Παράνομα και νόμιμα αποδεικτικά μέσα

Στην ελληνική νομολογία τα τελευταία έτη υπήρξε μεγάλη σύγχυση σχετικά με το ποια αποδεικτικά μέσα πρέπει να θεωρούνται απαγορευμένα εξαιτίας της παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας και ποια όχι. Συγκεκριμένα, υπήρξε συχνά μια αδικαιολόγητη εξίσωση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων εκείνων, που ελήφθησαν με την συναίνεση του εταίρου προσώπου και που δεν αφορούν τον πυρήνα της οικογενειακής του ζωής, με εκείνα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είτε ελήφθησαν χωρίς τη συναίνεση του άλλου προσώπου είτε αφορούν ιδιαίτερα ευαίσθητα προσωπικά του δεδομένα (την υγεία λόγου χάρη, τις πολιτικές του πεποιθήσεις ή τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.)

Η υπ’ αρίθμ. 3626/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ελληνική Δικαιοσύνη, σελ. 1173 επ.) αντιμετωπίζει κατά την γνώμη μας το ζήτημα με ορθότητα και κατά το ενδιαφέρον μέρος της έχει ως εξής:

(…)μεταξύ δε αυτών και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων και οι φωτογραφίες οθόνης κινητού τηλεφώνου που απεικονίζουν γραπτά μηνύματα και φωτογραφίες εγγράφων, που προσκομίζονται από τον ανακόπτοντα, που εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης του άρθρου 444 αριθ.3 ΚΠολΔ και εξομοιούνται με πραγματικά έγγραφα (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 46/2014 ΤΝΠ-Νόμος, ΕφΑθ 32/2011 ΤΝΠ-Νόμος, ΠΠρΘεσ 1210/2016 ΤΝΠ-Νόμος)

απορριπτομένου του ισχυρισμού της καθ’ ης, που προβάλλεται με την προσθήκη στις προτάσεις της, ότι πρόκειται περί παρανόμων αποδεικτικών μέσων κατά τα άρθρα 9, 9Α και 19 του Συντάγματος, τα οποία δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, λόγω παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας, καθόσον, αφενός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι αποστολείς του περιεχομένου των άνω εγγράφων, το οποίο δεν αφορά αποκλειστικά απόρρητη σχέση του ιδιωτικού βίου τους, γνωρίζουν ότι αυτό αποθηκεύεται σε υλικό φορέα στο τερματικό του παραλήπτη λαμβάνοντα τη μορφή του ηλεκτρονικού εγγράφου και ότι είναι δυνατή η χρήση του από τον παραλήπτη, ο οποίος δεν το απέκτησε αθέμιτα, όπως λόγου χάρη με παγίδευσή του ή με υποκλοπή, αφετέρου ειδικά το περιεχόμενο των προσκομισθέντων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ρητά επικαλείται και η ίδια η καθ’ ης, ώστε να μην νοείται έλλειψη συναίνεσής της στην χρήση τους (…)

 

Καταχρηστική προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων

Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 δημιουργήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα σύγχυση στον νομικό κόσμο σχετικά με την καταχρηστική προθεσμία των ενδίκων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης κατά αποφάσεων, που έχουν δημοσιευτεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.2 του ΕισΝΚΠολΔ η έναρξη της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση εφέσεων κατά αποφάσεων, που έχουν δημοσιευθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν.4335.2015, κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του εν λόγω νόμου. Η παραπάνω ερμηνευτική εκδοχή είναι και η μόνη που μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού συμβιβάζεται με την διαχρονική λειτουργία του ΕισΝΚΠολΔ (Ανακύπτοντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου στην κατ’ έφεση δίκη μετά την έναρξη ισχύος του ν.4335.2015, Ελευθερία Χ. Κώνστα, Ελληνική Δικαιοσύνη, 2017, σελ. 362 επ.)

Σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας ανισότητας μεταξύ των διαδίκων χωρίς να τίθεται θέμα δικής τους επιμέλειας, αφού ενδέχεται να είχαν λάβει νομική πληροφόρηση περί της δυνατότητάς του να ασκήσουν έφεση κατά ορισμένες απόφασης, δημοσιευθείσας πριν την έναρξη ισχύος του ν.4335.2015 εντός τριετίας. Επιπλέον θα δημιουργούνταν διάψευση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διαδίκων, ανασφάλεια δικαίου, σύγχυση και δυσλειτουργία στην δικαστηριακή πρακτική.

Τα παραπάνω επιβεβαιωθήκαν απόλυτα από την υπ’ αρίθμ. 519/2017 [1] απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εξετάζοντας το ζήτημα της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων, οι οποίες δημοσιεύτηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 έκρινε πως «Με τις ως άνω προαναφερθείσες διατάξεις δεν παρέχεται αναδρομική ισχύς στη διάταξη του νέου άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ υπό την έννοια ότι αυτή εφαρμόζεται άμεσα επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 και στρέφονται κατʼ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια η αρχικώς προβλεπομένη γιʼ αυτές τριετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση αυτών να περιορίζεται σε διετή. Τοιαύτη ερμηνευτική εκδοχή θα κατέληγε σε άτοπα αποτελέσματα, καθότι αίτηση αναίρεσης κατʼ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη, εάν ασκείτο μέχρι τις 31.12.2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, εάν ασκείτο αμέσως μετά την 1.1.2016, αφού θα είχε εντωμεταξύ συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της.»

Επιπλέον κρίθηκε πως «με τη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία απηχεί θεμελιώδη αρχή από άποψη διαχρονικού δικονομικού δικαίου ως προς το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, προκειμένου να μην αιφνιδιάζεται ο διάδικος, ούτε να στερείται αυτός κεκτημένων δικονομικών δικαιωμάτων, ορίζεται στην παρ.1 εδ. α αυτής ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ στην παρ.2 αυτής ορίζεται ειδικότερα ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.2 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 του ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στο Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική  προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατʼ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του Ν.  4335/2015 ) υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτής μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του Ν.  4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης. Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016 – 1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατʼ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).»

Τα παραπάνω, τα οποία ορθώς δέχεται ο Άρειος Πάγος, ισχύουν τόσο για την καταχρηστική προθεσμία του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, όσο και εκείνου της έφεσης.

[1] Ομοίως και η ΑΠ 520/2017

Τροποποίηση- προσθήκη: Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε τις παραπάνω ορθές παραδοχές του στην υπ’ αρίθμ. 1176/2017 απόφαση του Β1 Τμήματός του και έτσι αναμένεται πλέον να αποφανθεί οριστικά η Ολομέλεια.

Τροποποίηση- προσθήκη: Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. 

