. Estonia21, είναι πως εφόσον οι εθνικές αρχές ήταν σε θέση να διαπιστώσουν πως ο ανήλικος μάρτυρας δεν θα μπορεί να εξεταστεί στο ακροατήριο, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε ο κατηγορούμενος να έχει την ευκαιρία να τον εξετάσει στην προδικασία.

Μάλιστα, προ της αποφάσεως Al-Khawaja and Tahery22 το ΕΔΔΑ είχε νομολογήσει πως ο ανήλικος μάρτυρας θα έπρεπε να είχε εξεταστεί με έναν τρόπο, που να αποτελεί το λειτουργικό ισοδύναμο της κλασικής εξέτασης μαρτύρων23. Μετά την απόφαση Al-Khawaja and Tahery, όμως, το ΕΔΔΑ σε σειρά αποφάσεών του έκανε δεκτό πως είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά οι ανέλεγκτες μαρτυρικές καταθέσεις των ανηλίκων μαρτύρων, εφόσον λαμβάνονται επαρκή αντισταθμιστικά μέτρα για την διασφάλιση της αξιοπιστίας τους και συγκεκριμένα αν οι ανήλικοι έχουν εξεταστεί από ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι έχουν αποφανθεί επί της αξιοπιστίας τους24.

Η νομολογία αυτή, η οποία ερμηνεύει το δικαίωμα εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας αυστηρά λειτουργικά, δεν έχει ακόμα επικρατήσει ολοκληρωτικά25. Ακόμα, όμως, κι αν επικρατήσει, πρέπει να επισημανθεί πως η διαδικασία στην οποία αναφέρεται το ΕΔΔΑ ουδεμία σχέση έχει με την διαδικασία, που ακολουθείται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 226Α ΚΠΔ, αφού καθ’ ημάς δεν προβλέπεται κάποια διαδικασία ελέγχου της αξιοπιστίας του ανηλίκου.

Κριτική και προτάσεις

Σύμφωνα με τον Γ. Τριανταφύλλου ο βασικός ποιοτικός δείκτης μιας δικαστικής απόφασης καθορίζεται από την τήρηση αφενός της αρχής της αμεσότητας και αφετέρου της αρχής της υπεράσπισης, της δυνατότητας, δηλαδή, του κατηγορουμένου να αντιπαρατεθεί με όλα τα αποδεικτικά μέσο στο ακροατήριο26.

Εκκινώντας από την βάση αυτή, επισημαίνουμε πως η βασική κριτική που ασκείται στις διατάξεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ αφορά στον υπερβολικό περιορισμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος δεν έχει σε κανένα στάδιο της ποινικής δίκης την ευκαιρία να εξετάσει τον ανήλικο μάρτυρα, ενώ ακόμα και ο συνήγορος του δεν έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί την εξέταση του ανηλίκου και να υποβάλει συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ερωτήσεις, όταν αυτό είναι αναγκαίο27. Εξάλλου, η πρόβλεψη για την δυνατότητα συμπληρωματικής εξέτασης δεν επιλύει το πρόβλημα, αφού η αποδοχή ή μη του αιτήματος βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Χαρακτηριστική είναι η σχετική έκθεση που συνέταξε η Β’ Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής (τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων) επί του νόμου 3625/2007, με το οποίο, όπως αναφέραμε ανωτέρω, εισήχθη το άρθρο 226Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα διατυπώνεται η άποψη πως σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η αίτηση του κατηγορουμένου για εξέταση του μάρτυρα είναι δυνατόν να προκύψουν ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 6 §3 εδ. Δ της ΕΣΔΑ.

Σε επίπεδο θεωρίας ο Χαραλαμπάκης επισημαίνει πως με τον αποκλεισμό της δυνατότητας εξέτασης του ανηλίκου προκύπτουν μεγάλες δυσχέρειες στην προσπάθεια για την ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας, καθώς χωρίς τις εκατέρωθεν παρεμβάσεις και παρατηρήσεις δεν είναι δυνατόν να σχηματιστεί ασφαλής εικόνα για τα ερευνώμενα γεγονότα28. Επίσης, υποστηρίζει ότι υπάρχουν ηπιότερα μέσα προκειμένου να προστατευτούν ψυχικά οι ανήλικοι μάρτυρες, όπως η διεξαγωγή της δίκης κεκλεισμένων των θυρών και η υποβολή των ερωτήσεων σε αυτούς μόνο διά του προεδρεύοντος29.