ΑΠ 10/2018

Ο Κανονισμός 2201/2003 και η διεθνής δικαιοδοσία στις οικογενειακές διαφορές

Με τον Κανονισμό 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος ισχύει από την 1.8.2004 άμεσα στα κράτη και εφαρμόζεται από την 1.3.2005, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν και το διαζύγιο, επέρχεται αυτεπάγγελτη υποκατάσταση του εσωτερικού δικαίου των τελευταίων.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Kανονισμού δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται:

  • η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή

  • η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή, ή

  • η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή

  • σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή

  • η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή

  • η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία υποχωρεί έναντι του κοινοτικού δικαίου. Ετσι, η ελληνική ιθαγένεια του ενός από τους συζύγους δεν είναι πλέον επαρκές κριτήριο για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων ως προς τον άλλο σύζυγο, που συμβαίνει να είναι αλλοδαπός και να έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα άλλο κράτος μέλος. Προκειμένου να εναχθεί ο άλλος σύζυγος ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις δικαιοδοτικές βάσεις που αναφέρονται παραπάνω, θα πρέπει ο ενάγων σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει είτε ότι είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής, είτε ότι είναι έλληνας υπήκοος και είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών αμέσως πριν από την κατάθεση της αγωγής.

Σύμφωνα με την νομολογία η ρύθμιση αυτή, σε αντίθεση προς το γενικό κριτήριο καθορισμού της δικαιοδοσίας με βάση τη συνήθη διαμονή του εναγομένου, εισάγει εύνοια ως προς τον ενάγοντα. Η εύνοια δικαιολογείται από το γεγονός που εμφανίζεται συχνά σε γάμους μεταξύ προσώπων διαφορετικής υπηκοότητας, όπου, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και την κατάργηση της κοινής διαμονής, ο ένας από τους συζύγους μεταβαίνει σε κάποια άλλη χώρα, ή επιστρέφει στα όρια της χώρας από την οποία κατάγεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, θεωρείται εύλογο το να δοθεί στο σύζυγο αυτό η δυνατότητα εναγωγής του ετέρου ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο έχει μεταβεί, ή του οποίου είναι υπήκοος, με την προϋπόθεση ότι η εγκατάστασή του στο κράτος αυτό έχει τα στοιχεία της συνήθους διαμονής και εμφανίζει μια ελάχιστη χρονική διάρκεια.

Ως συνήθης διαμονή νοείται ο τόπος όπου το πρόσωπο έχει ορίσει, με σταθερό τρόπο, το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των ενδιαφερόντων του. Για τον προσδιορισμό του τόπου αυτού πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πραγματικά στοιχεία που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση και μπορούν να θεωρηθούν ως συστατικά της δημιουργίας συνήθους διαμονής. Και αντίστροφα, δεν είναι νοητή η δημιουργία (νέας) συνήθους διαμονής στον τόπο μεταβάσεως ή καταγωγής, όταν ο σύνδεσμος με τον τόπο αυτόν εξακολουθεί να παραμένει ευκαιριακός και δεν ενέχει πρόθεση καταργήσεως της προηγούμενης συνήθους διαμονής.

Επίσης, σχετικά με την ζητήματα γονικής μέριμνας το άρθρο 8 ορίζει πως:

Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής.

Απόκλιση από την ρύθμιση αυτή ισχύει σε περιπτώσεις διεθνούς απαγωγής.

Σημείωση: Τα αρμόδια δικαστήρια, δυνάμει του Kανονισμού 2201/2003, είναι γενικώς αρμόδια να επιλαμβάνονται και θεμάτων υποχρεώσεων διατροφής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 παράγραφος 2 του Κανονισμού 44/2001.

Όταν δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω Κανονισμός τυγχάνουν εφαρμογής τα παρακάτω άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:

Άρθρο 592

Κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων, και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού:

1. Οι γαμικές διαφορές αφορούν: α) το διαζύγιο, β) την ακύρωση γάμου, γ) την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου, δ) τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν, εκτός από τις υπαγόμενες στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι διαφορές που προκύπτουν από το ν. 3719/2008 για την ελεύθερη συμβίωση.

2. Οι διαφορές από τις σχέσεις γονέων και τέκνων αφορούν: α) την προσβολή της πατρότητας, β) την προσβολή της μητρότητας, γ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη η εκούσια αναγνώριση ενός τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του ή η εξομοίωσή του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ε) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη υιοθεσία ή τη λύση της, στ) την αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει επιτροπεία.

Άρθρο 601

1. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1, αν ο ένας από τους συζύγους είναι Ελληνας, και αν ακόμη δεν έχει ούτε είχε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα ή αν ήταν κατά την τέλεση του γάμου Ελληνας και απέβαλε λόγω του γάμου την ελληνική ιθαγένεια.

2. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 2, αν ο πατέρας ή η μητέρα ή το τέκνο είναι Ελληνες και αν ακόμη δεν έχουν ούτε είχαν κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα.

3. Αν δεν υπάρχει δικαστήριο κατά τόπον αρμόδιο για να δικάσει τις διαφορές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του κράτους.

Άρθρο 605

1. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 αρ. 1, αν και οι δύο σύζυγοι κατά το χρόνο που ασκείται η αγωγή είναι αλλοδαποί, ή αν κατά το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας και των δύο συζύγων, ή κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του ενός από αυτούς δεν αναγνωρίζεται η δικαιοδοσία άλλου κράτους για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών. Τα ελληνικά δικαστήρια, ωστόσο, έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αγωγές διαζυγίου, όταν ο γάμος είναι έγκυρος κατά το ελληνικό δίκαιο, αλλά ανυπόστατος ή άκυρος κατά το δίκαιο της ιθαγένειας και των δύο ή του ενός συζύγου.

Όσον αφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο στις παραπάνω περιπτώσεις βλέπε εφαρμοστέο δίκαιο σε διεθνείς οικογενειακές διαφορές.

Ποινική ευθύνη ιδιοκτητών κατοικιδίων ζώων

Ως γνωστόν τα ζώα και, ιδίως, τα κατοικίδια ζώα σπανίως είναι επιθετικά εκτός κι αν απειληθούν. Δυστυχώς, όμως, οι ιδιοκτήτες τους συχνά αμελούν να τα εκπαιδεύουν και να τα επιτηρούν με κατάλληλο τρόπο με αποτέλεσμα να επιτίθενται αυτά σε τρίτους ή να προκαλούν  ατυχήματα (πολλές φορές τροχαία, όταν τα ζώα αφήνονται χωρίς επιτήρηση να διασχίζουν το οδικό δίκτυο). Σε αυτή την περίπτωση ενδέχεται να θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του ιδιοκτήτη τους για σωματική βλάβη ή ανθρωποκτονία εξ αμελείας, ενώ νοητή είναι και η περίπτωση εκ προθέσεως χρήσεως ενός ζώου ως οργάνου επίθεσης, όποτε και γίνεται λόγος για εκ δόλου τελεσθέν έγκλημα.

Έτσι η νομολογία έχει κρίνει ότι τελείται το έγκλημα της σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο κατά συρροή από ιδιοκτήτρια σκύλου, η οποία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την διασφάλιση της εποπτείας του, με αποτέλεσμα αυτός να επιτεθεί σε ανήλικο που έπαιζε με άλλα παιδιά έμπροσθεν της οικίας της, καθώς και στην μητέρα του που έσπευσε να τον βοηθήσει, και να τους προκαλέσει σωματικές κακώσεις. Ενδιαφέρον στην συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζει το εξής: Σύμφωνα με τα άρθρα 314 και 315 του ΠΚ η εξ αμελείας σωματική βλάβη διώκεται μόνο κατ’ έγκληση εκτός κι αν ο δράστης ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Τέτοια περίπτωση εκρίθη πως συνιστά και αυτή του ιδιοκτήτη σκύλου, ο οποίος, από αμέλειά του, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην είναι δυνατή η επίθεση του σκύλου, με αποτέλεσμα ο σκύλος να προκαλέσει στον παθόντα σωματική βλάβη.(ΑΠ 605/2014) Επομένως η ποινική δίωξη στις περιπτώσεις αυτές ασκείται αυτεπαγγέλτως.

Επίσης, για σωματική βλάβη εξ αμελείας καταδικάζεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ως ιδιοκτήτης δύο σκύλων ράτσας ελληνικού ποιμενικού, δεν έλαβε, όπως είχε υποχρέωση, τα προσήκοντα μέτρα για την ασφάλεια των περιοίκων και διερχομένων (περιφράσσοντας το οικόπεδό του ώστε να μην είναι δυνατή η έξοδός τους από αυτό), παρότι τελούσε σε γνώση ότι τα σκυλιά του είχαν επιθετικές τάσεις, με αποτέλεσμα να επιτεθούν στον εγκαλούντα και να του προξενήσουν σοβαρό τραυματισμό (ΑΠ 95/2008). Διαφορετική, όμως, ήταν η περίπτωση στην οποία ο κατηγορούμενος, ιδιοκτήτης λυκόσκυλου, ο οποίος δεν έλαβε τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα, μολονότι γνώριζε ότι ο σκύλος του ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος, αφού είχε προκαλέσει και στο παρελθόν επανειλημμένως σωματικές βλάβες σε τρίτους, με αποτέλεσμα ο σκύλος του, εξερχόμενος από το γκαράζ της μονοκατοικίας του σε κοινόχρηστο δρόμο, χωρίς εποπτεία και χωρίς φίμωτρο, να δαγκώσει τον παθόντα στην πυελική χώρα, προκαλώντας του κίνδυνο, καταδικάσθηκε για βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 2441/2008). Στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύνουσας σημασίας ήταν το αποδεικτικό υλικό, το οποίο οδήγησε το δικαστήριο της ουσίας πως δεν υπήρχε αμέλεια αλλά ενδεχόμενος δόλος, αφού ο κατηγορούμενος γνώριζε και αποδεχόταν τον κίνδυνο, που εν τέλει πραγματώθηκε.

Τέλος, αξίζει να γίνει αναφορά στην ΑΠ 1006/2011 με την οποία κρίθηκε ως ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας των τριών αναιρεσειόντων, οι οποίοι, ενώ όφειλαν να έχουν την πλήρη εποπτεία και την διαρκή επιτήρηση κοπαδιού 120 αγελάδων, όταν τα ζώα διασκορπίσθηκαν, αντί να τα καταμετρήσουν μετά την περισυλλογή τους επιμελώς, ώστε να διαπιστώσουν αν έλειπε κάποιο από αυτά και να το αναζητήσουν όσο ακόμα υπήρχε φως ημέρας, από αμέλειά τους δεν προέβησαν στην ως άνω ενέργεια, αλλά, θεωρώντας ότι είχαν περισυλλέξει όλα τα ζώα, συνέχισαν την πορεία τους, αφήνοντας πίσω χωρίς συνοδό μία αγελάδα, η οποία, βγαίνοντας στην εθνική οδό, βρέθηκε στην πορεία ΙΧΕ αυτοκινήτου που επέπεσε πάνω της, με αποτέλεσμα να προκληθούν στον οδηγό του αυτοκινήτου βαρείες κακώσεις τραχήλου και θώρακος εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Η συγκεκριμένη απόφαση είναι, προφανώς, εσφαλμένη στον βαθμό που δέχεται την νομική κατασκευή της συναυτουργίας εξ αμελείας προκειμένου να ξεπεράσει τις αποδεικτικές δυσχέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά κατά τα λοιπά αναφέρεται σε ένα, δυστυχώς, συνηθισμένο φαινόμενο σε αγροτικές, ειδικά, περιοχές.

Ολοκληρώνοντας την συγκεκριμένη αναφορά τονίζεται ότι εφόσον τίθεται ζήτημα ποινικής ευθύνης του ιδιοκτήτη ενός ζώου είναι δυνατόν να ασκηθεί εις βάρος του και αγωγή για ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στα πολιτικά δικαστήρια.  (ΠΠρΑΘ 5910/2002)

Διάδοση μεταδοτικών ασθενειών

Στο άρθρο 284 Π.Κ. ορίζεται πως “Οποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η παραβίαση αυτή είχε ως συνέπεια να μεταδοθεί η ασθένεια σε άνθρωπο, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή.” Σε ακραίες, λοιπόν, περιπτώσεις ενδέχεται να θεμελιώνεται ευθύνη του κατόχου ζώων με βάση το παραπάνω άρθρο. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με την νομολογία είναι: α) παραβίαση μέτρων, τα οποία πρέπει να έχουν τη μορφή δεσμευτικών οδηγιών και όχι απλών συστάσεων λήψης μέτρων, β) τα μέτρα αυτά να έχουν διαταχθεί από το νόμο ή από αρμόδια αρχή, η οποία πρέπει να είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδια για τον καθορισμό των σχετικών μέτρων, η δε διάταξη της αρχής να στηρίζεται σε ρητή και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση και γ) τα μέτρα αυτά να αποβλέπουν στην αποτροπή της εισβολής ή της διάδοσης μιας μεταδοτικής ασθένειας, η παραβίασή τους δε θα πρέπει να μπορεί να οδηγήσει αιτιακά στη διάδοση της ασθένειας, με την έννοια ότι θα πρέπει αυτά να αποτελούν όρους που αυτοδύναμα εξελισσόμενοι επιφέρουν το αποτέλεσμα της μετάδοσής της.

Σε σχέση με τα παραπάνω το άρθρο 17 του νόμου 4039/2012 ορίζει πως: “ Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των νοσημάτων, που μεταδίδονται από τα ζώα στον άνθρωπο ή σε άλλα ζώα του ίδιου ή άλλου είδους, γίνεται με ειδικά προγράμματα, που καταρτίζονται από τη Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και εφαρμόζονται από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν εκδηλωθεί κρούσμα λύσσας σε ζώο, η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής μπορεί να λαμβάνει πρόσθετα μέτρα είτε σε συγκεκριμένη περιοχή της χώρας είτε σε όλη την Επικράτεια πέραν εκείνων, που προβλέπονται από τις διατάξεις των νόμων 1197/1981 και 2017/1992. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι κτηνιατρικοί υγειονομικοί κανόνες και όροι, που αφορούν στην αποτροπή του κινδύνου εισβολής στη χώρα ή διαφυγής επιζωοτικών νοσημάτων.”