Η Διονυσοπούλου θεωρεί την συγκεκριμένη διάταξη αντίθετη με την νομολογία του ΕΔΔΑ30. Ομοίως, ασυμβίβαστη με την νομολογία του ΕΔΔΑ χαρακτηρίζεται η διάταξη και από τον Γιανακούρα31. Ο Χριστόπουλος εστιάζει την κριτική του στον αποκλεισμό όχι μόνο του κατηγορουμένου, αλλά και του συνηγόρου του από την εξέταση του ανηλίκου μάρτυρα32, ενώ ο Α. Τριανταφύλλου αναφέρει πως η απαγόρευση διορισμού τεχνικού συμβούλου οδηγεί σε δυσανάλογο περιορισμό των υπερασπιστικών δικαιωμάτων33.

Καταγράφεται, πάντως, πως μέρος της θεωρίας φαίνεται να έχει υιοθετήσει την άποψη πως η εισαγωγή του άρθρου 226Α στον ΚΠΔ με την συγκεκριμένη του μορφή αποτελούσε υποχρέωση της χώρας μας προερχόμενη από διεθνείς συμβάσεις34. Ουδέποτε, όμως, ανέλαβε ο Έλληνας νομοθέτης την υποχρέωση να απαγορεύσει την εξέταση του ανήλικου μάρτυρα από τον κατηγορούμενο με κάθε μέσο, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.

Με βάση όλα τα παραπάνω το άρθρο 226Α ΚΠΔ θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να δίνεται η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να συμμετέχει στην εξέταση του ανηλίκου μάρτυρα, μέσω του συνηγόρου ή του τεχνικού του συμβούλου, προκειμένου αφενός να διασφαλίζεται η ορθότητα και αντικειμενικότητα της διαδικασίας και αφετέρου να προβάλλεται αποτελεσματικά η θέση της υπεράσπισης μέσω και της αμφισβήτησης των αντίθετων προς αυτή ισχυρισμών. Με τον τρόπο αυτό ο περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάζει τον ανήλικο μάρτυρα θα εξισορροπείται αποτελεσματικά, αφού θα έχει στην διάθεσή του μια πραγματικά λειτουργικά ισοδύναμη δυνατότητα.

Επιπλέον, είναι απαραίτητο το δικάζον δικαστήριο και ο κατηγορούμενος να έχουν πρόσβαση στο ακριβές περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα, ώστε αφενός να παρατηρούν τις πάσης φύσεως αντιδράσεις του και αφετέρου να ελέγχουν αν τέθηκαν στον ανήλικο καθοδηγητικές ερωτήσεις και αν παρερμηνεύτηκαν ή αποτυπώθηκαν εσφαλμένα τα λόγια και οι ενέργειές του.

Επομένως, η υποχρεωτική βιντεοσκόπηση και προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου μάρτυρα είναι επιβεβλημένη τόσο ως ασφαλιστική δικλείδα υπέρ του κατηγορουμένου για την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών όσο και ως, μερική έστω, ικανοποίηση των επιταγών, που απορρέουν από την αρχή της αμεσότητας.

1 Η εν λόγω Οδηγία αντικατέστησε την Απόφαση-Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ.

2 Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται πως οι διατάξεις του άρθρου 226Α ΚΠΔ για την προστασία των ανηλίκων είχαν παραμείνει «ανεφάρμοστες» στην πράξη. Η διαπίστωση αυτή προκαλεί απορία εξαιτίας της γενικής διατύπωσης, αφού είναι γνωστό πως το άρθρο 226Α ΚΠΔ για την εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων εφαρμόστηκε στην πράξη, ενώ υπάρχει και σχετική νομολογία.

3 ΕφΑθ(ΜΟΔ) 83/2009 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

4 Βλ. την εισηγητική έκθεση του νόμου 3625/2007 σχετικά.

5 ΑΠ 928/2012 (ΤΝΠ ΔΣΑ).

6 ΜΟΕΑθ 381-383, 410-413 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

7 Κατά την προετοιμασία του ανηλίκου για την εξέταση του ως μάρτυρα δεν μπορεί αυτός να συνοδεύεται από κανέναν, διότι η παρουσία άλλου ατόμου κατά το χρόνο διεξαγωγής της διαδικασίας αυτής καταστρατηγεί τον σκοπό του νόμου, επιφέροντας τα αντίθετα αποτελέσματα, εξ ου και ρητά αποκλείστηκε η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 204-208 ΚΠΔ περί των τεχνικών συμβούλων. Βλ. σχετικά ΕφΔωδ 8/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

8 S.l. Ceci, D.F. Ross, M.P. Toglia, Perspectives on Children’s Testimony, Springer-Verlag New York Inc., 1989, σελ. 195.