Οι πταισματικές παραβάσεις του Ποινικού Κώδικα στις οποίες θα μπορούσε θεωρητικά να υπαχθεί η συμπεριφορά ενός αμελούς ιδιοκτήτη ζώων έχουν ως εξής:

Παραβάσεις Διατάξεων για τους Δρόμους

Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή και ιδίως τις αστυνομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην ασφάλεια, την τάξη, την άνεση, την η­συχία ή την καθαριότητα στους δημόσιους δρόμους ή τις πλατείες ή στα νερά τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών.

Παράβαση Διατάξεων για την Καθαριότητα

Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις της αρμόδιας αρχής και ιδίως της αστυνομικής που αφορούν την καθαρι­ότητα η οποία πρέπει να τηρείται: α) στα νερά που χρησιμοποιούν ή όχι οι άνθρωποι, β) στα τρόφιμα που είναι εκ­τεθειμένα ή προορισμένα για πώληση, γ) στα καταστήματα ή στους χώρους παρασκευής ή πώλησης τροφίμων, δ) στην άσκηση οποιασδήποτε τέχνης, εμπορίου, βιομηχανίας ή άλλης εργασίας και ε) γενικά σε κάθε σχέση, πράξη ή παράλειψη, από την οποία μπορεί να επηρεα­στεί η δημόσια καθαριότητα, τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών, αν άλλη διάταξη δεν τιμωρεί την πράξη βαρύτερα.

Ρύπανση

Όποιος ρίχνει σε ανθρώπους ή σε ξένα σπίτια ή άλλα κτίρια ή σε ξένους περιφραγμένους χώρους ακαθαρσίες ή άλλα αντικείμενα που μπορούν να προκαλέσουν ενόχληση σε άλλον, τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση.

Πρόκληση Κινδύνου με Ζώα

Όποιος: α) αφήνει να περιφέρεται ελεύθερα άγριο ζώο ή ζώο που έχει επικίνδυνα ελαττώματα, β) παραλείπει να πάρει τα προφυλακτικά μέτρα που απαιτούνται για να αποτραπούν οι βλάβες από τέτοια ζώα, ή τα μέτρα που έχουν διαταχθεί από την αρμόδια αρχή, γ) διατηρεί επικίνδυνο άγριο ζώο χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, δ) ερεθίζει σκυλιά εναντίον ανθρώπων, τιμωρείται με πρόστιμο ή με κράτηση μέχρι δύο μηνών.

 

Ευθύνη από αδικοπραξία

Το άρθρο 924 του Αστικού κώδικα ορίζει ότι : «Ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον. Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου».

Διάκριση κατοικιδίων και μη

Σε σχέση με το άρθρο αυτό παρατηρούμε καταρχήν πως ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ κατοικιδίων και μη κατοικιδίων ζώων, κλιμακώνοντας αναλόγως την ευθύνη του κατόχου τους. Ως κατοικίδια ζώα, σύμφωνα με πάγια διατύπωση της νομολογίας, νοούνται εκείνα που ζουν αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας, ή τη διατροφή του κατόχου τους. Τέτοια ζώα, μεταξύ άλλων είναι και τα σκυλιά, τα πρόβατα (Εφ. Λαρίσης 38/2016) και οι κατσίκες (Εφ.Κρήτης 127/2008)

Ποιος θεωρείται κάτοχος και ποια η ευθύνη του για τις πράξεις των ζώων

Ως κάτοχος, θεωρείται από την νομολογία, εκείνος που έχει φυσική εξουσία πάνω στο ζώο και που έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει και να το φροντίζει για χρόνο όχι ασήμαντο και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του (ως κύριος, επικαρπωτής, χρησάμενος, μεσεγγυούχος, μισθωτής). Δεν ευθύνεται συνεπώς ως κάτοχος ο ιδιοκτήτης ταβέρνας, στο περίγυρο της οποίας σύχναζαν αδέσποτοι σκύλοι, ένας από τους οποίους θανάτωσε την αίγα του ενάγοντος. (ΑΠ 1445/2007)

Ο κάτοχος του ζώου δεν είναι απαραίτητο να είχε υπό τη φυσική του εξουσία το ζώο αυτό προσωπικώς κατά το χρόνο κατά τον οποίο προξένησε τη ζημία, ευθυνόμενος για τις ζημίες τις οποίες προξένησε τούτο. Ευθύνεται δε και όταν το ζώο βρισκόταν υπό την εξουσία του υπαλλήλου του, καθώς αυτοί θεωρούνται αντιπρόσωποί του, εφόσον όμως χρησιμοποιούσαν το ζώο σε εκτέλεση των καθηκόντων που έχει ανατεθεί σε αυτούς. Επίσης, ο κάτοχος ευθύνεται για τη ζημία την οποία προξένησε το ζώο και σε περίπτωση που διέφυγε από την κατοχή και την επίβλεψη αυτού ή του υπαλλήλου του, δυνάμει του άρθρου 922 ΑΚ, στην τελευταία περίπτωση. (Μον.Πρωτ.Θεσσ. 7040/2015)

Ως προς την φύση της ευθύνης του κατόχου ζώου, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου, για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτο.  Αρκεί λοιπόν για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης μόνο το γεγονός της κατοχής τoυ ζώου και είναι ανεξάρτητη οποιαδήποτε υπαιτιότητα του κατόχου . Και τούτο γιατί ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό. Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο, θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. (ΑΠ 1979/2014)

Έτσι, στην περίπτωση του άρθρου 924 παρ. 2 ΑΚ, ο κάτοχος του ζώου που προκάλεσε την ζημία σε τρίτον, για να απαλλαγεί της ευθύνης του προς αποζημίωση, ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει: α) ότι δεν παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία θα προκαλούνταν και αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου. Επίσης η ευθύνη του κατόχου μπορεί να μετριασθεί ή και να παύσει τελείως κατά τους όρους της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, εάν, δηλαδή, υπάρχει συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι το ζώο είναι μικρής ηλικίας, πράγμα που δεν επιτρέπει το δέσιμό του δεν απαλλάσσει τον κάτοχο από την ευθύνη του, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ασκεί άλλου είδους εποπτεία και φύλαξη. (Εφ.Κρήτης 127/2008)

Ευθύνη κατόχου κατοικίδιου ζώου

Ειδικότερα για την ευθύνη κατόχου κατοικίδιου ζώου διαφωτιστική είναι η Εφ.Λαρίσης 81/2011 από την οποία ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: Ο κάτοχος χρήσιμου κατοικίδιου ζώου έχει την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία αυτού, με σκοπό την προστασία των τρίτων από την εγγενή επικινδυνότητά του. Αυτό σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα μέτρα που κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και ενόψει των ιδιοτήτων του ζώου και του τρόπου χρησιμοποίησής του, είναι αναγκαία και δυνατά για να ανατρέψουν την εκ μέρους του ζώου πρόκληση ζημίας σε τρίτον (π.χ. να το κρατά περιορισμένο, ώστε να μην μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο του κατόχου, να βάλει φίμωτρο στο σκυλί κλπ). Επομένως τεκμαίρεται, κατά το άρθρο 924 παρ. 2 ΑΚ, ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας σε τρίτον: α) ότι παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία δεν θα προκαλούνταν αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου (Κορνηλάκης, Επίτομο Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2000, σελ. 390)..

.

Βάρος απόδειξης και αποζημίωση

Ως προς το βάρος της αποδείξεως, ο ενάγων για αποζημίωση από ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από ζώο πρέπει να αποδείξει α) το ποσό της προξενηθείσας ζημίας, β) ότι η ζημία του προξενήθηκε από ενέργεια του ζώου και γ) ότι ο εναγόμενος είναι ο κάτοχος του ζώου,  ο δε εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου γιατί κατέβαλε τη συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια για τη φύλαξη του ζώου, εκθέτοντας προς τούτο και τα περιστατικά που δικαιολογούν μια τέτοια περίπτωση (ΑΠ  41/1994)

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Ειρ.Κρωπίας 326/2012 σύμφωνα με την οποία: “Το αίτημα αυτό του ενάγοντα απορρίπτεται ως αναπόδεικτο, γιατί ο ελαφρύς τραυματισμός του δε δικαιολογεί ζημία στη μηχανή του επιπροσθέτως φέρων το βάρος απόδειξης ώφειλε να καλέσει πραγματογνώμονα ο οποίος ν’ αποφανθεί επακριβώς επί των ζημιών.”

Σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης το άρθρο 298 ΑΚ ορίζεται ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Ευθύνη περισυλλογής αδέσποτων σκύλων και ευθύνη αποζημίωσης σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος.

Ως προς την ευθύνη για την περισυλλογή αδέσποτων σκύλων εκ του άρθρου 7 του Ν.3170/2003 προκύπτει, πως αρμόδιοι είναι οι δήμοι και οι κοινότητες. Η περισυλλογή των σκύλων μπορεί να πραγματοποιείται και από ζωοφιλικά σωματεία, εφόσον διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή, σε συνεργασία με τον αρμόδιο δήμο ή κοινότητα. Οι δήμοι και οι κοινότητες συγκροτούν τα συνεργεία περισυλλογής από άτομα τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία σε θέματα που αφορούν στην αιχμαλωσία των ζώων και κατέχουν τις τεχνικές χειρισμού τους.  Αντιθέτως οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται και φυλλάσουν αυτοκινητόδρομους δεν έχουν από το νόμο υποχρέωση να συλλέγουν τα αδέσποτα ζώα, ακόμη και αν αυτά εισέλθουν στον αυτοκινητόδρομο που φυλάσσουν, καθόσον δε διαθέτουν εκπαιδευμένο προσωπικό για τη σύλληψή τους ούτε χώρο για τη φύλαξή τους. (Ειρ.Κρωπίας 122/2012)

 

Διατάραξη κοινής ησυχίας

Το παρακάτω άρθρο επικαιροποιήθηκε και για λόγους διευκόλυνσης διακρίνεται σε τρία μέρη: α) Το νομικό πλαίσιο για τις ώρες κοινής ησυχίας β) Η συγκέντρωση αποδεικτικών μέσων και γ) Η νομολογία των δικαστηρίων: προστασία νομής και κυριότητας, προστασία προσωπικότητας.

Τηλέφωνο: 210 88 41 404, Fax: 210 82 52 757

3ης Σεπτεμβρίου 51 – 10433 Αθήνα

mail to: info@pikramenoslaw.gr

Για επείγουσες υποθέσεις οποιαδήποτε ημέρα και ώρα μπορείτε να μας στέλνετε τα στοιχεία επικοινωνίας σας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Το νομικό πλαίσιο για τις ώρες κοινής ησυχίας

Οι ώρες κοινής ησυχίας προσδιορίζονται στο Αστυνομικό Διάταγμα 3/1996, ως εξής: Κατά τη θερινή περίοδο από 15.00 έως 17.30 και από 23.00 έως 07.00. Κατά τη χειμερινή περίοδο από 16.30 ως 17.30 και από 22 00 έως 07.30.  Ως θερινή περίοδος λογίζεται το χρονικό διάστημα από την 1η Απριλίου έως, την 30η Σεπτεμβρίου και ως χειμερινή το χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου έως την 31η Μαρτίου.

Κατά την διάρκεια των ωρών κοινής ησυχίας υπάρχουν συγκεκριμένες απαγορεύσεις στο άρθρο 1 του εν λόγω Αστυνομικού Διατάγματος, που έχουν ως στόχο την αποτροπή ορισμένων θορυβωδών καταστάσεων. Πέραν, όμως, των απαγορεύσεων αυτών στο άρθρο 2 προσδιορίζονται ορισμένοι κανόνες, που ισχύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται η υποχρέωση των κατόχων κατοικιδίων ζώων ή πτηνών να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο, ώστε αυτά να μην διαταράσσουν με οποιοδήποτε τρόπο την ησυχία των περιοίκων.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 4039/2012 επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε κατοικία. Στις πολυκατοικίες, που αποτελούνται από δύο διαμερίσματα και πάνω, επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε διαμέρισμα με την προϋπόθεση ότι αυτά: α) διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους ή τον κάτοχο τους, β) δεν παραμένουν μόνιμα στις βεράντες ή στους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος, γ) η παραμονή στα διαμερίσματα πολυκατοικιών τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων ευζωίας, των υγειονομικών διατάξεων και των αστυνομικών διατάξεων περί κοινής ησυχίας και δ) έχουν ελεγχθεί ηλεκτρονικά, έχουν σημανθεί, καταγραφεί και φέρουν βιβλιάριο υγείας. Επιτρέπεται, επίσης. η διατήρηση ζώων συντροφιάς, που έχουν σημανθεί και καταχωρισθεί νομίμως και φέρουν βιβλιάριο υγείας, στις μονοκατοικίες με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καλής μεταχείρισης και ευζωίας των ζώων, καθώς και οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας.

Προσθήκη (19-11-2019) – άρθρο 10 του Νόμου 4637/2019 – Διατάραξη ησυχίας/ επαναφορά ποινικής διάταξης

Όλες οι παραβάσεις των προεδρικών διαταγμάτων της παραγράφου 1 περίπτωση α΄ του άρθρου 12 του ν. 1481/1984 και των αστυνομικών διατάξεων της παραγράφου 3 εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου τιμωρούνται με φυλάκιση έως πέντε μηνών ή χρηματική ποινή έως εκατόν πενήντα ημερήσιες μονάδες.