9 Συγκεκριμένα με την Σύμβαση του Lanzarote ο εθνικός νομοθέτης υποχρεώθηκε ρητά να επιτρέπει στον ανήλικο μάρτυρα να συνοδεύεται από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του κατά την διαρκεια της εξέτασής του.

10 «Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 219.»

11 ΣυμβΠλημμΡοδ 222/2012 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

12 Σημειώνεται πως η εν λόγω νομοθετική επιλογή δεν αποτέλεσε απόρροια των διεθνών δεσμεύσεων, που έχει αναλάβει η χώρα μας, καθώς από την μελέτη των σχετικών νομικών κειμένων προκύπτει πως σε καμία περίπτωση δεν απαγορεύεται η έμμεση εξέταση του ανηλίκου από τον κατηγορούμενο, μέσω τρίτων προσώπων.

13 D.T. v. The Netherlands, Application no. 25307/10, παρ. 50.

14 Rosin v. Estonia, Application no. 26540/08, παρ. 62.

15 González Nájera, Application no. 61047/13, παρ. 54.

16 Case of Chmura v. Poland, Application no. 18475/05, παρ. 50.

17 Διάταξη Ανακριτή ΠλημμΡεθ 158/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

18 Σύμφωνα με την Σύμβαση του Lanzarote o αριθμός των συνεντεύξεων είναι όσο το δυνατό πιο περιορισμένος και όσο ακριβώς χρειάζεται για το σκοπό των ποινικών διαδικασιών. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν απαγορεύεται η επανάληψή τους, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την διερεύνηση της ουσιαστικής αλήθειας.

19 Καθοδηγητική είναι η ερώτηση, η οποία ενδεικνύει εμμέσως την επιθυμητή απάντηση ή λαμβάνει ως δεδομένα τα γεγονότα, για την διαλεύκανση των οποίων εξετάζεται ευθύς εξαρχής ο μάρτυρας. Η εξέταση με την χρήση καθοδηγητικών ερωτήσεων μπορεί να οδηγήσει είτε στην δημιουργία ψευδών αναμνήσεων είτε ψευδών λεπτομερειών εντός πραγματικών αναμνήσεων, βλ. Edith Greene, Kirk Heilbrun, William H. Fortune, Michael T. Nietzel, Wrightsman’s Psychology and the Legal System 6th Edition, Thomson Wadsworth, 2007, σελ. 407.

20 Vronchenko v. Estonia, Application no. 59632/09, παρ. 65.

21 Rosin v. Estonia, ο.π., παρ. 57-60.

22 Al-Khawaja and Tahery v. the United Kingdom, Grand Chamber, Applications nos. 26766/05 and 22228/06.

23 Μεταξύ άλλων Bocos-Cuesta v. the Netherlands, Application no. 54789/00, παρ. 71.

24 D.T. v. The Netherlands, ο.π., παρ. 50-52, Vronchenko v. Estonia, ο.π., παρ. 64, Rosin v. Estonia, ο.π., παρ. 61.

25 Η αντίληψη αυτή φάνηκε να τροποποιείται στην υπόθεση González Nájera (ο.π., παρ. 49, 56), καθώς στην συγκεκριμένη υπόθεση η αξιολόγηση της κατάθεσης των ανηλίκων από ειδικούς δεν τέθηκε ως το κυρίαρχο σημείο για την διαπίστωση ή μη παράβασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Επειδή, όμως, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραίτηση του προσφεύγοντος από το δικαίωμά του προς εξέταση των ανηλίκων μαρτύρων κατηγορίας, δεν μας επιτρέπεται να εξάγουμε απολύτως ασφαλή συμπεράσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με την πλέον πρόσφατη απόφαση Przydział v. Poland (Application no. 15487/08, παρ. 52) καθώς η κατάθεση της ανήλικης δεν αποτέλεσε εν προκειμένω ούτε το μοναδικό ούτε το αποφασιστικό αποδεικτικό μέσο και επομένως η απόρριψη της σχετικής προσφυγής ως απαράδεκτης ήταν πλήρως αναμενόμενη με βάση την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ.

26 Τριανταφύλλου Γεώργιος, Αρχή της αμεσότητας και προσωπική απόδειξη, ΠοινΧρον ΜΕ, σελ. 410.

27 Παπαδημητράκης Γεώργιος, Η αντιμετώπιση των ανηλίκων θυμάτων στην αγγλική ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1014.

28 Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, Ποινικός Λόγος 2007, σελ. 829. και Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, ΠοινΧρον 2011, σελ. 565 επ.