Προσθήκη (29-9-2021) – Π.Δ 1180/ 81 (Φ.Ε.Κ 293/ Α / 6.10.1981)

Επειδή πρόκειται για ένα ερώτημα, το οποίο μας τίθεται συχνά, διευκρινίζουμε ότι ειδικά για τον θόρυβο, ο οποίος προέρχεται από μηχανολογικές εγκαταστάσεις εφαρμόζεται και το Π.Δ 1180/ 81 ως εξής:

Ανώτατο Επιτρεπόμενο Όριο Θορύβου σε dBA

     ————————————————————

  1. Νομοθετημέναι Βιομηχανικαί Περιοχαί  70
  1. Περιοχαί εις ας το επικρατέστερον

στοιχείον είναι το βιομηχανιχόν           65

  1. Περιοχαί εις ας επικρατεί εξ ίσου το

βιομηχανικόν και αστικόν στοιχείον     55

  1. Περιοχαί εις ας επικρατεί το αστικόν

στοιχείον                                                 50

————————————————————

Δια  τας εγκαταστάσεις, τας ευρισκομένας εν επαφή μετά κατοικουμένων κτισμάτων, το ανώτατον επιτρεπόμενον όριον θορύβου καθορίζεται εις  45 dBA,  ανεξαρτήτως  της  περιοχής  εις  ην  ευρίσκεται  η εγκατάστασις, μετρούμενον εντός του κατουκουμένου κτίσματος με  ανοικτάς  θύρας  και παράθυρα.

Προσθήκη (8-6-2023) – Εξαιρετικά σημαντική είναι και η υπ’ αριθμ. 14/2023 εγκύκλιος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

Στη σημερινή πολυτάραχη εποχή μας, η ωφέλεια που προκύπτει από την απόλαυση ενός ήρεμου και ήσυχου περιβάλλοντος είναι δικαίωμα σπουδαίο και αποτελεί έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας. Η απόλαυση ενός ήρεμου φυσικού περιβάλλοντος ελεύθερου από παντός είδους ρύπους, και δη από ρύπους ήχων και εκπομπές Θορύβων, είναι δικαίωμα που πηγάζει από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρ. 24 § 1, κοινωνικό δικαίωμα στο περιβάλλον) και προστατεύεται από πολλές διατάξεις νόμων (αστικών τε και ποινικών).

Οι προσβολές (στην προσωπικότητά μας) που επέρχονται με εκπομπές παντός είδους θορύβων, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί σοβαρά και σθεναρά. Ο νομοθέτης (του Ν. 4637/2019) χαρακτηρίζει το ζήτημα αυτό, της διατάραξης δηλαδή της κοινής ησυχίας των πολιτών, «ευαίσθητο» και γι’ αυτό, παρά την κατάργηση των πταισμάτων με το άρθρ. 468 § 1 του νΠΚ, το επανέφερε ως πλημμέλημα (με το άρθρ. 10 τουανώτερου Ν. 4637/18-11-2019). Η επαναφορά του αδικήματος ως πλημμελήματος, καθώς και ο ορισμός του νόμου για υποχρεωτική τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας «αν ο δράστης έχει συλληφθεί επ’ αυτοφώρω» (άρθρ. 10 της Α5/3010/1985 Υγειονομικής Διάταξης, ως αντικ. με το άρθρ. 37 § 3 Ν. 4055/2012) καταδεικνύουν την βούληση του νομοθέτη, αφενός να εξασφαλίσει στους κοινωνούς του δικαίου – πολίτες τις συνθήκες απόλαυσης ενός ήσυχου και ήρεμου περιβάλλοντος, αφετέρου να τιμωρήσει τους παρά το νόμο δρώντες. Ακόμη, ο νομοθέτης, προκειμένου να καταστήσει ευχερέστερη τη δίωξη, όρισε ως αρμόδια για την βεβαίωση των παραβάσεων και τα αστυνομικά όργανα (πέραν δηλ. των υγειονομικών).

Υπό αυτά τα δεδομένα, και για το λόγο ότι η ηχορύπανση και η έκθεση του ανθρώπου στους παντός είδους θορύβους, ιδιαίτερα σε λουτροπόλεις και περιοχές με μαζικό τουρισμό, αλλά και στα αστικά κέντρα των πόλεων, έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, καθίσταται αναγκαία, και πάλι, η επέμβαση του εισαγγελέα για τους μη σεβόμενους το νόμο και την ησυχία των συμπολιτών τους, τουλάχιστον κατά τις ώρες της μεσημβρινής και νυκτερινής ησυχίας. Έτσι, μουσικές που προέρχονται από κέντρα διασκέδασης και λοιπά καταστήματα, είτε υπαίθρια είτε στεγασμένα, θόρυβοι από δίκυκλα και αυτοκίνητα που «αρματοδρομούν» στους δρόμους, δημόσιοι θόρυβοι που προέρχονται από διάφορες και ποικίλες δραστηριότητες, παντός είδους θορυβώδεις εκδηλώσεις σε δρόμους, πλατείες και δημόσιους γενικά χώρους κατοικημένων περιοχών, που διαταράσσουν την ησυχία των πολιτών, τις ασχολίες και τις τέρψεις αυτών, κατά τις άνω ώρες, είναι προφανές ότι είναι απολύτως παράνομες.

Η συγκέντρωση αποδεικτικών μέσων

Εφόσον τα παραπάνω δεν τηρούνται ο κάθε θιγόμενος πολίτης έχει δικαίωμα καταγγελίας στην αστυνομία, η οποία υποχρεούται να έρθει και να καταγράψει το συμβάν. Εξαιτίας, όμως, του μεγάλου φόρτου εργασίας πολλών αστυνομικών τμημάτων συχνά η ανταπόκριση των αρχών είναι καθυστερημένη ή πλημμελής. Επιπλέον, όταν η πηγή του θορύβου δεν είναι σταθερή (λχ ένα μηχάνημα εργοστασίου), αλλά παροδική (λχ το γάβγισμα ενός σκύλου), ενδέχεται να έχει πλέον παύσει όταν φτάσει η αστυνομία.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ιδιοκτήτης του βλαπτομένου ακινήτου έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε επαγγελματία ιδιώτη, προκειμένου ο τελευταίος να πραγματοποιήσει μετρήσεις θορύβων με ηχόμετρο, με τις οποίες μπορεί να ελεγχθεί εάν υπάρχουν θόρυβοι που διαταράσσουν την φυσιολογική ροή της διαβίωσης. Για το σκοπό αυτό γίνονται ενδεικτικά οι ακόλουθες μετρήσεις:

  1. Μέτρηση του θορύβου του περιβάλλοντος σε κατάσταση ησυχίας.
  2. Μέτρηση του θορύβου του περιβάλλοντος σε κατάσταση αυξημένης περιβαλλοντολογικής ακουστικής ρύπανσης (συνθήκες καθημερινής ζωής).
  3. Μέτρηση του θορύβου του περιβάλλοντος, μαζί με το θόρυβο εκείνο που προκαλείται από την πηγή της διατάραξης της νομής (λχ γαύγισμα σκύλου).

Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να διακριβωθεί εάν ο στιγμιαίος ή συνεχής θόρυβος είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο, πόσο διαρκεί και πόσο συχνά επαναλαμβάνεται. Επισημαίνεται πως με τη μέθοδο αυτή είναι δυνατόν να καταγραφούν και ορισμένοι θόρυβοι, οι οποίοι αν και στιγμιαίοι, είναι εξαιρετικά δυνατοί και ως εκ τούτου επιβαρυντικοί για την ψυχική γαλήνη του ανθρώπου.

Η νομολογία των δικαστηρίων: Προστασία νομής και κυριότητας, προστασία προσωπικότητας

Το άρθρο 57 ΑΚ ορίζει ότι: “Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον….”

Το άρθρο 1003 ΑΚ ορίζει ότι “Ο κύριος ακινήτου έχει υποχρέωση να ανέχεται την εκπομπή καπνού, αιθάλης, αναθυμιάσεων, θερμότητας, θορύβου, δονήσεων ή άλλες παρόμοιες επενέργειες που προέρχονται από άλλο ακίνητο, εφόσον αυτές δεν παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του ή προέρχονται από χρήση συνήθη για ακίνητα της περιοχής του κτήματος από το οποίο προκαλείται η βλάβη. ”

Από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ, όπως δέχεται παγίως ο Άρειος Πάγος, συνάγεται ότι η εκπομπή θορύβου από ακίνητο που παραβλάπτει σημαντικά τη χρήση άλλου ακινήτου από τον κύριο τούτου, όπως μπορεί να συμβαίνει αν καθιστά το ακίνητο τούτο ανθυγιεινό, είναι πράξη παράνομη και γι’ αυτό δεν έχει υποχρέωση ο κύριος αυτού να την ανέχεται, εφόσον δεν πρόκειται για χρήση συνήθη για τα ακίνητα της περιοχής του ακινήτου από το οποίο προέρχεται η βλάβη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον προσβολέα να μην επαναληφθεί η προσβολή στο μέλλον.

Όσον αφορά την έννοια της συνήθους χρήσης, κατά το άρθρο 1003 ΑΚ, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 66/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κω, αναφέρονται τα εξής: «…Η έννοια της συνήθους χρήσεως (1003 ΑΚ) ή ενοχλήσεως δεν είναι στατική και διαρκώς εξελίσσεται και μάλιστα όλο και ευρύτερα λόγω της διαρκώς εξελισσομένης, με παντοειδή επιβάρυνση, κοινωνικής ζωής. Και φυσικά το κοινωνικό άτομο προσπαθεί να γίνει πιο ανεκτικό στις παραπάνω εντεινόμενες καθημερινές προσβολές από τα διάφορα εξωγενή ερεθίσματα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο καθημερινός βιολογικός ρυθμός της ζωής (σιρκάδιος ρυθμός) πρέπει να διαταράσσεται. Αντίθετα ο ρυθμός αυτός πρέπει αφ’ ενός μεν να βρίσκεται σε ανεκτά όρια λειτουργίας του, αφετέρου δε να χαλαρώνει δια της καθ` οιονδήποτε τρόπον αναπαύσεως του ανθρώπου. Η ανάπαυση είναι ανάγκη φυσική-βιολογική και επιτυγχάνεται με την με οποιονδήποτε τρόπο ησυχία του ατόμου όταν απαιτείται. Γι’ αυτό και η τελευταία αποτελεί προστατευόμενο έννομο αγαθό μια και είναι το προπύργιο της ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου. (Εισήγηση Δ. Ντόζη στη φιλοσοφία του Ποινικού Δικαίου του μεταπτυχιακού τμήματος Ποινικ. Επιστήμης Πανεπ/μίου Θεσ/νίκης 1984 «Η κοινή ησυχία». Επίσης βλ. την υπ` αριθ. 95/1964 Πταισματοδικείου Σκοπέλου του ιδίου, Ποιν. Χρονικά ΙΕ`/1965, 1376/1988 Ειρ.Θεσ. NOMOΣ)…».-

Σύμφωνα με το άρθρο 15 αριθ. 3 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων υπάγονται, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και οι διαφορές που προκύπτουν από το άρθρο 1003 ΑΚ. Επίσης, σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας τα δικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου μπορούν να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας καταστάσεως. Μεταξύ άλλων, λοιπόν, το δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την ενέργεια ή παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι η προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως ως ασφαλιστικό μέτρο χωρεί  όσες φορές από το γειτονικό ακίνητο εκπέμπονται επί παραδείγματι θόρυβος και δυσάρεστες μυρωδιές, που παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση άλλου ακινήτου.

Στις περιπτώσεις δε αυτές που οι επενέργειες ή οι εκπομπές υπερβαίνουν τα όρια που θέτει το άρθρο 1003 ΑΚ, υπάρχει και διατάραξη της νομής του ιδιοκτήτη του βλαπτομένου ακινήτου, ο οποίος δικαιούται να εγείρει την αγωγή διαταράξεως της νομής (989 ΑΚ). Ο ιδιοκτήτης του βλαπτομένου ακινήτου δικαιούται αντίστοιχα να εγείρει την αγωγή διαταράξεως της κυριότητας (1108 ΑΚ).

Μάλιστα, όσον αφορά στη διατάραξη της νομή του βλαπτομένου ακινήτου, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 135/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών αναφέρονται τα εξής: «…Σύμφωνα με το άρθρο 989 ΑΚ, ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα, έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσική εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διαρκή ή παροδικό χαρακτήρα, που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή και με την οποία ανατρέπεται η ήσυχη και ειρηνική απόλαυση της νομής, συνιστά δε μερική προσβολή, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη, είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως…».-

Σημειώνεται ότι η αγωγή διαταράξεως της νομής, εγγράφεται υποχρεωτικώς στα βιβλία διεκδικήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 220 ΚΠολΔ, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως (βλ. 247/2013 ΜΠΡ ΑΘ).-

Παραδείγματα αποφάσεων ειρηνοδικείων επί ασφαλιστικών μέτρων σε περιπτώσεις προσβολής της νομής υπάρχουν άφθονα. Σε περίπτωση, που ο καθού πιθανολογήθηκε πως διαταράσσει τη νομή του αιτούντος στο ακίνητό του, αφήνοντας ανεπιτήρητα τα ζώα του να εισέλθουν και να προκαλέσουν καταστροφές εντός του ξένου ακινήτου, το Δικαστήριο τον υποχρέωσε να επιτηρεί τα ζώα του, ώστε να αποφευχθεί κάθε περαιτέρω διατάραξη της νομής. (Ειρ.Ρόδου 6/2002). Επίσης, σε περίπτωση που ο καθού πιθανολογήθηκε πως διατηρεί επτά σκύλους στην κατοικία του, οι οποίοι γαύγιζαν συνεχώς προκαλώντας ασταμάτητα υπερβολικό θόρυβο και κατά τις ώρες της κοινής ησυχίας, που υπερβαίνει κατά πολύ τα θεμιτά όρια, υποχρεώθηκε να τους απομακρύνει από την οικία και τον κήπο του (Ειρ.Αμαρουσίου 246/2013).