29 Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, ΠοινΧρον 2011, σελ. 565 επ.

30 Διονυσοπούλου Αθανασία, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου στην εξέταση μαρτύρων κατηγορίας, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 208.

31 Γιανακούρας Π. σε Κοτσαλής Λεωνίδας, Ευρωπαική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ποινικό Δίκαιο: Ερμηνεία των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη 2014, σελ. 684.

32 Χριστόπουλος Παναγιώτης, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας κατά το άρθρο 6 παρ.3δ’ της ΕΣΔΑ, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1299.

33 Τριανταφύλλου Αναστάσιος, Ζητήματα μαρτυρικής απόδειξης στην ποινική δίκη, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας 2014, σελ. 256.

34 Καρράς Αργύριος, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Συστηματική Ερμηνεία και Μεθοδολογική κατ’ άρθρο Ανάπτυξη, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2016, σελ. 442.

Αίτηση στον ΕισΑΠ για άσκηση αναίρεσης κατά αθωωτικών αποφάσεων

Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα. Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2521/1997, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογραφή της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει τη παραγραφή της ποινής. Η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ. αναστέλλεται κατά τον μήνα Αύγουστο.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προσβάλλεται με έφεση, εντός ενός μήνα από τότε που η ανέκκλητη (τελεσίδικη) απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 170/2017).

Περαιτέρω, αναγνωρίζεται το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος να υποβάλλει αίτηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση σε περίπτωση που αθωωτική απόφαση βαρύνεται με νομικά σφάλματα.

Ωστόσο, συμβαίνει στην πράξη να απορρίπτονται σχετικές αιτήσεις κατά αποφάσεων πρωτοβαθμίων δικαστηρίων με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος άσκησης αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά συγκεκριμένης απόφασης, λόγω παρέλευσης της νόμιμης προς τούτο προθεσμίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, ήτοι αυτής του διμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης έως την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο.

Η συγκεκριμένη άποψη αναπτύσσεται στην υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας γίνεται επίκληση όσον αφορά την απόρριψη της αίτησης μας, αναφέρει στο σκεπτικό της όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα τα εξής : “Κατά τη διάταξη του άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠοινΔ «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (αρ. 483 παρ. 3)» δηλαδή εντός μηνός από την δημοσίευση τους αν αυτές είναι πρωτοβάθμιες. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και όπως τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 3 προστέθηκαν με το άρθρο 10 του Ν. 4274/2014, και ορίζει ότι «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής», προκύπτει ότι η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει μετά την ισχύ της πιο πάνω διατάξεως της παρ. 3, όχι από τη δημοσίευσή της, αλλά από την καταχώρησή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο του Δικαστηρίου, ενώ αν ουδόλως καταχωρηθεί, η αναίρεση είναι πάντα εμπρόθεσμη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά αποφάσεων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που προσβάλλονται με έφεση: α) εντός μηνός από την δημοσίευσή τους ή β) εντός μηνός από την καταχώρηση τους στο ειδικό βιβλίο μετά από δική του πρωτοβουλία, που πρέπει να εκδηλώνεται εντός δύο μηνών από την δημοσίευση τους. Σε περίπτωση που η απόφαση καταχωρηθεί στο παραπάνω βιβλίο εντός διμήνου με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικαστηρίου που την εξέδωσε τότε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατ’ αυτής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώρηση αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον οποιασδήποτε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ερμηνεύει το σχετικό άρθρο με τρόπο που θέτει μια προϋπόθεση του παραδεκτού, που ουσιαστικά αποκλείει και παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη.

Ειδικότερα, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, προστατεύεται ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, αυτό της πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη υπάρχει και στην περίπτωση της υπερβολικής τυπολατρίας, η οποία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των δικονομικών κανόνων, που μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο, όπως είναι οι αυστηρές ερμηνείες προθεσμιών και διαδικαστικών κανόνων.