Σημειώνεται ότι, στις περιπτώσεις που διατηρείται κατοικίδιο σε ανοιχτούς χώρους μονοκατοικιών, πρέπει να υπάρχει πρόνοια για ηχομόνωση ή άλλου τύπου προστασία. Μάλιστα, η υπ’ αριθμ. 66/2016 Ειρ Κω δέχτηκε ότι: «…Ο σκύλος αυτός διαμένει στην αυλή της οικίας που διαμένει ο καθ’ ου η αίτηση σε ανοιχτό μέρος, χωρίς καμία πρόνοια για ηχομόνωση ή άλλη προστασία. Το μέρος είναι περίκλειστο μόνο από τσιμεντένια περίφραξη. Το ανωτέρω σκυλί καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της ημέρας και ιδίως της νύχτας, γαβγίζει συνεχώς…». Παρομοίως, στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 494/2014 ΕιρΧΑΝ, αναφέρεται ότι: «…Εντός της ιδιοκτησίας του καθ’ ου και στο νοτιοανατολικό τμήμα αυτής, ο καθ’ ου τοποθέτησε το καλοκαίρι του 2012, πέντε σκύλους σε ανοιχτό μέρος, χωρίς καμία πρόνοια για ηχομόνωση ή άλλη προστασία…».-

Εκτός των άλλων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ζήτημα αν κάποια ουσιώδης επενέργεια είναι συνήθης για τα ακίνητα της περιοχής του βλάπτοντος κτήματος κρίνεται από τη φύση του και την τοποθεσία που αυτό βρίσκεται. Μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία έχει το κατοικήσιμο ή μη της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο. Ειδικότερα, η υπ’ αριθμ. 66/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κω δέχτηκε ότι: «…Εξάλλου, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ανωτέρω κατάσταση με το σκυλί είναι συνηθισμένη στην περιοχή του βλάπτοντος ακινήτου, καθ΄ όσον τούτο βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή και όχι σε περιοχή που δέχεται κάποια επιβάρυνση από άλλες παρόμοιες καταστάσεις…» Η εν λόγω απόφαση έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και υποχρέωσε τον καθ’ ου η αίτηση: «…όπως εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της παρούσης, α) να άρει την προσβολή του δικαιώματος νομής της αιτούσης με την οριστική και ασφαλή απομάκρυνση του σκύλου που έχει τοποθετήσει και διατηρεί στον αύλειο χώρο του της γειτονικής οικίας που διαμένει ο καθ’ ου ……., σε άλλο προσφορότερο μέρος, και να παραλείψει κάθε διατάραξη στο μέλλον και β) σε περίπτωση που επιθυμεί να διατηρεί σκύλο στην οικία που διαμένει να προβεί σε όλες τις απαραίτητες κατασκευές για την κατάλληλη και περίκλειστη διαμόρφωση χώρων για την άνετη και ασφαλή διαβίωση των σκυλιών κατά τα οριζόμενα στη κείμενη Νομοθεσία, υπό τον όρο να μην διαταράσσεται η νομή της αιτούσης στην ιδιοκτησία της…».-

Στην ίδια κρίση κατέληξε και η υπ’ αριθμ. 135/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε τους καθ’ ων η αίτηση: «…να απομακρύνουν εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση της παρούσας απόφασης, το σκύλο τους, από το μπαλκόνι της κουζίνας τους…..να παραλείπουν στο μέλλον κάθε διατάραξη της νομής του αιτούντος στο ως άνω διαμέρισμα του δια βλαπτικών εκπομπών (θορύβων και δυσοσμίας) από την εγκατάσταση και την παραμονή, έστω και ολιγόλεπτη, κατοικίδιου ζώου επί του ως άνω μπαλκονιού της οικίας τους…». Επίσης, η υπ’ αριθμ. 494/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων υποχρέωσε τον καθ΄ου η αίτηση: «…όπως εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την επίδοση σ΄ αυτόν της παρούσης, να άρει την προσβολή του δικαιώματος συννομής των αιτούντων με την οριστική και ασφαλή απομάκρυνση όλων των σκύλων που έχει τοποθετήσει και διατηρεί στον αύλειο χώρο του νοτιοανατολικού τμήματος της ιδιοκτησίας του, σε άλλο προσφορότερο, ευρισκόμενο σε εύλογη απόσταση από το τελευταίο αυτό τμήμα και να παραλείψει κάθε διατάραξη στο μέλλον με την εγκατάσταση σκύλων ή άλλων ζώων στον αύλειο χώρο του νοτιοανατολικού τμήματος της ιδιοκτησίας του, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας…».-

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν διαταράσσεται απλώς η νομή και κατοχή, αφού παραβλάπτεται ουσιωδώς η χρήση του βλαπτόμενου ακινήτου, αλλά παραβλάπτεται και το δικαίωμα υγείας του ατόμου (βλ. την 66/2016 Ειρ Κω, η οποία δέχτηκε ότι: «..προσβάλλεται και το δικαίωμα της υγείας αυτής και του συζύγου της, η οποία κλονίζεται, δεδομένου ότι η ανωτέρω φασαρία ενοχλεί οποιονδήποτε υγιή και μέσο άνθρωπο ζει πλησίον του ακινήτου που διαμένει ο καθ’ ου, προκαλώντας άμεση βλάβη της υγείας τους, ώστε να έχει βάσιμο λόγο η αιτούσα να ζητεί την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον…»).-

Τέλος, όσον αφορά στην άσκηση της τακτικής αγωγής του άρθρου 1108 § 1 ΑΚ αυτή ασκείται, όταν η κυριότητα προσβάλλεται μερικώς και όχι ολικώς, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί πάνω στο πράγμα. Συγκεκριμένα, διατάραξη της κυριότητας, όπως δέχεται η νομολογία, αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση κάποιου προσώπου στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας πράγματος, η οποία ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα, διατάραξη της κυριότητας υφίσταται και όταν ο εναγόμενος εμποδίζει τον κύριο του πράγματος στην ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση του πράγματος, στην εκμετάλλευση αυτού και στην απόλαυση ορισμένων εξουσιών, οι οποίες απορρέουν από την κυριότητα επί του πράγματος. Επί παραδείγματι έχει κριθεί ότι προσβολή της κυριότητας συνιστά ο σταβλισμός ζώων σε γειτονικό ακίνητο, χωρίς την τήρηση των κανόνων  υγιεινής και καθαριότητας, με συνέπεια τα εν γένει παράγωγα, απόβλητα και απορρίμματα αυτών να δημιουργούν εστίες μόλυνσης και να αναδύεται έντονη δυσοσμία (Εφ.Λάρισας 449/2011).