Συμπερασματικά, η ερμηνεία του άρθρου 473 παράγραφος 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως προϋπόθεσης του παραδεκτού είναι λανθασμένη, καθώς είναι σαφές ότι η προθεσμία που ορίζει η διάταξη είναι ενδεικτική και δεν θέτει δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά από αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από την γραμματική ερμηνεία της διάταξης όσο και από την σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ερμηνεία. Επομένως η προσέγγιση του Αρείου Πάγου, όπως εκφράστηκε με την υπ’ αριθμόν 1104/2015 απόφαση του αποτελεί κατά την κρίση μας υπερβολικό φορμαλισμό και τυπολατρία και σε συνδυασμό με τις αδυναμίες στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις του συστήματος, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της καθυστέρησης της καθαρογραφής των αποφάσεων, οδηγεί στην στέρηση και την παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στην δικαιοσύνη, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Ελευθερία Αγγελούδη

Προθεσμία του ΕισΑΠ για την άσκηση αναιρέσεως

Απόσπασμα από την ΑΠ 170/2017 σχετικά με την έναρξη της προθεσμίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την άσκηση αναιρέσεως:

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα. Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2521/1997, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καθαρογραφή της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει τη παραγραφή της ποινής.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση, εντός ενός μήνα από τότε που η ανέκκλητη (τελεσίδικη) απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.

Η αξίωση εξέτασης υλικών αποδεικτικών μέσων

Στο άρθρο 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠΔ, στην οποία προβλέπεται το δικαίωμα των διαδίκων και των δικηγόρων τους να υποβάλλουν αιτήσεις για θέματα που αφορούν την υπόθεση που συζητείται. Μεταξύ των αιτήσεων αυτών γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνονται και οι αιτήσεις για την διεξαγωγή αποδείξεων.

Εξάλλου από τις αρχές της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, αλλά και της άμεσης προσωπικής επαφής του κρίνοντος με το αποδεικτικό υλικό προκύπτει και η αξίωση του κατηγορουμένου να βρίσκονται όλα τα δυνητικά χρήσιμα- αξιόλογα αποδεικτικά μέσα στην διάθεση του ποινικού δικαστηρίου.

Το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ’ της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι “κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα  να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας”. Η έννοια του “μάρτυρα” ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ κατά τρόπο αυτόνομο, ανεξάρτητο, δηλαδή, από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή στο εσωτερικό εθνικό δίκαιο και εξελίχθηκε ώστε να περιλαμβάνει και μη προσωπικά αποδεικτικά μέσα.

Η νομολογιακή αυτή εξέλιξη (βλ. Χριστόπουλος Παναγιώτης, Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί την προσκόμιση αποδεικτικών μέσων από τις δικαστικές αρχές, ΠοινΧρον 2016, σελ. 721 επ.) αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην υπόθεση MIRILASHVILI κατά Ρωσίας, της 11ης Δεκεμβρίου 2008, η οποία εξετάζει και την προγενέστερη νομολογία του ΕΔΔΑ.  Συγκεκριμένα στην παρ. 159 της εν λόγω απόφασης καταγράφεται η σκέψη πως το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ΄ της ΕΣΔΑ μπορεί, ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, να τύχει εφαρμογής, όχι μόνον ως προς τους μάρτυρες, αλλά γενικότερα και ως προς κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο. Αφορά,  δηλαδή, και την εξέταση υλικών αποδεικτικών μέσων.

Στην υπόθεση Perna κατά Ιταλίας, το ΕΔΔΑ έχει εντάξει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ΄ της ΕΣΔΑ την πρόσβαση σε έγγραφα στοιχεία, ενώ στην ελληνικού ενδιαφέροντος υπόθεση Γεώργιος Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος το ΕΔΔΑ έπραξε το ίδιο με τα πρωτότυπα έγγραφα και αρχεία ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία ήταν σχετικά με τις διερευνούμενες κατηγορίες.

Στην υπόθεση Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος  ο προσφεύγων καταδικάστηκε για το έγκλημα της απάτης σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η καταδίκη του βασίσθηκε επί επτά πλαστογραφημένων επιταγών, τα πρωτότυπα των οποίων ουδέποτε επεδείχθησαν από την πολιτικώς ενάγουσα τράπεζα ενώπιον των δικαστηρίων που έκριναν την υπόθεση. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, εάν τα δικαστήρια είχαν διατάξει την προσκόμιση των πρωτοτύπων των επιταγών αυτών, θα είχε αποδειχθεί ότι δεν ήταν αυτός ο υπαίτιος της απάτης. Εν προκειμένω το  ΕΔΔΑ διαπίστωσε παράβαση των άρ. 6 παρ. 1 και 3 στοιχ. δ΄ της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι, εφόσον ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν την βάση της καταδίκης «δεν προσκομίσθηκαν ούτε συζητήθηκαν κατά τρόπο επαρκή στο ακροατήριο ενώπιον του κατηγορουμένου, και παρά τα επανειλημμένα προς τούτο αιτήματα του τελευταίου», η υπό κρίσιν διαδικασία εκτιμώμενη στο σύνολό της δεν πληρούσε τις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης.